Αισιοδοξία, Απαισιοδοξία, Κρίση, Μεθοδολογία

Αισιοδοξία, Απαισιοδοξία, Κρίση, Μεθοδολογικά Προβλήματα

Αφετηρία της  προσέγγισης  δέον να είναι μία εννοιολογική σαφήνεια των εννοιών Aισιοδοξία και Aπαισιοδοξία.

Αισιοδοξία

Σε γενικές γραμμές σημαίνει η έννοια Αισιοδοξία μίαν θετική τοποθέτηση έναντι των υπαρχόντων και μελλοντικών φαινομένων. Ο Γερμανός  φιλόσοφος Leibniz την έχει χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά ως optimismus ( Λατινικά ) στα μέσα του 18ου αι. στα πλαίσια της Μεταφυσικής του. Η ευρωπαϊκή φιλοσοφία γνωρίζει τρεις διαφορετικές κατηγορίες της αισιοδοξίας :

α ) Μεταφυσική ή κοσμολογική αισιοδοξία : Αυτή βασίζεται στην κοσμοαντίληψη, ότι υφίσταται μία φυσική τάξη του κόσμου καθώς και μία φυσική ανωτερότητα του καλού έναντι του κακού. Το αποκορύφωμα αυτής της αντίληψης είναι η ύπαρξη του πιό καλού από όλους τους ενδεχόμενους κόσμους.

β ) Ηθική αισιοδοξία : Κάθε άνθρωπος κατέχει την φυσική τάση να ζει ηθικά και με σωφροσύνη. Και η αισιοδοξία αυτού του είδους στηρίζεται στην φυσική ανωτερότητα του καλού έναντι του κακού.

γ ) Γνωσιοθεωρητική αισιοδοξία : Αυτή βασίζεται στην γενική παντοδυναμία και απόλυτη βεβαιότητα της γνώσης. Το αντίθετο από αυτήν είναι ο σκεπτικισμός.

Απαισιοδοξία

Η απαισιοδοξία έχει ως γενική βάση την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ του καλού και του κακού, το οποίο θεωρείται ισχυρότερο από το καλό.

Σε ατομικό επίπεδο σημειώνεται ένα πιό συγκεκριμένο περιεχόμενο των δύο εννοιών.
Υπό αυτόν τον φακό η αισιοδοξία είναι μία βασική άποψη ζωής των θετικών προσδοκιών , δηλαδή το θεωρείν μόνον των θετικών πλευρών της ζωής. Ετσι είναι η αισιοδοξία συνυφασένη με φαιδρότητα, ευθυμία και θάρρος ενώ η απαισιοδοξία είναι μία βασική αντίληψη περί της ζωής, αλλά αυτή αφορά αποκλειστικά αρνητικές προσδοκίες ( Ιδέ  Duden, Das große Fremdwörterbuch, Mannheim, Leipzig et alt., 2000, S. 92  και 1029 ).

Ενώ η αισιοδοξία συμβάλλει πολύ σε μία δημιουργική διάθεση και κατόπιν σε επιτυχίες, μπορεί η απαισιοδοξία να καταστρέψει κάθε βούληση, δυναμικότητα και δημιουργικότητα. Επαυξημένη απαισιοδοξία προκαλεί συνήθως κατάθλιψη με ολέθρια αποτελέσματα.

Θα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε αυτές τις απαραίτητες φιλοσοφικές και φιλολογικές γνώσεις επί της σημερινής κατάστασης, αλλά όχι σε στυλ εκθέσεως ιδεών ή ρηχών και συχνά  επιπόλαιων δημοσιογραφικών άρθρων ή επί τη παλιμπαιδιστικεί βάσει  αποφθεγμάτων.

Κατ αρχάς θέλουμε να επισημάνουμε, ότι πρέπει να στηριχθούμε στην Γενική Μεθοδολογία των βασικών  επιστημονικών ερευνών και δη στις αρχές Αντικειμενικότητα, Συγκεκριμενικότητα, Ρεαλιστικότητα, Σχετικότητα, Συγκριτικότητα και Διαφοροποίηση.

Αντικειμενικότητα

Διαπιστώνουμε χωρίς ιδεολογικές, πολιτικές και κομματικές παρωπίδες μίαν δραματική όξυνση των πολυποίκιλων αντιξοοτήτων , οι οποίες βαθμιαία οδηγούν σε κοινωνικοψυχολογικά αδιέξοδα πρωτίστως στα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Ένα από τα μεγαλύτερα και πιό εκρηκτικά προβλήματα είναι η ανεργία της ελληνικής νεολαίας, η οποία δεν βλέπει στον ορίζοντα μέλλον. Αυτή έχει λόγο να θεωρεί την ζωή μόνον από την αρνητική πλευρά της. Γενικά η Ελλάδα είναι εξαρτημένη από εξωτερικά δάνεια, δηλαδή τα δικά της έσοδα δεν επαρκούν για την διατροφή του πληθυσμού της. Γενική εκτίμηση : Η κατάσταση αξιολογείται ως καταστροφική.

