Ανδρέας Κωνσταντινίδης , Βάρδος του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού (Ποιήματα)

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Βάρδος του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού

(Ποιήματα)

Ο ΘΕΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ο καλός θεός – ξεχειλίζοντας από δυσαρέσκεια και οργή –
στραβοκοίταξε τους ανθρώπους κάτω στη Γη
και άρχισε τις φωνές:

Σας έδωσα τόσους πολλούς νόμους, καλοί μου άνθρωποι.
Φαίνεται πως ξεχνάτε μερικές φορές,
αλλά οι νόμοι μου είναι όλοι εκεί – μπροστά σας!
Σας έδωσα το Πεντάτευχο του Μωυσή.
Σας έδωσα τις Δέκα Εντολές – πάλι του Μωυσή.
Σας έδωσα την Ιερά Βίβλο – του Μωυσή και των Βυζαντινών.
Σας έδωσα το Ιερό Κοράνι – του Μωάμεθ.
Και τόσα άλλα ιερά και μισό-ιερά βιβλία.

Τώρα θέλετε – μου λέτε – Δημοκρατία.
Ναι, να κάμνετε τους δικούς σας νόμους!
Γίνεστε όλο και περισσότερο απαιτητικοί.
Είστε αποφασισμένοι να υποσκάψετε τη παντοδυναμία μου.
Έχετε κιόλας φτιάξει τα δικά σας κοινοβούλια,
και κάμνετε νόμους για αμβλώσεις, για διαζύγια,
για γάμους ομοφυλόφιλων, και πολλές άλλες αμαρτίες…

Καταραμένοι είναι η Δημοκρατία και οι Έλληνες, σας λέω.
Έφτιαξαν το αισχρό αυτό σύστημα διακυβέρνησης,
επειδή δεν είχαν τα δικά τους ιερά βιβλία.
Ο θεός τους – αυτός ο άθλιος Ζευς – είχε χίλιες ερωμένες,
και δεν του περίσσευε καιρός για νομοθετήσεις…
Κάθισε ο Όμηρος και έγραψε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια,
αλλά τα βιβλία αυτά δεν είχαν τη δική μου, ιερή σφραγίδα.
Έτσι, οι Έλληνες άρχισαν τις συζητήσεις και τους ανταγωνισμούς,
και σοφίστηκαν τη ψηφοφορία για να λύνουν τις διαφορές τους.

Αλλά για σας τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.
Εσείς έχετε μπροστά σας όσα ιερά βιβλία χρειάζεστε.
Και, σας παρακαλώ, μη μου πείτε πως τα πράγματα αλλάζουν
– άλλος άθλιος εκείνος ο Ηράκλειτος με «τα πάντα ρει» –
για τον παντογνώστη, αλάνθαστο θεό σας, τίποτα δεν αλλάζει –
οι εντολές μου είναι γραμμένες πάνω στη πέτρα.

Τώρα, θα είμαι ευθύς μαζί σας: είτε Εγώ, είτε η Δημοκρατία σας.
(Όχι! Τα δυο μαζί χωριό δεν κάνουν…)
Και αν, επιπόλαια, συνεχίσετε να κάμνετε δικούς σας νόμους,
τότε θα επισπεύσω, κατά πολύ, τη Δευτέρα Παρουσία μου,
και – πιστέψετε με – δεν θα βρείτε πουθενά τόπο να κρυφτείτε…

——————————————————

ΘΑΥΜΑΣΕ, ΘΕΕ, ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΣΟΥ

«Μετά ο Θεός είπε: ‘Τώρα θα φτιάξω
τον άνδρα σύμφωνα με τη δική μου
εικόνα και ομοίωση’». Γένεσης: 1:26

Ας υποθέσουμε, θεέ, πως είσαι ο δημιουργός μου.
Μια χούφτα χώμα από το έδαφος,
δυο σταγόνες νερό απ’ τη πηγή,
και μια άυλη πνοή απ’ τον αγέρα –
και ξεπετάγεται μπροστά σου το «δίποδο ζώο».

Και, για κοίταξε με τώρα!
Έχω γίνει ο αφέντης της ξηράς και των θαλασσών,
έχω κατακτήσει τις απανταχού ζούγκλες,
έχω εξημερώσει τα άγρια θεριά.
Και δεν σταμάτησα εκεί…
Έκαμα τους αγέρηδες δικούς μου,
αγκάλιασα τα νέφη και του ήλιου φως,
και τώρα ξεκινώ για καινούριους κόσμους.

Και αν – όπως λέγω – δεν γονατίζω μπροστά σου,
και αν σε αρνιέμαι σαν δημιουργό και θεό μου,
εσύ μπορείς να καμαρώσεις για τους άθλους μου
– και όχι να μου βάζεις φραγμούς και χαλινάρια!
Εδώ κάτω στη Γη, οι γονείς αγαλλιάζουν σαν βλέπουν
τα παιδιά τους να ανεβαίνουν πιο ψηλά απ’ αυτούς.
Και οι δάσκαλοι ενθαρρύνουν τους μαθητές τους
να ανοίξουν τα φτερά τους και να τους ξεπεράσουν.
Ναι, δείξε λίγη χαρά για τις κατακτήσεις μου…
Θαύμασε, θεέ, το εξαίρετο δημιούργημα σου!

