Ελληνας, Υπερήφανος, Ανατολίτης, “Αδούλωτος”( “Ο Τράχηλος του Ελληνα…”)

Ελληνας, Υπερήφανος, Ανατολίτης, “Αδούλωτος”( “Ο Τράχηλος του Ελληνα…”)

Κατά πόσον  οι Νεοέλληνες είναι Ανατολίτες ;

Παρακάτω πρόκειται για ένα τμήμα (μόνο συμπεράσματα) μιας εκτενούς μελέτης γύρω επό τη νεοελληνική νοοτροπία :

Τάση στην απειθαρχία, στον χαοτισμό και στην φυγοπονία ( αρχή της ήσσονος προσπάθειας , δηλαδή φυγοπονία, “ανατολίτικο ραχάτι”) , έλλειψη της δυναμικότητας , της αντοχής και της αίσθησης του συμφέροντος του συνόλου, ατομικισμός και εγωϊσμός, έλλειψη της κοινωνικής, της κρατικής, της νομικής και της φορολογικής συνείδησης, προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι της
λογικής, σύγχιση των φαντασιώσεων με την πραγματικότητα, εθισμός στις
σπέκουλες, στις υπόνειες, στην συνωμοσιολογία , στην κινδυνολογία, υποανάπτυκτη ικανότητα της οργάνωσης, έλλειψη της συστηματικότητας και της μεθοδικότητας, δυνατή
ροπή στην επιπολαιότητα, αναξιοπιστία, απόρριψη της κριτικής, τελεία έλλειψη της αυτοκριτικής, υποανάπτυκτο αίσθημα
της υπευθυνότητας, υπερευαισθησία, υπεραυτοεκτίμηση, οικογενειοκρατία,
νεποτισμός και δυνατή ροπή στην διαφθορά που σημαίνει , ότι η διαφθορά αποτελεί κανόνα.

Σε γενικές γραμμές είναι ο Νεοέλληνας περισσότερο Ανατολίτης , λιγότερο Ευρωπαίος, αλλά και εδώ παίζουν χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης βαλκανικής νοοτροπίας αρνητικό ρόλο.

Η καθοριστική πολιτισμική βάση (Εικόνα του Ανθρώπου, Κοσμοαντίληψη) της ιδιαίτερης νεοελληνικής νοοτροπίας είναι ο βαθειά ανατολίτικος χαρακτήρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Καθημερινή (23.10.16)

-Ελληνας-Ευρωπαίος-Υπερηφάνεια

1.Πρόκειται για ένα πολιτισμικό ζήτημα.
2. Είναι αυτονόητο να νιώθει κανείς πρώτα σαν Ελληνας και κατόπιν σαν Πανευρωπαίος.
3. Η υπερηφάνεια υλοποιείται μέσω πράξεων και επιτεύξεων σε διεθνή κλίμακα και όχι μέσω ανέξοδων υπερπατριωτικών κορώνων.

4. Σύμφωνα με διεθνή κριτήρια μπορεί κανείς να είναι υπερήφανος μόνον για τις δικές του πράξεις και όχι για κάτι το τυχαίο, π.χ. να έχει μία συγκεκριμένη εθνικότητα. Εδώ ταιριάζει μία άλλη λεξη : ευτυχία (π.χ. Θαλής ο Μιλήσιος : Είμαι ευτυχής που είμαι…. Ελλην και όχι βάρβαρος ). Εχω κάνει ήδη άπό τα 40χρονα την πολύτιμη εμπειρία, ότι από τον κύκλο των βερμπαλιστών πατριωτών έχουν προέλθει τα μεγαλύτερα καθάρματα και οι πιό διεφθαρμένοι, γιατί κατόρθωσαν να κάνουν τον λεκτικό πατριωτισμό εργαλείο προς απόκτησιν πλούτου. Αυτο ισχύει και για τους υπερπατριωτες άλλων εθνών.Είχα να κάνω σαν πανεπιστημιακός με σπουδαστές από 70 χώρες του κόσμου και ξέρω, τί λεγω.
5. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου έσωσε την Ελλάδα. Ποιές χώρες έπαιξαν τον πρυτανεύοντα ρόλο ;

6. Η Πατρίδα μας έχει προσπαθήσει να βρει δανεικά στην ελεύθερη αγορά ματαίως. Η Ευρώπη διέθεσε τα απαιτούμενα δανεικά σε πολύ χαμηλούς τόκους. Αυτά τα ξένα χρήματα είναι η βάση των “εσόδων” μας. Διατί προς Θεού τα λησμονούμε αυτά ; Διατί δεν λαμβάνουμε υπ όψη, ότι η Ρωσία ήταν διατεθημένη να δανείσει στην Κύπρο μόνο 2,5 δις, ενώ αυτή χρειαζόταν 25 δις , που κατόπιν έχει παραλάβει από την Ευρώπη κλπ., κλπ. ;

7. Στα πλαίσια των εθνολογικών μελετών της νεοελληνικής νοοτροπίας έχω με μεγίστη λύπη διαπιστώσει, ότι στην εποχή της Μεταπολίτευσης έχει διαδραματισθεί μία πολυεπίπεδη διαδικασία του παραμερισμού των περισσότερων παραδοσιακών αξιών καθώς και μία καθοριστική αλητοποίηση της ελληνικής γλώσσας.
Αυτό σημειώνεται καθημερινά στις ηλεκτρονικές εφημερίδες πρωτίστως εκ μέρους των ανωνύμων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται λόγω μίας αφάνταστης λεκτικής ασυδοσίας ή πιό σωστά μίας αλήτικης γλώσσας. Τα Νέα (11.2.15)

– ——————————————————————–

Κατά πόσον  οι Νεοέλληνες είναι Ανατολίτες ;

Παρακάτω πρόκειται για ένα τμήμα (μόνο συμπεράσματα) μιας εκτενούς μελέτης γύρω επό τη νεοελληνική νοοτροπία :

Τάση στην απειθαρχία, στον χαοτισμό και στην φυγοπονία ( αρχή της ήσσονος προσπάθειας , δηλαδή φυγοπονία, “ανατολίτικο ραχάτι”) , έλλειψη της δυναμικότητας , της αντοχής και της αίσθησης του συμφέροντος του συνόλου, ατομικισμός και εγωϊσμός, έλλειψη της κοινωνικής, της κρατικής, της νομικής ,  της φορολογικής και της περιβαλλοντικής συνείδησης, προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι της
λογικής, σύγχιση των φαντασιώσεων με την πραγματικότητα, εθισμός στις
σπέκουλες, στις υπόνειες, στην συνωμοσιολογία , στην κινδυνολογία, υποανάπτυκτη ικανότητα της οργάνωσης, έλλειψη της συστηματικότητας και της μεθοδικότητας, δυνατή
ροπή στην επιπολαιότητα, αναξιοπιστία, απόρριψη της κριτικής, τελεία έλλειψη της αυτοκριτικής, υποανάπτυκτο αίσθημα της υπευθυνότητας, υπερευαισθησία, υπεραυτοεκτίμηση, οικογενειοκρατία,νεποτισμός και δυνατή ροπή στην διαφθορά που σημαίνει , ότι η διαφθορά αποτελεί κανόνα.

Σε γενικές γραμμέςο Νεοέλληνας είναι περισσότερο Ανατολίτης , λιγότερο Ευρωπαίος, αλλά και εδώ παίζουν χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης βαλκανικής νοοτροπίας αρνητικό ρόλο.

Η καθοριστική πολιτισμική βάση (Εικόνα του Ανθρώπου, Κοσμοαντίληψη) της ιδιαίτερης νεοελληνικής νοοτροπίας είναι ο βαθειά ανατολίτικος χαρακτήρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Καθημερινή (23.10.16)

————————————–

Ο μύθος περί του”αδούλωτου ελληνικού
λαού” ή “Ο τράχηλος του Ελληνα ζυγό δεν υποφέρει”,

δυστυχώς θρύλος και παραμύθια, αλλά όχι η ιστορική αλήθεια

1. Οι Αρχαίοι Ελληνες έχουν κατανικηθεί
και εκδουλωθεί ύστερα απο τη μάχη της
Πύδνας (160 π.Χ.) από τους Ρωμαίους.
Η κατάκτηση κράτησε τουλάχιστον έως τον
6.-7οαι., όταν η ελληνική γλώσσα έχει
αντικαταστήσει τη λατινική γλώσσα ως
επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας (Imperium Romanum Orientalis).

Εδώ πρόκειται για περίπου 800 έτη κατάκτησης.

2. Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τον
12ο αι. και στην ουσία διέλυσαν την
Βυζαντινή Αυτοκρατορία ( όρος της
ευρωπαϊκής ιστορικής επιστήμης,
εμπεδωθείς το 19ο αι.).

3. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι κατέκτησαν
ήδη τον 11ο αι.το μεγαλύτερο μέρος
της ΜικράςΑσίας.
Το 1453 έχουν οι οθωμανοί
Τούρκοι κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη
και τα φραγκοκρατούμενα εδάφη της πρώην
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η κατάκτηση
έχει περατωθεί το 19ο αι.,δηλαδή η οθωμανική δουλεία κράτησε 450 έτη.

4. Δηλαδή από τον 11ο αι. έως τον 19ο αι. σημειώνονται η φραγκοκρατία, η σελτζουκοκρατία και η οθωμανοκρατία. Εδώ έχουμε 800 έτη.

5. Ας υπενθυμίσουμε, ότι η Ελλάδα έχει κατά
την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου
κατακτηθεί επί τέσσερα έτη από τη Γερμανία.

6. Εάν προσθέσουμε και τα
800 έτη της ρωμαιοκρατίας έχουμε 1604
έτη σκλαβιάς εν μέρει η καθολικής.

Συμπέρασμα
Αλλο η ιστορική αλήθεια και τελείως
άλλο οι θρύλοι και τα εθνικά παραμύθια.

7. Στις πανεπιστημιακές διαλέξεις μου ανέφερα
τρεις λαούς που δεν έχουν ποτέ υποδουλωθεί
και δη τους Βιετναμέζους, τους Αιθίοπες
και τους Αφγανούς (μόνον μία φορά έχουν
κατακτηθεί από τους Μογγόλους).

Καθημερινή (4.12.15)

ΣΥΡΙΖΑ, Συνωμοσιολογία,Κινδυνολογία, Γνωρίσματα, Βολονταρισμός, Λάθη, Οικονομία, “Ηθικό Πλεονέκτημα”, “Αριστερά Ιντελλιγκέντσια”, Πολυλογία, Φαντασιώσεις, Βαλκανικό Επίπεδο, Τριτοκοσμικοί, Υπερεξυπνακισμός, Ανορθολογισμός, Συγκρουσιασμός, Διχασμός, Οικονομικός Ετατισμός, “Διανοούμενοι”

ΣΥΡΙΖΑ, Συνωμοσιολογία,Κινδυνολογία, Γνωρίσματα, Βολονταρισμός, Λάθη, Οικονομία, “Ηθικό Πλεονέκτημα”, “Αριστερά Ιντελλιγκέντσια”, Πολυλογία, Φαντασιώσεις, Βαλκανικό Επίπεδο, Τριτοκοσμικοί, Υπερεξυπνακισμός, Ανορθολογισμός, Συγκρουσιασμός, Διχασμός, Οικονομικός Ετατισμός, “Διανοούμενοι”

Ριζοσπαστική Αριστερά, Γνωρίσματα :

Τα καθοριστικά γνωρίσματα της ελληνικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι τα εξής :
α) Απόρριψη της (αστικής) Δημοκρατίας.
β) Απόρριψη του (αστικού) κράτους.
γ) Αμφιλεγόμενη τοποθέτηση στους (αστικούς) νόμους.
δ) Απόρριψη του ατόμου και του citoyen (πολίτου) ο οποίος αναγνωρίζει την διαλεκτική αλληλοεξάρτηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
ε) Υπερεκτίμηση του βολονταρισμού (βουλησιαρχία) : η θέληση δημιουργεί δική της πραγματικότητα, οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.
ζ) Στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις υποτίμηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και υπερεκτίμηση του πολιτικού παράγοντος ( ισχύς, γενικές διαβουλεύσεις όπως αυτές με τους εταίρους).
η) Τελεία έλλειψη της νομικής συνείδησης. Αντ αυτού υπερεκτίμηση του «αισθήματος του δικαίου), το οποίο μπορεί ο καθείς να ερμηνεύει κατά το δοκούν .
θ)Υπερεξελιγμένος εξυπνακισμός λόγω γνώσεων περί Μαρξ.
ι) Ροπή σε θυματολογία) Ισχυρή ροπή σε συνωμοσιολογία και κινδυνολογία.
κτλ.
κ) Αφάνταστη υποκρισία.
λ) Ανικανότητα στο πεδίο της διακυβέρνησης.
μ) Εμπέδωση ενός τεμπελοκρατικού και ψευδοκρατικού συστήματος.

Καθημερινή (9.3.15 12.5.17),

—————————————————

Λάθη του ΣΥΡΙΖΑ

1. Εν μία νυκτί έχει μετατραπεί το πολιτικό κίνημα με πάνω από 20 συνιστώσες σε δήθεν κανονικό κόμμα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουν ακόμη σφυριλατηθεί και επεξεργασθεί μία ενιαία ιδεολογικοπολιτική βάση και ένα σωστό πρόγραμμα σύμφωνα με ευρωπαϊκά κριτήρια.

2. Οι ιθύνοντες πολιτικοί του κινήματος ήξεραν, ότι η Ελλάδα είναι καταχρεωμένη και κανονικά θα έπρεπε να έχουν αντιληφθεί, ότι μέσω αριστεροστρεφούς ρητορείας , βερμπαλισμού και βολονταρισμού δεν επιλύνονται δύσκολα οικονομικά προβλήματα. Εάν δεν το ήξεραν αυτό, ήταν αφελέστατοι και ανίκανοι, εάν όμως αυτό τους ήταν γνωστό, κατόρθωσαν μέσω κίβδηλων υποσχέσεων , δηλαδή μέσω πολιτικής ΑΠΑΤΗΣ να κερδίσουν τις εκλογές. Αυτή η Υβρις έχει λοιπόν θα έχει σε λίγο ως λογική συνέπεια την Νέμεσιν.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν προετοιμασμένος να αναλάβει με επιτυχία την διακυβέρνηση ενός κράτους. Εχασε και τ αυγά και τα καλάθια. Λείπει μεταξύ άλλων ο συντονισμός των πολιτικών ενεργειών των υπουργείων. Γι αυτό επικρατεί ένα πρωτοφανές χάος.

4. Στις σχέσεις με τους εταίρους έχει διαλέξει επί μήνες τον δρόμο της ολέθριας σύγκρουσης. Ηδη προ των εκλογών έχει ο κ. Τσίπρας κηρύξει τον λεκτικό πόλεμο του Νότου εναντίον της Γερμανίας και προσωπικά εναντίον της κ. Μέρκελ.

Ο κατά τα άλλα γνωστός νεοελληνικός συγκρουσιασμός έχει άριστεροστρεφώς ενδυναμωθεί και επεκταθεί και στις διευρωπαϊκές σχέσεις.

5. Οι διεθνώς γνωστές τελείως αποτυχημένες, πεπαλαιωμένες και παρωχημένες μαρξιστικές και λενινιστικές θεωρίες περί του οικονομικού κρατισμού και της γραφειοκρατίας είναι η κυρία βάση της εσωτερικής πολιτικής. Μέσω τέτοιων ιδεοληπτικών αγκυλώσεων υφίσταται όντως ο μεγάλος κίνδυνος να καταστραφεί η Ελλάδα.

6. Λείπουν η αυτοκριτική και η αυτογνωσία και ταυτόχρονα φουντώνουν η γελοία συνωμοσιολογία και κινδυνολογία. Εν ολίγοις, για όλα τα προβλήματα είναι οι «άλλοι» υπαίτιοι. Εδώ πρόκειται ούτως ή άλλως για μία νεοελληνική παθογένεια, αλλά και αυτή αριστεροστρεφώς ενδυναμωμένη. Το Βήμα (18.3.15).

————————————————-

ΣΥΡΙΖΑ, ακαταλληλότητα για οικονομία

Το κόμμα των μαρξιστικών-λενινιστικών αγκυλώσεων δεν είναι σε θέση ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον να ανασυγκροτήσει μίαν επιτυχή οικονομία.
Ενα οικονομικό μέλλον προϋποθέτει την ταχεία απομάκρυνση των ανίκανων και φαφλατάδων από την διακυβέρνηση της χώρας. Είναι φαεινότερον του ηλίου, ότι η επιχειρηματικότητα , ο ιδιωτικός τομέας και γενικά η ελεύθερη οικονομία είναι για τον ΣΥΡΙΖΑ εχθρικά φαινόμενα !

Αλλά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον μπορεί η Ελλάδα να προοδεύσει μόνον ως ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ χώρα. Ολα τα άλλα είναι παραμύθια της Χαλιμάς ή και επιζήμιες φαντασιώσεις ονειροπόλων ή και ηλιθίων. Παρεμπιπτόντως ας επισημάνουμε, ότι υπάρχει και το ΑΣΤΙΚΟ κράτος με τις ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ και τα ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ! Καθημερινή (23.6.15).

—————————————————

Αριστεροστρεφής Συνωμοσιολογία και Κινδυνολογία

Στο πεδίο αυτό κατέχουν οι μουσουλμανικοί λαοί σε διεθνές επίπεδο τα πρωτεία. Πίσω από την ισλαμική συνωμοσιολογία εστιάζοντα μερικά ιστορικά γεγονότα, όπως οι σταυροφορίες, η αποικιοκρατία και η ενίσχυση του Ισραήλ εκ μέρους των ΗΠΑ. Ειδικά για τους Παλαιστινίους οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι υπύθυνοι για ό,τι αρνητικό γίνεται στην χώρα τους.

Κατόπιν ακολουθούν οι αφρικανικοί λαοί. Σε ό,τι αφορά την συνωμοσιολογία των πρέπει να επισημάνουμε εντονότερα την αποικιοκρατία (παλαιά και νέα).

οι Λατινοαμερικανοί (οι ΗΠΑ φταίνε για όλα τα κακά και τα προβλήματα) και οι Βαλκάνιοι, μεταξύ των οποίων οι Νεοέλληνες είναι οι πρωτεύοντες. Για τους Νεοέλληνες έφταιγε από την αρχή του κράτους έως τον 2ο Παγκόσιο Πόλεμο για όλα τα προβλήματα η Αγγλία, κατόπιν οι ΗΠΑ και ύστερα από την εμφάνιση της κρίσης είναι υπεύθυνη η Γερμανία. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ακολουθεί η Ρωσία του Πούτιν, αλλά στην περίπτωση αυτή υπάρχει μία άκρως αρνητική παράδοση από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης και ιδιαιτέρως του Στάλιν.

Η συνωμοσιολογία και η κινδυνολογία είναι χαρακτηριστικό ενδεικτικό για την έλλειψη της αυτοπεποίθησης, της αυτογνωσίας, του αυτοσεβασμού, του ορθολογισμού και της ιδίας υπευθυνότητας.

Είναι πέραν τούτου ενδεικτικό ενός ανέξοδου λεκτικού υπερπατριωτισμού, οπωσδήποτε της γνωστής πατριδοκαπηλείας ( ΑΝΕΛ) καθώς και μίας υπερτροφικής υποκρισίας. Ο μεγαλύτερος συνωμοσιολόγος της Ελλάδας είναι ο κατά τα άλλα αγαπητός μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Υπάρχει λόγος να διατυπώσουμε την πρόγνωση, ότι τα αυξανόμενα πολυεπίπεδα προβλήματα στην διακυβέρνηση της χώρας θα έχουν ως συνέπεια μίαν εκτεταμένη συνωμοσιολογία εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ. Ηδη άρχισε το θέατρο του παραλόγου υπό την μορφή μίας πρωτόγονης συνωμοσιολογίας και κινδυνολογίας.

Ξαφνικά θεωρείται ακόμη και ο Ντράγκι κάποιος που επιδιώκει την καταστροφή της Ελλάδας, ενώ οι κομμουνιστοστρεφείς πολιτικοί του ΣΥΡΙΖΑ κάνουν λόγο για «ταξικό αγώνα» των συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης κατά της Ελλάδας. Παράλληλα ενδυναμώνεται και η γνωστή και άκρως ενοχλητική θυματολογία της Ακρας Αριστεράς.

Στην προηγμένη Ευρώπη είναι το φαινόμενο της συνωμοσιολογίας τελείως άγνωστο. Αυτό εκφράζει την αφάνταστη πολιτιστική καθυστέρηση της Ελλάδας, η οποία μπορεί σε γενικές γραμμές να αξιολογηθεί ως βαλκανοανατολίτικη χώρα. Ο έξοχος Στέλιος Ράμφος έχει δίκιο: Ο Ελληνας βρίσκεται ακόμη καθ οδόν για την Ευρώπη. Το Βήμα (3.3.15), Καθημερινή (9.3.15)

——————————————————

Αριστερός και Μαρξισμός

Ενας Αριστερός είναι ειδικός του Μαρξισμού. Δύο αριστεροί συζητούν περί του Μαρξισμού. Τρεις Αριστεροί αποτελούν ένα κόμμα. Υστερα από ένα χρόνο: Ενας αριστερός είναι ειδικος του Μαρξισμού, δύο αριστεροί συζητούν περί του Μαρξισμού, τρεις Αριστεροί αποτελούν τρία κόμματα. Τα Νέα (2.9.15).

—————————————————

“Μύθος της αμόλυντης αριστεροφροσύνης” ή το “ηθικό πλεονέκτημα” της Αριστεράς

Οι Νεοέλληνες είναι όπως και οι άλλοι Βαλκανοανατολίτες μυθοεθιζόμενοι,αλλά ο ιδεολογικός μυθοεθισμός της ελληνικής Αριστεράς είναι εντονότερος και πιό παράλογος, γιατί δεν λαμβάνει υπ όψη, ότι στις πρώην “σοσιαλιστικές” χώρες ο “μύθος της αμόλυντης αριστεροφροσύνης” πήγε κατά διαόλου λόγω της επικρατούσας κρατικής υποκρισίας και μέσω της ανηθικότητας των κομματικών στελεχών. Υπήρχαν καθάρματα, και επικρατούσαν απανθρωπιά, βρωμιά,και κρατική ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ σε απίστευτο βαθμό. Οι αυτοκληθέντες ριζοσπάστες αριστεροί είναι  στην ουσία μικροαστοί με ψευτοεπαναστατικό περιτύλιγμα που  επί τέλους έχουν για λίγον καιρό την ευκαιρία να ασχοληθούν με την δική τους Μεγάλη Μάσα (γερμανιστί : Großes Fressen ). Καθημερινή (14.8.15).

—————————————————-

“Αριστερά Ιντελλιγκέντσια”

Μια και για καλά : Υστερα από την ειρηνική κατάρρευση του “Παγκόσμιου
Σοσιαλιστικού Συστήματος”, γνωστού και ως “Υπαρκτός Σοσιαλισμός” έχουν
περατωθεί οι αριστερόστρεφες ουτοπίες. Ανεξάρτητα , εάν μας αρέσει ή όχι, το καπιταλιστικό σύστημα και το αστικό κράτος έχουν συντρίψει τον “σοσιαλισμό”. Υφίσταται σήμερα ένα καλύτερο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα , αν και δεν αξιολογείται το σημερινό ως παράδεισος ; Παράδεισοι σημειώνονται αποκλειστικά στις ωραίες ουτοπίες ή σε καθυστερημένα μυαλά.

Ταυτόχρονα έχουν οι αριστερογενείς έννοιες απωλέσει εσαεί την ακτινοβολία τους. Αυτές αποτελούν σήμερα μόνον τελείως παρωχημένα απολιθώματα. Αλλά στην Ελλάδα είναι ακόμη σε χρήση. Παράξενο φαινόμενο. Ταυτόχρονα έχει χάσει η “Αριστερά Ιντελλιγκέντσια” ανά τον κόσμο δια παντός την αίγλη της ! Καθημερινή (7.8.15)

———————————————————

ΣΥΡΙΖΑ, Λανθασμένη Πολιτική

Η τελείως λανθασμένη οπτική του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται εν μέρει

α) σε διαχρονικές εγγενείς εθνικές παθογένειες (Απόλαυση της ζωής, τάση στην απειθαρχία, στον χαοτισμό και στην φυγοπονία ( αρχή της ήσσονος προσπάθειας ) , έλλειψη της δυναμικότητας , της αντοχής και της αίσθησης του συμφέροντος του συνόλου, ατομικισμός και εγωϊσμός, έλλειψη της κοινωνικής, της κρατικής, της νομικής και της φορολογικής συνείδησης, προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι της λογικής, σύγχιση των φαντασιώσεων με την πραγματικότητα (υπερσουρεαλισμός), εθισμός στις σπέκουλες, στις υπόνειες, στην συνωμοσιολογία (οι ξένοι φταίνε για όλα !), στην κινδυνολογία, στον ενοχλητικό υπερεξυπνακισμό, υποανάπτυκτη οργανωτική ικανότητα, δυνατή ροπή στην δημαγωγία, στον λαϊκισμό και στην επιπολαιότητα)

και β) στον βολονταρισμό (βουλησιαρχία), στην δήθεν νοητική ικανότητα λόγω γνώσεων αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, υποτιθέμενη ηθική ανωτερότητα (στην πραγματικότητα ένας μύθος) και πρωτίστως σε τελείως παρωχημένες ιδεοληπτικές αγκυλώσεις που έχουν μειώσει τη λογική σκέψη και τον κοινό νού. Το Βήμα (6.8.15)

———————————————————-

Ακρα Αριστερά , ουδέν μέλλον

(Επί του άρθρου του κ. Σταύρου Ψυχάρη “Η μοίρα της Αριστεράς)

Εάν εννοείτε την Ριζοσπαστική  Αριστερά, θα ήταν σωστότερο να το γράψετε, γιατί σύμφωνα με τις πολιτικές επιστήμες στην Ευρώπη επεκτείνετε ο όρος Αριστερά και σε άλλα αριστερά μορφώμαστα (π.χ. κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα).

Κομματικά μορφώματα της Ακρας Αριστεράς δεν έχουν ύστερα από την κατάρρευση του “Παγκόσμιου Σοσιαλιστικού Συστήματος” ( “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”) ουδέν μέλλον.

Το Βήμα (2.8.15)

———————————————————

Αριστεροστρεφής Πολυλογία, Βολονταρισμός (Βουλησιαρχία)

Το αριστεροστροφές ανούσιο, επιπόλαιο, εξυπνακίστικο και πολλάκις διεθνώς λίαν προκλητικό parlare μερικών πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ είναι μία ιδιαίτερη έκφανση των αέναων ιδεοληπτικών ομιλιών των πολιτικών αυτού του κινήματος γενικά και ιδιαιτέρως στην προεκλογική εποχή .

Πέραν τούτου σημειώνεται μία τεράστια διαφορά μεταξύ των εύκολων και ανέξοδων ουτοπιών από το ένα μέρος και των έργων από το άλλο μέρος. Στηριζόμενοι στον λεκτικό βολονταρισμό, επιλύνουν μόνον κατά φαντασίαν τα υπάρχοντα οικονομικά προβλήματα, γιατί τους λείπει η απαραίτητη ικανότητα.