Συγκεκριμενικότητα

Η Ελλάδα είναι μία μικρή, καταχρεωμένη και στις διεθνείς σχέσεις μία ασήμαντη χώρα. Το λαμπρό πολιτιστικό παρελθόν δεν πολυενδιαφέρει τον κόσμο hic et nunc. Η σημερινή Ελλάδα ανήκει μεν γεωγραφικά και ιστορικά στην Ευρώπη, αλλά πρέπει να καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες για να φθάσει στο απώτερο μέλλον στο επίπεδο των προηγμένων χωρών. Οι πιό σπουδαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού του ευγενούς σκοπού είναι ο εξευρωπαϊσμός, ο εκμοντερνισμός και ο εξορθολογισμός. Εάν αυτές δεν υλοποιηθούν, θα υπάρχει περαιτέρω λόγος για τους Ελληνες να έχουν μίαν αρνητική αντίληψη περί της ζωής τους.

Ρεαλιστικότητα

Εχει ήδη ωριμάσει ο χρόνος να αποχαιρετισθούμε επί τέλους από τις εθνικιστικές αυταπάτες ( „περιούσιος λαός” , „ελληνικό δαιμόνιο“ και άλλα παράξενα ) και να γίνουμε ρεαλιστές. Αυτό σημαίνει στην περίπτωσή μας, ότι η Ελλάδα δύναται να επιτύχει μίαν επίλυση των πολυαρίθμων προβλημάτων της μόνον με την βοήθεια και την σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στα πλαίσια της οποίας εστιάζεται η Γερμανία ως ευρωπαϊκή οικονομική υπερδύναμη. Επομένως είναι απαίτηση του κοινού νου να διατηρουμε καλές σχέσεις με όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ και ιδιαιτέρως με την Γερμανία. Οι γνωστές συνωμοσιολογίες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ένδειξη υπολλειμμάτων του ανατολίτικου τρόπου της θεώρησης των πραγμάτων.

Σχετικότητα

Ηδη στα παιδικά μου χρόνια στην δεκαετία του  40 είχα πολλές φορές ευκαιρία να διαπιστώσω εθνικιστικές, πολιτικές και άλλες υπερβολές και εξάρσεις. Εν ολίγοις ο εθισμός στην υπερβολή ανήκει στις εγγενείς διαχρονικές παθογένειες του Νεοέλληνα, ο οποίος θέλει πάντα το απόλυτο, π.χ. την απόλυτη ελευθερία, την απόλυτη δικαιοσύνη, την απόλυτη αλήθεια, τον άρτιο πολιτικό, τον εθνάρχη πολιτικό κ.ο.κ. Επιθυμεί να πετά, αλλά ακόμη δεν έμαθε να περπατά. Και όμως, μερικά πολιτικά κόμματα διακηρύττουν την απόλυτη δικαιοσύνη , η οποία τελικά συνεπάγεται την απόλυτη αδικία α λα Cicero : „summum ius summa iniuria“ („μέγιστο δίκαιο, μεγίστη αδικία“).

Από αυτήν την διαπίστωση απορρέει το συμπέρασμα, ότι ουδεμία επίλυση των υπαρχόντων προβλημάτων δεν θα είναι απόλυτη, αλλά σχετική. Επομένως και η απαισιοδοξία δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Τουναντίον θα είναι σχετική υπό το νόημα των πολλών διαβαθμίσεων ακόμη και των συναισθημάτων.

Διαφοροποίηση

Για την κατανόηση του προβλήματος της απαισιοδοξίας είναι απαραίτητη η εφαρμογή της αρχής της Διαφοροποίησης. Αυτή αφορά πρώτα από όλα τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Αμφιβάλλουμε, αν οι εύποροι Ελληνες έχουν λόγο να είναι απαισιόδοξοι.  Αλλοι, όπως οι άνεργοι και πρωτίστως οι νέοι, είναι όντως απαισιόδοξοι. Δεν είναι τυχαίο, ότι απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων εγκαταλείπουν κατά δεκάδες χιλιάδες την Ελλάδα , γιατί εδώ έχουν ήδη απελπισθεί . Δηλαδή το συναίσθημα της απαισιοδοξίας έχει βαθμιαίως καταστρέψει την κατά τα άλλα ένλογη ελπίδα. Η ελληνική ιστορία της επαγγελματικής μετανάστασης έδειξε ότι οι περισσότεροι θα μείνουν και θα προοδεύσουν στις προηγμένες χώρες.

Από εθνική και ψυχολογική άποψη βιώνουμε μίαν δημογραφική καταστροφή. Επειδή η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να διαθρέψει τον πληθυσμό της, αναγκάζονται οι νέοι, το μέλλον κάθε χώρας, να εγκαταλείψουν βαθειά πικραμένοι την Πατρίδα τους. Εχουμε δυστυχώς πείρα περί αυτού.