————————————————————-

ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΩ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΟΥΣ

Καταφθάνουν από παντού με ρυθμό καλπασμού.
Ακούω το ποδοβολητό τους, ακούω τις φωνές τους.
Θα βρίσκονται εδώ πολύ-πολύ σύντομα –
ίσως τον αιώνα αυτόν, ίσως τον επόμενο.
Δεν θα τους αποφύγουμε για πολύ ακόμη.
Και θα γελάσουν ειρωνικά σε βάρος μας –
θα γελάσουν για μας και τη πίστη μας.
Θα πουν πως πιστέψαμε σ’ έναν άφαντο θεό –
έναν θεό που δεν τον βλέπαμε, δεν τον ακούγαμε,
δεν τον αγγίζαμε, και δεν τον… αισθανόμασταν.
Έναν παντοδύναμο θεό χωρίς καμιά δύναμη –
που δεν μπορούσε να τα βάλει με τον… διάβολο.
Έναν θεό γεμάτο αγάπη που δεν την έδειξε ποτέ
(ναι, τη κρατούσε για τη… Δευτέρα Παρουσία!)
Έναν δίκαιο θεό που δημιούργησε χίλιες αδικίες.
Έναν θεό πανταχού παρών που δεν βρισκόταν πουθενά.
Ναι, θα γελούν δυνατά και θα μας κοροϊδεύουν –
όπως γελούμε τώρα εμείς για τη προϊστορική εποχή
(γι’ αυτούς που πίστευαν στα στοιχειά και τα πνεύματα
– και δόξαζαν τις αγελάδες, τις γάτες, τα λιοντάρια.)
Ναι, θα μας κοροϊδεύουν με γέλιο… ξεκαρδιστικό –
χίλια χαμόγελα ειρωνικά και σαρκαστικά…
Και κανένας δεν θα τους βρίσκει άδικο γι’ αυτό.
Εγώ, τουλάχιστον, θέλω να αποφύγω την ειρωνεία τους…

———————————–

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Αγαπητέ θεέ:
Λέγεις πως είσαι παντοδύναμος
και παντογνώστης,
πως είσαι φιλεύσπλαχνος,
πανάγαθος και δίκαιος.

Καλά, καλά…
Πως μπορώ να πιστέψω
τα ωραία αυτά επίθετα,
σαν βλέπω παντού, γύρω μου,
αδικία και δυστυχία…

Αλλά, αλλά…
Ας κάμουμε μια καλή, όμορφη συμφωνία:
Θα κλείσω τα μάτια μου να μη βλέπω,
θα κλείσω τα αφτιά μου να μην ακούω,
θα δέσω σε κόμπο τη νοημοσύνη μου,
και θα προσποιηθώ πως είσαι αληθινός…

Και άκουσε – σε παρακαλώ – σ’ αυτό:
Για κάθε συμφορά και δυστυχία στον κόσμο
(για κάθε πεινασμένου παιδιού τη μάταια προσευχή,
για κάθε πονεμένης μάνας τα αβάσταχτα βάσανα,
για κάθε πικραμένου πατέρα τον βαρύ αναστεναγμό
– για κάθε ανθρώπινο σπαραγμό και αγωνία,)
θα αφαιρούμε ένα κομματάκι απ’ τη καλοσύνη σου,
ένα τιποτένιο γραμμάριο απ’ την απεραντοσύνη σου,
ένα ασήμαντο λεπτό απ’ την αιωνιότητα σου…
Και αν απομείνει κάτι από εσένα
(οτιδήποτε – κομματάκι τόσο δα – οτιδήποτε!)
στο τέλος του τραγικού αυτού πειράματος,
θα σε δεχτώ σαν τον άξιο θεό μου…
Ναι, έλα να συμφωνήσουμε, καλέ μου θεέ…

_________________________________

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ

Μας κλέψανε τα Μάρμαρα
κι’ οι κλέφτες ενομίσαν,
πως τη ψυχή μας σκότωσαν
και τη φωτιά μας σβήσαν.

Μα η φωτιά κρυφόκαιγε
και η ψυχή εκαρτέρα,
ν’ αλλάξουν μαύροι οιωνοί
και η στροφή του αγέρα.

Και σαν η μπόρα πέρασε
η φλόγα ανδρειώθη,
και η ψυχή αναστήθηκε
ξανά στη πάλη εδόθη.

Και να’ μας πάλι όρθιοι,
έτοιμοι, ανδρειωμένοι,
θαύματα να προσφέρουμε
ξανά στην οικουμένη.

Τ’ αγγόνια και δισέγγονα
του Κλασσικού Αιώνα,
έχουν στα χέρια τους φτερά
και στη καρδιά αγώνα.