Εν κατακλείδι : Η έκρηξη της εύκολης πολυλογίας αποτελεί ψυχολογικά ένα ισοφάρισμα στην ανυπαρξία έργων και πρόκειται για αυτοσκοπό, αυτοβαυκαλισμό και αυτοϊκανοποίηση. Καθημερινή ( 1. 4.15 ).

- ————————————————-

Η Δεξιά και η Αριστερά στην Ελλάδα χωρίς ευρωπαϊκό επίπεδο

Ακριβώς, η βαλκανοανατολίτικη ελληνική δεξιά δεν έχει ουδεμία σχέση με την Δεξιά των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών.
Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική Αριστερά σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή.
Πέραν τούτου, δεν είναι οπαδός της χαοτικής και νεποτιστικής ΝΔ ή του άκρως διεφθαρμένου ΠΑΣΟΚ, όποιος κάνει κριτική στον τελείως ανίκανο και ακατάλληλο για την εξουσία ΣΥΡΙΖΑ.

Στην χώρα , όπου ζω, ψηφίζω το κόμμα που έχει hic et nunc (εδώ και τώρα) την σωστή πολιτική, αλλά ταυτόχρονα αποκλείω τα ακραία κόμματα που σημαίνει την Ακρα Αριστερά και την Ακρα Δεξιά.
Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι ποδοσφαιρικές ομάδες. Καθημερινή (10.5.15)

———————————————————–

Αριστερά, Τριτοκοσμικός Παραλογισμός

Σχήμα και περιεχόμενο των πολλαπλών δηλώσεων κ.Τσίπρα θυμίζουν τριτοκοσμικούς πολιτικούς , ίσως και επίδοξους δικτατορίσκους. Από την γενική συμπεριφορά του απορρέει το συμπέρασμα, ότι κ.Τσίπρας  διακατέχεται από πρωτοφανή νομομηδενισμό και παραλλήλως και από αναρχισμό. Εκτός τούτου έχει ένα πολύ περιορισμένο μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο .

Ο αντικειμενικός παρατηρητής έχει την εντύπωση, ότι ο Τσίπρας  προσπαθεί ασυστόλως και λαϊκιστικότατα να εφαρμόσει αναρχικές και νομοκλαστικές σκέψεις και συνήθειες στην ΕΕ. Σε τριτοκοσμικές χώρες θα τον αποθέωναν, όπως έχει συμβεί με παρόμοιους “λαϊκούς ήρωες“ στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή και ιδιαιτέρως στη Λατινική Αμερική. Ευκαιρίας δοθείσης θα του υπενθυμίσουμε , ότι ο ιδεολογικός και πολιτικός του μικροκόσμος δεν ανταποκρίνεται ουδόλως στους ισχύοντες κανόνες διεθνώς καθώς και στα πλαίσια της ΕΕ.

1. Εδώ και πέντε  χιλιάδες έτη υφίστανται κράτη , τα οποία στηρίζονται σε νόμους (ήδη προ 4250ετών στη Σουμερία) και τάξη. Η αναρχία και η ασυδοσία αντιτίθενται στους νόμους και στην απαραίτητη λειτουργία του κράτους, γι αυτό πρέπει οι υπεύθυνοι να τιμωρούνται. Το ίδιο ισχύει και στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις.

2. Δεν υπάρχουν απόλυτη αλήθεια, απόλυτη ελευθερία και απόλυτη κοινωνική δικαιοσύνη. Όλα είναι σχετικά Το απόλυτο οδηγεί συνήθως σε τυραννία.

3. Σε περίπτωση που η πλειοψηφία του λαού δεν είναι σύμφωνη με το πολιτικοκοινωνικό σύστημα εξεγείρεται και συνήθως ακολουθεί ο εμφύλιος σπαραγμός.

4. Οι πολυάριθμες , σχεδόν χειμαρρώδεις καταγγελίες στη Βουλή ίσως να εντυπωσιάζουν τον „λαουτσίκο“, δεν λύνουν όμως κανένα πρόβλημα. Συμφώνως με τους κανόνες της λογικής και της διαλεκτικής αποτελούν διαπίστωση και επίλυση ενός προβλήματος μίαν οντότητα. Και τα δύο προϋποθέτουν συστηματική έρευνα του προβλήματος, κάτι που γίνεται με νηφαλιώτητα και όχι μα ανέξοδους συναισθηματισμούς και με γελοίους λαϊκισμούς.

Η διαπίστωση και η επίλυση του προβλήματος συντελούνται όχι βολονταριστικά , γιατί στηρίζονται σε ειδικές μεθόδους. Στο στάδιο της επίλυσης πρέπει να εξευρεθεί η κατάλληλη μέθοδος.

5. Στις διεθνείς σχέσεις και ειδικά στις διακρατικές σχέσεις ισχύουν αρχές αναγνωρισμένες από όλα τα κράτη. Μία από αυτές είναι η αρχή pacta sunt servanda (συμφωνίες πρέπει να τηρούνται) , η οποία ανήκει στου επτά πυλώνες του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου και είναι βάση του Διεθνούς Συμβατικού Δικαίου ( Σύμβαση περί του Δικαίου των Συμφωνιών από το 1969 ).
Στο ντοκουμέντο αυτό αναφέρονται οι λόγοι για μία πιθανή απελευθέρωση από τις υποχρεώσεις. Αλλά δεν αφορούν τους κανόνες των συμφωνίων της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ.

6. Οι συμφωνίες έχουν υπογραφεί από την ελληνική κυβέρνηση στο όνομα του ελληνικού κράτους ως υποκείμενου του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου. Οι απόψεις κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν επιτρέπεται να τορπιλίσουν την υλοποίηση των συμφωνηθέντων υποχρεώσεων.
Οι συμφωνίες ισχύουν αυτονοήτως για κάθε ελληνική κυβέρνηση. Τριτοκοσμικές χώρες , οι οποίες προσπάθησαν με το κόλπο της εξέγερσης ( ονομαζόταν συνήθως „κοινωνική επανάσταση“ να απαλλαγούν απο τις υποχρεώσες τους , εχουν όμως κάνει δυσμενέστατες εμπειρίες και έγιναν κατόπιν πολύ προσεκτικές.

7. Η μονομερής απαίτηση για επαναδιαπραγμάτευση συμφωνιών ύστερα από εκλογές είναι κάτι το παράλογο και επικίνδυνο. Απαραίτητη προϋπόθεση για νέες διαπραγματεύσεις είναι η αμοιβαιότητα.

Δημοσιευθέν από το 2012 συχνά στον ηλεκτρονικό τύπο (Καθημερινή, Το Βήμα, Τα Νέα)

——————————————————-

Ανορθολογισμός και Υπερεξυπνακισμός της Αριστεράς

Εννοιολογικός ανορθολογισμός, αριστερός εξυπνακισμός, αθυροστομία, λεκτική τρομοκρατία.
Με το ενοχλητικό φαινόμενο „της επαναστατικής βεβαιότητας που τους πάντες τυφλώνει και τα πάντα περιορίζει“ ( Τάκης Θεοδωρόπουλος ) έχω να κάνω όταν έρχομαι στην γενέτειρά μου κάθε καλοκαίρι .

Κατ αρχάς ήμουν διατεθειμένος να συζητήσω και για πολιτικά θέματα, αλλά κατόπιν το μετάνοιωσα πικρά γιατί πάρα λίγο να πάθω εγκεφαλικό.
Γι αυτό αποφεύγω εδώ και τρία χρόνια συστηματικά πολιτικές συζητήσεις με πρώην συμμαθητές και φίλους που ανήκουν στην Αριστερά και επομένως όλοι τα ξερουν όλα, βάζουν στη θέση τους και καθηγητές πανεπιστημίου ακόμη και στους επιστημονικούς τους κλάδους .

Για να εννοήσω τί άραγε συμβαίνει, ασχολήθηκα κάπως εντατικά με αυτό το φαινόμενο. Ιδού μερικά αποτελέσματα της ενασχόλησης.

1. Υπάρχει μόνον αριστερός εννοιολογικός ανορθολογισμός και εξυπνακισμός . Είναι πλατειά διαδεδομένος μεταξύ των οπαδών ιδιαιτέρως του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ,  εν μέρει και του αποθνήσκοντος ΠΑΣΟΚ.

2. Η πιό αποκρουστική έκμφανση αυτού του φαινομένου είναι η πεποίθηση , ότι οι αριστεροί έχουν το μονοπώλιο της απόλυτης αλήθειας, γιατί έχουν δήθεν αποκτήσει μερικές γνώσεις του Μαρξισμού και του Λενινισμού ( ΚΚΕ ). Εν γνώσει του αντικειμένου έχω λόγο να αμφιβάλλω, αν έχουν πράγματι καταλάβει τον Κάρολο Μαρξ ( ιδιαίτερα τον Διαλεχτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ).
3. Οι περισσοτεροι αριστεροί ζουν στον αστερισμό των σχεδόν θρησκευτικών φαντασιώσεων, δηλαδή είναι εξωπραγματικοί.
4. Το βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συμπεριφοράς τους είναι η αδιαλλαξία και η τελεία έλλειψη της λογικής και της ανεκτικότητας.
5. Έχουν συστηματικά διαστρεβλώσει βασικές πολιτικές ένννοιες και τους διακρίνει μία μάλλον τριτοκοσμικη αθυροστομία.
6. Διακατέχονται πέραν τούτου από επικίνδυνα , καταστροφικά και αρρωστημενα συναισθήματα κοινωνικού και ταξικού φθόνου και μίσους ( Ιδέ εδώ στο  Μπλογγ μου πολλά παρόμοια άρθρα και μελέτες ).

Δημοσιευθέν από το 2012 συχνά (Καθημερινή, Το Βήμα, Τα Νέα, iefimerida )

———————————————————

Συγκρουσιασμός και διχασμός με ιδεολογικές ρίζες

Ούτως ή άλλως ο μέσος Ελληνας έχει μία σχετικά ισχυρή ροπή στον συγκρουσιασμό, που είναι το πρόθυρο του διχασμού, αλλά προστίθενται και οι ιδεοληψίες του μαρξισμού –λενινισμού, από τον οποίο διακατέχεται η πλειονότητα των πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ, και ο οποίος εμπεριέχει νομοτελειακά τον αρρωστημένο συγκρουσιασμό και τον διχασμό ως μίαν ιδιαίτερη έκφανση της αναχρονιστικής θεωρίας περί του ταξικού αγώνα, αν και κανένας πολιτικός του κινήματος δεν ανήκει στην εργατική τάξη . Προστίθεται πέραν τούτου και η ιδιαίτερη μορφή της υπερεξυπνάδας στηριζόμενη σε μία δήθεν ανωτερότητα της σκέψης  επί τη βάσει της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, πρωτίστως του Διαλεκτικού και του Ιστορικού Υλισμού. Στην πραγματικότητα πρόκειται στην πλειονότητα για μικροαστούς, για τους οποίους η κοσμοθεωρία αποτελεί μόνον ένα εργαλείο για να υλοποιήσουν επί τέλους και αυτοί την μεγάλη μάσα.

Ο Τσίπρας κατόρθωσε μέσω της αέναης και ανέξοδης ατάκας επί τη βάσει ψευτοεπαναστατικής ρητορείας και των κίβδηλων υποσχέσεων να γίνει πρωθυπουργός και νομίζει ότι πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τον συγκρουσιακό και διχαστικό λόγο.
Είμαι πεπεισμένος, ότι μέσω της επιρροής των Ευρωπαίων πολιτικών θα εξελιχθεί βαθμιαία και αυτός σε Ευρωπαίο. Εν μέρει ήδη έχει ξεκινήσει η διαδικασία του εξευρωπαϊσμού του συνδυασμένη με οβιδιακές μεταμορφώσεις. Καθημερινή (12.2.15)

Ο διχασμός αποτελεί εγγενή διαχρονική εθνική ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ. Ο διχασμός σημειώνεται ήδη στην πρώτη στροφή της Ιλιάδος (Αγαμέμνων-Αχιλλεύς) .

Ας υπενθυμίσουμε , ότι οι ρήσεις bellum omnium contra omnes (πόλεμος όλων κατά όλων) και homo homini lupus est (ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος) έχουν διατυπωθεί πρώτα στην αρχαία Ελλάδα. Οι Ρωμαίοι τις έχουν απλώς μεταφράσει στα Λατινικά.(Καθημερινή (25.3.18)

Ηράκλειτος :”Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους”

———————————————————————————————————————————————-

Φταίει η δημαγωγία; «Πάντοτε. Να τα πούμε απλά: όταν λέμε “αρχαίος ελληνικός πολιτισμός”, κυρίως είναι ο αθηναϊκός, που κράτησε το πολύ έναν αιώνα, και η πόλη είχε γύρω στους 40.000 ανθρώπους. Από εκεί και πέρα αρχίζει η δημαγωγία και έχουμε την εικόνα του διχαστικού γένους. Αν σταμάτησε κάπου, ήταν όταν δεν υπήρχε δημοκρατία. Και στο Βυζάντιο, όπου η αυτοκρατορία κάλυπτε τα πάντα και ο χριστιανισμός σού έδινε τον ουρανό, και υπάκουες στον νόμο και έδινες φόρους, ήσουν δηλαδή συντελεστής, έχουμε ένα είδος ειρήνης. Το μη διχαστικόν, λοιπόν, υπό την κυριαρχία ολοκληρωτικών καθεστώτων, δεν είναι πράγμα το οποίο πρέπει να συμβουλεύσουμε».Γλυκατζη-Αρβελερ, Το Βήμα (9.1.17)

—————————————————————————————————————————————————-

Ανορθολογικός Κρατισμός της Αριστεράς

Αντικειμενικότητα, Συγκριτικότητα, Ιστορικότητα,Συγκεκριμενικότητα ( όχι ιδεοληψίες, ψευδαισθήσεις, τριτοκοσμικός λαϊκισμός, ρηχότητα και επιπολαιότητα ).

1.Ειδικοί ιστορικοί έχουν αποδείξει, ότι ένας από τους λόγους για την ταχεία και ευρεία άνοδο της αρχαίας Ελλάδας ήταν η Ατομική Πρωτοβουλία σε σύνδεση με το ΑΤΟΜΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ( Επίκουρος ) και στην ανταγωνιστικότητα.. Αυτά τα έχει υπογραμμίσει ακόμη και ο Karl Marx.

2. Ανεξάρτητα , από το αν μας αρέσει, το οικονομικοκοινωνικό μοντέλο του καπιταλισμού και το πολιτικό μοντέλο του αστικού κράτους είναι σε σύγκριση με το δουλοκτητικό, με το φεουδαλικό σύστημα καθώς και με τα ολοκληρωτικά συστήματα („Υπαρκτός Σοσιαλισμός“, ιταλικός Φασισμός και γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός) το ισχυρότερο, ανώτερο και καλύτερο για όλον τον  λαό. Φυσικά δεν είναι παραδεισιακό όπως στις κοινωνικοπολιτικές ουτοπίες.

Στον  “Υπαρκτό  Σοσιαλισμό”  ο  οποίος στηριζόταν στον οικονομικό κρατισμό ( χαμηλή παραγωγικότητα και ποιότητα , πολύ χαμηλή δημιουργικότητα, έλλειψη του ιδιωτικού ενδιαφέροντος και συμφέροντος, ανορθολογική γραφειοκρατία, έλλειψη δημοκρατίας και ελευθερίας  κοκ.) κατέρρευσαν οι οικονομικοκοινωνικές ουτοπίες  εσαεί και υποβιβάσθηκε ο οικονομικός κρατισμός ως κάτι το τελείως αντιπαραγωγικό και άχρηστο δια παντός.

4. Οι ευρείες αποκρατικοποιήσεις στην Μεγάλη Βρεταννία υπό την Thatcher ήταν οι απαραίτητες προüποθέσεις για την ραγδαία οικονομική άνοδο. Αλλά το πιό σημαντικό παράδειγμα είναι η Κίνα. Αμέσως ύστερα από καθοριστικές αποκρατικοποιήσεις έχει εκτιναχθεί η πάλαι ποτέ καθυστερημένη Κίνα σε συντομότατο χρονικό διάστημα στα ύψη και σχεδόν σε δεύτερη υπερδύναμη.

Διατί προς Δία είναι η ελληνική Αριστερά τόσο ανεγκέφαλη , καθυστερημένη  και υπερσυντηρητική ; ( Ιδέ εδώ στο Μπλογγ μου πολλά άρθρα και μελέτες περί της Αριστεράς ).

Δημοσιευθέν από το 2013 συχνά  στον ηλεκτρονικό τύπο (Καθημερινή, Το Βήμα, Τα Νέα, Πρώτο Θέμα, Το Εθνος, iefimerida )

——————————————————–

“Αριστεροί” πολιτικοί και οι γυναίκες τους

Γενικά σημειώνεται μία σχεδόν νομοτελειακή επιθυμία που επηρεάζει και τελικά μεταβάλλει
την πολιτική τοποθέτηση των μικροαστών πολιτικών , αφού αυτοί αναλάβουν την εξουσία και βασικά αποφασίζουν για την διαχείριση του εθνικού
εισοδήματος.
Με αυτόν τον τρόπο αποκτούν μέσα σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα πλούτο και αρχίζουν όχι μόνον να μιμούνται, αλλά και να ανταγωνίζονται την εύπορη αστική τάξη.

Αυτό το φαινόμενο είναι πασίγνωστο όχι μόνον σε τριτοκοσμικές χώρες, αλλά και στην Νότια Ευρώπη.

Η επίτευξη ενός ανώτερου βιοτικού επιπέδου επί τη βάσει δημοσίων οικονομικών μέσων συνεπιφέρει μίαν ριζική μεταλλαγή του βασικού κώδικα
συμπεριφοράς καθώς και των κοινωνικών, ηθικών και αισθητικών αξιών.

Οι μικροαστοί πολιτικοί με αξιώματα παίρνουν π.χ. διαζύγιο με την σύζυγό τους , με την οποία έχουν δημιουργήσει οικογένεια και συνήθως παντρεύονται μίαν πολύ νεώτερη και ωραία γυναίκα.

Στην Ελλάδα σημειώνονται οι γνωστές περιπτώσεις του Α.Παπανδρέου, του διαβόητουΤσοχατζόπουλου κ.α. Πολύ διαδεδομένα είναι τέτοια φαινόμενα στην Γαλλία , εν μέρει και στην Γερμανία ( W. Brandt, G, Schröder, Ο. Lafontaine ),ενώ στην Βόρεια Ευρώπη είναι αυτά άγνωστα.

Αλλά στην Νότια Ευρώπη και ιδιαιτέρως στην Ελλάδα είναι αυτή η ριζική μετάλλαξη των πολιτικών στενά συνυφασμένη με μία πολιτική διαφθορά.
Ο ΓΑΠ όμως αναδεικνύει δύο ιδιαιτερότητες :
α) δεν παντρεύτηκε μία πολύ νεότερη γυναίκα και β) δεν ήταν διεφθαρμένος.

Αλλά γενικά θεωρείται ως νοητικά υστερημένος και όμως έγινε πολιτικός σε εξέχουσα θέση λόγω αίματος (ΝΕΠΟΤΙΣΜΟΣ). iefimerida (21.1.16)

——————————————————————————–

Πολιτική και Οικονομία, Σχέση (Αντιπαράθεση με τον κ. Ψυχάρη,Το Βήμα  : Προτεραιότητα της Πολιτικής έναντι της Οικονομίας)

Η άποψή σας είναι απόλυτη, λείπει η διαφοροποίηση και η συγκεκριμενοποίηση.Πότε, κάτω από ποιές συνθήκες και με ποιά επιδίωξη μπορεί να προέχει η πολιτική ;

Πέραν τούτου η πολιτική είναι συχνότατα στενά συνδεδεμένη με τον βολονταρισμό (βουλησιαρχία) όπως π.χ. όλη η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η οικονομία βασίζεται πρωτίστως στον ιδιωτικό επιχειρηματία (ατομική πρωτοβουλία) και εκτός τούτου η παραγωγικότητα παίζει σε μίαν κοινωνία καθοριστικό ρόλο.

Ας υπενθυμίσουμε, ότι η υψηλή παραγωγικότητα καθώς και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν οι προϋποθέσεις για την ιστορική συντριβή του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού” εκ μέρους του Καπιταλισμού και του αστικού κράτους.   Το Βήμα 15.11.17

 

Εικόνα του Ανθρώπου-Κοσμοαντίληψη (Δύση , Ισλάμ, Κονφουκιανισμός, Ολοκληρωτισμός, Ορθοδοξία

Εικόνα του Ανθρώπου-Κοσμοαντίληψη (Δύση , Ισλάμ, Κονφουκιανισμός, Ολοκληρωτισμός, Ορθοδοξία

Κοσμοαντίληψη και Εικόνα του Ανθρώπου

Θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιούμε τους επιστημονικά καθιερωμένους όρους ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ και ΕΙΚΟΝΑ του ΑΝΘΡΩΠΟΥ με τα συστατικά τους στοιχεία.

Σήμερα έχει σε γενικές γραμμές κάθε κύκλος πολιτισμού ( Ο Δυτικός, Ο Κονφουκιανικός, ο Ισλαμικός και ο Ινδουϊστικός Κύκλος Πολιτισμού) την δική του Κοσμοαντίληψη και την δική του Εικόνα του ανθρώπου.

Οι μεγαλύτερες διαφορές σημειώνονται μεταξύ του ανθρωποκεντρισμού (Δύση) και του θεοκεντρισμού (Ισλάμ) καθώς και μεταξύ της δημοκρατίας και του αυταρχισμού ή και του οκληρωτισμού.

Καθημερινή (15.11.1

—————————- ————————

Δύση (Δυτικός Κύκλος Πολιτισμού) και Ισλάμ (Ισλαμικός Κύκλος
Πολιτισμού), Διαφορά σε Κοσμοαντίληψη και σε Εικόνα του Ανθρώπου
(κάθε φαινόμενο έχει τον πυρήνα του : punctum quaestionis))

α) Κοσμοαντίληψη

Δύση

Δημοκρατία, παρλαμενταρισμός, βασικές ελευθερίες και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος του δικαίου, διάκριση των εξουσιών, προτεραιότητα του λόγου (λογική σκέψη) προ των συναισθημάτων (ratio vs emotio ιδιαιτέρως από την εποχή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού).
Αυτό όμως ισχύει στις χώρες με ορθόδοξη παράδοση μόνον εν μέρει.

Ισλαμικές χώρες

Θεοκεντρισμός, αυταρχικά, δεσποτικά (εδώ και 5 χιλιάδες έτη χωρίς διακοπή) και δικτατορικά συστήματα, εν μέρει ολοκληρωτισμός , ακόμη και κληρικοφασιστικά (Hamad Abdel-Samad, Der islamische Faschismus, Eine Analyse, Droemer Verlag, München, 2014, ISBN 978-3-426-30075-6), προτεραιότητα της φυλής , του γένους , της οικογένειας, προτεραιότητα των συναισθημάτων προ του λόγου (emotio vs ratio ήδη απο τον 11ο αι. Al Ghasali).

β) Εικόνα του Ανθρώπου

Δύση

Ανθρωποκεντρισμός, ατομοκεντρισμός (όχι ατομικιστικά, οι ορθόδοξοι Θεολόγοι μπερδεύουν σκοπίμως διαστρεβλώνοντας τις διαφορετικές έννοιες ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ( γερμ. Individualität) και ατομικισμό ( γερμ. Individualismus), δημιουργικότητα, πολίτης (citoyen), βασικές πολιτικές ελευθερίες, βασικά ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα, δημιουργικότητα, κριτική σκέψη.

Ισλαμικές χώρες

Μάζα, οικογένεια, γένος, τελείως άγνωστα το άτομο και ο πολίτης, ούτε
ελευθερίες, ούτε ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε δημιουργικότητα, ούτε κριτική σκέψη.

Κατά τα άλλα συνιστώ σε αυτούς που ενδιαφέρονται για σοβαρές γνώσεις το εξής καταπληκτικό βιβλίο, στο οποίο θίγονται μερικά από τα παραπάνω θέματα : Ian Buruma, Avishai Margalit, Occidentalism , The West in the Eyes of Its Enemies , Penguin Press, New York , 2004, ISBN 3-446-20614-0 ( Επίσης στα Γερμανικά : Okzidentalismus, Der Westen in den Augen seiner Feinde, Carl Hanser Verlag, München-Zürich, 2005 )

Σε αυτό το σύγγραμμα αναφέρονται οι πιο μεγάλοι εχθροί του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού πρωτοστατούντων των Ρώσων (Εκκλησία και Θεολόγοι) μαζί με τους Ιταλούς Φασίστες, τους Γερμανούς Εθνικοσοσιαλιστές, τους Ιάπωνες ούλτραεθνικιστές και φυσικά τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές και γίνεται επίσης κατανοητό το ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΜΙΣΟΣ της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και των Θεολόγων της κατά της κοσμοαντίληψης και της Εικόνας του Ανθρώπου του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού.

Δημοσιευθέν συχνά στον ελληνικό ηλεκτρονικό τύπο, τελευταία στην Καθημερινή (22.11.15)

—————————————————

Εικόνα το Ανθρώπου, Καπιταλισμός (Ευρωπαϊκός, Κονφουκιανικός), Ευρωπαϊκό Κράτος, Ατομικότητα στον Ευρωπαϊκό Μεσαίωνα

1. Η Εικόνα του Ανθρώπου είναι πρωτίστως ένα ΣΥΝΘΕΤΟ φαινόμενο (κλιματικές συνθήκες δεκάδων χιλιάδων ετών , εθνολογία, παράδοση, θρησκεία, ιστορία, πολιτικό σύστημα ).
Ομως όλα είναι μεταβλητά (προσδίδεται στον Ηράκλειτο : “Τα πάντα ρει”).

2. Ο Καπιταλισμός στην Ευρώπη είναι προϊόν της Βιομηχανικής Επανάστασης (Αγγλία). Υπό τον φακό της Φιλοσοφίας της Οικονομίας αποτελεί ο Καπιταλισμός ένα προϊόν του συνδιασμού των παραγωγικών δυνάμεων με την προτεσταντική ηθική ΑΡΧΗ της ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ και με την καλβινιστική ΑΡΧΗ της ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ.

Ο Καπιταλισμός της Κίνας και άλλων χωρών-μελών του Πολιτιστικού Κύκλου του Κονφουκιανισμού ένα αποτέλεσμα του συνδιασμού του Κονφουκιανισμού ( πρωτίστως ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ) με τις υψηλές τεχνολογίες.

3. Ευρωπαϊκό Κράτος :

α) Στο απώτερο μέλλον θα αντικατασταθούν τα πολλά ευρωπαϊκά κράτη με ένα πανευρωπαϊκό κρατικό μόρφωμα, τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”.
β) Ομως άλλα δυτικά κράτη όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία κλπ. καθώς και η αυταρχική, πολιτιστικά και οικονομικά καθυστερημένη Ρωσία να συνεχίσουν να υφίστανται.

4. Ατομικότητα ως προϋπόθεση του αργότερου ατομοκεντρισμού είναι theoria (Thomas de Aquin) cum praxi ( στις πόλεις ως κέντρα του πολιτισμού, των επιστημών, της οικονομίας, των τεχνών και του εμπορίου) προϊόν του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, ενώ ο citoyen (Πολίτης) έχει εμπεδωθεί μέσω της ΑΣΤΙΚΗΣ Επανάστασης.