Εφαρμόζοντας την αρχή της διαφοροποίησης σε οικογένειες, ιδίως στις πολύτεκνες, γίνεται πιό εκδηλη η καταστροφική κατάσταση τέτοιων οικογειών. Η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να βοηθήσει ιδιαιτέρως τις πολύτεκνες οικογένειες.

Συγκριτικότητα

Σημειώνονται διαφορετικά επίπεδα της σύγκρισης :
α ) Σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες, οι οποίες βιώνουν από χρόνια φτώχεια και δυστυχία ( π.χ. Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία ) ή έχουν γενικά ένα κατώτερο βιοτικό επίπεδο ( π.χ. Σλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία ).

β ) Σε ό,τι αφορά τους υπαλλήλους, γίνεται σύγκριση μεταξύ του ιδιωτικού ( απολύσεις ως κάτι το αυτονόητο) και του δημοσίου τομέα, όπου καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε έως τώρα να υλοποιήσει τις αναγκαιότατες δομικές μεταρρυθμίσεις που σημαίνει να απολύσει πρώτα δημοσίους υπαλλήλους. Ενώ λοιπόν οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα διακατέχονται από το συναίσθημα της απαισιοδοξίας, δεν έχουν οι απάλληλοι του Δημοσίου λόγο να μην είναι αισιόδοξοι. Αλλά αυτό δεν αποκλείεται να αλλάξει.

γ ) Σύγκριση μεταξύ της εποχής της επίπλαστης καταναλωτικής ευδαιμονίας επί τη βάσει δανεικών και της σημερινής φτώχειας επίσης βασιζόμενη σε δάνεια. Η κρίση έχει επιφέρει συγκλονιστικές και τραγικές αλλαγές, τις οποίες θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε με την εκδίωξη από τον βιβλικό παράδεισο. Πράγματι επικρατούσαν πάνω από τριάντα χρόνια παραδεισιακές συνθήκες ζωής , όμως επί τη βάσει κολοσσιαίων δανεικών και του νεοελληνικού contrat social ( κοινωνικού συμβολαίου ) της ολέθριας αμοιβαίας διαφθοροποίησης μεταξύ του λαού και των πολιτικών.

Είναι αυτονόητο, ότι αυτή η ξαφνική αλλαγή από την ανέμελη και πλούσια ζωή στην σεμνότητα και ανεπάρκεια ,δημιουργεί μεγάλα , καταστροφικά και πολιτικοκοινωνικά  επικίνδυνα ψυχικά προβλήματα, τα οποία εμφανίζονται ενίοτε και ως κρίση της ατομικής ταυτότητας και της αυτοπεποίθησης κάθε Νεοέλληνα.

Οι περισσότεροι ασχολούνται τόσο εντατικά με την σημερινή μιζέρια, η οποία σε σύγκριση με την σχετική πολυτέλεια του παρελθόντος μεγενθύνεται έτσι , ώστε δεν λαμβάνουν υπ όψει μερικά αυτονόητα πράγματα. Σε αυτά ανήκει π.χ. το γεγονός, ότι για τους μισθούς και τις συντάξεις σε επίπεδο πλουσίων χωρών δεν υπήρχε στην εποχή της εικονικής ευημερίας η οικονομική βάση.

Μία επιστροφή στο τότε υψηλό βιοτικό επίπεδο είναι μία χίμαιρα. Τελικά θα μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις σε σύγκριση με εκείνες προ της κρίσης τουλάχιστον κατά 50%. Αλλά οι πολιτικοί, οι οποίοι γνωρίζουν αυτήν την όντως πικρή αλήθεια, δεν την εκστομούν από δειλία, από φαυλότητα  ή από μικροκομματικούς λόγους.

Πηγές

-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, hrsg, von Jürgen Mittelstraß, (40 Autoren),  Band 2  (S.1086-1087), Band 3 ( S.98-99), ISBN 3-476-02012-6,  Stuttgart, 2004.

-P. Faggiotto, Ottimismo, Enc. filos. IV (1967), p.1243-1244).

-L.E. Loemker, Pessimism and optimism in Philosophy, Enc. Ph. VI (1967), P. 114-121.

-H. Diels, Der antike Pessimismus, Berlin, 1921.

-E. v. Hartmann, Zur Geschichte und Begründung des Pessimismus, Leipzig,1880.

-O. Plümacher, Der Pessimismus in Vergangenheit und Gegenwart. Geschichtliches und Kritisches, Heidelberg, 1884.

Καθημερινή, Οκτώβρης 2013

Hinterlasse eine Antwort

Deine E-Mail-Adresse wird nicht veröffentlicht.

Du kannst folgende HTML-Tags benutzen: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>