———————————————-

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Στον Παρθενώνα ο Περικλής
ένα κερί ανάβει,
δοξολογάει τους θεούς
κι’ η Ελλάδα τραγουδάει:

Αντρειωμένα πνεύματα
στον τόπο σας γυρίστε,
τους άθλους τους πανένδοξους
πάλι πανηγυρίστε.

Σηκώσου Μιλτιάδη μου
για τελικό αγώνα,
μάζεψε τους λεβέντες σου
κάτω στον Μαραθώνα.

Θεμιστοκλή μου ξακουστέ
έμπα στη ναυαρχίδα,
κι’ οδήγα τα καράβια σου
πάλι στη Σαλαμίνα.

Ξύπνησε Μεγαλέξανδρε
και τα βουνά θρηνούνε,
οι βάρβαροι ξαπλώθηκαν
τη πόρτα μας κτυπούνε.

Με την Αργώ τη ξακουστή
Ιάσων έλα πίσω,
τους αργοναύτες τους τρανούς
προσμένω να υμνήσω.

Αντρειωμένα πνεύματα
στον τόπο σας γυρίστε,
τους άθλους τους πανένδοξους
πάλι πανηγυρίστε.

———————————————

ΦΟΡΟΦΥΓΑΔΕΣ ΚΑΙ… ΘΕΟΦΟΒΟΥΜΕΝΟΙ

Μας αποκάλεσαν οκνηρούς και φοροφυγάδες,
μας αποκάλεσαν απάτριδες και χαμαιλέοντες…
Αλλά, τους συγχωρούμε…
Τους συγχωρούμε γιατί δεν ήξεραν την ωμή αλήθεια –
και, φυσικά, μας έκριναν με τα δικά τους τα μέτρα.
Δεν ήξεραν πως μόνο οι είκοσι στους εκατό από εμάς
πληρώνουν φόρο, επειδή μόνο τόσοι έχουμε εισόδημα.
Οι άλλοι ογδόντα στους εκατό είμαστε… καλόγηροι –
αρνηθήκαμε την ύλη κι’ ερωτευτήκαμε τον «παράδεισο».
Μαζευόμαστε στις εκκλησιές και ζητούμε «έλεος».
Γυρίζουμε τη πλάτη στο δικό μας το σπίτι, τη μάνα Γη,
κι’ ονειρευόμαστε το σπίτι των αγγέλων – τα σύννεφα.
Και αν, συνεπώς, μείναμε μαρμαρωμένοι στο Μεσαίωνα,
και χάσαμε τη Διαφώτιση και τη σύγχρονη εποχή μας,
η ευθύνη στους Βυζαντινούς και τους παπάδες τους…
Όχι, ούτε απάτριδες είμαστε και ούτε χαμαιλέοντες.
Αν, απλώς, μας χαρακτήριζαν… θεοφοβούμενους,
ίσως, τότε, να συμφωνούσαμε και εμείς μαζί τους…

——————————————————-

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Φωτιές πετά ο Όλυμπος
κι’ ο Παρθενών σπαράζει,
και της Αθήνας ο ουρανός
σαν μαύρο ράσο μοιάζει.

Πονά και κλαίει η Αθηνά
τα στήθη της ραγίζουν,
απ’ τα Ιεροσόλυμα
«άγιο» φως κομίζουν.

Μέσα στη νύκτα πλάκωσαν
του Μωυσή οι θύτες,
σκότωσαν τους φιλόσοφους
κι’ ανάστησαν προφήτες.

Βυζαντινοί μυθοποιοί
του Άδη γεννοβόλι,
γκρέμισαν την Αθήνα μου
και έκτισαν τη Πόλη.

Ξύπνα Σωκράτη μου χρυσέ
κι’ οι γλαύκες σ’ έχουν χάσει,
και τη σοφία οι Έλληνες
την έχουνε ξεχάσει…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

————————————————

Ο ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΣ

Έσκυψε κι’ άδραξε
μια χούφτα χώμα
κι’ από το στόμα του
φτύνει χολή,
κι’ αφού τα ζύμωσε
με βιασύνη,
τα μεταμόρφωσε
σ’ ένα λεπρό…
Κι’ εστάθει ξέμακρα
να τον κοιτάζει,
σαν σ’ ένα θέατρο
γούστου κακού,
πονά ο άνθρωπος
κι’ αυτός σαρκάζει,
κλαίει ο άνθρωπος
κι’ αυτός γελά…

Ανδρέας Κωνσταντινίδη

——————————————–

ΠΑΡΕ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ…

Μας άναψες φωτιά στη φαντασία
με τις πολλές ικανότητες σου,
και αμέσως εξαφανίστηκες…

Μετέτρεψες το νερό σε κρασί,
ανάστησες τον φίλο σου Λάζαρο,
θεράπευσες τους λεπρούς,
γλύκανες τον πόνο των παιδιών,
και ύστερα έγινες άφαντος…

Ναι, γαργάλησες τη φαντασία μας,
μας έκαμες μεγάλη εντύπωση,
και πέσαμε κάτω γονατιστοί.
Ναι, πραγματικά, μας έδεσες
τη σκέψη μας σαν Γόρδιο Δεσμό.