Αλλά στο Βυζάντιο δεν έχουν συντελεσθεί παρόμοιες εξελίξεις !

Iefimerida (9.12.15)

—————————————————

Εικόνα του Ανθρώπου  (Διεθνώς)

-Δύση : Ανθρωπος-Ατομο (Ατομικότητα, όχι Ατομικισμός) -Πολίτης.
-Ισλάμ : Αλλάχ-Οικογένεια , Γένος, Φυλή- όχι Ατομο, αλλά ο Ενας ως Υπήκοος. Απόλυτη προτεραιότητα της Οικογένειας, του Γένους και της Φυλής έναντι του Ενός.
-Κονφουκιανισμός : Απόλυτη προτεραιότητα της ολοκληρωτικής Κοινωνίας, ανυπαρξία του Ατόμου, ο Ενας ως υπήκοος.
- Ευρωπαϊκά ολοκληρωτικά συστήματα :

Ιταλικός Φασισμός, Γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός, Σοβιετικός “Σοσιαλισμός” : Ανθρωπος, ανυπαρξία του Ατόμου, απόλυτη προτεραιότητα της Κοινωνίας (στην Γερμανία “Νationalsozialistische Volksgemeinschaft” : ” Εθνικοσοσιαλιστική Κοινωνία του Λαού”, “sozialistische Menschengemeinschft”: “Σοσιαλιστική Κοινωνία των Ανθρώπων” ) έναντι του ενός ως υπήκοου.

Καθημερινή (5.3.17)

——————————————————

Ορθοδοξία, Εικόνα του Ανθρώπου

1. Η Εικόνα του Ανθρώπου της Ορθοδοξίας είναι μεσαιωνική , δεν ανταποκρίνεται στην σύγχρονη εποχή.
2. Η Ορθοδοξία μπερδεύει την ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ με τον ατομικισμό.
3. Η Ορθοδοξία προσδίδει στην πίστη προτεραιότητα έναντι του Λόγου. Το ίδιο κάνει και η ισλαμική θρησκεία ήδη από τον 11. αι. (Al Ghasali, θεολόγος και φιλόσοφος).
4. Στην Ορθοδοξία δεν παίζει η ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ουδένα ρόλο.
5. Υπερεκτίμηση του παρελθόντος και της Δευτέρας Παρουσίας και υποτίμηση του παρόντος.

Καθημερινή (8.1.16)

Ανθρωπος-Διαστάσεις, Ανθρωπος-Ατομον-Πολίτης, Ανθρωποκεντρισμός, Ατομοκεντρισμός, Ατομο-Κοινωνία, Πολίτης-Κράτος (Βορράς-Νότος Ευρώπης)

Ανθρωπος-Διαστάσεις, Ανθρωπος-Ατομον-Πολίτης, Ανθρωποκεντρισμός, Ατομοκεντρισμός, Ατομο-Κοινωνία, Πολίτης-Κράτος (Βορράς-Νότος Ευρώπης)

Αξιολόγηση και διατύπωση ιδίας γνώμης

Αφετηρία και βάση της διατύπωσης μίας ιδίας άποψης είναι η θεώρηση του ανθρώπου ως genus humanum ( ανθρώπινο είδος ) με τα συστατικά του στοιχεία, τα οποία λογω χώρου αναφέρονται χωρίς παραπομπές στις πηγές, αλλά οι επιστημονικά καταρτισμένοι τις γνωρίζουν καλά. Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα αναδεικνύει ο άνθρωπος τις εξής βασικές εκφάνσεις :

α) Ο άνθρωπος είναι πρωτίστως ένα ΒΙΟΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ όν. Αν και αυτό είναι αυτονόητο, έχει ο μαρξισμός στιςπρώην «σοσιαλιστικές» χώρες έως τα τέλη της δεκαετίας του 70 απορρίψει αυτήν την ανθρώπινη ιδιότητα με τα ακόλουθα επιχειρήματα :
(1) Η εγκληματικότητα των ανθρώπων στον καπιταλισμό έχει αποκλειστικά κοινωνικές ρίζες. Επειδή όμως και στον »σοσιαλισμό» έχει διαπιστωθεί εγκληματικότητα και όχι λίγη, αναγκάσθηκε το κράτος να ανακηρύξει όλα τα στοιχεία περί της εγκληματικότητας σε κρατικά μυστικά !

(2) Οι πόλεμοι έχουν ως κύρια αιτία επίσης αποκλειστικά τον καπιταλισμό, αλλά στην πραγματικότητα έχουν γίνει πόλεμοι και μεταξύ σοσιαλιστικών χωρών ( π.χ. μεταξύ Κίνας και Βιετνάμ και σφοδρές μάχες στα σύνορα μεταξύ της τότε Σοβιετικής Ενωσης και Κίνας κοντα στον ποταμό Αμούρ). Αφάνταστη υποκρισία σε ανώτατο κρατικό επίπεδο, αν και δήθεν είχαν το απόλυτο μονοπώλιο για την απόλυτη αλήθεια και την ηθική.

Οι νευρώνες ανήκουν μέσω του εγκεφάλου σε αυτήν την έκφανση και αποτελούν στο σύνολό τους ένα οντολογικό σύστημα μέσω των τρισεκατομμυρίων συνάψεων μεγίστης κινητικότητας . Ο εγκέφαλος στο σύνολό του είναι αυτονοήτως το πιό σύνθετο, πολύπλοκο και τέλειο δημιούργημα της αώνιας ενέργειας ή δύναμης, στην οποία στηρίζονται το σύμπαν καθώς και ο άνθρωπος.
Στον εγκέφαλο του άνθρώπου και όχι σε άλλο όργανο του  ανθρωπίνου σώματος γεννιούνται τόσο η λογική σκέψη , όσο και τα αισθήματα μεταξύ αυτών και η πίστη. Αλλά η πίστη ως προϊόν του ανθρώπινου εγκεφάλου υπόκειται επιρροών κοινωνικού, πολιτικού, και πολιτισμικού χαρακτήρα.

β ) Ο άνθρωπος είναι ένα ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ  ον, μεταξύ του οποίου και της κοινωνίας υφίσταται μία διαλεκτική αλληλοεπίδραση. Ο μαρξισμός αναγνωρίζει αυτήν την έκφανση ως την
πρυτανεύουσα και υπογραμμίζει εντόνως και μονόπλευρα την οικονομική διάσταση.

γ ) Ο άνθρωπος είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ όν  (Αριστοτέλης  : “ζώον πολιτικόν”), μεταξύ του οποίου υπό την ιδιότητα του ατόμου και του πολίτου από το ένα μέρος και του κράτους από το άλλο μέρος σημειώνεται τουλάχιστον θεωρητικά επίσης μία διαλεκτική αλληλουχία. Ο Νεοέλληνας είναι ένα θεωρητικά όν υπερπολιτικόν.

δ ) Ο άνθρωπος είναι ένα ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΝ  ον που σημαίνει ότι στην ζωή του ανήκει ως κάτι το τελείως απαραίτητο και η κουλτούρα.

Οι προαναφερθείσες εκφάνσεις του ανθρώπου αποτελούν υπό τον φακό της συστημικής θεωρίας ένα γνωσιολογικό σύστημα, του οποίου τα στοιχεία είναι μεταξύ τους στενότατα συνδεδεμένα ( το καθένα με όλα τα άλλα ).
Τοιουτοτρόπως δημιουργείται μία ποιοτικά ανώτερη οντότητα και αναπτύσει μία μεγάλη δυναμικότητα που σημαίνει ότι σταδιακά στο χρόνο διαδραματίζονται μεταλλάξεις, οι οποίες ανταποκρίνονται σε μίαν ιδιαίτερη μορφή του εξελικτικού νόμου. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα, ότι ο εγκέφαλος του ανθρώπου με τους 100 δισεκατομμύρια Νευρώνες και τα δύο
τρισεκατομμύρια συνάψεις στο σύνολο του ως κεντρικό όργανο του ανθρώπου υπό την ιδιότητα του βιοψυχολογικού οντος
διατηρεί αενάως δυναμικές αλληλοσχέσεις με τις άλλες εκφάνσεις του ανθρώπου.

Aλλες εκφράσεις όπως HOMO OECONOMICUS( (οικονομικός άνθρωπος : ο άνθρωπος που σκέπτεται πρωτίστως την οικονομία), HOMO CONSUMENS ( ο άνθρωπος που σκέπτεται ιδιαιτέρως την κατανάλωση όπως π.χ. ο πρωτογονικός καταναλωτισμός ) και HOMO CONSUMENS ( ο βιαιοπραγής άνθρωπος) είναι μάλλον δημοσιογραφικές, το πολύ κοινωνιολογικές, αλλά δεν έχουν ακόμη την ποιότητα επιστημονικών όρων (termini scientifici). Καθημερινή (10.5.17)

————————————————————————

Ανθρωποκεντρισμός, Ατομοκεντρισμός, Ατομικότητα, Ατομικισμός, Συμφεροντολογισμός

Η προσέγγιση είναι φιλοσοφική και στηρίζεται στην Εικόνα του Ανθρώπου του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού που είναι στενά συνυφασμένη με τα ατομικά (υποκειμενικά) δικαιώματα του ανθρώπου. Η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι θεολογική, αν και γνωστή, γιατί υπάρχουν πολλές θρησκείες με την εκάστοτοτε θεολογία και την εκάστοτε Εικόνα του Ανθρώπου.

Ο ανθρωποκεντρισμός έχει δημιουργηθεί στην αρχαία Ελλάδα. Ο σοφιστής Πρωταγόρας έχει διατυπώσει την ακόλουθη κοσμοϊστορική άποψη : „ Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος “.

Δική μου ερμηνεία ( από σύγγραμμά μου στην Ολλανδία, 1990 ) :

α ) Αντικατάσταση του θεοκεντρικού με ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα.
β ) Ο άνθρωπος είναι ένα ενεργόν ον, το οποίο μεταβάλλει το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον του.
γ ) Μεταξύ του περιβάλλοντος και του ανθρώπου υπάρχει αλληλοεπίδραση.
δ ) Ο άνθρωπος κατακτά το περιβάλλον του και εξελίσσεται σε μέτρον του.
ε ) Ο άνθρωπος είναι το μέτρον , με το οποίο αξιολογούνται η κοινωνία, οι κανόνες, οι νόμοι και οι συνήθειες.
ζ ) Το απόφθεγμα εκφράζει κριτική τοποθέτηση έναντι της θρησκείας.
η ) Διευκρινίζεται, ότι οι νομικοί κανόνες του κράτους και οι ηθικοί κανόνες της κοινωνίας είναι σχετικοί.

Ο Στωϊκός Φιλόσοφος Ποσειδώνιος πήγε πιό πέρα : „Όπως το κορμί μας υψώνεται ευθέως και προς τον ουρανό, έτσι είναι και το πνεύμα μας, το οποίο δύναται να θέαται ό,τι θέλει, η φύση τον έκανε έτσι, ώστε να θέλει το ίδιο όπως οι θεοί, με την προϋπόθεση , ότι χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του… „ ( δική μου μετάφραση από τα αρχαία Ελληνικά ).

Ερμηνεία :

α ) Να μη σέρνεσαι σαν τα ζώα, αλλά να περπατάς με υψωμένο κεφάλι.
β ) Να συμπεριφέρεσαι αξιοπρεπώς και με αυτοπεποίθηση.
γ ) Μην επιτρέπεις σε κανένα να σε προσβάλλει και να σε ταπεινώσει.
δ ) Να μην υποκύπτεις σε ουδεμία πίεση.
ε ) Να απαιτείς και να υπερασπίζεσαι τα δικαίωματά σου.
ζ ) Να έχεις συνείδηση της δικιάς σου δύναμης και των δικών σου δυνατοτήτων προόδου.
η ) Να υπερασπισθείς την αυτεξουσία ( αυτονομία ) σου. Να μην επιτρέψεις ποτέ ετερονομία από άλλους , ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους.

Σπουδαστές μου ( φοιτητές , μεταπτυχιακοί, δοκτορά ) από αραβικές χώρες τρόμαζαν , όταν στα πλαίσια μίας ειδικής πανεπιστημιακής διάλεξης άκουγαν τέτοιες “βλασφημίες “.
Μου γνωστοποίησαν, ότι αν ο Πρωταγόρας και ο Ποσειδώνιος ζούσαν σε μίαν ισλαμική χώρα θα τους αποκεφάλιζαν αμέσως, δηλαδή ανευ δίκης.
Αυτή είναι η τεράστια πολιτισμική διαφορά μεταξύ του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού από την μια μεριά και του Ισλαμικού Κύκλου Πολιτισμού (Θεοκεντρισμός και εν μέρει Θεοκρατία) από την άλλη μεριά.

Ο Ρωμαίος ποιητής Lucretius Carus εξυμνεί στο φιλοσοφικό του ποίημα “De rerum natura”  το ερευνητικό πνεύμα του Ανθρώπου :

…“Χάμω σερνόταν, μπρος στα μάτια όλων ατιμασμένη η ανθρώπινη ζωή, πλακωμένη από το βάρος της θρησκείας, που απ’ τα ουράνια πρόβαλε την τρομερή της όψη και απειλούσε τους θνητούς. Τότε, πρώτος ένας Έλληνας, τόλμησε να υψώσει το βλέμμα του καταπάνω της, και να της αντισταθεί. Αυτόν δεν τον σταμάτησαν μήτε οι μύθοι για τους θεούς, μήτε οι κεραυνοί, μήτε το απειλητικό μουρμουρητό τ’ ουρανού. Ίσα ίσα που δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του και περπάτησε το απέραντο Σύμπαν με λογι- σμό και πνεύμα. Και μάς ξανάρθε νικητής για να μας πει τι είναι δυνατόν να γίνει και τι όχι. Και ακόμη πως τα σκοτάδια τα πνευματικά δεν τα σκορπίζουν οι ακτίδες του ήλιου, μήτε τα φωτεινά βέλη της μέρας, μα η ενατένιση της φύσης και ο ορθός λογισμός”.

Ο Ανθρωποκεντρισμός έχει δημιουργήσει στην εξελιγμένη Ευρώπη το Άτομο και τον Πολίτη (citoyen), τα ανθρώπινα Δικαιώματα και το κράτος Δικαίου. Αλλά γενικά ο άνθρωπος δεν είναι μόνον homo homini lupus (Ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος, Δημόφιλος, Plautus) ) ούτε μόνον homo res sacra homini (Ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο κάτι το άγιο,  Seneca ).

Το Ατομο έχει μεταξύ άλλων κοινωνική συνείδηση (commune bonum : συμφέρον του συνόλου ), ενώ ο πολίτης διαθέτει και νομική συνείδηση : πρωτίστως αναγνώριση της διαλεκτικής αλληλουχίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (στην Ελλάδα τελείως άγνωστο).

Η Ατομικότητά του εκφράζεται στην προσωπικότητα και στην ιδιαιτερότητά του.
Ο Ατομικισμός αποδέχεται την προτεραιότητα του ατόμου έναντι της κοινωνίας. Και όμως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία γίνεται σκοπίμως μία ανεπίτρεπτη σύγχιση των εννοιών Ατομικότητα και Ατομικισμός.
Ο Ατομικισμός εστιάζει το συμφέρον του ατόμου στο επίκεντρο της κοινωνίας. Αυτό αναφέρεται ήδη στην κωμωδία του Ρωμαίου Terentius „Andria“: „Proximus sum egomet mihi“ („Ο καθένας σκέπτεται ( μόνον ) τον εαυτό του“).
Το ίδιο έχει αναφερθεί ήδη προ αυτού στον „Αίαντα“ του Σοφοκλή και στην „Μήδεια“ του Ευριπίδη .

Μία παραλλαγή του εγωϊσμού είναι ο Ναρκισσισμός.
Ο Φιλοτομαρισμός είναι το ύστατο στάδιο του Εγωϊσμού. Σημαίνει πρωτίστως την πραγματοποίηση των ιδίων συμφερόντων με θεμιτά η και με αθέμιτα μέσα ακόμη και κατά των συνανθρώπων.

Δημοσιευθέν στην ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής σαν σχόλιο κάτω από το άρθρο ου Χ. Γιανναρά ( 9.3.14 ).

——————————————————-

Ατομο και κοινωνία, Πολίτης και κράτος, Βορράς και Νότος της Ευρώπης ή η απωλεσθείσα αρχαία ελληνική επιστημονική κληρονομιά στην Ελλάδα και η αξιοποίησή της στην Ευρώπη βορείως των Αλπεων.

Μία συστηματική, νηφάλια, εμπεριστατωμένη και εκλαϊκευμένη επιστημονική θεώρηση

Το θέμα είναι σύνθετο και δύσκολο . Γι αυτό θα τοποθετηθώ επί τη βάσει μίας μικρής περίληψης ενός μεγάλου συγγράμματός μου στο Μπλογκ ( „Menschen-und Gesellschaftsbilder sowie Rechts-und Gerechtigkeitsvorstellungen in den Schriftdokumenten der alten Hochkulturen, Eine komparative philosophiehistorische Untersuchung“) και προετοιμάζεται (μετάφραση) για έκδοση από ένα ειδικό πανεπιστήμιο του Βατικανού με δικά του έξοδα . Παρατήρηση : Δεν είμαι ούτε προτεστάντης, ούτε καθολικός !

Αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι

Υστερα από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη ( τέλος του 6ου αι. ) και την δημοκρατικοποίηση του πολιτικού βίου στην Αθήνα έχει εξελιχθεί η Πόλις σε κέντρο των απόψεων περί των κοινωνικών και ηθικών αξιών. Η δημοκρατική κοινότητα προσπαθούσε να εμπεδώσει μίαν συνείδηση περί του συνόλου και γι αυτόν τον σκοπό απαιτούσε από κάθε πολίτη ως αρετή το ΟΦΕΛΟΣ για την κοινότητα. Αυτή η κοινωνική Αρχή της ΩΦΕΛΗΜΟΤΗΤΑΣ είναι το καθοριστικό κριτήριο για την αξιολόγηση κάθε πολίτου και όχι πλέον η καταγωγή του ( χαιρετίσματα στην νεοελληνική ψωροοικογενειοκρατία ! ).

Ετσι έχει δημιουργηθεί βαθμιαία το πρότυπο του δημοκρατικού πολίτου, ο οποίος κατείχε την συνείδηση της υπευθυνότητας για το κοινωνικό σύνολο. Κάθε πολίτης θεωρούσε τον εαυτό του ως μέρος ενός ενιαίου οργανισμού, της Πόλεως. Σε γενικές γραμμές επικρατούσε μία ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του συνόλου και των οικονομικών συμφερόντων του ατόμου.

Οι Σοφιστές ήταν οι πρώτοι, οι οποίοι θεωρούσαν το συμφέρον του συνόλου ως ιδιαίτερη ηθική αρχή για κάθε πολίτη. Οι Κυνικοί φιλόσοφοι ήταν ως εκπρόσωποι των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων σε θέση να δουν τις υπάρχουσες ταξικές αντιθέσεις και προσπαθούσαν να επιτύχουν μία πραγματική κοινωνική απελευθέρωση των ανθρώπων.

Πρωτίστως ο Επίκουρος και οι Κυνικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν στην εποχή της κρίσης της Πόλεως τον άνθρωπο ως ένα ατομικιστικό όν. Ο Επίκουρος έχει πρεσβεύσει την άποψη, ότι δεν υπάρχει μία κοινωνία, γι αυτό πρέπει ο καθένας να φροντίσει για τον εαυτό του και έχει διατυπώσει το περίφημο „λάθε βιώσας” . Αυτό όμως σήμαινε απόρριψη της συμμετοχής στον κοινωνικό και πολιτικό βίο της Πόλεως και ήταν αντίθετο με το ιδανικό πρότυπο του πολίτου. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν ήταν κατά την γνώμη του ένα „ζώον πολιτικόν” ( Αριστοτέλης ), αλλά ένα ον με εγωϊστικές τάσεις.
Ο Επίκουρος έχει παραλάβει την ατομική διδασκαλία του Δημοκρίτου και την έχει εφαρμόσει επί των κοινωνικών σχέσεων. Θεωρούσε το άτομον του Δημοκρίτου ως μίαν εικόνα του μεμονομένου ατόμου στην κοινωνία με την αυτοπεποίθηση του Ενός.

Ο Ατομικισμός και ο Εγωισμός ήταν για τον Επίκουρο η κυρία κινητήρια δύναμη για τις ενέργειες κάθε ανθρώπου. Ακριβώς 2300 έτη προ του Ελβετού φιλόσοφου J.J.Rousseau („contrat social“ : „Κοινωνικό Συμβόλαιο») έχει ο αιώνιος Επίκουρος εμπεδώσει την θεωρία της «Συνθήκης¨»( Κοινωνικό Συμβόλαιο ) καθώς και την Θεωρία του συμφέροντος : Σύγκλιση των διαφορετικών συμφερόντων των ατόμων προς δημιουργία του κοινωνικού συμβολαίου που σημαίνει συγκεκριμένα του συντάγματος.

Αυτός διαπιστώνοντας τα υπάρχοντα κοινωνικά και ταξικά προβλήματα, έχει τελείως απελπισθεί. Αλλά δεν έφθασε στο σημείο να βγάλει ένα πιό συνεπές συμπέρασμα και δη την αλλαγή του κοινωνικού και πολιτικού status quo μέσω του αγώνα. Προτίμησε την υλοποίηση της „ατομικής ευδαιμονίας“ από κοινού με ομοϊδεάτες . Η θεωρητική προüπόθεση ήταν για τον Επίκουρο η Αυτονομία του ατόμου ως μία κυρία ηθική αρχή.

Ευρωπαίοι φιλόσοφοι

Ακριβώς αυτή η ατομικιστική ηθική του Επικούρου έχει επηρεάσει πάρα πολύ στον 18ο αι. τον αστικό Διαφωτισμό στην Γαλλία και στην Αγγλία ( Rousseau, La Mettrie, Helvetius, Holbach, Hobbes, Hutcheson, Hume ). Τους άρεσε ιδιαιτέρως η άποψη του Επικούρου, ότι ο Εγωϊσμός είναι η πιό ισχυρή κινητήρια δύναμη του ανθρώπου μεν, αλλά προσπαθούσαν να τον κάνουν χρήσιμο και για την κοινωνία.

Και οι δύο πιό σημαντικοί εκπρόσωποι του αγγλικού Ουτιλιταρισμού J.Bentham και J. Mill προσπάθησαν να εμπεδώσουν επί των εγωϊστικών προüποθέσεων του ατομικιστικού ηδονισμού έναν κοινωνικό ευδαιμονισμό ( „την πιό μεγάλη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό“, δηλαδή να είναι μέσω του ατομικιστικού ηδονισμού όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη της κοινωνίας ευτυχείς.

Ο Ατομικισμός των εκπροσώπων του αρχαίου „προλεταριάτου“, των Κυνικών φιλόσοφων ήταν πιό ισχυρός, γιατί είχε βαθειές ρίζες στην κοινωνία. Τον 4ο αι. έχει συντελεσθεί μία μεταλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων μέσω της όξυνσης των διαφορών μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών πολιτών. Αυτή η μεταλλαγή είχε ως συνέπεια νέες φιλοσοφικές τοποθετήσεις, όπως την αντικατάσταση του όρου Πολίτης με τον όρο Ανθρωπος. Οι Κυνικοί φιλόσοφοι προσπαθούσαν να πείσουν τα μέλη του Δήμου να επιτύχουν μέσω της διαπαιδαγώγησης και της αυτοδιαπαιδαγώγησης μίαν ατομικιστική μεταλλαγή της συνείδησης.

Σκοπίμως έχουν δημιουργήσει με τον κυνικό Ατομικισμό ένα αντίβαρο κατά της επικρατούσας αρχής του καλού του συνόλου, η οποία έχασε ήδη για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα την αξία της. Οι Κυνικοί φιλόσοφοι όμως δεν θεωρούσαν την κοινωνία, αλλά το κράτος ως εχθρό ( sic) ,υπερασπιζόνταν τα δικαιώματα και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς τους εναντίον του κράτους ( Πόλις) και απαιτούσαν απελευθέρωση από τους νόμους, τις υποχρεώσεις, τις συνήθειες, την δυσδαιμονία, τις θρησκευτικές λειτουργίες και την παράδοση.

Ετσι έχει διαιρεθεί η κοινωνία της πόλεως στην κανονική „κοινωνία των πολιτών“ και στη κοινότητα των φτωχών ως μία συλλογική κοινωνική δύναμη. Βαθμιαία ωρίμαζε η συνείδηση της αξίας του ατόμου, αλλά δεν υπήρχε μία οργάνωση για να διεκδικήσουν τα φτωχά άτομα τα δίκαιά τους. Τοιουτοτρόπως έχουν εφεύρει ένα ψυχολογικό μέσο και δη τον Ατομικισμό ( Ιδέ εδώ στο Μπλογκ  το άρθρο “Ατομο, Ατομικότητα, Ατομικισμός, Εγωϊσμός, Φιλοτομαρισμός ” και την μελέτη “Συμφέρον, Οφελος, Χρήσιμο, “Χρησιμοθηρία” ).

Από πολιτική άποψη επρόκειτο για ένα κίνημα διαμαρτυρίας, το οποίο είχε τον 18ο αι. μεγάλη επίδραση επί των ευρωπαϊκών αντιλήψεων περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να διαπιστώσει στα σύγχρονα συντάγματα σκέψεις των Κυνικών φιλόσοφων , τους οποίους το κατεστημένο τους συκοφαντούσε, γι αυτό και το προσβλητικό Κυνικοί φιλόσοφοι ( Σκυλοφιλόσοφοι ).

Τίποτα από αυτά τα εκπληκτικά δεν μάθαμε στο Γυμνάσιο. Η Δύση όμως αξιοποίησε ακόμη και αυτούς. Οταν για πρώτη φορά στις αρχές των 60χρονων το έχω διαπιστώσει αυτό, έπαθα σχεδόν κατάθλιψη. Ενώ η Δύση έχει προοδεύσει αξιοποιώντας το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ( όχι μόνον τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη !) έθεσαν οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι του Βυζαντίου στο επίκεντρο της θεώρησής των   τα επουράνια, κάτι που δυστυχώς ακόμη και στο παρόν συνεχίζεται. Μερικοί Νεοέλληνες διανοούμενοι προσπαθούν ματαίως να μιμηθούν τους φιλόσοφους της Δύσης, αντί να αξιοποιήσουν ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ πρωτίστως τις συγκλονιστικές γνώσεις των αρχαίων ημών φυσικά λαμβάνοντας υπ όψη και τις σύγχρονες επιστημονικές επιτεύξεις της Δύσης ( Ιδέ στο Μπλογκ τις μελέτες «Ελλάς, Ανατολή και Δύση», «Δύση, Νόημα», «Δύση, Δυτικός Κύκλος Πολιτισμού»).

Δημοσιευθέν στην ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής (
την τελευταία φορά στην 1.2.2014 ).

—————————————————————————–

Ατομον

Ο όρος του συγχρόνου ΑΤΟΜΟΥ έχει εμπεδωθεί από τον  Ιταλό  Φιλόσοφο και Θεολόγο Thoma Aquin  (Aquinas, 13ος αι.).