Αλλά, άκουσε αγαπητέ μου θεέ:
Αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα…
Όχι, δεν θέλουμε κι’ άλλο κρασί –
μπορούμε και φτιάχνουμε μόνοι μας!
Δεν χρειαζόμαστε νεκραναστάσεις –
ξέρουμε πως είμαστε απλό χώμα!
Δεν θέλουμε μαγικές θεραπείες –
φτιάχνουμε τα δικά μας φάρμακα,
κι’ ας δεν είναι πάντοτε… μαγικά!

Έχουμε, όμως, πάρα πολλά παιδιά
που πεινούν, κλαίγουν και δυστυχούν.
Ναι, χρειαζόμαστε θεέ λίγη βοήθεια.
Αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφέρεσαι.
Σε περιμένουμε από αιώνα σε αιώνα –
δεν θα σε περιμένουμε για πάντα…

Θα σου δώσω ακόμα ένα λεπτό –
ναι, ένα σύντομο, ασήμαντο λεπτό!
Και αν αρνηθείς ξανά να βοηθήσεις,
τότε θα σταθώ όρθιος μπροστά σου,
θα σε κοιτάξω βαθειά μέσα στα μάτια,
και θα σου πω απλά, αλλά θαρραλέα:
Πάρε τα θαύματα σου και… φύγε!

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (20.11.16)

_______________________________

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΒΔΕΛΛΑ

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
μια βδέλλα διψασμένη,
τους Έλληνες ορέχτηκε
κι’ όρμησε παθιασμένη.

Ολημερίς κι’ ολονυχτίς
το αίμα μας τραβούσε,
σκιάχτρα εμάς μας έκαμε,
βασίλισσα αυτή ζούσε.

Εμείς που δώσαμε το φως
σ’ όλη την οικουμένη,
μείναμε μ’ άδεια καρδιά
και τη φωτιά σβησμένη.

Οι δόξες όλες πίσω μας
κι’ η άβυσσος μπροστά μας,
κλαίει η ψυχή, πονά η καρδιά,
λιώνουν τα σωθικά μας.

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
βδέλλα καταραμένη,
τα χέρια νά’ χα του Ηρακλή
να σ’ άφηνα πνιγμένη.

Να ξανασάνει ο Έλληνας
να δει μια άσπρη μέρα,
ν’ ανοίξει τις φτερούγες του
στο φως και στον αγέρα.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, 15.5.16

———————————————

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Θέλει παιδιά του Ηρακλή
κάτω στον Μαραθώνα,
για να δοξάζουν τη φυλή
στον άπειρο αιώνα.

Θέλει Αχιλλέες γίγαντες
και ποιητές Ομήρους,
να κάμνουν στάχτη και καπνό
τους Τρώες και τους κλήρους.

Θέλει δασκάλους Πλάτωνες,
Σωκράτηδες γενναίους,
που δίχως φόβο δικαστών
καθοδηγούν τους νέους.

Μισές καρδιές, μισές δουλειές
κι’ η Ελλάδα μαραμένη,
κι’ αυτή σαν το Βυζάντιο
σιγά-σιγά πεθαίνει.

Το πνεύμα το Ελληνικό
που έχει ταξιδέψει,
ψάχνει για χώμα εύφορο
πίσω να επιστρέψει.

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (11.9.16)

——————————————–

ΓΙΑΤΙ, ΘΕΕ, ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΣΟΥ;

«Ο Θεός αγάπησε τον κόσμο
τόσο πολύ, και έτσι έδωσε τον
μονάκριβο γιό του για να σώσει
όσους τον πιστέψουν.»
Ιωάννη 3: 16, 17

Ευχαριστώ, θεέ, πού αγάπησες «τόσο πολύ»
τον καημένο, ταλαίπωρο κόσμο μας,
και έστειλες τον μονάκριβο γιό σου να μας σώσει.
Αλλά, όπως βλέπεις, οι άνθρωποι που εσύ έπλασες,
είμαστε λίγο… προβληματικοί και δυσκολόπιστοι.
Μερικοί από εμάς πιστέψαμε, πράγματι, στο γιο σου.
Αλλά πολλοί άλλοι, πεισματάρηδες, του αρνηθήκαμε.
Προτιμήσαμε ν’ ακολουθήσουμε μια χούφτα άλλους –
και εκείνοι σωτήρες, προφήτες και… Μεσσίες –
Μπορεί να μην ήταν πραγματικοί, γνήσιοι γιοί σου,
αλλά συμπεριφέρονταν σαν… στενοί συγγενείς σου.
Και ορκίζονταν πως έγραφαν τα… δικά σου τα λόγια.
Ναι, έτσι, εκεί είσαι καλέ μου και «πάνσοφε» θεέ!
Να μας συγχύζεις, να μας πελαγώνεις, να μας… θυμώνεις –
βάζεις το μήλο της Έριδος μπροστά στα μάτια μας,
και μας μετατρέπεις σε αιμοχαρείς ζουγκλάνθρωπους!
Γιατί, πες μου – μην αποφεύγεις την ερώτηση μου:
γιατί – ξεδιάντροπα – λες στο κάθε έθνος ξεχωριστά,
πως είμαστε ο ευλογημένος, εκλεκτός λαός σου;
Δεν μπορούσες να είσαι λίγο περισσότερο ειλικρινής;
Γιατί, θεέ, τα πολλά και ποικίλα προσωπεία σου;
Μήπως σε γέννησαν οι προφήτες – και όχι εσύ, αυτούς;…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