Τα χαρακτηριστικά του στοιχεία είναι σήμερα τα εξής : αυτονομία, ιδία βούληση , ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθηση, φιλοπονία (εργατικότητα), φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία, ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της ΕΥΘΥΝΗΣ ( δεν είναι οι άλλοι υπαίτιοι για τις προσωπικές αποτυχίες), ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ  ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ,  διαλεκτική αλληλοεξάρτηση μεταξύ των ΔΙΚΑΙΩΝ και των ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ.

Ακριβώς αυτό το άτομο ήταν και είναι περαιτέρω η προϋπόθεση και βάση για τον σύγχρονο ΠΟΛΙΤΗ  (CITOYEN) , προϊόν του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ και  ιδιαιτέρως της Γαλλικής (Αστικής) Επανάστασης.

Ο Πολίτης με την Κρατική, τη Νομική και την Φορολογική Συνείδηση αποτελεί το φονταμέντο του σύγχρονου κράτους.  Μάλλον δεν ισχύουν αυτά για την Ελλάδα, γι αυτό δεν προοδεύει και κατάντησε εν τω μεταξύ σε ένα failed state.  Voila !

Δημοσιευθέν συχνά στον κεντρικό ηλεκτρονικό τύπο, τελευταία φορά στην Καθημερινή (21.1.17)

————————————————————-

Ατομικότητα, Δημιουργικότητα

Ομόφωνη γνώμη των Ευρωπαίων ειδικών ιστορικών :
Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ήταν ένα από τα “μυστικά” για τις κοσμοϊστορικές πολύπλευρες επιτεύξεις των αρχαίων Ελλήνων.

Είναι και τώρα μία από τις καθοριστικές προϋποθέσεις για την ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ (π.χ. συγκλονιστικές επιτεύξεις των αμερικανών ερευνητών στις υψηλές τεχνολογίες).

Στην Ελλάδα γίνεται σύγχιση μεταξύ της Ατομικότητας και του Ατομικισμού (Εγωϊσμού).

Οι μεγαλύτεροι εχθροί της Ατομικότητας είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Θεολόγοι της καθώς και το ΚΚΕ.
Διεθνώς μισούν την Ατομικότητα ο Καθολικισμός (όχι όμως ο Προτεσταντισμός), Ο Κονφουκιανισμός και ιδιαιτέρως το Ισλάμ. Καθημερινή (4.5.16)

———————————————————-

Ατομο, Πολίτης, Κοινωνία κράτος, Κοινωνική, κρατική, νομική και φορολογική συνείδηση

Σύμφωνα με την δυτική (όχι την Κονφουκιανική, την Ινδουιστική ή την Εβραϊκή) πολιτική και τη νομική επιστήμη αποτελούν η ΚΡΑΤΙΚΗ και η ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ την conditio sine qua non για κάθε κράτος.
Και οι δύο καθιερωμένοι όροι (termini scientifici) δεν σημειώνονται στην ελληνική γλώσσα. Αντ αυτών χρησιμοποιείται η έκφραση “αίσθημα δικαίου “, κάτι που ο καθείς (μη πολίτης) ερμηνεύει κατά το δοκούν, δηλαδή σύμφωνα με το δικο του συμφέρον.
Και οι δύο όροι είναι συστατικά στοιχεία του citoyen (πολίτου), ο οποίος στην Ελλάδα υπάρχει μόνον προ φόρμα. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ στηρίζεται στο ΑΤΟΜΟ.

Σύμφωνα με την πολιτική, τη νομική και την κοινωνιολογική επιστήμη είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία του σύγχρονου ΑΤΟΜΟΥ τα εξής : αυτονομία, ιδία βούληση , ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθηση, φιλοπονία (εργατικότητα), φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία, ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της ΕΥΘΥΝΗΣ ( δεν είναι οι άλλοι υπαίτιοι για τις προσωπικές αποτυχίες), ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, διαλεκτική αλληλοεξάρτηση μεταξύ των ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ και των ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ.

Ακριβώς αυτό το ΑΤΟΜΟ ήταν και είναι περαιτέρω η προϋπόθεση και βάση για τον σύγχρονο ΠΟΛΙΤΗ (CITOYEN) , προϊόν του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ και ιδιαιτέρως της Γαλλικής (Αστικής) Επανάστασης (1789).
Ο συνδετικός κρίκος των ατόμων και της κοινωνίας ειναι η ΣΥΝΘΗΚΗ (Επίκουρος) η σύγχρονα το Contrat social (Jean-Jacques Rousseau).

Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ΠΟΛΙΤΟΥ είναι τα ακόλουθα : ΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ή διαλεκτική αλληλοεξάρτηση δικαίων και ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ( άγνωστο στην Ελλάδα) και
το ΚΟΙΝΟΝ ΚΑΛΟΝ (Αριστοτέλης) ή  το ΣΥΜΦΕΡΟΝ του ΣΥΝΟΛΟΥ (Δημόκριτος).

Φυσικά σημειώνονται και άλλες απόψεις γώρω από το άτομο και την κοινωνία πρωτίστως εκ μέρους ρωμαιοκαθολικών και ορθόδοξων θεολόγων που έχουν μερικά κοινά γνωρίσματα όπως την εξωπραγματικότητα, την ηθικολογία, την αοριστολογία, την αγνοια, την μεσαιωνολατρεία και μία μαζοχιστική θρησκευτική ομφαλοσκόπηση.

Πέραν τούτου δεν παίζουν ύστερα από τη νικητήρια εμφάνιση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και την Αστική Επανάσταση στη Γαλλία (1789) απολύτως ουδένα ρόλο στη Δύση ( ο σύγχρονος ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ όρος είναι Δυτικός Κύκλος Πολιτισμού). Και αυτό είναι στην Ελλάδα σχεδόν άγνωστο. Καθημερινή ( 18.9.16, 16.7.17 )

Πρώτα ο άνθρωπος και ύστερα ο πολιτικός προσδιορισμός

 

Ηδη στην εποχή του Εμφυλίου και μετέπειτα μου έκανε εντύπωση, ότι κάποιος της “Αριστεράς” η της “Δεξιάς¨ έχει θεωρηθεί ως”δικός μας” , “΄καλό παιδί”, “κονωνικός άνθρωπος” ,”καλός πατριώτης” και παράδειγμα για τους άλλους, ας ήταν και τεμπέλαρος , αμόρφωτος , βλάκας και από κάθε άποψη άχρηστος και επικίνδυνος.
Αυτή η ηλίθια θεώρηση συνεχίζεται και σήμερα : Ο “Αριστερός” θεωρείται καλός, ο “Δεξιός” κακός, ο πατριδοκάπηλος μέγας πατριώτης,  ο λογικά σκεπτόμενος πατριώτης εθνομηδενιστής, ο επιχειρηματίας είναι κατάπτυστος εκμεταλλευτής, ενώ ο εργάτης ή πιό εύστοχα το μέλος του ΚΚΕ ή ο συνδικαλιστής  είναι άγγελος και »θυσιάζεται» για το συμφέρον του «λαoυτσίκου» . Αυτό είναι παράνεια  par excellence.
Η λογική λέγει όμως κάτι άλλο : άνθρωπος, άτομο, πολίτης, κατόπιν η ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση. Καθημερινή  (4.7.14)

—————————————————————————————————————–

Νεοελληνική Αυτοπεποίθηση

Ανεξάρτητα από την βασική ιδιότητα (άτομο, έθνος , κράτος)  η αυτοπεποίθηση εξαρτάται από πολυποίκιλες επιτεύξεις στη οικονομία, στην επιστήμη, στην διοίκηση κτλ. και όχι από θρύλους και παραμύθια, φαντασιώσεις, τσαμπουκά, επιπολαιότητα, μεγαλοστομία, υπερεξυπνακισμό και από κατά φαντασίαν ανωτερότητα. Καθημερινή (6.12.14)

————————————————————————————————-

Αρχαία Ρητά περί τον Ανθρωπο

Ζώον δίπουν άπτερον

Πλάτων

 


Πάντων χρημάτων μέτρον έστιν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ εστίν. Πρωταγόρας 
Άνθρωπος : ο αναθρών ά όπωπε.Πλάτωνμτφρ: Άνθρωπος: αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει. 
Τι εστιν ό μίαν έχον φωνήν τετράπουν και δίπουν και τρίπουν γίνεται;Το αίνιγμα της Σφίγγας(το έλυσε ο Οιδίποδας· η απάντηση είναι φυσικά «ο άνθρωπος» σε διάφορες ηλικίες) 
 
Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς.Ανάχαρσις, 6ος π.Χ. αιών, Σκύθης ηγεμόνας & φιλόσοφοςμτφρ: ο εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος εαυτός του 
Άνθρωπον ζητώ.Διογένης
Μέμνησο ότι άνθρωπος εί.Υπενθύμιση προς τον εαυτό του που επέβαλε ο Φίλιππος Β’ 
Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος αν άνθρωπος ή.Μένανδρος 
Σκιάς όναρ άνθρωπος.Πίνδαροςμτφρ: ο άνθρωπος είναι τ’ όνειρο μιας σκιάς. 
Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει.Σοφοκλής Αντιγόνη 
Ουκ ένι ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος.Ιπποκράτηςμτφρ: είναι αδύνατο να ξέρει την ιατρική, αυτός που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος
Άπαξ άνθρωποι γεγόναμεν, δις δε ουκ έστι γενέσθαι.Επίκουροςμτφρ: μια φορά γεννηθήκαμε άνθρωποι, δυο φορές όμως δεν είναι δυνατό να γίνουμε 
Θνητός γεγονώς άνθρωπε, μη φρόνει μέγα.Μένανδροςμτφρ: αφού γεννήθηκες θνητός άνθρωπε, μην έχεις μεγάλες ιδέες 
Πρώτον μεν γαρ τρία ην τα γένη τα των ανθρώπων, ουχ ώσπερ νυν δύο.Σωκράτηςμτφρ: στην αρχή τα γένη των ανθρώπων ήταν τρία, όχι δύο όπως τώρα(από το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα) 
Άνθρωπος τελειωθείς βέλτιστον των ζώων, χωρισθέν δε νόμου και δίκης, χείριστον πάντων.Πλάτων

 

 

 

 

 

 



 


Φύσει γαρ άνθρωπος, ό βούλεται, τούτο και οίεται.Ιούλιος Καίσαρ, 101-14 π.Χ., Ρωμαίος στρατηγός & ύπατοςμτφρ: από τη φύση του ο άνθρωπος, αυτό που θέλει, αυτό νομίζει(υπότιτλος στην «περί του Γαλατικού πολέμου» εξιστόρησή του) R

Φύσει γαρ άνθρωπος, ό βούλεται, τούτο και οίεται.Ιούλιος Καίσαρ, 101-14 π.Χ., Ρωμαίος στρατηγός & ύπατοςμτφρ: από τη φύση του ο άνθρωπος, αυτό που θέλει, αυτό νομίζει(υπότιτλος στην «περί του Γαλατικού πολέμου» εξιστόρησή του) R 

άρεσε σε 156

άρεσε σε 156

Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς.Ανάχαρσις, 6ος π.Χ. αιών, Σκύθης ηγεμόνας & φιλόσοφοςμτφρ: ο εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος εαυτός του R άρεσε σε 282
Άνθρωπον ζητώ.Διογένης, 410-323 π.Χ., Κυνικός φιλόσοφος R άρεσε σε 309
Μέμνησο ότι άνθρωπος εί.Υπενθύμιση προς τον εαυτό του που επέβαλε ο Φίλιππος Β’ R άρεσε σε 83
Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος αν άνθρωπος ή.Μένανδρος, 4ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητής R άρεσε σε 131
Σκιάς όναρ άνθρωπος.Πίνδαρος, 522-438 π.Χ., Αρχαίος λυρικός ποιητήςμτφρ: ο άνθρωπος είναι τ’ όνειρο μιας σκιάς. R άρεσε σε 218
Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει.Σοφοκλής, 496-406 π.Χ., Αρχαίος τραγικός ‐ Αντιγόνη R άρεσε σε 120
Ουκ ένι ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος.Ιπποκράτης, 460-377 π.Χ., Πατέρας της Ιατρικήςμτφρ: είναι αδύνατο να ξέρει την ιατρική, αυτός που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος R άρεσε σε 232
Άπαξ άνθρωποι γεγόναμεν, δις δε ουκ έστι γενέσθαι.Επίκουρος, 341-270 π.Χ., Αρχαίος φιλόσοφοςμτφρ: μια φορά γεννηθήκαμε άνθρωποι, δυο φορές όμως δεν είναι δυνατό να γίνουμε R άρεσε σε 197
Θνητός γεγονώς άνθρωπε, μη φρόνει μέγα.Μένανδρος, 4ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητήςμτφρ: αφού γεννήθηκες θνητός άνθρωπε, μην έχεις μεγάλες ιδέες R άρεσε σε 130
Πρώτον μεν γαρ τρία ην τα γένη τα των ανθρώπων, ουχ ώσπερ νυν δύο.Σωκράτης, 469-399 π.Χ., Φιλόσοφοςμτφρ: στην αρχή τα γένη των ανθρώπων ήταν τρία, όχι δύο όπως τώρα(από το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα) R 

άρεσε σε 97

Άνθρωπος τελειωθείς βέλτιστον των ζώων, χωρισθέν δε νόμου και δίκης, χείριστον πάντων.Πλάτων, 427-347 π.Χ., Φιλόσοφος

 

(Εθνικοκοινωνισμός), Εθνικοκομμουνισμός, Αριστεροεθνικισμός (Εθνικοαριστερισμός), Εννοιες

(Εθνικοκοινωνισμός), Εθνικοκομμουνισμός, Αριστεροεθνικισμός (Εθνικοαριστερισμός),

H έκφραση Εθνικοσοσιαλισμός (Εθνικοκοινωνισμός) είναι στην πραγματικότητα μετάφραση της  γερμανικής  έννοιας  Nationalsozialismus. Ο συνδυασμός του κοινωνικού με τον εθνικό παράγοντα οδηγεί στον Εθνικοκοινωνισμό  ή  τουλάχιστον στον Αριστεροεθνικισμό (Εθνικοαριστερισμό)  ο οποίος έχει εμπεδωθεί στην Λατινική Αμερική ( (Allende, Chaves, Maduro et alt.) Ο πιό νωστός Ελληνας αριστεροεθνικιστής ή εθνικοκομμουνιστής είναι ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Ο Εθνικοκομμουνισμός έχει εμπεδωθεί από τον ψυχοπαθή και ημιπολιτισμένο Στάλιν (Εθνικοσταλινισμός) στην πρώην Σοβιετική Ενωση και ύστερα από τον 2o Παγκόσμιο Πόλεμο από τον Τίτο στην Γιουγκοσλαβία, από τον Χότσα στην Αλβανία, από τον Τσαουσέσκου στην Ρουμανία, από τον  Μαο Τσε Τουνγ στην Κίνα, από τον Κιμ Ιλ Σουνγκ στην Βόρεια Κορέα, από τον Χο τσι Μινχ στο  Βόρειο Βιετναμ και από τον Κάστρο στην Κούβα. (patria o muerte, eviva el kommunismo).

Γενικά πρόκειται για ολοκληρωτικά ή ημιδικτατορικά καθεστώτα.

Καθημερινή (28.4.17)

Αλφάβητο Ελληνικό, Προέλευση, Ποντιακά, Συνωμοσιολογία,Λατινικό,

Αλφάβητο Ελληνικό, Προελευση, Ποντιακά, Συνωμοσιολογία,Λατινικό, Περί του ελληνικού αλφάβητου

Σε ένα ειδικό βιβλίο ( Carl Faulmann, Schriftzeichen und Alphabete aller Zeiten und Völker, Wien 1878) αναφέρονται όλα τα τοπικά αρχαία ελληνικά αλφάβητα που προϋπήρχαν του γνωστού τελικού αλφαβήτου στις εξής πόλεις : Αλικαρνασσός, Μίλητος, Θήρα, Μήλος, Αργος , Κόρινθος, Κέρκυρα, Ανακτόριον, Κρήτη, Αθήνα (αρχαιότερο, νεότερο), Εύβοια, Βοητία, Λοκρίς, Θεσσαλία, Λακωνία, Αρκαδία, Ελις και αχαϊκές αποκίες.
Διεπίστωσα πολλές διαφορές μεταξύ των τοπικών αλφαβήτων. Το Γ γραφόταν π.χ. έτσι στην Αλικαρνασσό, στην Μίλητο,στη Μήλο, Βοητία, ενμέρει στην Εύβοια, Λοκρίδα και Θεσσαλία.
Το Γ γραφόταν σαν C στην Κόρινθο, στο Ανακτόριον, ενμέρει στην Λοκρίδα, και στην Αρκαδία. Στην Αθήνα γαφόταν σαν Λ.
Το Δ γραφόταν σαν D ενμέρει στην Αθήνα, στο Αργος, στην Βοητία, στην Λακωνία, στην Αρκαδία και στις αχαϊκές αποικίες.
Τα Ε, Ρ, Ι, Λ, Σ και Υ γραφόνταν σε πολλές παραλλαγές.
Στην διεθνή γλωσσολογία είναι κοινός τόπος, ότι Ιωνες έμποροι από την Μίλητο έχουν παραλάβει από τους Φοίνικες και ακριβώς από την πόλη Ugarit το αλφάβητο κλπ. (γνωστά ). Αλλά στην Φοινικία διέθετε σχεδόν κάθε σημαντική πόλη το δικό της αλφάβητο !
Είσης είναι αναγνωρισμένη γνώση, ότι οι Φοίνικες έχουν στηριχθεί στα ιερογλυφικά της Αιγύπτου( απαρχή 3 χιλιάδες έτη π.Χ. ) και όχι στην σφηνωειδή γραφή των Βαβυλωνίων.
Καθημερινή (26.11.2014)

—————————————–

Περί του  ελληνικού Αλφαβήτου, Προέλευση, Μία προσθήκη

1.Οταν πρόκειται για επιστημονικά προβλήματα, ισχύει η αρχή  consensus generalis doctorum et professorum ( γενική ομοφωνία δοκτόρων και καθηγητών). Σε περίπτωση που συγγράφονται λεξικά , εγκυκλοπαίδειες και  εγχειρίδια, εφαρμόζεται αυτή  ή μεθοδική αρχή. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι συνήθεια  να διατυπώνει κανείς τη γνώμη του, πράγμα που μπορεί να το κάνει σε μία μελέτη σε ένα επιστημονικό περιοδικό ή σε μία εξειδικευμένη μονογραφία. Οι αναφερθείσες πηγές γνώσεων είναι διεθνώς αναγνωρισμένες.

2. Σε κάθε επιστήμη υπάρχουν επιστήμονες που μερικές φορές ασχολούνται στην έρευνα επί δεκαετίες με ένα αντικείμενο. Δηλαδή είναι υπερεξειδικευμένοι. Αυτονοήτως σέβονται οι άλλοι επιστήμονες την γνώμη τους. Αλλά μη επιστήμονες δεν μπορούν να υποδύονται τον ρόλο των ειδικών. Φυσικά είναι δυνατό να γράφουν και να δημοσιεύουν ό,τι θέλουν.

Σημειώνονται πολλοί ερασιτέχνες ιστορικοί, αρχαιολόγοι, εθνολόγοι λωσσολόγοι κλπ. , αλλά σπάνια διαθέτουν επιστημονική  κατάρτηση, ανάλογες ειδικές γνώσεις στον τομέα  τους και στη μεθοδολογία του.  Εχω διαπιστώσει, ότι ιδιαιτέρως σε χώρες της Νότιας Ευρώπης παίζουν σχετικά πολλοί ερασιτέχνες , αλλά κσαι πολλοί τσαρλαστάνοι τον αρχαιολόγο, τον ιστορικό και τον γλωσσολόγο. Δεν θέλω να αναφέρω ονόματα, αλλά όντως σημειώνονται στηνΕλλάδα πάμπολλοι φαντασιολόγοι.

3. Είναι ζήτημα μεθοδολογικής προσέγγισης να γνωρίζουμε,  ότι οι πρώτοι  πολιτισμού (γεωργία προ 11000, τα κράτη προ  5500, η γραφή προ 5000, οι νόμοι προ 4250 ετών κλπ.) έχουν εμφανισθεί στη Μέση Ανατολή. Περί αυτών των γνώσεων υφίσταται μία γενική ομοφωνία των ειδικών επιστημόνων σε όλον τον κόσμο. Οι πρώτες γραφές και τα πρώτα αλφάβητα έχουν δημιουργηθεί στην Αίγυπτο (ιερογλυφική γραφή ) και στην Σουμερία (σφηνωειδής γραφή).

4.Σε όλους τους φορείς επιστημονικών γνώσεων πρεσβέυεται η άποψη, ότι το ελληνικό αλφάβητο, όπως το γνωρίζουμε εδώ και 2900 έτη, βασίζεται στο φοινικικό αλφάβητο. Αυτό ήταν γνωστότατο σε επιφανείς λόγιους της Αρχαίας Ελλάδας. Είναι γνωστό , ότι προϋπήρχε μία πολύ δύσκολη και μη πρακτική γραφή.

Η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου επιβεβαιώνεται και μέσω της ονομασίας των ψηφίων του  στην φοινική γλώσσα.

Κατά σειρά είναι : Πρωτοσημιτικό,Ουγκαριτικό,Φοινικικό

Alep, alpa, alep : Βούς

Beth, beta, bet : οίκος

Gaml, gamla,gimel :ραβδί εκτόξευσης

Dalet, delta,dalet : Θύρα

Haw, ho,he :Παράθυρο

Waw, wo, waw : αγκίστρι

Zen, zeta,zahin : όπλο

Het, hota, het : σχοινί

Tet, tet,tet :ρόδα

Yad, yod, yod : χέρι

Kap, kap, kap: παλάμη

Lamd, lamda,lamel : ραβδί καλλιέργειας

Mem, mem,mem : ύδωρ

Nahsch, nun,nun : φίδι

Samek,samka,samek : στήριγμα

En, ain,ayin : οφθαλμός

Pu, pu,pe : στόμα

Sad, sade,sade : φυτό

Qup, qopa, poph : σχοινίον

Ras, rascha, resch : κεφαλή

Schin, schin, schin : δόντι

Taw, to, taw : οριοθέτηση

Πηγές (αναφέρω μόνο μερικές)

-Peter T. Daniels, William Bright (eds.), The World’s Writing Systems. (1996) ISBN 0-19-507993.
-David Diringer” History of the Alphabet, (1977) ISBN 0-905418-12-3.
-Stephen R. Fischer: A History of Writing. (2005) Reaktion Books CN 136481
-Joel M. Hoffman: In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. (2004) ISBN 0-8147-3654-8.
-Robert K. Logan: -Joseph Naveh: Early History of the Alphabet: an Introduction to West Semitic Epigraphy and Palaeography. (Magnes Press – Hebrew University, Jerusalem, 1982).

Το Βήμα (11.6.15)

——————————————

Ελληνικό Αλφάβητο, Νεολληνικά, Ποντιακά, Λατινικό Αλφάβητο

Το γνωστό ελληνικό Αλφάβητο εφαρμόζεται από τον 9ο αι. π.χ., δηλαδή έχει συνέχεια 2900 ετών. Τα αρχαιότερα, όπως η Γραμμική Α (ουδεμία σχέση με το ελληνικό αλφάβητο και άλλη γλώσσα) και η Γραμμική Β ( ελληνική γλώσσα της μυκηναϊκής εποχής, ηδη προ του φοινικικού αλφαβήτου μερικά ΕΛΛΗΝΙΚΑ στοιχεία) διαφέρουν από το γνωστό αλφάβητο.

Νομίζω , ότι η Νεοελληνική είναι κόρη της Κοινής και εγγονή της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αλλά στην τελευταία διαπιστώνουμε μεγάλες διαφορές
π.χ. μεταξύ των ομηρικών κειμένων και των κειμένων της κλασικής εποχής, στην οποία έχουν γραφεί τα αθάνατα φιλοσοφικά και θεατρικά έργα.

Τα Ποντιακά που είναι σύμφωνα και με τον Μπαμπινιώτη μία από τις νεοελληνικές διαλέκτους, εμπεριέχουν πάρα πολλές λέξεις και γραμματικά στοιχεία της Ιωνικής διαλέκτου. Περί αυτού υπάρχει ολόκληρη διδακτορική διατριβή, η οποία έχει υπερασπισθεί ήδη στα τέλη του 19ου αι. από έναν λόγιο Τραπεζούντιο στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Οταν την διάβασα, συγκινήθηκα και αισθάνθηκα υπερηφάνεια ως Πόντιος Τραπεζούντιος πολύ. Και αυτό είναι μία γλωσσική συνέχεια αιώνων φυσικά συνδιασμένη με παραλλαγές.

Τα Ιταλικά έχουν απομακρυνθεί πολύ από τα Λατινικά. Ως κόρη των Λατινικών θεωρούνται πρωτίστως τα Πορτογαλλικά ( στην γλωσσολογία τα ονομάζουν “εκβιασμένα Λατινικά”).

Κατά τα άλλα μπορεί ο λατινομαθής να μάθει σχετικά γρήγορα τις νεολατινικές ή ρωμανικές γλώσσες ( πρωτίστως τις προαναφερθείσες καθώς και τα Γαλλικά και τα Ρουμανικά ).
Η γλώσσα είναι συστατικό στοιχείο της εθνικής και πολιτιστικής μας ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ και της ιστορικής συνείδησης.

Καθημερινή ( 17.1.16 )

——————————————————–

Αλφάβητο, Γλωσσολόγοι, Συνωμοσιολογία

1. Το θέμα του Αλφαβήτου και γενικά της γλώσσας είναι αποκλειστικά επιστημονικό και δη γλωσσολογικό.
Πάνω από μισόν αιώνα μελετώ συστηματικά συγγράμματα περί τέτοιων θεμάτων και περί άλλων ινδοευρωπϊκών γλωσσών και σε ξένες γλώσσες.
Ποτέ δεν έχω διαπιστώσει, ότι υπάρχουν πληρωμένοι γλωσσολόγοι.

2.Αμφιβάλλω, ότι υπάρχουν διεθνώς “σκοτεινές δυνάμεις ” που δήθεν επιδιώκουν να καταστρέψουν τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ. Μάλλον πρόκειται για εκφάνσεις της συνωμοσιολογίας και κινδυνολογίας.
Εμείς οι ίδιοι τον καταστρέφουμε !
3..Εκτιμώ πολύ αυτούς που διψούν για μάθηση (“Γηράσκω αεί διδασκόμενος” και ” Υψίστη ευτυχία του ανθρώπου γνώσις εστί”.

Το Βήμα (13.6.15)

Μαρξισμός-Λενινισμός και “Υπαρκτός Σοσιαλισμός” , Μαρξ ως Οικογενειάρχης , Λενιν, Στάλιν

Υπαρκτός Σοσιαλισμός” , Μαρξ ως Οικογενειάρχης , Λενιν, ΣτάλινΥΤοποθετούμαι ως γνώστης του Μαρξισμού-Λενινισμού και του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού” theoria cum praxi

1. Είχα την δυνατότητα να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας μεταξύ άλλων συστηματικά και τον Μαρξισμό-Λενινισμό, την Μαρξιστική-Λενινιστική  Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), την Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού,  την Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , την Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού  Κινήματος, το Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, την Θεωρία της Επανάστασης και  και το Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα. Έχω περατώσει όλες τις εξετάσεις με άριστα.

Το 1981 μου πρότεινε το Πανεπιστήμιο  να με αναγορεύσει σε τακτικό καθηγητή του Μαρξισμού-Λενινισμού με έδρα αν και ήμουν διεθνολόγος , με την προοπτική να αναλάβω το αξίωμα του αντιπρύτανη για όλες τις κοινωνικές επιστήμες. Από πολλούς λόγους απέρριψα την πρόταση. Αυτό είχε για μένα αρνητικές συνέπειες. Πάντως είχα λόγο να είμουν ευτυχής που έχει καταρρεύσει αυτό το άχρηστο, ανελεύθερο, ανίκανο, υποκριτικότατο και απάνθρωπο οικονομικοπολιτικό  ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟ σύστημα.

1.Συγκεκριμένα: Η Μαρξιστική -Λελινιστική Φιλοσοφία έχει παραλάβει την Γνωσιοθεωρία του Δημοκρίτου και την ονόμασε Θεωρία της Αντανάκλασης : Αντικατοπτρισμός της αντικειμενικής πραγματικότητας. Αυτή δεν έχει ποτέ εφαρμοσθεί σωστά.

2. Άλλο η ουτοπία περί της απόλυτης κοινωνικής δικαιοσύνης και άλλο η απογοητευτική  πραγματικότα. Στην ιστορία της ανθρωπότητας ελάμβανε συνήθως χώραν μία ταχεία μεταλλαγή των ουτοποιών σε τυραννία.

Η δήθεν δικτατορία του προλεταριάτου π.χ. έχει μεταβληθεί σε δικτατορία του κομματικού μηχανισμού, κατόπιν σε δικτατορία της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, ύστερα σε δικτατορία του Πολιτικού Γραφείου , αποτελούμενου από συντηρητικότατα άτομα και στο τέλος υπήρχε η δικτατορία του Γενικού Γραμματέα του Κόμματος και δη ανεξάρτητα, εάν αυτός ήταν ικανός η ήδη αποβλακωμένος. Ας υπενθυμίσουμε ότι η κατάπτωση του “Υπαρκτού σοσιαλισμού άρχισε στην Πολωνία, όπου είχε ξεσηκωθεί η εργατική τάξη.

3. Οι κοινωνικοπολιτικές επαναστάσεις είναι απαραίτητες και επιτυχείς, μόνον όταν έχουν ήδη ωριμάσει οι αντικειμενικές συνθήκες, όπως στον 18ο αι. στη Γαλλία, όπου στα πλαίσια της φεουδαλικής απολυταρχίας είχαν βαθμιαία ωριμάσει οι οικονομικές συνθήκες και είχε δημιουργηθεί μία ριζική αντίθεση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων. Η επανάσταση έλυσε ριζικά το πρόβλημα της αντίθεσης. Έτσι έχουν δημιουργηθεί το καπιταλιστικό σύστημα (πρώτα στην Αγγλία), η αστική δημοκρατία, το  κράτος δικαίου και έχουν εμπεδωθεί οι βασικές ατομικές ελευθερίες και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα κτλ.

Ανεξάρτητα , αν μας αρέσει αυτό το σύστημα,  είναι αντικειμενικά το πιό δυναμικό και επιτυχές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έχει συντελεσθεί μία εκρηξη των παραγωγικών δυνάμεων και των επιστημονικών εφευρέσεων επί τη βάσει της ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ πρωτοβουλίας, της δημιουργικότητας του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ πολίτη και της ανταγωνιστικότητας.

4. Έχει ιστορικά περίτρανα αποδειχθεί, ότι οι μεγάλοι θεωρητικοί και πολιτικοί της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Karl Kautsky, Eduard  Bernstein και August Bebel είχαν με την τοποθέτησή τους ( βασικές μεταρρυθμίσεις του καπιταλισμού, όχι βίαια επανάσταση ) δίκιο.

5. Σύμφωνα με την Μαρξιστική-Λενινιστική φιλοσοφία είναι η πράξις κριτήριο για την  αλήθεια,  δηλαδή όχι οι θεωρίες και τα ιδεολογικά δόγματα.

Στον Υπαρκτό σοσιαλισμό”  γινόταν εκ μέρους του εκάστοτε Πολιτικού Γραφείου του κόμματος μία βολονταριστική και τεθλασμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας και πρωτίστως μία αντανάκλαση ιδεολογικών ονειρώσεων  και ψευδαισθήσεων.  Αυτή η εξωπραγματική προσέγγιση ήταν στην ουσία αντιυλιστική και αντιμαρξιστική. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με το συντηρητικότατο, καθυστερημένο και εξωπραγματικό ΚΚΕ καθώς εν μέρει και με τον ΣΥΡΙΖΑ.

6. Ο Karl Marx έχει επανειλλημμένως  επισημάνει, ότι η οικονομία εξαρτάται από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων . Αλλά στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες ήταν οι παραγωγικές δυνάμεις σε απίστευτο βαθμό χαμηλές. Η παραγωγή είναι όμως η προϋπόθεση για μία πλούσια διανομή καταναλωτικών αγαθών. Εν ολίγοις, η οικονομική κατάσταση σε αυτές τις χώρες ήταν στην ουσία της αντιμαρξιστική.

7. Ύστερα από την τελεία κατάρρευση του “σοσιαλιστικού” οικονομικού μοντέλου δεν είναι αυτό πλέον εναλλακτική λύση. Η μόνη δυνατότητα για τους εργαζόμενους είναι να αγωνισθούν μέσω των συνδικάτων για την βελτίωση των βιωτικών συνθηκών στα πλαίσια του παρόντος συστήματος και με πολιτισμένο τρόπο όπως στις χώρες βορείως των Άλπεων.

Δηλαδή ο εν μέρει ελληνικός τραμπουκοσυνδικαλισμός ( κράτος εν κράτει ) συγκεκριμένα ατόμων με συνήθως χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά παχυλότατους μισθούς και αργότερα με μεγάλες συντάξεις δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα και συντελεί στην ολοσχερή καταστροφή της οικονομίας και του κράτους.

8. Στο τέλος ας υπενθυμίσουμε, ότι η Κίνα κατόρθωσε να φτάσει σε επίπεδο διεθνούς οικονομικής υπερδύναμης επί τη βάσει της ιδιωτικοποίησης των πεπαλαιωμένων και μη αποδοτικών κρατικών εργοστασίων.

Κοντολογίς : Χωρίς ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτυχχάνεται  οικονομική ανάπτυξη ως στερεά βάση της πραγματικής, όχι της εικονικής  ευημερίας του λαού με δανεικά χρήματα.

Ακριβώς αυτό δεν έγινε ακόμη αντιληπτό από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θεωρεί άκρως ιδεοληπτικά τους  επιχειρηματίες ως «ταξικούς « εχθρούς και εφαρμόζει έναν τελείως παρωχημένο οικονομικό ετατισμό.

Δημοσιευθέν συχνά στον ηλεκτρονικό τύπο, τελευταία στην Καθημερινη (24.4.17).

———————————————————

Marx, Engels και ο Διαλεκτικός Υλισμός

Ο Marx έχει ασχοληθεί πρωτίστως με την οικονομία, αν και δεν έχει σπουδάσει οικονομία, αλλά νομικά, ενώ ο Engels έκανε την φιλοσοφία αντικείμενο μελετών, αν και δεν την έχει σπουδάσει συστηματικά.

Ο Διαλεκτικός Υλισμός έχει σαν βάση τον Υλισμό του Feuerbach και την Διαλεκτική του Hegel, η οποία θεωρείται ως καρδιά της Φιλοσοφίας.

Η Διαλεκτική άρχισε με τον Ηράκλειτο. Σήμερα είναι η Διαλεκτική του Hegel μία από τις βασεις της Γενικής Μεθοδολογίας των βασικών επιστημονικών ερευνών. Οποιος την κατέχει, είναι ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο επάγγελμά του, επιτυχέστερος από τους συνανθρώπους του. Μπορεί πέραν τούτου να στηριχθεί και στον εμπεδωτή του Υλισμού Δημόκριτο. Καθημερινή (19.4.15)

———————————————————————

Ο Κάρολος Μάρξ,  σποτυχημένος οικογενειάρχης, Καλός Κοινωνιολόγος

Ο Karl Marx ζούσε ως μικροαστός μεν  ,όχι όμως με δικά του έσοδα μέσω της εργασίας του ( δεν εργάσθηκε ποτέ !) αλλά απoκλειστικά με χρήματα του φίλου του μεγαλοεπιχειρηματία Friedrich Engels. Κατά τα άλλα δεν τον πολυενδιέφερε η οικογένεια του. Οι ιστορικοί τον θεωρούν ως αποτυχημένο και άχρηστο οικογενειάρχη.

Στην πραγματικότητα ήταν ένας πολύ καλός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος και ως τέτοιος διδάσκεται ακόμη και σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Η μέθοδός του στην ανάλυση του καπιταλισμού είναι μεν ενδιαφέρουσα, αλλά τα συμπεράσματά του αφορούν τον καπιταλισμό του 19ου αι. Σήμερα θεωρούνται παρωχημένα.

Το τί έχουν κάνει οι “μαρξιστές” με την διδασκαλία του και γενικά με αυτόν, είναι άλλη υπόθεση που έχει αγγίξει ήδη τα όρια της θρησκευτικής λατρείας, ολίγον τι και του μυστικισμού.Καθημερινή (6.9.15)

——————————————————

Ιλιτσ Λένιν

Ισως ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες περί τον Λένιν :
1. Ο παππούς του ήταν ρωσοεβραίος. 2. Σπούδασε νομικά με άριστα. 3. Εχει εμπεδώσει προ του Στάλιν την “επαναστατική τρομοκρατία”. 4. Δεν εκτιμούσε τον ημιπολιτισμένο και μοχθηρό Γεωργιανό Στάλιν, αλλά ήθελε σαν διάδοχο τον ικανότατο και πολύ μορφωμέδνο Ρωσοεβραίο Τρότσκι. 5. Πέθανε λόγω σύφιλης !

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να εφαρμόσει την λενινιστική στρατηγική και τακτική. Οι γνώστες του μαρξισμού-λενινισμού διαπιστώνουν σχετικά εύκολα τις ανάλογες ολέθριες ιδεοληπτικές ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ, οι οποίες εμποδίζουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Καθημερινή ( 9.4.15)

—————————————————-

Στάλιν και σταλινικοί

1.”Σοσιαλισμός” σοβιετικού ( λενινιστικού ) τύπου ήταν αναμφιβόλως ένα ολοκληρωτικό σύστημα, το οποίο δεν αναγνώριζε ούτε το άτομο, ούτε τον πολίτη, ούτε τις βασικές ελευθερίες του πολίτη , ούτε τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

2. Ο σταλινισμός ήταν το ειδεχθές αποκορύφωμα του ολοκληρωτικού συστήματος, γιατί στηριζόταν στον φόβο και στην τρομοκρατία. Δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε εδώ τα γνωστότατα εγκλήματα, τα οποία είχαν ήδη τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας , αργότερα με τον Πολ Ποτ των “Κόκκινων
Κμερ”στην Καμπότσα.

3. Ενώ ο Λένιν κατείχε μόρφωση και πολιτισμό, ήταν ο Στάλιν ένας ημιπολιτισμένος και ανεπαρκώς μορφωμένος άνθρωπος, στην πραγματικότητα ένα αθρωποειδές τέρας. Ο βασικός του κώδικας συμπεριφοράς ήταν ένα μείγμα πολιτισμικά καθυστερημένου καυκάσιου με μία μη χωνευμένη ιδεολογία.

Ο Σ. έμαθε στα κομματικά σχολεία μερικά πράγματα περί του μαρξισμού , χωρίς όμως να διεισδύσει στο punctum quaestionis (πυρήνα) του μαρξισμού, ο οποίος διακατεχόταν από το πνεύμα του ουμανισμού. Και όμως, η αντιμαρξιστική προσωπολατρεία τον αναβίβασε σε “Κλασσικό”του
μαρξισμού-λενινισμού ! Τα “εργα” του έχουν γραφεί από άλλους, ως επί το πλείστον γνώστες του μαρξισμού-Λενινισμού.

4. Ο Σ. ήταν υπαίτιος για τις αρχικές ήττες του “κόκκινου στρατού”, γιατί δεν αντιλήφθηκε τον χιτλερικό κίνδυνο και εκτός τούτου εξολόθρευσε το 1937 το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας του στρατού. Δεν είχε ιδέα από στρατιωτικά ζητήματα. Γι αυτό έχει ανατεθεί η ηγεσία του στρατού στον ικανότατο στρατάρχη Ζούκοφ (“σοβιετικός Ναπολέων”), ο οποίος φυσικά μαζί με τους γενναίους μαχόμενους έσωσε την Σοβιετική Ένωση και όλη την Ευρώπη.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ και όχι οι ανοησίες που λεγόταν και εν μέρει ακόμη λέγονται περί τουΣτάλιν.

5. Αυτοί που τον τιμούν ή γενικά τον θαυμάζουν ακόμη, πάσχουν μάλλον από παράνεια ή τουλάχιστον από ιδεολογική αποβλάκωση και είναι περίπτωση για τον ψυχίατρο. Καθημερινή (10.2.17)

———————————————————————–

Προς ένα αδιόρθωτο εκπρόσωπο της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς :

1. Αλλο ο Σοσιαλισμός και τελείως άλλο Κομμουνισμός.
2. Ο Σοσιαλισμός σοβιετικής κοπής ήταν στενότατα συνδυασμένος με τρομοκρατία και εγκλήματα ήδη από την αρχή υπό Λένιν.
3. Εκανε ο Νικήτα Χρουστσόφ λάθος που το 1956 στο 20ο. Συνέδριο του ΚΚΣΕ έχει αποκαλύψει τα φρικτά εγκλήματα του ημιβάρβαρου “πατερούλη” Στάλιν ;
4. Δεν είναι αληθές, ότι ο Στάλιν, ο Μαο Τσε Τουνγκ και ιδιαιτέρως το τέρας Πολ Ποτ έχουν διαπραξει στο όνομα του “Σοσιαλισμού” αφάνταστα εγκλήματα κατά των λαών τους ;
5. Τί είστε άραγε εσείς οι πολιτικοί του ΣΥΡΙΖΑ ; Κρυπτοκομμουνιστές ή κρυπτοσταλινικοί ; Πάντως σοσιαλιστές ευρωπαϊκής κοπής δεν είστε. Πολιτικοί του είδους σας σημειώνονται στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης μόνον στην Ελλάδα.
6. Δεν ήταν μέγιστο έγκλημα κατά του ελληνικού λαού ο εμφύλιος πόλεμος, για τον οποίο ήταν υπαίτιο το ΚΚΕ ; ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ THEORIA CUM PRAXI. Iefimerida (21.8.17)

——————————————————————————-

Ο Στάλιν το είπε : “χρήσιμοι ηλίθιοι”.

Εννοούσε τους οπαδούς του ειρηνιστικού κινήματος και τους αστούς διανοουμένους στην Δύση (π.χ. τον γερμανό συγγραφέα Thomas Mann κ.α). Πρόκειται για μια επαίσχυντη υπόθεση (Στάλιν) , αλλά και λίαν τραγική για του “ηλίθιους”, τους οποίους στην πραγματικότητα περιφρονούσε. Καθημερινή ( 10.4.15)

————————————————————————-

-Χάβελ “Ο κομμουνισμός είναι ο μακρύτερος δρόμος για να φτάσει κανείς στον καπιταλισμό”.

Ισότητα (Αριστοτέλης, Thomas Aquin, Locke, Γαλλική Επανάσταση, Πολιτικά Συνθήματα, Γνωμικά

Ισότητα

Ο σοφιστής Αντιφών έχει επεξεργασθεί ολόκληρη θεωρία της Ισότητας. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης έκαναν διάκριση μεταξύ της αριθμητικής (ποσοτικής) και της ποιοτικής Ισότητας.

Ο Αριστοτέλης  ( Οίον δοκεί ίσον το δίκαιον είναι, και έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ίσοις * και το άνισον δοκεί δίκαιον είναι, και γαρ έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ανίσοις.(Πολιτικά Γ, 9, 1280α, 10-13  και   ο νόμος συνθήκη και, καθάπερ έφη Λυκόφρων ο σοφιστής, εγγυητής αλλήλοις των δικαίων, αλλ’ ουχ οίος ποιείν αγαθούς και δικαίους τους πολίτας”.(ό.π. 1280β, 9, 10-13 ) έχει συνδυάσει την Ισότητα με την Δικαιοσύνη και δη ως εξής : Στην κοινωνία υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι όπως π.χ. πλούσιοι και φτωχοί, μικρές και μεγάλες οικογένειες. Εάν εφαρμοσθούν οι νόμοι έναντι αυτών σύμφωνα με τη νομική ισότητα, τότε θα είναι το αποτέλεμα άδικο. Η Δικαιοσύνη όμως απαιτεί να εφαρμοσθούν διαφορετικοί νόμοι επί διαφορετικών ανθρώπων για να είναι το αποτέλεσμα δίκαιο. Εν ολίγοις, το κράτος είναι υποχρεωμένο να βοηθά με ειδικούς νόμους τους φτωχούς και ανίσχυρους ( «δίκαιον διορθωτικόν», «δίκαιον συναλλάγμασι διορθωτικόν» και «δίκαιον διανεμητικόν»).Αυτή η σκέψη ανήκει αναμφιβόλως στις »αιώνιες αλήθειες» («aeternae veritates“).

Ακριβώς 1700 έτη αργότερα   ο θεολόγος, φιλόσοφος και άριστος γνώστης του τεράστιου έργου του Αριστοτέλη ο Thomas de Aquin (Ακινάτης) έχει επί τη βάσει της θεωρίας του Σταγειρίτη επεξεργασθεί την δική του θεωρία : „iustitia commutativa“, «iustitia distributiva“ και „iustitia legalis“. (όλα μεταφράσεις των ανάλογων εννοιών του Αριστοτέλη).

Ο Αγγλος φιλόσοφος και διαφωτιστής John Locke έχει διατυπώσει προ των Γάλλων διαφωτιστών την άποψη περί της Ισότητας όλων των ανθρώπων.

Αλλά η ιδέα της Ισότητας έχει εμπεδωθεί για πρώτη φορά στην Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (United States Declaration of Independence (1776) και ύστερα έγινε το ίδιο στην Γαλλική Διακήρυξη περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη (DECLARATION DES DROITS DE L’HOMME ET DU CITOYEN, 1789).
Μία από τις επτά βασικές αρχές του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου είναι η Ισότητα των κυρίαρχων κρατών.
Ας επισημάνουμε ότι επρόκειτο μόνο για τη νομική ισότητα. Καθημερινή (2.4.17)

————————————————————

Αστική Επανάσταση στη Γαλλία : Liberte, Egalite, Fraternite (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα)

Οι Σοφιστές έχουν ασχοληθεί ως πρώτοι με το κοινωνικό φαινόμενο της ισότητας. Κατόπιν ήταν η νομική ισότης αντικείμενο ερευνών εκ μέρους του Cicero (Κικέρων). Οι Διαφωτιστές έχουν στηριχθεί σε αυτούς.

Η FRATERNITE προέρχεται από τους Μάσονες (Ελευθεροτεκτονιστές).
H LIBERTE έχει αρχαίες ελληνικές, ρωμαϊκές και μεσαιωνικές ρίζες (Libertas).

Η Αξιοπρέπεια (Dignitas) ως γενική βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
έχει μικτή προέλευση : Πλάτων, Κικέρων, Ρωμαιοκαθολισμός.

Παρατήρηση : Πρόκειται για αντικείμενα πανεπιστημιακών μου διαλέξεων επί δεκαετίες και μερικών επιστημονικών συγγραμμάτων. Καθημερινή (6.11.16)

————————————————————– —————————————————–

Αρχαία Γνωμικά

-Die Konsequenz der natürlichen Gleichheit wäre dann die (juristische) Gleichheit.Es kann u. E. nicht angenommen werden, dass Antiphon weiter gehen wollte. Antiphon konkretisiert seine naturalistische bzw. naturrechtliche Argumentation : „Atmen wir doch alle insgesamt durch Mund und Nase in die Luft aus und essen wir doch alle mit Hilfe der Hände?… / („Αναπνέομεν τε γάρ είς τόν αέρα άπαντες κατά τό στόμα καί κατά τάς ρίνας καί αισθίομεν ερσίν άπαντες“).Der Sophist Alkidámas ( Αλκιδάμας ) argumentiert in einer Flugschrift religiös sowie naturalistisch: „Freigelassen hat Gott alle; keinen hat die Natur zum Sklaven gemacht“ (Scholion zu Aristoteles, Rhetorik I 13, 1371b 18).38 )

- «ενώ εθεωρείτο ότι υπάρχουν δύο ισότητες, και η μία αποδίδει το ίσο σε όλους, η δε άλλη το πρέπον στον καθένα, δεν αγνόησαν την χρησιμότερη ισότητα, αλλά αποδοκίμαζαν την ισότητα εκείνη, η οποία έκρινε άξιους των ιδίων αμοιβών και τιμών τους φαύλους, προτιμώντας εκείνη (την ισότητα) η οποία τιμά και τιμωρεί καθένα σύμφωνα με την αξία του.”, Ισοκράτης

-Ισότης στάσιν ου ποιεί. Σόλων, 630-560 π.χ., Αρχαίος Αθηναίος νομοθέτης και φιλόσοφος (μτφρ: η ισότητα δεν προκαλεί επανάσταση)
-πόλεμον ου ποιεί.Αρχαιοελληνική Παροιμία
-Εκκλησιαστικά Ρητά
Ότι τον ήλιον Αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους.κατά Ματθαίον
-Μία δε πάντων είσοδος εις τον βίον, έξοδός τε ίση.
Παλαιά Διαθήκη ‐ Σοφία Σολομώντος Ζ’ 5
(μτφρ: για όλους μία είναι η είσοδος στη ζωή, και η έξοδος ίδια [για όλους] είναι)

-Λατινικά Ρητά
-Omnia mors aequat
(: ο θάνατος εξισώνει τα πάντα)
-Sol omnibus lucet.
Γάιος Πετρώνιος, 1ος μ.Χ αιών, Ρωμαίος συγγραφέας
(ο ήλιος λάμπει για όλους)

-Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα.
“Liberte, Egalite, Fraternite”
Σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης
(το βασικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης, 1789)

-Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.
Αριστοτέλης, 384-322 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

Κοσμοπολιτισμός, Κοσμοπολίτης, Αντιπαράθεση με Χ. Γιανναρά)

Κοσμοπολιτισμός, Κοσμοπολίτης, Αντιπαράθεση με Χ. Γιανναρά)
Κοσμοπολιτισμός ή μάλλον Απόδημος Ελληνισμός ;

Εχουμε την εντύπωση, ότι ο κ. Γιανναράς χρησιμοποιεί την έννοια Κοσμοπολιτισμός προβληματικά (Ιδέ το άρθρο του  “Σωτηρία, ίσως, ο κοσμοπολιτισμός ;” (Καθημερινή, 22.1.17).

Ο Κοσμοπολιτισμός, είναι γενικά μία φιλοσοφική και πολιτολογική άποψη, ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα μέρος της ανθρωπότητας και όχι ενός έθνους ή κράτους.

Αυτή η άποψη αφορά τον Κοσμοπολίτη ο οποίος μπορεί χωρίς ενδοιασμούς να ζήσει σε κάθε χώρα του κόσμου. Μίαν ιδιαίτερη συγκεκριμενοποίηση του φαινομένου αποτελεί η
πολυιθαγένεια (κάποιος έχει περισσότερες ιθαγένειες).

Ο Κοσμοπολιτισμός αντιτίθεται στον εθνικισμό και στον επαρχιωτισμό. Εθροί του Κοσμοπολιτισμού είναι ο κομμουνιστικός διεθνισμός και ο υπερεθνικισμός.

Οι Σωκρατικοί Αρίστιππος και Αντισθένης ήταν οι πρώποι φιλόσοφοι, οι οποίοι άρχισαν να αχολούνται με το θέμα της πατρίδας, αλλά η έννοια «κόσμου πολίτης» έχει διατυπωθεί από τον Κυνικό Διογένη τον Σινωπέα (Diog.Laert. 6.63) ,από τον Κυρηναίο Θεόδωρο (Diog.Laert. 2, 99) και από τον Σωκράτη (Cic.Tusc.disp.5,108).
Οι Στωϊκοί Φιλόσοφοι έχουν πρεσβεύσει μία μάλλον θετική άποψη, ότι το σωστό κράτος δεν έχει σχέση με το γνωστό, αλλά αποτελεί
μία κοινωνία, η οποία ενώνει όλους τους σοφούς του κόσμου.

Ηδη στην Εποχή του Χαλκού οι πρόγονοι των Ελλήνων των κλασσικών χρόνων έχουν ταξειδέψει σε άλλες χώρες, έδειχναν μεγάλο εθνολογικό ενδιαφέρον για άλλους λαούς και ανέπτυξαν ταυτόχρονα μίαν κριτική θέαση του ευτού τους αντιλαμβάνοντας , ότι
υπήρχαν και άλλοι πολιτισμοί, μερικοί πιο αρχαίοι και τότε πιο ανώτεροι.

Εχουν διαπιστώσει, ότι κάλλιστα θα μπορούσαν να ζήσουν σε άλλους τόπους , τους οποίους όντως έχουν βαθμιαία εποικήσει εγκαλείποντας την πατρίδα τους, όπου επικρατούσαν σχεδόν
πάντα φτώχια και εμφύλιοι πόλεμοι. Οι δεσμοί με την πρώτη πατρίδα άρχισαν ήδη από τον 7ο αι. και περαιτέρω να χαλαρώνουν.

Ο εμπεδωτής της υλιστικής Φιλοσοφίας Δημόκριτος έχει
διατυπώσει μίαν ενδιαφέρουσα αντίληψη (τσιτάτο από μνήμη : Ολη η Γή είναι ανοιχτή για ένα σοφό, διότι πατρίς κάθε ευγενούς ψυχής είναι όλη η Γη)

Οταν το διάβασα αυτό ως φοιτητής στις αρχές της δεκαετίας του
60 του παρελθόντος αιώνα, μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, που έβγαλα το συμπέρασμα, ότι εάν στο μέλλον έχω την τύχη να σταδιοδρομήσω επιστημονικά, θα μείνω εκεί όπου
μπορώ να ασχοληθώ με τις επιστήμες που μ ενδιαφέρουν , αλλά στην καρδιά μου θα έχω αυτονοήτως την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο διαπιστώνω σε πολλούς επιστήμονες ελληνικής καταγωγής που διαπρέπουν στο εξωτερικό και όντως τιμούν το ελληνικό όνομα.

Παρατήρηση : Το θέμα ήταν αντικείμενο ερευνών και πανεπιστημιακών διαλέξεων πρωτίστως σε συνδυασμό με την εμπέδωση υπερεθνικών διακρατικών οργανισμών.

Προσθήκη : Στο υλικό των διαλέξεών μου βρήκα ακόμη κάτι το ενδιαφέρον : Ο Διογένης από τη
Σινώπη (συμπόντιός των προγόνων μου), έχει αυτονομασθεί πολίτης του κόσμου, αλλά εννοούσε πρωτίστως την δική του Φιλοσοφία του βίου, ενώ ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ιδρυτής της Στοάς, καθώς και ο Seneca έχουν αναβιβάσει τη λέξη Κοσμοπολίτης σε όρο της Ηθικής.