—————————————————-

ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ –
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Δεν είχε χρυσοπέταλα
κι’ ασήμια χαλινάρια,
μα έκρυβε στα σπλάχνα της
λεβέντες, παλληκάρια.

Δημοκρατία το όνομα
και τον λαό παντιέρα,
την Αθηνά για μάνα της
τον Όλυμπο πατέρα.

Είχε για πόδια αγέρηδες
και χέρια ηλιαχτίδες,
και σκόρπιζε γλυκόφωτο
στου κόσμου τις πατρίδες.

Σκήπτρα, κορώνες έπεφταν
η μια μετά την άλλη,
κι’ η οικουμένη δόξαζε
της Αθηνάς τα κάλλη.

Το πνεύμα το Ελληνικό
ξανάνθισε και πάλι,
κι’ απλώθηκε σ’ όλη τη Γη
σαν μια ζεστή αγκάλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (9.10.16)

——————————————

Ο ΚΑΛΟΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ

Αν αντίχριστος σημαίνει ν’ αγαπάς όλους τους συνάνθρωπους σου
και όχι μόνο τους «αδελφούς» χριστιανούς…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πονά και να λιώνει η καρδιά σου
σαν βλέπεις τις τραγωδίες των «αμαρτωλών»…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σε βασανίζουν τρομερές αμφιβολίες
για την φιλευσπλαχνία του «καλού» θεού σου…

Αν αντίχριστος σημαίνει να ζητάς ευθύνες από τον «δημιουργό»
για τις πολλές ατέλειες της δημιουργίας του…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πηγαίνεις δύο βήματα πιο πέρα
από τις δέκα εντολές του πατριάρχη Μωυσή…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αγκαλιάζεις τον Μέγα Ηράκλειτο,
τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σέβεσαι το άγιο Ελληνικό πνεύμα
που χάρισε το φως σε ολόκληρο τον κόσμο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να μη φοβάσαι μπροστά στον Πιλάτο
και να μη γονατίζεις στα πόδια του Καίσαρα…

Αν αντίχριστος σημαίνει να απαιτείς και τον γήινο παράδεισο
και να μη βολεύεσαι μονάχα με τον ουράνιο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αφορίζεις τους Βυζαντινούς αρχιερείς
σαν στοιχειά αναχρονιστικά και ανθελληνικά…

Αν αντίχριστος σημαίνει όλες τις ανωτέρω πασιφανείς αλήθειες
και μια σωρεία άλλες παρόμοιες…

Ναι, λοιπόν, τότε είμαι – και περηφανεύομαι – ο καλός αντίχριστος!
Ανδρεας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή

————————————————–

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Στον τόπο της ανάλυσης
και των επιστημών,
μας έφεραν μυστήρια
κι’ ίσκιους των σκοταδιών.

Αντί για τους Ολύμπιους
θεούς της λογικής,
κουβάλησαν ξωγήινες
γραφές της εντολής.

Ο άνθρωπος μας είπανε
είναι αμαρτωλός,
στη σάρκα ειν’ αδύνατος
και στο μυαλό κουτός.

Μας τάξανε παράδεισο
και άφεση αμαρτιών,
μας ρίξαν στον Μεσαίωνα
και σε κελιά βασανιστών.

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————

ΝΑ ΣΑΣ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΦΙΛΙ

Σας περίμενα χρόνια τώρα.
Σας το έλεγα πως υπάρχει
φως και δροσιά εδώ πάνω.
Εσείς φοβόσασταν τις κορφές.

Αλλά δεν σας κατηγορώ τώρα.
Ήταν σφάλμα παλαιών γενεών.
Εσείς βρήκατε τη συνήθεια…

Και η συνήθεια κλείνει τα μάτια,
δένει σφικτά χέρια και πόδια,
και μας σκοτώνει το πνεύμα.