Η ιδέα του Κοσμοπολίτη έχει επεκταθεί σε όλον τον Ελληνισμό, όταν ήδη άρχισε να διαλύεται η ισχύουσα τάξη της Πόλεως, και όταν έχει δημιουργηθεί το μεγαλογεωγραφικό κράτος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στην εποχή της Αναγέννησης και του Ουμανισμού (Ανθρωπισμού) η πανάρχαια ιδέα του
Κοσμοπολίτη έχει απανακαλυφθεί εκ μέρους των Φιλόσοφων, οι οποίοι την μετέτρεψαν σε μίαν ιδέα της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Και στην Εποχή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού η έννοια του Κοσμοπολιτισμού έπαιζε έμμεσα κάποιον ρόλο.

Τον 20.αι. ο τότε Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Dag Hammarskjöld προσπάθησε να δημιουργήσει μία σύγχρονη αθρωπιστική τοποθέτηση μετατρέποντας την έννοια του
Κοσμοπολιτισμού στην νέα έννοια «Πολιτική της τάξης του Κόσμου» και ονομάζοντας τον εαυτό του «Κοσμοπολιτικός Hammarsdkjöld.

Στην δεκαετία του 80 του περασμένου αιώνα έχουν ασχοληθεί φυσικά μόνον δυτικοί Κοινωνιολόγοι και Πολιτισμολόγοι (π.χ. Bruce Robins, Timothy Breman, K.A. Appiah, J. Clifford, Ullrich Beck et alt.) με τον Κοσμοπολιτισμό νέου τύπου μέσω μίας σύνθεσης μεταξύ
του Κοσμοπολιτισμού και του Πατριωτισμού. Ετσι έχουν εμπεδωθεί νέες έννοιες , όπως π.χ. «πατριωτικός Κοσμοπολιτισμός», « εθνικός Κοσμοπολιτισμός» και «Κοσμοπολιτισμός με ρίζες».

Σύμφωνα με τον Steven Vertοvec και τον Robin Cohen ο σύγχρονος
Κοσμοπολιτισμός έχει να αναδείξει τις εξής εκφάνσεις : κοινωνικο-πολιτισμική, φιλοσοφική (κοσμοαντίληψη) , πολιτολογική (υπερκρατικοί οργανισμοί, άνθρωποι με περισσότερες ταυτότητες) , ψυχολογική και πρακτική.

Συμπεράσματα :

1.Η ιδέα του Κοσμοπολιτισμού είναι μεν αρχαίας ελληνικής προέλευσης, αλλά αποκλειστικά δυτικοί Φιλόσοφοι και Κοινωνιολόγοι την έχουν απανακαλύψει και λόγω της γνωστής δυναμικότητας και δημιουργικότητάς των την έχω περαιτέρω εξελίξει, ενώ
οι Νεοέλληνες Φιλόσοφοι και Κοινωνιολόγοι δυστυχώς όπως συνήθως, ουδέναρόλο παίζοουν.

Πηγές
(αναφέρονται μόνον οι πιο σπουδαίες ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ )

-A. Albrecht, Kosmopolitismus, ISBN 3-11-018198-3, de
Gruyter 2005.
-K.A. Appiah, Der Kosmopolit-Philosophie des Weltbürgertums
(Orig. Cosmopolitanism : Ethics in a world of stangers, N. York/London 2006) ,ISBN 978-3-406-58488-6, München 2007.
-U. Beck, Der kosmopolitische Blick, ISBN 3-518-41608-1, Berlin
2004.
-U. Beck, /E. Grande, Kosmopolitisches Europa, ISBN 3-518-41647-2, Frankfurt/Main 2004.
-N. Bolz (Edit.), Weltbürgertum und Globalisierung, ISBN
3-7705-3510-3, München 2000.
-P. Coulimas, Weltbürger-Geschichte einer Menschheitssehnsucht, Rainbeck 1990, SBN 3-498-00885-4.
-J. Girshovich, Weltbürgertum, Kosmopolitismus und der
Leviathan, ISBN 978-3-8305-3429-7, Berlin 2015.
-Lexikon der Alten Welt, Band 2, ISBN 3-491-96036-3, Düsseldorf 2001.
-Duden, Das große Fremdwörterbuch, ISBN 3-411-04162-5, Mannheim
et alt. 2000.

 

 

 

 

Συντηρητισμός, Πολιτικός

Πολιτικός  Συντηρητισμός,

Η εννοιολογική σαφήνεια είναι η conditio sine qua non για ένα λογικό και νηφάλιο διάλογο, αλλά στην Ελλάδα επικρατεί ένα σχεδόν ενοχλητικό εννοιολογικό χάος, πρωτοστατούντων των δημοσιογράφων  και των πολιτικών.

Υπό την σκοπιά  των Πολιτικών Επιστημών (Πολιτολογία) ο
πολιτικός Συντηρητισμός αναδεικνύει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά στοιχεία :

α ) Διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής τάξης των πραγμάτων. Δηλαδή αντιτίθεται με όλες τις δυνάμεις του σε κάθε αλλαγή ή μεταρρύθμιση.

β ) Η βασική πολιτική της τοποθέτησης του Συντηρητισμού δεν στηρίζεται μεν σε μίαν ενιαία κοσμοαντίληψη, αλλά αυτός προσπαθεί να προασπισθεί τις παραδοσιακές αξίες και τους θεσμούς, την πίστη σε μίαν θεϊκή τάξη των πραγμάτων, τις κοινωνικές ιεραρχίες, την προτεραιότητα της κρατικής εξουσίας έναντι του ατόμου, την ιδιοκτησία και φυσικά απορρίπτει την επανάσταση.

Ο Συντηρητισμός  ήθελε έως τις αρχές της δεκαετίας του  70 ένα ίσχυρό κράτος, ενώ υπογραμμίζει ο Νεοσυντηρητισμός τώρα δίπλα στις παραδοσιακές αξίες όπως την οικογένεια και την Εκκλησία ( στην Ελλάδα η γνωστή τριάδα Πατρίς, Θρησκεία και Οικογένεια) την προσωπική αρχή της επίτευξης και επιδιώκει μείωση των κοινωνικών παροχών έναντι των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

γ) Ως Συντηρητισμός έχει ονομασθεί τον 19οαι. στην Ευρώπη η απόρριψη της Γαλλικής Επανάστασης εκ μέρους των φεουδαλικών ευρωπαϊκών χωρών.

Προς το παρόν σημειώνεται ένας σχετικά ισχυρός συντηρητισμός σε συνδυασμός με εθνικιστικές τάσεις.
Διαπιστώνουμε, ότι στην Ελλάδα ισχύει ακόμη η παραδοσιακή Δεξιά (Ν.Δ.), αλλά υπάρχουν δεξιά από αυτήν και άλλα κόμματα, όπως το τελείως περιττό και σχεδόν νομοτελειακά θνήσκον κομματικό μόρφωμα ΑΝΕλ, στο επίκεντρο του οποίου εστιαζόταν ο αντιμνημονιακός αγώνας επί τη βάσει ενός υπερπατριωτικού μονοπωλίου. Στην ουσία πρόκειται όμως για ένα βερμπαλιστικό ανέξοδο, άκρως υποκριτικό  και όντως γελοίο υπερπατριωτισμό
(Ελληναράδες,  πατριδοκάπηλοι).

Πηγές

-D. Nohlen , F. Grotz (Hrsg), Kleines Lexikon der Politik,
2015.
-K. Schubert/M. Klein, Das Politiklexikon, 2011.
-F. Bösch ,  Daskonservative Milieu, Göttingen 2002.
-P. Kondylis , Konservativismus, Stuttgart 1986
-G. Rohrmoser , Konservatives Denken im Kontext
der Moderne, Bietigheim/Baden 2006.
-O. Nay,  La pensée conservatrice après la Révolution 2007.
-N. Robert, Conservatism, Dream and Reality, Minnesota
2001.

Καθημερινή (22.1.17, 9.7.17, 15.5.18)

Ελευθερία, Διάλογος με τον Θεολόγο Χρήστο Γιανναρά, Ελευθερία Λόγου

Ελευθερία, Διάλογος με τον Θεολόγο Χρήστο Γιανναρά,

Ευχαριστώ τον κ. Χρήστο Γιανναρά που έχει παραθέσει την θεολογική, στην ουσία μυστικιστική βασική άποψη περί της ελευθερίας, κάτι που προορίζεται για ιερείς, θεολόγους και γενικά για μορφωμένους πιστούς. Η καλύτερη κατανόηση του κειμένου του θα ήταν αναμφιβόλως ευκολότερη και πειστικότερη, εάν είχε αναφέρει τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχει διατυπώσει την Ελευθερία ως δώρον του Θεού εν Χριστώ που συνεπάγεται και ανταπόκριση του ανθρώπου απέναντι στην κοινωνία. Αν και δεν χρησιμοποίησε την έννοια Ευθύνη, μάλλον εννοούσε την σχέση μεταξύ Ελευθερίας και Ευθύνης. Αυτή η εντυπωσιακή και σωστή άποψη ισχύει και σήμερα.

Ας υπενθυμίσουμε,ότι στην εποχή του επικρατούσαν όχι οι υπέρμαχοι του
δουλοκτητικού συστήματος Πλάτων και Αριστοτέλης, αλλά οι Στωϊκοί (επίσης οι
Επικουρικοί και οι Κυνικοί Φιλόσοφοι), οι οποίοι έχουν συνδυάσει το ζήτημα
της Ελευθερίας με τον ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ υπό το νόημα της Ελευθερίας για όλους τους ανθρώπους. Ο ιστορικός Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς έχει επισημάνει τον
ανθρώπινο χαρακτήρα της ελευθερίας, κάτι σαν φυσικό δίκαιο :”Εμφυτος πάσιν
ανθρώποις ο της ελευθερίας πόθος”.Κάπως έτσι άρχισαν οι επιθέσεις κατά του
δουλοκτητικού συστήματος. Ο Απόστολος Παύλος έχει συνεχίσει εντατικότατα τοναγώνα για την απελευθέρωση των δούλων ( στα διεθνή ντοκουμέντα περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών χρησιμοποιείται η έννοια ΣΚΛΑΒΟΣ).

Ας μου επιτραπεί ι λοιπόν να παρουσιάσω την βασική αντίληψη περί την
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ υπό τον φακό της Φιλοσοφίας, της Ιστορίας των Ιδεών, της
Πολιτολογίας, της Κοινωνιολογίας και της Νομικής Επιστήμης.

Η πολυπλοκότητα του θέματος απαιτεί μία συστηματική θεώρηση ειδάλλως
υφίσταται κίνδυνος διολίσθησης σε δεκάδες θεμάτων.Παρακάτω δεν σκοπεύω να αναφέρω όλες τις πολυάριθμες διατυπωθείσες γνώμες γύρω από την Ελευθερία στο παρελθόν, αλλά μόνον τις σημαντικότερες κατευθύνσεις στην θεωρία και στην πράξη.

Υπό τον φακό της Φιλοσοφίας η Ελευθερία σημαίνει σε γενικές γραμμές
πρωτίστως την ΣΧΕΣΗ του ανθρώπου στην αντικειμενική Αναγκαιότητα
(νομοτέλεια) στη φύση και στην κοινωνία και ιδιαιτέρως το επίπεδο και την
ποιότητα της γνώσης περί αυτής και περί της εφαρμογής της. Για την επίτευξη
αυτού του σκοπού είναι απαραίτητες πρωτίστως οικονομικές, πολιτικές νομικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις.

Υπό τον φακό της Πρακτικής Φιλοσοφίας και της Πολιτολογίας η Ελευθερία
αποτελεί ένα βασικό κριτήριο για την διοργάνωση της κοινωνίας και ιδιαιτέρως
των πολιτικών θεσμών της, οι οποίοι έχουν μεταξύ άλλων το καθήκον να
προσταστεύσουν την Ελευθερία των πολιτών έναντι άλλων πολιτών καθώς και έναντ ιτης κρατικής εξουσίας. Πέραν τούτου πρέπει ένα φιλελεύθερο (αστικό) κοινωνικό σύστημα να συμβάλλει στα πλαίσια των δυνατοτήτων του στην πραγματοποίηση της αυτοπραγμάτωσης των πολιτών. Η πιό σημαντική προϋπόθεση για αυτό είναι το δημοκρατικό σύστημα που σημαίνει γενικά το δικαίωμα της πολιτικής συμμετοχής των πολιτών στο πολιτικό γίγνεσθαι.

Σύμφωνα με τις επικρατούσες φιλοσοφικές και πολιτικές επ ιστήμες στην Ευρώπηδιαχωρίζεται η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ( Ελευθερία από κάτι : ανυπαρξία
εξαναγκασμού και καταπίεσης έξωθεν πρωτίστως εκ μέρους του κράτους, της
κοινωνίας και άλλων ατόμων : Ελευθερία των πράξεων, σύμφωνα με Hobbes I.Kant „πολιτική αυτοδιάθεση“, Hegel : Ναι μεν χωρίς καταπίεση, αλλά οπωσδήποτε «Einsicht in die Notwendigkeit“ : „επίγνωση της Αναγκαιότητας») από την ΘΕΤΙΚΗ Ελευθερία (Ελευθερία για κάτι : μέσω δημιουργηθησών συνθηκών εκ μέρους της κοινωνίας και του κράτους δύναται ο πολίτης να υλοποιήσει τις βασικές επιδιώξεις βίου : Ελευθερία της Βούλησης ή και Αυτονομία) Εξαρτάται όμως από
την ποιότητα των συνθηκών,εάν αυτές π.χ. είναι επαρκείς για να αναπτύξει ο
πολίτης τις ικανότητές του.

Υπό τον φακό της Κοινωνιολογίας διαχωρίζεται η liberte civile από την
liberte naturell. Αρχικά έχουν διατυπωθεί και οι δύο εκφράσεις από το μεγάλο
Γάλλο διαφωτιστή J.J.Rousseau.

H liberte civile σημαίνει ότι ο πολίτης έχει συνειδητοποιήσει το πλαίσιο των
υπαρχουσών δυνατοτήτων των ενεργειών του επί τη βάσει του σεβασμού των
κοινωνικών κανόνων και του νόμου. Δηλαδή ο συνειδητός πολίτης γνωρίζει τους κανόνες και τους νόμους και τους σέβεται αυτοβούλως, γιατί μόνον έτσι μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει μία κοινότητα ανθρώπων.

Τοιουτοτρόπως δημιουργείται μία σταθερή ΣΧΕΣΗ μεταξύ όλων των πολιτών.
Η liberte naturell (φυσική Ελευθερία) αφορά το πλαίσιο των δυνατοτήτων πέραν των αμοιβαίων υποχρεώσεων σεβασμού των κοινών αξιών, κανόνων και τρόπων προς ικανοποίηση των αναγκαιοτήτων. Ετσι έγκειται η φυσική Ελευθερία στην ικανότητα του ανθρώπου, να υλοποιήσει στα πλαίσια των δυνατοτήτων του τις θεμιτές επιθυμίες του.

Υπό τον φακό της Ιστορίας της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας των Ιδεών θα
αναφέρουμε μόνον τις καθοριστικές απόψεις περί της Ελευθερίας.

Ο Αριστοτέλης έκανε διάκριση μεταξύ της εκουσίας και της ακουσίας ανθρώπινης συμπεριφοράς : Ακούσιο είναι ό,τι γίνεται υπό πίεση ή λόγω άγνοιας. Εκούσιοθεωρείται αυτό του οποίου η βασική αρχή εστιάζεται στον ενεργούντα άνθρωπο , ο οποίος έχει πλήρη επίγνωση των συνθηκών της ενέργειάς του (Ηθικά Νικομάχεια,ΙΙΙ, 3). Εδώ σημειώνεται μία σύνδεση μεταξύ της ελεύθερης επιλογής επί τη βάσει της ιδίας Βούλησης και της ανάλογης επίγνωσης.
Ετσι έχει εμπεδωθεί για πρώτη φορά η Θεωρία της Ελευθερίας της Βούλησης.

Στην εποχή του φεουδαλισμού έχει επικρατήσει η θεωρία του Thomas Aquin
(Ακινάτης), σύμφωνα με την οποία όλη η σκέψη και οι πράξεις του ανθρώπου έχουνή δη προκαθορισθεί εκ μέρους του Θεού ως έκφραση της Βούλησής του. Επειδή ο Θεός είναι ελεύθερος, προσδίδεται εκ των προτέρων και στον άνθρωπο ελευθερία ( Summa theologica II, 19, 10). Σε αυτήν την άποψη βασίζεται η Ελευθερία στον Ρωμαιοκαθολικισμό που είναι αποκλειστικά πνευματική και Ελευθερία της Βούλησης, της οποίας όμως ο Θεός αποτελεί τον ανώτερο σκοπό. Ετσι θεωρεί η Ρωμαιοκαθολική
εκκλησία τον εαυτό της συνδετικό κρίκο μεταξύ του Θεού και του Ανθρώπου με
επιδίωξη την πραγματοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας.

Στην ευρωπαϊκή ιστορία σημειώνονται κινήματα για την Ελευθερία καθώς και
ντοκουμέντα περί την Ελευθερία. Το πιο σημαντικό ντοκουμέντο είναι η Magna
Charta Libertatum (Μεγάλη Χάρτα των Ελευθεριών, 1215) και οι civil
liberties (αστικές ελευθερίες) στην Αγγλία, η οποία προηγείτο στο πεδίο των Ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη.Σημαντικότατη ήταν η συμβολή των Διαφωτιστών στην επίτευξη της απελευθέρωσης του ανθρώπου από παρωχημένα θρησκευτικά δόγμαστα και θρησκευτικές δεισιδαιμονίες.

Η αστική ταξη έχει δημιουργήσει ως έκφραση των δικών της οικονομικών
συμφερόντων και των ταξικών επιδιώξεών της φυσικά μίαν τελείως
διαφορετική άποψη περί την Ελευθερία και δη την Ελευθερία ως κοινωνική, στην ουσία ως ταξική απαίτηση : εξολόθρευση του φεουδαλικού συστήματος και επικράτηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Η νέα κοινωνική τάξη είχε αποκτήσει οικονομική ισχύ και έχει επιδιώξει με μεγίστην επιτυχία μέσω της αστικής επανάστασης το 1789 τα πολιτικά
δικαιώματα,συγκεκριμένα τα ανθρώπινα δικαιώματα ( „droits de l homme“ ως «φύσε ιδίκαιον», „jus naturae“ ή „jus naturalis“),τα οποία όμως σχετικά ταχέως ύστερα από την επικράτηση της μπουρζουαζίας έχουν μετονομασθεί στο πρώτο σύνταγμα σε δικαιώματα του πολίτου („droits du citoyen“ ως «θέσει δίκαιον» , „jus positivum“).

Στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αντίληψης περί την Ελευθερία έχει συμβάλλει σημαντικά ο Ισπανολλανδοεβραίος φιλόσοφος Baruch (E)Spinoza, ο οποίος διεπίστωσε ως πρώτος μίαν διαλεκτική ΣΧΕΣΗ μεταξύ της Ελευθερίας και της αντικειμενικής Αναγκαιότητας ( «Ονομάζω λοιπόν ένα πράγμα ελεύθερο, εάν αυτό υφίσταται και λειτουργεί μόνον μέσω της αναγκαιότητας της φύσης του» (Briefwechsel 228 ff.).

Ετσι η Ελευθερία ερμηνεύεται ως επίγνωση της αναγκαιότητας. Σχεδόν την ίδια άποψη έχει διατυπώσει και ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Hegel : „Μία ελευθερία, η οποία δεν θα είχε ουδεμία αναγκαιότητα, και μόνον η αναγκαιότητα χωρίς ελευθερία, αυτά είναι αόριστοι και ουχί αληθείς ορισμοί. H ελευθερία είναι στην ουσία της συγκεκριμένη, για την αιωνιότητα αυτοκαθορισμένη και έτσι ταυτόχρονα αναγκαία»» (Werke, 8, 110ff.).

Από την Ιστορία της Φιλοσοφίας είναι πασίγνωστο, ότι ο Karl Marx έχει
παραλάβει πολλές ιδέες του Hegel, τις έχει συνδυάσει με τον υλισμό και εμπέδωσε τον Διαλεκτικό Υλισμό, ο οποίος αυτονοήτως εφαρμόσθηκε και στην μαρξιστική αντίληψη περί την Ελευθερία.

Τα κύρια συστατικά στοιχεία αυτής της άποψης είναι επίσης α) η διαλεκτική
ΣΧΕΣΗ μεταξύ της Αναγκαιότητας και της Ελευθερίας , β) η Ελευθερία ως επίγνωση της αντικειμενικής Αναγκαιότητας, γ) η εφαρμογή αυτής της Αναγκαιότητας στην κοινωνική πράξη, δ) η Ελευθερία αποτελεί μία συγκεκριμένη ιστορική κατηγορίακαι ε) η Ελευθερία ουδέποτε και πουθενά είναι απόλυτη.

Το τελευταίο διαπιστώνεται πρωτίστως στα σημαντικότα διεθνή ντοκουμέντα περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ως παραδείγματα αναφέρουμε τα άρθρα 9 ( Προσωπική ελευθερία ), 12 (Ελεύθερη διακίνηση), 18 (Ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας) και 19 (Ελευθερία της έκφρασης της γνώμης) της Διεθνούς Σύμβασης περί των Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων απο το 1966.
Κάθε άρθρο εμπεριέχει απαραίτητους περιορισμούς δια νόμου του εκάστοτε κράτους.Σ την ουσία θα σήμαινε απόλυτη Ελευθερία τελικά αναρχισμό.

Αλλά υπάρχει και μία άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή της Ελευθερίας, εάν λάβουμε υπ` όψη την σχέση της με την Υπευθυνότητα του ατόμου έναντι της κοινωνίας καιτου πολίτου έναντι του κράτους, ενώ η Ελευθερία σε συνδυασμό με ατομικισμό (όχι ατομικότητα), εγωϊσμό και συμφεροντολογία είναι για μίαν κοινωνία και για ένα κράτος αναμφιβόλως καταστροφική. Ακριβώς αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα εδώ και 200 χρόνια και ιδιαιτέρως στο παρόν ως συνέπεια του πλαστού ευδαιμονισμού και του πρωτόγονου ηδονισμού στα πλαίσια ενός τριτοκοσμικού ψευτοσοσιαλισμού σε όλην την εποχή της Μεταπολίτευσης.

Πηγές

-Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Αθήνα 2011, σ. 43-61 ( Γ Βιβλίο
).-Aristoteles, Nikomachische Ethik, Köln 2009, S. 55-87 ( Drittes Buch ).
-I.Kant, Grundlegung der Metaphysik der Sitten, ISBN 978-1484032169, Frankfurt.1986 (Erst-Asusgabe, Riga 1786)
-J.S. Mill, Über die Freiheit (Orig. On Liberty), ISBN 978-3-15-003491-0,
Stuttgart 2013.-C. Taylor, Negative Freiheit, Zur Kritik des neuzeitlichen
Individualismus,ISBN 3-518-28627-7, Frankfurt /M. 1999.
-E. Fromm, Die Furcht vor der Freiheit, ISBN 3-423-35024-5, München 1995.
-Ilustrierte Geschichte der westlichen Philosophie ( The Oxford illustrated
History of Western Philosophy, edit. by Anthony Kenny et Oxford University
Press, 1994 ), ISBN 3-89340-022-2, Köln 1995, S. 133 ( Descartes ),211, 359 (
Fichte ), 219ff. ,360 f. ( Hegel ), 198-200 ( Kant ), 169 f. ( Leibniz), 163 f.
( Spinoza ), 337 f. ( Hobbes ), 344 f. ( Locke ), 364 ( J. St. Mill ),340 (
Milton ), 347 ( Montesquieu ), 352 ( Paine ), 349 f. ( Rousseau ).
-Philosophisches Wörterbuch, hrsg. von Georg Klaus / Manfred Buhr, Band 1, Leipzig 1969, S.374-377.
-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, hrsg. von Jürgen
Mittelstraß, Band 1. ISBN 3-476-02012-6, Stuttgart 2004, S.675 – 682.
-Lexikon zur Soziologie (128 Autoren) , hrsg. von Werner Fuchs-Heinritz et
alt., ISBN 3-531-11417-4, Opladen 1995, S. 213.
-Kleines Politik-Lexikon, hrsg. von Carsten Lenz / Nicole Ruchlak, ISBN
3-486-25110-4, München / Wien 2001, S. 67/68.
-Geschichte des wissenschaftlichen Denkens im Altertum, hrsg, vonFritz Jürss,
Akademie der Wissenschaften, Berlin 1982, S. 167, 182, 328, 385,588.
-Kulturgeschichte der Antike, Griechenland, hrsg. von Reimar Müller, Akademie der Wissenschaften, Berlin 1976, S. 21, 202, 224, 249, 252.

Καθημερινή ( 30.12.2016, 5.3.17, 2.7.17, 3.5.18

—————————————————–

Ελευθερία του Λόγου, Οχι απόλυτη

Διαπιστώνουμε, ότι αν και πρόκειται για ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, δεν γίνεται στον τύπο ουδεμία αναφορά σε αυτά. Υπάρχουν και άλλα βασικά προβλήματα προσέγγισης. Γενικά εγείροντα μερικά ερωτήματα :

Τί σημαίνει η ελευθερία της σκέψης ; Είναι δυνατόν να έχει κάθε πολίτης την δική του άποψη περί αυτού ;  Αν υπάρχουν ντοκουμέντα διεθνούς βεληνεκούς, ποιά είναι αυτά ; Εχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα απόλυτο ή σχετικό χαρακτήρα ; Διατί επικρατεί στην ελληνική κοινή γνώμη και όχι μόνον σε αυτήν ένα μεγάλο εννοιολογικό χάος ακόμη και όταν πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένους όρους ; Διατί λείπει πράγματι  η λογική προσέγγιση και συνήθως υπερτερεί ο σουρεαλισμός ; Διατί λείπουν ευραίως σοβαρές γνώσεις και αντί αυτού γίνεται φθηνή πολιτικολογία , αλλά σπάνια νηφάλια και λογική συζήτηση ;

Εδώ εφαρμόζουμε μίαν ιστορική προσέγγιση επί τη βάσει επίσημων ντοκουμέντων χωρίς ιδεοληψίες και χωρίς τον γελοίο νεοελληνικό υπερεξυπνακισμό.
Η ελευθερία της σκέψης και του λόγου ανήκει στα βασικά δικαιώματα και στις ελευθερίες του ανθρώπου και είναι πρωτίστως επίτευξη της μεγάλης αστικής επανάστασης στη Γαλλία ( 1789 ).

Στα πλαίσια του φεουδαλικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος έχει αναπτυχθεί βαθμιαία η αστική τάξη , η οποία κατείχε ήδη τα πρωτεία στις παραγωγικές δυνάμεις και γενικά στην οικονομία, αλλά της έλλειπαν τα πολιτικά δικαιώματα και οι ελευθερίες. Αυτή η ιστορική αντίθεση έχει περατωθεί με την επανάσταση. Η αστική τάξη δεν είχε λόγο να διατυπώσει οικονομικά, γι αυτό έχει ανακηρύξει μόνον πολιτικά δικαιώματα.

Η Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου ( Declaration des droits de l homme et du citoyen ) είναι διεθνώς το πρώτο επίσημο ντοκουμέντο, το οποίο αναφέρει το δικαίωμα της „ελεύθερης ανακοίνωσης των σκέψεων και των απόψεων“: “Η ελεύθερη ανακοίνωση των σκέψεων και των απόψεων είναι ένα από τα πιό πολύτιμα δικαιώματα του ανθρώπου. Ο καθείς μπορεί να λέγει, να γράφει και να εκτυπώνει με την επιφύλαξη της υπευθυνότητας για την κατάχρηση αυτής της ελευθερίας στις περιπτώσεις , τις οποίες κανονίζει ο νόμος“ ( άρθρο 11 ).

Λοιπόν δαπιστώνουμε , ότι το ανθρώπινο δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης και άποψης ευθύς εξ αρχής δεν είναι απόλυτο, αλλά περιορίζεται από νόμους του κράτους, οι οποίοι εκφράζουν την „volonte generale“ („γενική θέληση“ ) του λαού . Το επίθετο „γενική“ σημαίνει, ότι η νικηφόρα αστική τάξη ήταν βαθέως πεπεισμένη, ότι εκπροσωπεί όλους τους πολίτες.

Τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασαν όλον τον κόσμο. Οι άλλες χώρες της Ευρώπης τα έχουν μεν υιοθετήσει παραλαμβάνοντας το σχήμα και όχι όλες και το περιεχόμενο, γιατί σε αυτές έλλειπαν και ακόμη λείπουν οι απαραίτητες κοινωνικές και άλλες προϋποθέσεις. Σε αυτές τις χώρες ανήκει και η Ελλάδα με μίαν ανεπαρκώς εξελιγμένη αστική τάξη ( Ιδέ Π. Κονδύλης, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας , Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, 2011 ) και εκτός τούτου με μίαν υποανάπτυκτη κρατική, νομική και φορολογική συνείδηση των πολιτών.

Πέραν τούτου υπάρχουν επίσημα πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες στην ουσία δεν είναι διατεθειμένες να αναγνωρίσουν το αστικό κράτος και τους νόμους του μεν, αλλά απαιτούν απόλυτα δικαιώματα, απόλυτες ελευθερίες, απόλυτη κοινωνική δικαιοσύνη κοκ. για τον εαυτό τους. Με μεγίστη υπεροψία αγνοούν ακόμη και τα διεθνή ντοκουμέντα, τα οποία εμπεριέχουν κανονισμούς περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Ετσι δημιουργείται στην κοινωνία μία κατάσταση της συλλογικής παράνοιας. Παρακάτω θα αναφέρουμε τα πιό σημαντικά δεθνή ντοκουμέντα περί του θέματός μας.

Η περιφημη „Γενική Διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων „ του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών ( 1948 ) ασχολείται με το εν τω μεταξύ διευρεθέν δικαίωμα χωρίς περιορισμό : „ Κάθε άνθρωπος εχει την απαίτηση για ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. …“(άρθρο 18 ). Αλλά η „Διεθνής Σύμβαση περί των πολιτικών και των αστικών δικαιωμάτων ( 1966 ) είναι πιό συγκεκριμένη και εκτός τούτου εμπεριέχει περιορισμούς δια νόμου στα άρθρα 19 και 20. Πρώτα το άρθρο 18 : « 1. Ο καθείς έχει το δικαίωμα για ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας… „. Στα παρακάτω άρθρα υπάρχουν όμως περιορισμοί : „1. Ο καθείς έχει το δικαίωμα , να εκφράζει την γνώμη του οριστικά. … 3. „Η άσκηση του δικαιώματος συνεπάγεται ιδιαίτερες υποχρεώσεις και ιδιαίτερη υπευθυνότητα. Γι αυτό μπορεί να περιορισθεί. Οι περιορισμοί όμως πρέπει να προβλέπονται δια νόμου και να είνα απόλυτα απαραίτητοι α ) για τα δικαιώματα και την καλή φήμη άλλων και β ) για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης , της υγείας του λαού ή της ηθικής“. Συνιστούμε στους αναρχικούς να το διαβάσουν αυτό πολύ προσεκτικά.

Το επόμενο άρθρο είναι σαν να έχει γραφεί ειδικά για την Χρυσή Αυγή : „Κάθε υποστήριξη εθνικής, ρατσιστικής ή θρησκευτικής εχθρότητας, η οποία θεωρείται παρότρυνση για φυλετική διάκριση, έχθρα η βία, απαγορεύεται δια νόμου“. Σημειώνονται και άλα παρόμοια διεθνή ντοκουμέντα με τέτοιους κανόνες.

Το κύριο πρόβλημα δεν  είναι το ελευθέρως σκέπτεσθαι, αλλά το ασυδότως εκφράζεσθαι. Εχουμε ήδη διαπιστώσει μερικές ενδιαφέρουσες εκφάνσεις του φαινομένου:

α ) Το απόλυτο και δη η απόλυτη αλήθεια π.χ. της κομμουνιστικής ιδεολογίας, είναι κάτι που αντιτίθεται σε δύο βασικές αρχές της μαρξιστικής θεωρίας : η αλήθεια είναι σχετική και κριτήριο για την αλήθεια είναι η πραγματικότητα και όχι οι ιδεοληψίες και οι φαντασίες. Ούτε στις θρησκείες δεν υπάρχουν στην ουσία απόλυτες αλήθειες, αλλά η πίστη που και αυτή όμως δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως κάτι το απόλυτο.

β ) Η υπερβολή στον πολιτικό λόγο : Αντί να αντικατοπτρίζεται η αντικειμενικη πραγματικότητα, διαστρεβλώνεται αυτή όλως βολονταριστικά για πολιτικές σκοπιμότητες. Διεθνώς αναγνωρισμένοι όροι χρησιμοποιούνται τελείως εσφαλμένα και αμετροεπέστατα. Εδώ αναφέρουμε μόνον τα πιό φρέσκα παραδείγματα, όπως „χούντα“ ( η κυβέρνηση ), „ολοκαύτωμα „ των Ελλήνων εκ μέρους της Τρόϊκας, „γενοκτονία“ των παράνομων μεταναστών στην Μανωλάδα „ ξεπούλημα του ελληνικού πλούτου“, „φασίστρια“ Μέρκελ, “γκάγκστερ” πολιτικοί της κυβέρνησης και άλλα παροξυστικά.

γ ) Η διαδικασία της προλεταριοποίησης και χειρότερα, εν μέρει της αλητοποίησης της ελληνικής γλώσσας όχι μόνον γενικά στην κοινωνία, αλλά, ω φευ, ακόμη και μέσα στην Βουλή. Χρησιμοποιούνται λέξεις του πεζοδρομίου και των χαμαιτυπείων από βουλευτές , όπως π.χ. κάποιος αυτοονομασθής βλάχος ανακοίνωσε , ότι επειδή δεν τον πολυενδιαφέρουν τα λεγόμενα των άλλων βουλευτών, αυτός προτιμά “να ξύνει τα αρχ…. του „ ή ο πρόεδρος  της  Βουλής Μ., που έκανε βερμπαλιστικά επίδειξη των σεξουαλικών του ικανοτήτων ή προ μερικών ημερών ο βουλευτής ενός μεγάλου κόμματος που απείλησε τους βουλευτές ενός μικρού κόμματος , ότι αν βγει έξω θα τους“ γαμ… όλους“ ή οι συχνές χυδαίες αλληλοβρισιές των εκπροσώπων του ελληνικού λαού. σχεδόν σε κάθε συνεδρίαση της Βουλής ( Ιδέ εδώ εκτενέστατα τη μελέτη “Νεοέλλην, Ανήρ Πολιτικός, Αλήτης, Κάθαρμα, Μπάσταρδο” ).

δ ) Ο εθισμός να μειώνονται, να ταπεινώνονται και να προσβάλλονται χυδαιότατα οι συνάνθρωποι, όπως αυτό το απολίτιστο φαινόμενο είναι πολύ διαδεδομένο στις στήλες μερικών ηλεκτρονικών εφημερίδων μεταξύ μερικών χρηστών.  Αλητεία  ante portas.

ε ) Πέραν της λεκτικής ασυδοσίας και αθυροστομίας πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα πολιτισμικού χαρακτήρα. Εχουμε ήδη προ καιρού διαπιστώσει, ότι πολλοί Νεοέλληνες δεν διαθέτουν ούτε νομική, ούτε κοινωνική, ούτε αισθητική, ούτε πολιτισμική συνείδηση. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν , ότι πέραν των νομικών κανόνων υπάρχουν και κοινωνικοί, γλωσσικοί, αισθητικοί, ηθικοί και πολιτισμικοί κανόνες. Χωρίς τέτοιους κανόνες θα επικρατούσαν στην κοινωνία και στο κράτος χάος, αναρχία και βαρβαρότητα.

Το κείμενο  έχει δημοσιευθεί συχνά ως ειδικό  σχόλιο στην  Καθημερινή (16.1.15, 12.5.17, 3.5.18)

—————————————————————————————–

Το νόημα της Ελευθερίας και σε άλλες γλώσσες

Και άλλες γλώσσες έχουν ίδιες λέξεις περί του φαινομένου της Eλευθερίας : ήδη στα κλασικά Λατινικά : libertas ή στα αρχαία και στα σημερινά Γερμανικά : Freiheit, ή στην γερμανική διάλεκτο των πρωτοφράγκων ως επίθετο: frank κλπ.

Πέραν τούτου η έννοια Freedom δεν είναι λατινικής (“φράγκικης”), αλλά αρχαίας γερμανικής ( αγγλοσαξωνικής προέλευσης) .

ΟΙ Σάξωνες (Sachsen) και οι Αγγλοι (Angeln)που έχουν τον 5ο αι. κυριεύσει την Βρεταννία ήταν γερμανικά φύλα από την Βόρεια Γερμανία. Καθημερινή (1.1.16)

————————————————————–

Γνωμικά

-Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον.
Θουκυδίδης, 460-394 π.Χ., Αθηναίος ιστορικός
μτφρ: ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι
(από τον Επιτάφιο του Περικλή)
-Ελεύθερον αδύνατον είναι τον πάθεσι δουλεύοντα και υπό παθών κρατούμενον.
Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος
μτφρ: είναι αδύνατο να θεωρείται ελεύθερος αυτός που είναι δούλος στα πάθη του και κυριαρχείται από αυτά
-Η άγαν ελευθερία έοικε εις άγαν δουλείαν μεταβάλλειν.
Πλάτων, 427-347 π.Χ., Φιλόσοφος ‐ Πολιτεία 564Α
μτφρ: φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση
-εαυτούς εκ του περί τα εγκύκλια και τα πολιτικά δεσμωτηρίου.
Επίκουρος, 341-270 π.Χ., Αρχαίος φιλόσοφος
μτφρ: θα πρέπει να απελευθερωθούμε από τις καθημερινές και δημόσιες ασχολίες που μας δεσμεύουν.
-φορείν στενόν δακτύλιον.
Πυθαγόρας, 580-490 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος
(με την έννοια μη δεσμεύεσαι και μη δυσκολεύεις τη ζωή σου)
-Την των δήμων ελευθερίαν η των αγαθών ανδρών άμιλλα φυλάττει.
Δημοσθένης, 384-322 π.Χ., Αθηναίος ρήτορας
μτφρ: την ελευθερία των λαών προφυλάσσει η άμιλλα μεταξύ τίμιων αντρών
-Ελεύθερος γαρ ου τις εστί πλην Διός.
Αισχύλος, 525-456 π.Χ., Αρχαίος τραγικός ποιητής ‐ Προμηθεύς Δεσμώτης
-Πάσα δουλεία παρά φύσιν εστί.
Αντιφάνης, 405-335 π.Χ, Αρχαίος Κωμωδιογράφος
-Έμφυτος πάσιν ανθρώποις ο της ελευθερίας πόθος.
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, 1ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ιστοριογράφος
Επιγράμματα
Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.
Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957, Έλληνας συγγραφέας

Λατινικά Ρητά
-Ubi dubium ibi libertas
Publilius Syrus, 1ος μ.Χ αιών, Ρωμαίος γνωμικογράφος
(μτφρ: όπου αμφισβήτηση, εκεί ελευθερία)
-Habere non Haberi.
D’ Annunzio, 1863-1938, Ιταλός ποιητής
(: να κατέχεις, όχι να κατέχεσαι
αρχική πηγή το του Αριστίππου «έχω αλλ’ ουκ έχομαι»)

—————————————————————————————————————————————

Πηγή από αλλού.

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία».

Η σωστή ερμηνεία του ρητού του Ισοκράτη για την αυτοκαταστροφή της δημοκρατίας?

Όλοι γνωρίζουμε λίγο πολύ το ρητό του Ισοκράτη σχετικά με την «αυτοκαταστροφή της Δημοκρατίας» το οποίο έχει κυκλοφορήσει ευρέως σε ιστοσελίδες και blogs.

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»

Πόσοι όμως γνωρίζουμε την ορθή ερμηνεία του;

Το απόσπασμα είναι από τον Αρεοπαγιτικό λόγο του Ισοκράτη έχει στο πρωτότυπο ως εξής:
«Οἱ γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ’ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ’ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ’ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν.»

Δηλαδή:
«Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (ενν. στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν· ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους.»

Μυστικισμός ( Αποκρυφισμός ), Διάλογος με τον Θεολόγο Χρήστο Γιανναρά

Μυστικισμός (Αποκρυφισμός), Διάλογος με τον Θεολόγο κ. Χρήστο Γιανναρά

Συνέχεια της ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗΣ αντιπαράθεσης

Πολύ συχνά έχει ο κ. Γιανναράς τοποθετηθεί σε ζητήματα του «Ερωτος» μεταξύ πιστών και Θεού, δυστυχώς χωρίς να εξηγήσει,τί άραγε εννοεί. Αλλά τα περί τέτοιου «Ερωτος» είναι μυστικισμός par excellence. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για να εστιάσω το Μυστικισμό στο επίκεντρο του παρόντος ειδικού σχολίου. Κατ´ αρχάς θα αναφέρω συνοπτικά το δικό μου Gredo που είναι η ΕΠΙΣΤΗΜΗ, με την οποία ο «Ερωτας» του Μυστικισμου αυτονοήτως δεν έχει ουδεμία σχέση.

Η Επιστήμη είναι ένα σύστημα γνώσεων σε κατάσταση αέναης εξέλιξης περί των ιδιοτήτων, αιτιακών αλληλουχιών και νομοτελειών της φύσης ,της κοινωνίας και της σκέψης σε μορφή εννοιών, κατηγοριών,κανόνων, θεωριών και υποθέσεων. Επιστήμη είνα επίσης η εργασία, η οποία παράγει γνώσεις, οι οποίες δέον να αποδειχθούν μέσω των κανόνων της λογικής και κριτικής σκέψης έτσι ως σωστές, ώστε να αναγνωρίζονται ως τέτοιες από τους ειδικούς επιστήμονες ομόφωνα ( consensus professorum et doctorum ), (1).

Είναι αυτονόητο, ότι μόνον οι επιστήμονες-ερευνητές είναι σε θέση να εκφέρουν συγκροτημένη άποψη περί της συγκεκριμένης επιστήμης των και όχι οι δημοσιογράφοι ή οι αδαείς.

Μπορεί κανείς να αποκτήσει επιστημονικές γνώσεις πρωτίστως μέσω απαραιτήτων σπουδών ή εν μέρει μερικές γνώσεις μελετώντας κατάλληλα κείμενα με την προϋπόθεση, ότι κατέχει τις βάσεις την
επιστημονικής Μεθοδολογίας. Είναι περιττό να επισημάνουμε, ότι αποφθέγματα, παροιμίες και συναισθηματισμοί δεν συμβάλλουν στην απόκτηση σοβαρών επιστημονικών ή φιλοσοφικών γνώσεων. Τέτοιοι παλιμπαιδισμοί που ούτως ή άλλως προκαλούν μεγάλη ζημία σε αδαείς αναγνώστες , είναι στην προηγμένη Ευρώπη τελείως άγνωστοι.

Μυστικισμός

Χωρίς σοβαρές γνώσεις περί του Μυστικισμού ( Μ.) μάλλον δεν είναι δυνατό να εννοήσουμε, ποιό είναι το συχνό μήνυμα των άρθρων του κ. Χρήστου Γιανναρά ( Χ.Γ. ). Γι ´ αυτό θα ασχοληθούμε με τις πιό σημαντικές διαστάσεις αυτού του πανάρχαιου και λίαν ενδιαφέροντος φαινομένου ακόμη και στο
παρόν.

Τί σημαίνει υπό τον φακό της Φιλοσοφίας στην
ουσία του ο Μυστικισμός ;

Πρόκειται για μίαν ιδιαίτερη μορφή της θρησκευτικής θεοσέβειας και εμπειρίας , η οποία έγκειται σε μίαν απομάκρυνση από τον κόσμο των αισθήσεων και του νου και στην στροφή προς την βαθειά ενώραση με σκοπό την δημιουργία μίας ψυχικής κατάστασης (Εκστασις ), μέσω της οποίας επιτυγχάνεται μία Ενωσις της ανθρώπινης ψυχής με τo Θείον. Το ανάλογο θρησκευτικό βίωμα επιτυγχάνεται όχι μέσω της γνώσης της επίσημης θεολογικής διδασκαλίας , άλλα μέσω της Γνώσεως του Θεoύ (cognito dei experimentalis et non doctrinalis) , (2). Αυτός ο τρόπος της σύσμειξης έχει ονομασθεί unio mystica και αποτελεί το καθοριστικό χαρακτηριστικό στοιχείο κάθε έκφανσης του Μ. (3) Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει την αυτοπροσφορά του ανθρώπου ως συγκεκριμένη ένδειξη της ελεύθερής του επιλογής.

Λόγω χώρου θα αναφερθεί εδώ μόνον συνοπτικά η εξέλιξη αυτού του φαινομένου ως κάτι το ανθρώπινο που σημαίνει, ότι πέραν του νοητού ( λόγου ) υφίστανται και άλλα συστατικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Με τον Μ. ασχολούνται η Ιστορία, η Φιλολογία, η Ιστορία των Θρησκειών, Η Ψυχολογία των Θρησκειών, η Ψυχοανάλυση , τελευταία γίνεται λόγος και για μία Μυστολογία ή και Μυστογραφία.

Ο Μ. έχει εμφανισθεί ήδη στην προϊστορική σαμανική εποχή, όταν ήταν αναγκαίο να ενωθούν οι άνθρωποι με το θεϊκό μέσω του σαμάνου ( μάγου), οποίος ήταν σε θέση με την βοήθεια ειδικών ουσιών ,της μουσικής και του χορού να το επιτύχει αυτό.

Στην παγκόσμια μυθολογία θεωρείται όμως ο αιγύπτιος θεός της σοφίας Θωτ ως μυθικός εμπεδωτής του Αποκρυφισμού, τον οποίο αργότερα έχουν ασπασθεί και οι αρχαίοι Ελληνες στους οποίους αυτός έγινε γνωστός με την ονομασία Ερμής Τρισμέγιστος.

Ο διεθνώς κορυφαίος ιστορικός της Θρησκείας Mircea Eliade αξιολογεί αυτό το κράμα διαφορετικών παραδόσεων ως «εσχατολογικές και αποκαλυπτικές εικασίες». Ηδη σε αυτά τα μυστήρια αναφέρονται ο υπερβατικός «άγιος λόγος», η αποθέωσης του ανθρώπου και ο απαθανατισμός.

Η κυρίαρχη ίδέα του Ερμητισμού είναι σύμφωνα με τα ερμητικά βιβλία ( Corpus hermeticum, »Σμαράγδινοι Πίνακες») η αντιστοιχία μεταξύ του κατώτερου κόσμου των φαινομένων και του ανώτερου κόσμου του πνεύματος. Στα πλαίσια των μυστηρίων για τους θεούς Ισις και Οσιρις ήταν η μυστικιστική εμπειρία με την θεότητα εφικτή μόνον εκ μέρους των ιερέων ύστερα από νηστεία δέκα ημερών. Αλλά σύμφωνα με την μονιστική και ταυτόχρονα πανθεϊστική Θεολογία του Ερμητισμού στην αισιόδοξη εκφανση μπορεί ο
πιστός μέσω της θέασης του ωραίου κόσμου ως θεϊκού δημιουργήματος να αγγίξει τον Θεό, ο οποίος είναι Ενας, Ολα και Δημιουργός, γι` αυτό ανομάζεται και Πατήρ. Ομως σύμφωνα με την απαισιόδοξη έκφανση του Ερμητισμού αποτελεί ο κόσμος κάτι το αρνητικό, , δεν είναι δημιούργημα του (πρώτου) Θεού, γιατί αυτός βρίσκεται πέραν της ύλης και στο Μυστικό της ύπαρξής του. Επομένως είναι προτιμότερο να απομακκρυνθεί από τον κόσμο, εάν θέλει να συναντήσει και τελικά να ενωθεί τον Θεό.

Υφίσταται και μία πολυ ενδιαφέρουσα φιλοσοφική πτυχή : Τό Θείον και το πνευματικό συστατικό (Νους) στοιχείο του ανθρώπου είναι ταυτόσημα. Οπως η Θεότης , έτσι και ο ανθρώπινος νους εμπεριέχει ζωή και φως (4).

Αλλά πιό ενδιαφέρονταγια το θέμα μας είναι τα Ορφικά και τα Φρυγικά Μυστήρια καθώς και ηλατρεία του Διονύσου με τα εξής καταπληκτικά, θα λέγαμε δικαίως σύγχρονα στοιχεία : α ) Το μυστήριον δεν μπορεί να διδαχθεί, πρέπει ο άνθρωπος να κάνει την δική του εμπειρία. β ) Στην διάρκεια της τελετής του μυστηρίου συσμίγει ο άνθρωπος τελείως με τo Θείον. γ ) Πραγματοποίηση της Ενώσεως με το Θείον μέσω της Εκστάσεως με την βήθεια ήπιας μουσικής και ειδικού ομαδικού χορού . δ ) Ειδικά στην λατρεία του Διονύσου σημειώνεται πέραν τούτου και η Ενώραση . Ο Πλάτων γράφει στον «Φαίδρο» , ότι σκοπός των μυστηρίων είναι να ανυψωθεί η ψυχή εκεί, από όπου έχει κάποτε κατεβεί στην γη (5).

Από αυτόν τον Μ. επί τη βάσει της εμπειρίας διαφέρουν κάπως ο θησκευτικός/θεολογικός και ο ιδεαλιστικός/φιλοσοφικός Μ., ενώ οι υλιστές φιλόσοφοι απέρριπταν ανεξαιρέτως τον Μ. Ο Μ. σημειώνεται π.χ. στον Χριστιανισμό, στον Ιουδαϊσμό ( Kabbala και Chassidim), (6) ,στην αρχαία κινεζική φιλοσοφία και θρησκεία του Ταοϊσμού, στον ινδικό Βουδδισμό, ιδιαιτέρως στην φιλοσοφία του Yoga, στον Ισλάμ ( Σουφισμός/Δερβίσηδες ) και στην ιουδαϊκή παράδοση ( Kabbala και Chassidim).

Ειδικά στον Σουφισμό και στον Χασιδισμό είναι η Ενωση με τον Θεό στενά συνυφασμένη με Εκσταση μέσω μαγικής και γλυκήτατης μουσικής, με υπέροχα τραγούδια και με χορό (έχω μία μεγάλη συλλογή μουσικής περί αυτού), (7).

Οι σημαντικότεροι μυστικιστές φιλόσοφοι και θεολόγοι ήταν μεν ο νεοπλατωνικός Πλωτίνος ( 3ος αι. ) ,ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης ( 5οςαι.Επίσκοπος
στην Αθήνα) και πολύ αργότερα ο Γερμανός Meister Ecκhart ( 13oς/14ος αι. ) και ο Ρώσσος Iwan Kirejeskij (19ος αι. ) , αλλά ο Πλάτων έχει αναφέρει στο
Συμπόσιον (211 a-d) τον Ερωτα ως πρώτος : Πρόκειται για την μυστικιστική θέαση του αρχικού Ωραίου συγκεκριμένου και τελικά ως Ιδέα.

Δεν είναι τυχαίο που ο μεγάλος Γερμανός μυστικιστής Eckhart έχει επηρεασθεί από τις ιδέες του Πλάτωνα. Με τον Πλωτίνο άρχισε η εξέλιξη του Μ. σε φιλοσοφικό επίπεδο. Κατά την άποψη του Πλωτίνου αποτελεί το Εν το ανώτατο σκαλοπάτι του Είναι, ενώ η Υλη είναι το κατώτατο. Η Ενωσις συντελείται βαθμιαία και κλιμακωτά.Δεν σκοπεύουμε να εμβαθύνουμε, αλλά τα πιό σπουδαία στοιχεία αυτής της αντίληψης δέον να αναφερθούν. Ο Πλωτίνος απέρριψε ριζικά την ύλη και παρέλαβε μυστικιστικά στοιχεία.

Ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης έχει πρωτίστως στο έργο του „Περί της μυστικιστικής θεολογίας“ υπογραμμίσει , ότι α ) ο Θεός ειναι πολύ διαφορετικός από ό,τι μας είναι γνωστό και επομένως δεν είναι ανάγκη να τον περιγράψουμε, β ) ότι υπάρχει μία στενή σύνδεση μεταξύ του κόσμου και του θεού μέσω του διαχύτου φωτός του και γ ) ο άνθρωπος ως σκεπτόμενον ον πρέπει να καταλάβει το νόημα της ύπαρξής του σε μία μυστικιστική διαδικασία της προσέγγισης και τελικά της Ενώσεως με τον Θεό. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί, μόνον όταν ο άνθρωπος απομακρυνθεί από τον υλικό κόσμο. Σύμφωνα με τον μυστικισμό του διαδραματίζονται τρία στάδια : Κάθαρσις, Φώτισις και Ενωσις. Ο Μ. του εμπεριέχει και πανθεϊστικές τάσεις, κάτι που έχει επηρεάσει σημαντικά τον Μ. στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα (8).

Πολύ ενδιαφέρουσα, σχεδόν συνταρακτική είναι η άποψη του Meister (Magister) Eckhart (13ος αι.) , ο οποίος έχει παραθέσει στο έργο του «Opus tripartitum“ («Εργο τριών τεμαχίων») τις στην εποχή εκείνη επικίνδυνες σχεδόν πανθεϊστικές απόψεις του :

Νοητικός τρόπος της απελευθέρωσης της ανθρώπινης υποκειμενικότητας από τα γήινα προβλήματα μέσω της υπέρβασης του νου έως την τελική Ενωση με την πρώτη . Στον ανθρώπινο νου προσδίδονται θεϊκές ιδιότητες και η δημιουργική αρχή . Ο Θεός γεννιέται στην Ψυχή του ανθρώπου μέσω ενός «μικρού ψυχικού σπινθήρα». Υστερα από την εισχώρηση του Χριστού στη καθαρη ουσία του ανθρώπου εκλαμβάνει αυτή ένα Θείο Είναι , το οποίο μπορεί να κάνει υπέρβαση έναντι της νοημοσύνης και της βούλησης. Ακριβώς σε
αυτόν τον Σπινθήρα της ζωής λαμβάνει χώραν η ουσιαστική Ενωσις του ανθρώπου με τον Θεό.
Η άποψη περί του «μικρού σπινθήρα της ζωής» προέρχεται στην ουσία από τους στωικούς Φιλόσοφους, ότι πρόκειται για ένα σπινθήρα του θεϊκού φωτός , το οποίο προσλαμβάνει όλον τον κόσμο και το ανθρώπινο σώμα και εστιάζεται στην κορυφή της ψυχής .