Αλλά τώρα είσαστε μαζί μου –
στις ψηλές, ζωογόνες κορφές.
Θέλω να σας σφίξω το χέρι,
και να σας δώσω ένα φιλί…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (6.3.16)

—————————————————-

ΞΕΡΩ, ΘΕΕ, ΠΩΣ ΑΓΑΠΑΣ
ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

«Καταραμένος είναι όποιος δεν ακολουθεί
αυτά πού είναι γραμμένα μέσα στο Βιβλίο
των Νόμων, και να τα πράττει.”
Παύλου προς Γαλάτες: 3 : 10

Παρ’όλες τις διακηρύξεις σου προς το αντίθετο –
όπως και τις φοβερές κατάρες σου –
ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες.
Εκεί, μέσα στην καρδιά της καρδιάς σου,
κρατάς ένα ζηλευτό κομμάτι γι’ αυτούς.
Αφού όλες – ανεξαιρέτως – οι δημιουργίες σου,
βρίσκονται σε μια δυναμική κι’ατέρμονη αλλαγή,
είμαι σίγουρος πως δεν είσαι συντηρητικός –
και πώς, φυσιολογικά, εκτιμάς και θαυμάζεις
αυτούς πού ανοίγουν την αγκάλη τους στο μέλλον. Εσύ ξέρεις καλά πως το παρελθόν μετατρέπεται
σε ένα αχανές και παντέρημο νεκροταφείο.
Χωρίς θαρραλέους, λεβέντες επαναστάτες,
τα ωραία κι’αγαπητά ανθρώπινα όντα σου,
θα έφθιναν, θα μαραίνονταν και θα χάνονταν.
Μπορεί να μη σού πολυαρέσει η αναταραχή,
την οποία η παρακοή φορτώνει στους ώμους σου, αλλά σε ευχαριστεί το τελικό αποτέλεσμα….
Ναι ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες!

Καθημερινή

————————————————-

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Φωτιές πετά ο Όλυμπος
κι’ ο Παρθενών σπαράζει,
και της Αθήνας ο ουρανός
σαν μαύρο ράσο μοιάζει.

Πονά και κλαίει η Αθηνά
τα στήθη της ραγίζουν,
απ’ τα Ιεροσόλυμα
«άγιο» φως κομίζουν.

Μέσα στη νύκτα πλάκωσαν
του Μωυσή οι θύτες,
σκότωσαν τους φιλόσοφους
κι’ ανάστησαν προφήτες.

Βυζαντινοί μυθοποιοί
του Άδη γεννοβόλι,
γκρέμισαν την Αθήνα μου
και έκτισαν τη Πόλη.

Ξύπνα Σωκράτη μου χρυσέ
κι’ οι γλαύκες σ’ έχουν χάσει,
και τη σοφία οι Έλληνες
την έχουνε ξεχάσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, Οκτ.16

————————————

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Στην Ολυμπία ο λαός
μαζεύτηκε ξανά,
χειροκροτούν τους αθλητές
κι’ η Ελλάς χαμογελά.

Η Ακρόπολη γοργά, σεμνά
τον ήλιο πίσω αφήνει,
κι’ απλόχερα το φως αυτή
στην οικουμένη δίνει.

Του Ολύμπου οι βουνοκορφές
εγέμισαν τραγούδια,
γύρισαν πίσω οι θεοί
και σπέρνουνε λουλούδια.

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (16.10.16)

——————————————

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ

Οι πρωτοπόροι είμαστε
κι’ οι αριθμοί μας λίγοι,
μα εμείς κρατάμε τη φωτιά
που το στρατί ανοίγει.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Κι’ αν είναι ο δρόμος δύσκολος
κι’ η μέρα μας αιώνας,
μας γέννησε η λεβεντιά,
μας έσπειρε ο αγώνας.

Με σιγουριά και θέληση
όλο μπροστά τραβούμε,
τη μοίρα τη πανένδοξη
πιστά ακολουθούμε.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

——————————————-

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Οι φιλόσοφοι είπαν πως το χάος
(η απεραντοσύνη γύρω απ’ τον πλανήτη μας)
γέννησε τον ουρανό και τη Γη.
Οι προφήτες είπαν πως το χάος είναι θεός
(ένας παντοκράτορας, καλοκάγαθος δημιουργός
– που διαφεντεύει τους πάντες και τα πάντα).
Μέχρις εδώ, δεν υπήρχε αγεφύρωτη διάσταση.
Αλλά, σιγόκαιγαν αμφιβολίες για το «καλοκάγαθος».
Επίσης, η σύνδεση χάους και θεού, θόλωσε τα νερά –
και, με το πέρασμα του χρόνου, θόλωσε και τη σκέψη…
Και ενώ οι φιλόσοφοι έγιναν σοφοί επιστήμονες,
έφτιαξαν διαστημόπλοια, και έγιναν φίλοι με το χάος,
οι προφήτες γονάτισαν τρομαγμένοι κάτω στη γη –
και ικετεύουν το χάος για «έλεος» και «παράδεισους»…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης,

Καθημερινή (Οκτ.16)

——————————————-

ΕΛΑ ΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΥΜΕ

«… ‘Η μεγάλη μέρα της οργής Του
έχει έρθει, και ποιος μπορεί να
να σταθεί μπροστά Του;’»
Η Αποκάλυψης, 6:17

Το ξέρω πως είσαι η Κοινωνία μου –
και πως είσαι πιο ισχυρή από εμένα…
Αλλά η ίδια η ύπαρξης σου,
βασίζεται στη δική μου συγκατάβαση
(δεν μπορείς να κόψεις το δεσμό)
Εγώ σου δίνω τη νομιμότητα…
Εγώ σου κτίζω τους ναούς σου…
Εγώ γράφω τα ιερά βιβλία σου…
Εγώ διδάσκω τα ευαγγέλια σου…
(Το άγιο πνεύμα σου είναι μηδέν
χωρίς το δικό μου αλφάβητο).
Σταμάτα να με απειλείς, λοιπόν,
με κόλαση και εσχατολογία…
Να με τιμάς και να με σέβεσαι,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταπόδοση.
Να με λατρεύεις, καθώς μου αξίζει,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταμοιβή.
Το ξέρεις πως είσαι μισός άνθρωπος,
και πως εγώ είμαι μισός θεός…
Με χρειάζεσαι και σε χρειάζομαι!
Έλα ν’ αγκαλιαστούμε, λοιπόν…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————————-

ΞΥΠΝΗΣΕ ΗΛΙΕ

Ξύπνησε ήλιε κι’ άργησε
η μέρα να χαράξει,
κι’ η Ελλάδα μας μεσ’ τη φωτιά
τα ράσα να πετάξει.

Και να ντυθεί στη γιορτινή
την άσπρη φορεσιά της,
το φως που χιλιοδόξασαν
τ’ αθάνατα παιδιά της…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Kαθημερινή

—————————————

ΔΕΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Πάνω στο κύμα του γιαλού
θεά μου Αφροδίτη,
έλα ξανά στης Κύπρου μας
το πατρικό σου σπίτι.

Αφρόβρεχτη κι’ ηλιόλουστη
με τα μαλλιά διαμάντια,
έλα και φέρε λίγο φως
στη μαύρη μας κατάντια.

Χριστιανοί κι’ Ισλαμιστές
βάρβαροι ένας – κι’ ένας,
αφάνισαν τους Έλληνες
δεν έμεινε κανένας.

Τη Κύπρο μας την όμορφη
με μίσος τη κουρσέψαν,
βεβήλωσαν τα ιερά
τους θησαυρούς εκλέψαν.

Έλα και φέρε μας χαρά
και διώξε το σκοτάδι,
αλλόθρησκοι κατακτητές
μας έριξαν στον Άδη.

Ο Πυγμαλίων καρτερεί
στης Πάφου τ’ ακρογιάλι,
να σου λαξέψει άγαλμα
σαν τα δικά σου κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

——————————————

ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΤΗΣ

« ‘…Σαν δραπέτης και αλήτης θα τριγυρνάς
πάνω στη γη.’» Γένεση: 4 : 12

Ναι, και μάς λέγεις πως είσαι… θεός.
Απλώς, έριξες τα ζάρια…
με απερισκεψία και ξεγνοιασιά – κι’ ότι τύχει.
Κι’ όμως τα είχες όλα στη διάθεση σου!
Ναι, εσύ, ο παντοδύναμος και παντογνώστης.
Ο «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»…
Θα μπορούσες να φτιάξεις ότι ήθελες.
Είχες όλες τις δυνάμεις στα χέρια σου.
Θα μπορούσες να κάμεις τέλειους πρωτόπλαστους!
Αλλά ήθελες να παίζεις παιγνίδια μαζί μου.
Ήθελες να διασκεδάζεις τον εαυτό σου.
Και έφτιαξες ατελή, προβληματικά όντα.
Μη κατηγορείς, λοιπόν, εμένα για τις ατέλειες μου.
Μη μού βρίσκεις φταίξιμο για τις διχοτομίες μου :
Κρεμάμενος μεταξύ ήλιου και λάσπης,
αγωνιζόμενος μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης,
σάρκα και πνεύμα – δραπέτης και αλήτης….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (13.3.16)

——————————————–

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΟ «ΑΓΙΟ» ΠΝΕΥΜΑ

Τρίζω τα δόντια και σφίγγω τις γροθιές.
Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια –
αχόρταγο σαράκι μου τρώει τα σωθικά.
Μου σκότωσε τον Απόλλωνα και την Αθηνά μου.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Στο σκοτάδι μέσα έκρυψε τον ήλιο μου.
Χάρισε τα πλούτη του κόσμου στον Καίσαρα
και μ’ έστειλε να ψάχνω για παράδεισο στα σύννεφα.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Όπλα μου η απέχθεια για το ψέμα και το σκοτάδι –
μαζί με την αγάπη μου για τον άνθρωπο και το φως.
Ασπίδα μου η αξιοπρέπεια και η ψυχή της Ακρόπολης.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————-

ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Τέκνο της Αθηνάς Παλλάς, δίδυμο με τον ήλιο,
στο διάβα σου οι άνθρωποι χρειάζονταν αντήλιο.

Λευτέρωσες τον άνθρωπο, απ’ τις θρησκοληψίες,
βιβλιοθήκες άνοιξες, κι’ έκλεισες εκκλησίες.

Από τον Μέγα Ηράκλειτο, στον Άγιο Σωκράτη, άπλωσες τις φτερούγες σου, στης γης όλα τα πλάτη.

Φάρον ο Μεγαλέξανδρος, στα στιβαρά του χέρια,
σ’ άρπαξε και σ’ ανύψωσε, εκεί ψηλά στ’ αστέρια.

Κι’ η Ανατολή μαρμάρωσε, την έπιασε το ρίγος,
και σαν οχιά φαρμάκωσε, το ζηλευτό σου σφρίγος.

Έστειλε μάγους με χρυσόν, θεοποιούς αγύρτες,
κι’ έκαμαν μέρες σκοτεινές, περίλαμπρες τις νύκτες.

Η σκοτεινιά απλώθηκε, σ’ όλη την οικουμένη,
κι’ η Ελλάδα έμεινε βουβή, τυφλή κι’ ερημωμένη.

Πέρασαν μέρες χαλεπές, και δίσεκτα τα χρόνια,
κι’ έμοιαζε πως η λάμψη σου, έχει χαθεί αιώνια.

Ο Απόλλωνας δεν άντεξε, να βλέπει τον καημό σου,
και άρπαξε τον ήλιο του, και σού’ δωσε το φως σου.

Κι’ η οικουμένη έτρεξε, σεμνά να προσκυνήσει,
και της θεάς της Αθηνάς, το τέκνο να υμνήσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————–

Ο ΑΔΕΞΙΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

«Και αν το μάτι σου σε οδηγεί στο
αμάρτημα, βγάλε το και πέταξε το
μακριά. Είναι καλύτερα για σένα
να μπεις στον παράδεισο με ένα
μάτι, αντί στη κόλαση με δύο».
Ματθαίου, 18:9

Ώστε έτσι! Βρίσκεις φταίξιμο στο μάτι μου…
Και μου ζητάς να το… βγάλω και να το πετάξω!
Ποιο μάτι σε ρωτώ – καλέ μου θεέ – ποιο μάτι;
Ποιο από τα δύο ανεκτίμητα που μου έδωσες;
Το μονάκριβο μου το αριστερό, είτε το δεξιό –
Το αναντικατάστατο δεξιό, είτε το αριστερό;
Νομίζω να τα βγάλω και τα δυο, και να τα πετάξω!
Έτσι θα σιγουρευτώ πως θα πάω στον παράδεισο –
και εσύ θα κυβερνάς τη Γη, μαζί με τον… Καίσαρα!

Αλλά, γιατί, παρακαλώ, με αδίκησες τόσο οικτρά;
Δεν μπορούσες να φτιάξεις ένα καλύτερο κόσμο
– εσύ ο «παντογνώστης» και ο… πολυπράγμων;
Δεν μπορούσες να δημιουργήσεις σωστή αρμονία
– δηλαδή, τα μάτια μου και ο κόσμος να είναι ένα!
Αντί τώρα να μου ζητάς να τυφλωθώ για να… σωθώ;
Γιατί τόση προχειρότητα και… εγκληματικότητα;
Ντροπή σου, αδέξιε και απεχθή, δημιουργέ!…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

—————————————-

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

Αγαπητέ Ιησού:

Εκεί στον παράδεισο που βρίσκεσαι –
ανάμεσα στους άλλους, διαλεκτούς επαναστάτες –
ξέρω πως ανησυχείς πολύ τώρα τελευταία.
Αγωνιάς για την τύχη της Αναγέννησης,
όπως και για την μεγάλη καθυστέρηση της Άνοιξης.

Τα δικά σου διδάγματα έχουν πια παλιώσει
(όπως ξέρουμε και οι δύο μας πολύ καλά,
όταν δώσεις αρκετό χρόνο στην αλήθεια μετατρέπεται σε ψέμα – ατράνταχτο αξίωμα από του Ηράκλειτου «τα πάντα ρει»).

Ξέρω πως τώρα ψάχνεις για καινούριους ορίζοντες.
Επίσης ξέρω πως προσβάλλεσαι από την
αποτελμάτωση, και την συμπεριφορά,
των σημερινών χριστιανών υποκριτών
(Εάν μπορούσες να γεννηθείς και πάλι στην εποχή μας, θα τους ανέτρεπες με θυμό τ’ ακάθαρτα τραπέζια τους – όπως ακριβώς έκαμες τότε με αυτά των Φαρισαίων.)

Ξέρω πως δεν θα λυπηθείς για την παρακμή του χριστιανισμού.
– Έλα να γιορτάσουμε, καλέ μου αδελφέ, είσαι πια νεκρός….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (17.4.16)

——————————————————–