Ο Eckhart απέρριψε την παραδοσιακή έννοια του Θεού ως πρόσωπο και έχει διατυπώσει την γνώμη, ότι ο Θεός είναι μία οντότητα, το γνήσιο Είναι, η πρώτη αιτία, η εσωτερική βάση του ανθρώπου, ένας γνήσιος νους και μία ολότητα του κοσμικού και του ανθρώπινου Είναι. Ο Θεός είναι ως ανώτατη οντολογική και ηθική εξουσία το Είναι, το Καλό, το Αληθινό και το Ενα (9).Η γνώμη του περί της έννοιας του θεού : Ο Θεός ως καθαρή ύπαρξη, πρώτη αιτία, και ως ολότης της ανθρώπινης ύπαρξης. Εν ολίγοις πρόκειται και εδώ για μία κάπως πανθεϊστική αντίληψη . Εχει θεαθεί την σχέση μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου όχι ως σχέση μεταξύ του κυρίου και του δούλου, αλλά ως σχέση της ίσης Αγάπης (10).
Δεν είναι επομένως τυχαίο που η Sancta Inquisition τον τιμώρησε ως αιρετικό.

Ο μυστικισμός ήταν και είναι περαιτέρω υπεραναπτυγμένος στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ιδιαιτέρως στην Ρωσσική. Ο πιό γνωστός θεολόγος εκπρόσωπος αυτής της ανθρωποαντίληψης ήταν ο Iwan Kirejewskij, ο οποίος θεωρούσε την κοινωνία της εκκλησίας ως σοπορνοστ ( Ενωσις) όλων των πιστών στο μυστικιστικό σώμα του Χριστού. Στο έργο του „ Περί της αναγκαιότητας και της δυνατότητας νέων αρχών στην φιλοσοφία“ έχει διατυπώσει το φιλοσοφικό του credo ως εξής : απόρριψη του ορθολογισμού,του δυτικοευρωπαϊκού σχολαστικισμού και των απολύτων
δικαιωμάτων περί της ιδιοκτησίας καθώς και αποδοκιμασία του ατομικισμού, γιατί και τα δύο είναι οι σάπιες ρίζες της δυτικής σκέψης, η οποία ανταποκρίνεται μόνον εν μέρει στην ολότητα του κόσμου, ενώ το ρωσσικό ορθόδοξο πνεύμα λόγω της πίστης μπορεί να αντικατροπτίζει την ολότητα των πραγμάτων ! Ο ορθολογισμός και η σωφροσύνη , για τα οποία φταίει ο Αριστοτέλης (!) , είναι κατά την γνώμη του άχρηστα και απορριπτέα πράγματα! Ολα αυτά δεν είναι η πραγματική αλήθεια, στην οποία οδηγεί μόνον η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (11).

Κατά την γνώμη μου αυτός συγχίζει την ατομικότητα με τον ατομικισμό και τον εγωϊσμό. ακριβώς όπως και οι περισσότεροι Ελληνες ορθόδοξοι θεολόγοι.

Ο Γερμανός προτεστάντης Θεολόγος και Φιλόsοφος του Πολιτισμού Ernst Troeltsch έχει παραθέσει τα καθοριστικά στοιχεία του δυτικού Μ. ευστοχότατα :

1.Εσωτερικότητα του θρησκευτικού βιώματος. Πρωτεραιότητα της αίσθησης προ του νου. 2. Πρωτεραιότητα του ατομικισμού και της ψυχολογικής ενδοσκόπησης. 3. Οχι η επίσημη Εκκλησία , αλλά το ελεύθερο πνεύμα καθορίζει την θρησκευτική τοποθέτηση και γενικά την θρησκευτικότητα. 4. Το Θείον είναι εσωτερικευμένο, κατοικεί στην ψυχή του μυστικιστή , δεν εστιάζεται έξω από αυτόν. 5. Κυριαρχία του πνεύματος μέσω της «θείας υιοθεσίας». 6. Σε σύγκριση με την προσωπική εμπειρία έχει η ιστορία μόνον μία δευτερεύουσα σημασία.7. Προτεραιότητα της ελευθερίας της συνείδησης ως συστατικού στοιχείου του ανθρώπου έναντι του φυσικού δικαίου. 8. Παράδοση, λατρεία και επίσημα θεσμά είναι περιττά.9. Ο ατομισμός εστιάζεται στο επίκεντρο.

Ο θεολογικός μυστικισμός παίζει και στην ισλαμική θρησκεία έναν σημαντικό ρόλο και δη σε μερικές περιπτώσεις με ισχυρές πολιτικές εκφάνσεις.

Πολύ ενδιαφέρον είναι αυτό που γράφει ένας από τους μεγαλύτερους μωαμεθανούς μυστικιστές Al Dshunaid , ο οποίος διατυπώνει την ακόλουθη άποψη : Μέσω της αυταπάρνησης και της αφοσίωσης στον Θεό, είναι εφικτό να υπερβεί „η οδός της αγάπης’“ την αυστηρότητα του Θεού.

Αλλά οι υπεύθυνοι ιεράρχες αντέδρασαν σε τέτοιες αντιλήψεις δρακόντεια : Σταύρωσαν τον Πέρση Al-Halladsh και θανάτωσαν το 1191 ύστερα από διαταγή του Salah Adin έναν άλλον μεγάλο μυστικιστή, τον Suhraward ως αιρετικό. Ένας εκπρόσωπος τουμυστικιστικού πανθεϊσμού, ο Ibn Arabi (13oς αι.) έχει επισημάνει την απόλυτη εσωτερικότητα του Θεού, ο οποίος αφομοιώνει αυτούς που αγαπούν το σύμπαν και τους ανθρώπους (13).

Μία ιδιαίτερη έκφανση του ισλαμικού Μ. είναι ο Σουφισμός ( Τασαβούφ ), από την αραβική λέξη σουφ ( μαλλί, ιμάτιο). Σκοπός του είναι η απόκτηση άμεσης γνώσης του θεού, κάτι που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της διαμεσολάβησης ενός ιερέως ή γενικά μέσω του Κορανίου.

Πρόκειται συγκεκριμένα για την Αδελφότητα των Δερβισών (από το περσικό Darwesh ), οι οποίοι προσπαθούσαν να επιτύχουν την Ενωση με τον Θεό μέσω της εκστάσεως δια ειδικού χορού του βαθμιαίως επιταχυνομένου στριφογυρίσματος και θρησκευτικών ασμάτων.
Κάποτε όμως τους έχει και αυτούς τιμωρήσει η επίσημη μουσουλμανική εκκλησία (14).
Ο εμπεδωτής του Σουφισμού Mevlana Celaleddin Rumi απότην Κόνυα (Ικόνιο, (13oς αι. ) έχει μεταξύ άλλων εκφέρει την γνώμη, ότι δέον να καούν
«όλα τα εγώ στο πυρ του Θείου». Σύμφωνα με την θεωρητική τοποθέτηση των σουφιστών πρέπει αυτός που επιθυμεί να είναι ένα με τον Θεό (Φάνα), να έχει σε αυτόν απόλυτη εμπιστοσύνη (tawwakul) και πέραν τούτου να ακολουθήσει την οδό ( Ταρίγκα ) για να βρεθεί στην μυστικιστική κατάσταση ( Χαλ ). Τρεις συγκεκριμένες προϋποθέσεις είναι απαραίτητες : φόβος ή κάθαρση, αγάπη ή θυσία και γνώση.

Στα πλαίσια και της πρώτης μονοθεϊστικής Θρησκείας, του Ιουδαϊσμού έχει εμφανισθεί σχετικά αργά τον 18οαι. στους Ανατολικούς ευρωπαίους Εβραίους ( Ashkenasim ) μία μυστικιστική σέκτα, o Χασιδισμός ως αντίδραση των θεοσεβών ( Chassidim ) Εβραίων στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (15). Η Ενωσις με τον Θεό επί τη βάσει της αντίληψης αυτής της μυστικιστικής σέκτας εμπεριέχει στοιχεία του πολυθεϊσμού.

Ο ευρωπαϊκός ορθολογισμός (ius rationis ) ως το αποκορύφωμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έχει παραγκωνίσει μαζί με την θρησκεία και τον Μ.
Και όμως : Ισως να είναι έκπληξη, που ακόμη και στην νεώτερη εποχή σημειώνονται σε μερικούς φιλόσοφους μυστικιστικές τάσεις αλλά μάλλον αντιδραστικού χαρακτήρα (π.χ. Jaspers,“Lehre vom “Umgreifenden“ και Heidegger „Weltfrömmigkeit,“ επιρροή επί του Χ.Γ.;).

Συμπεράσματα :

α ) Πολλές θρησκείες και ιδιαιτέρως και οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες γνωρίζουν τον μυστικισμό.
β ) Ο μυστικισμός αντιτίθεται στο μονοπώλιο ερμηνείας των ιερών κειμένων εκ μέρους του εκάστοτε ιερατικού κατεστημένου.
γ ) Το κατεστημένο τιμωρεί συχνά σκληρά τους μυστικιστές ως αιρετικούς.
δ ) Σημειώνονται από κοινωνική και πολιτική άποψη δύο κύριες κατευθύνσεις του Μ., μία αντιδραστική και μία προοδευτική.
ε) Διαπιστώνουμε όλως αντικειμενικά στα κείμενα του κ. Χ.Γ. τάσεις ενός συνδιασμού πλατωνικής σκέψης , μυστικισμού, ίσως και πανθεϊσμού. Πάντως αυτός δεν έχει πολύ σχεση με την επίσημη ορθόδοξη Εκκλησία.
Κανονικά θα έπρεπε να συμβάλλει στο παρελθόν με τις γνώσεις και το κύρος του στην ανανέωση της ορθόδοξης θεολογίας. Δυστυχώς δεν έχει να αναδείξει
επί αυτού του πεδίου ουσιώδεις επιτυχίες. Ο Μεσαίωνας επικρατεί ακόμη στην ορθόδοξη Εκκλησία και στην Θεολογίας της.

Πηγές

1.Ιδέ J.Mittelstraß et alt. ( Edit. ), Enzyklopädie, Philosophie und Wissenschaftstheorie,vier Bände, Band 4, ISBN 3-476-02012-6, Stuttgart/Weimar 2004, S.719/720.
2. G. Wehr, Europäische Mystik, ISBN 3-926642-54-8, Wiesbaden , S. 8-14,17-26
3. Ιδέ J.Mittelstraß et alt. ibid., Band 2, S.947-949.
4.Ιδέ M. Eliade, Geschichte der religiösen Ideen ( Orig. Histoire des croyances et idees religieuses, Paris 12978, 1992), ISBN 3-451-05274-1, Band 2, Breisgau 2002, S. 245-256.
5. Iδέ εκτενέστατα P.Fiebag /E.Gruber/ R. Holbe, Mysterien des Altertums, ISBN-3-426-66469-0, Gütersloh/München 2002, S.145, 147, 153, 157.
6. Ιδέ Kabbala ,Eine Textauswahl, hrsg. von H. Werner, ISBN 3-899836-349-X, Köln 2002.
7. M. Klaus/M. Buhr (Edit.), Philosophisches Wörterbuch, Band 2, Leipzig, 1969, S. 752-754.
8. Ιδέ εκτενέστατα Η.- N. Wöhler, Geschichte der mittelalterlichen Philosophie, Lehrbuch ( Εγχειρίδιο ), ISBN 3-326-00464-8, Berlin, 1990, Seite 13-15.
9. Ιδέ id., S. 169-175.
10. Ιδέ H.-N, Wöhler, ibid., S.173/174.
11.Ιδέ Ian Buruma / Avishai Margalit, Okzidentalismus, Der Westen in den Augen seiner Feinde ( Orig. : Occidentalism. The West in the Eyes of ist
Enemies, New York,, 2004), ISBN 3-446-20614-0, München / Wien 2005, pp.79-85
12. Ernst Troeltsch , Aufsätze zur Geistesgeschichte und Religionssoziologie, ISBN 3-511-06214-4.
13. Ιδε Yves Thoraval, Lexikon der islamischen
Kultur ( Orig. Dictionnaire de civilisation musulmane, Paris, 1995) , ISBN 13 : 978.3.937872.05.6, pp. 333-336).
14. Ιδέ id., p. 96).
15. Iδέ J. Maier, Judentum von A-Z, Glauben, Geschichte, Kultur, ISBN 978.3.86756.011.5, Erfstadt, 2001, S.91-94.

Καθημερινή (28.12.2013 ) και επεξεργασμένο ( 11.12.1016 )

———————————————————–

O Πυθαγόρας έμαθε και παρέλαβε το Μυστικισμό στην Αίγυπτο.

Η επιστήμη έχει απελευθερωθεί από την θρησκεία και το μυστικισμό της ήδη τον 6ο αι. π.Χ. στην Ιωνία, όπου δίδασκαν οι πρώτοι φιλόσοφοι της Ευρώπης που ήταν ΥΛΙΣΤΕΣ. Αυτοί έθεσαν την βάση της επιστημονικής σκέψης.
Αλλά τελικά έχει η επιστήμη απελευθερωθεί από την θρησκεία και τον άκρατο μυστικισμό της μέσω του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Καθημερινή ( 14.5.17)
——————————————————————————–Ινδι
Τα κάτωθι κείμενα είναι παρμένα από αλλού. Τα έχω μόνον εδώ αποθηκεύσει.

“Ινδικός Μυστικισμός

Κλασσική χώρα του μυστικισμού είναι οι Ινδίες. Ιδίως η φιλοσοφία της Βιντάντα παρέχει σε εμάς καταρτισμένο και συστηματοποιημένο μυστικισμό. Οι Βραχμάνες ανάγουν το πλήθος των θεών σε μια ενιαία και μοναδική αρχή, την οποία καλούν Βραχμάν ή Ατμάν. Το Βραχμάν τούτο ως κάτι πνευματικό και άμα απρόσωπο, «βλέπει χωρίς οφθαλμούς, ακούει άνευ ώτων, δεν ομιλεί δια λέξεων, δεν νοεί δι’ ιδεών». Είναι η ζωή, η πνοή του σύμπαντος, εξ ης τα πάντα απορρέουν και εις την οποία επιστρέφουν τα πάντα, η μόνη άφθαρτος ουσία, η οποία παραμένει αναλλοίωτος στην διηνεκεί ροή. Του Βραχμάν απορροή είναι και ο άνθρωπος- κατ’ ακολουθία η πνοή αυτή του σύμπαντος ζει και εντός αυτού είναι σπινθήρ εκπηδήσας εκ της θείας πυράς, σταγόνα εκ του ωκεανού της θεότητας. Καθήκον μοναδικό έχει να επιστρέψει πίσω στην θεία πηγή, να αφανίσει εαυτό εντός του απείρου φωτός. Η ένωση αυτή μετά του Βραχμάν ή ο αφανισμός αυτός της ιδίας προσωπικότητας σε αυτώ είναι η μόνη οδός προς την απολύτρωση από του πόνου της υπάρξεως. Η κατάσταση αυτή της αποσβέσεως, το Νιρβάνα, κατορθώνεται δια της Γιόγκα, της ασκήσεως, η οποία αποτελείται εκ σειράς συστηματικώς διαρθρωμένων ασκήσεων, των οποίων αποτέλεσμα η συγκέντρωση. Έτσι το Εγώ του ασκητή ευρίσκει την ανάπαυσή του εν τω απείρω Εγώ (Ατμάν).
Δυτικός χριστιανικός μυστικισμός
Τη δυτική Χριστιανοσύνη επηρέασε προπαντός ο Αυγουστίνος (354-430), ο οποίος μίλησε για τη θεία εικόνα κυρίως με ψυχολογικούς όρους, αρχίζοντας από τη σχέση Δημιουργού -δημιουργήματος, την οποία η θεία έλξη και η ανταπόκριση του ανθρώπου σ’ αυτήν μεταμορφώνει σε ταυτότητα. Αργότερα ο Johannes Scotus Eriugena (810-877), υιοθετώντας τη νεοπλατωνική φιλοσοφία και μεταφράζοντας τα συγγράματα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, έδωσε νέους χυμούς στον πρώιμο μεσαιωνικό μυστικισμό. Οι μυστικοί της Δύσεως παραμέρισαν τον μυστικισμό της εικόνας και στράφηκαν περισσότερο σ’ έναν ιδιωτικό και συναισθηματικό μυστικισμό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό τον ερωτικό χριστιανικό μυστικισμό.
Από τους διαπρεπέστερους υμνητές του πνευματικού ερωτά υπήρξε ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ (1090-1153). Η αγάπη του ήταν χριστοκεντρική, ενατενίζουσα τον εσταυρωμένο Χριστό. τον 13ο αι. αναπτύχθηκε μιά νέα αντίληψη της σημασίας της σαρκώσεως του Λόγου και της σπουδαιότητας που έχει μετά από αυτήν όλη η δημιουργία. Έκτοτε η παρουσία του Θεού αναζητείται περισσότερο μέσα στη δημιουργία παρά έξω από αυτήν.
Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) δίδαξε τους συγχρόνους του να αντιμετωπίζουν τη φύση με σεβασμό και αγάπη, καθώς επίσης τον άρρωστο και τον φτωχό άνθρωπο. Η ζωηρή συνείδηση της μοναδικής σημασίας που έχει το γεγονός ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος χάρισε στον χριστιανικό ερωτικό μυστικισμό ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο και ενδιαφέρον για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Πολλοί δυτικοί μυστικοί, όπως η Αικατερίνα της Σιέννας (1347-1380) και ο Ιγνάτιος Λογιόλα (1491-1556), έζησαν δραστήριο βίο και επηρέασαν ευρύτερα την κοινωνία.
Ο μεσαιωνικός μυστικισμός έφθασε σε μεγάλα ύψη με τον Έκαρτ (Johannes Eckhart, 1260-1327), που θεωρείται ο σημαντικότερος μυστικός θεολόγος της Δύσεως. Συνύφανε αυγουστίνειες και ελληνικές θεωρίες με μιά τολμηρή αποφατική θεολογία και δημιούργησε ένα επιβλητικό σύστημα, με κέντρο της θεολογικής του οντολογίας την εικόνα, οδηγώντας τον μυστικισμό της εικόνας στα απώτατα όρια. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει συνείδηση του θείου στοιχείου που υπάρχει μέσα του. Η νέα γέννηση του Χριστού στα μύχια της ψυχής αποτελεί τον σκοπό της ιστορίας της σωτηρίας. Ο Έκαρτ επιμένει ότι η μυστική ένωση δεν αποτελεί προνόμιο ορισμένων, αλλά βασική κλήση και τελικό σκοπό της ανθρωπότητας. Για να επιτύχει όμως αυτό ο άνθρωπος, δεν φθάνει μιά διανοητική διαδικασία• απαιτείται απόσυρση από τα εγκόσμια και απάρνησή τους. Τις ιδέες αυτές απλοποίησε ο J. Tauler (;1300-1361), κηρύττοντας έναν προσωπικό, βιωματικό Χριστιανισμό. Αργότερα ο Ολλανδός Jan van Ruysbroek (1293-1381) συμπεριέλαβε στον μυστικισμό της εικόνας ένα μυστικισμό της κτίσεως.
Από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του ερωτικού μυστικισμού της Δύσεως υπήρξαν οι Ισπανοί, Θηρεσία της Άβιλλας (1515-1582) και Ιωάννης του Σταυρού (1542-1591). Ο τελευταίος, που υπήρξε και πνευματικός της Θηρεσίας, περιέγραψε την πνευματική ζωή ως αυξάνουσα κάθαρση – μιά πορεία που αρχίζει με τη νύκτα των αισθήσεων, προχωρεί στη νόηση και καταλήγει στον γνόφο της ενώσεως με τον Θεό. Άλλοι μυστικοί αποκάλεσαν τη δεύτερη και τρίτη φάση, φωτισμό και ένωση αντίστοιχα. η Θηρεσία αναφέρθηκε στη μυστική αγαπητική ένωση ως «γάμο» και περιέγραψε τέσσερις βαθμίδες που οδηγούν στον Θεό: Αυτοσυγκέντρωση, συνδυασμένη με προσευχή. Προσευχή της ησυχίας. Συνενωτική προσευχή, στην οποία βούληση και νους βρίσκονται ενωμένα με τον Θεό. Εκστατική ένωση (unio mystica). Οι διδασκαλίες αυτές επηρέασαν ευρύτερα τον ρομαντικό μυστικισμό των νεοτέρων χρόνων και καλλιέργησαν μιά μυστική διάθεση στοχαστικής, συναισθηματικής και εκστατικής προσευχής.
Μυστικά ρεύματα διαχύθηκαν και στον χώρο των προτεσταντικών κοινοτήτων, που διαμορφώθηκαν από τη μεταρρύθμιση. Το πρώτο εκπροσωπούν ο V. Weigel (1533-1588), που συνέθεσε παραδοσιακές ιδέες από τον Γνωστικισμό και τον Παράκελσο, σ’ ένα απαρτισμένο σύστημα. Το δεύτερο ρεύμα πήγασε από τον J. Bohme (1575-1624), το οποίο, στην αρχή μεν συνάντησε σοβαρές αντιδράσεις, αργότερα όμως επηρέασε τη γερμανική πνευματικότητα, όταν αναπτύχθηκε ο μυστικοπαθής ευσεβισμός. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο διακεκριμένος μυστικός υπήρξε ο G. Fox (1624-1691), ιδρυτής των Κουάκερων. Με την ανάπτυξη του γερμανικού ιδεαλισμού και με τον F. Schleiermacher ο μυστικισμός προσείλκυσε το ενδιαφέρον της θεολογίας. Αργότερα ο R. Otto επισήμανε τη βαθιά σχέση του μυστικού βιώματος με την ουσία της θρησκείας.
Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού
Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».
Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:
α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.
β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).
γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.
δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.
ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.
στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.
(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)
Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.
* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.
Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.
Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.
Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού
Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».
Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:
α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.
β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).
γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.
δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.
ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.
στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.
(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)
Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.
* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.
Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.
Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.
Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού
Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».
Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:
α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.
β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).
γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.
δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.
ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.
στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.
(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)
Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.
* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.
Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.
Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.

Κινεζικός Μυστικισμός
Στην Κίνα βλάστησε και αναπτύχθηκε ένα από τα πιο αρχαία μυστικά συστήματα. το θεωρητικό του υπόβαθρο βρίσκεται στα αρχαία φιλοσοφικά αξιώματα του Λάο-Τσέ και τα αποφθέγματα της ποιητικής δημιουργίας του Τσουάνγκ-Τσέ. Το βασικό ιερό βιβλίο του Ταόισμού Τάο-τε-Τσίνγκ (προφερόμενο Ντάου-ντα-Τσίνγκ),που αποδίδεται στον Λάο-Τσέ (6ος αι. π .Χ.), καθορίζει μιά γραμμή ασκητική με πολλές μυστικές τάσεις. Η ύψιστη πραγματικότητα, το Τάο, προσδιορίζεται με αντιφατικές φράσεις και αποφατική γλώσσα. Είναι αθέατο, ακατανόητο, άμορφο, τέλειο, αναλλοίωτο, απρόσωπο, πληροί τα πάντα, είναι πηγή των πάντων. Υπήρχε πριν από όλους τους αιώνες, πριν από τη γη και τον ουρανό. Είναι η πρώτη αρχή του σύμπαντος. Πρόκειται για μιά τάση μονιστική, που διαβλέπει απόλυτη ενότητα στο σύμπαν.
Η ταόιστική αντίληψη για τη δημιουργία είναι ότι από το Τάο προήλθε το Εν, δηλαδή η μεγάλη Μονάδα, και από αυτήν οι δύο πρώτες ουσίες, «γιάν» και «γίν », θετική και αρνητική, που αντιπροσωπεύουν και αγκαλιάζουν όλες τις μεγάλες αντινομίες: φως-σκιά, αρσενικό-θηλυκό κ.λπ. Τέλος, αυτές γέννησαν τον ουρανό, τη γη, τον άνθρωπο• από αυτές προήλθαν όλα τα δημιουργήματα. Το Τάο δεν είναι μόνο η απόλυτη πηγή κάθε υπάρξεως, αλλά συγχρόνως κρατάει σε αρμονία όλα τα φαινόμενα της φύσεως. Η ενέργεια του είναι αναγκαία και αυτόματη. Αποτελεί τον ύψιστο ανθρώπινο σκοπό. Ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώξει την αυτοεγκατάλειψή του στο Τάο. Βασικά, τα μέσα γι’ αυτή την εναρμόνιση είναι η ησυχία, η απάθεια, η επιστροφή στην πρωτόγονη απλότητα.
Η βασική θέση που προτείνει ο Ταοϊσμός (η περίφημη «γουό γουάι») θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση «μην κάνεις τίποτε» ή «κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε». Για να επιτύχει ο άνθρωπος τον συντονισμό με το Τάο και να βρίσκεται σε αρμονία με τα εξωτερικά πράγματα, η ταοϊστική παράδοση καθόρισε μιά μυστική διαδικασία, με πρώτη φάση την κάθαρση, δεύτερη τον φωτισμό -όταν η αρετή δεν χρειάζεται πλέον μιά συνειδητή προσπάθεια, αλλά γίνεται αυθόρμητα- και τρίτη, την εσωτερική ενότητα. Όλοι οι άνθρωποι δυνάμει μπορούν να προχωρήσουν προς το Τάο. Ο Ταοϊσμός κήρυξε την περιφρόνηση του πλούτου, των ηδονών, της συσσωρεύσεως γνώσεως και διαμόρφωσε μιά νοοτροπία διαμετρικά αντίθετη από την αντίστοιχη του κλασικού Κομφουκιανισμού.
Αργότερα, ο Ταοϊσμός εκφυλίστηκε σ’ ένα σύστημα μαγείας, αλχημείας, αποκρυφιστικής μυστικοπάθειας. Το έργο του Τάο-Λίνγκ (1ος ή 2ος αι. μ.Χ.) έδωσε στον Ταοϊσμό σαφέστερη εξωτερική οργάνωση• ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια, ανδρικά και γυναικεία, που παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα βουδδιστικά, καθώς και ναοί, οι όποιοι στέγασαν ποικίλες εικόνες διαφόρων θεοτήτων. Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη, ο κινεζικός μυστικισμός στις βασικές του πηγές εμφανίζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με τον Νεοπλατωνισμό, με τον όποιο συμφωνεί τόσο στο θέμα της τελικής ενότητας, που είναι απρόσιτη στη γνώση και μπορεί να επιτευχθεί με διαίσθηση, ανάταση και έκσταση, όσο και στην άποψη ότι η απόλυτη Αρχή δεν μπορεί να ταυτισθεί με το όλο ή μέρος του υλικού σύμπαντος.”

Δυτικός Πολιτισμός, Προάσπιση , Defensio Culturae Europae,Εχθροί του Δυτικού Πολιτισμού Πυλώνες

Defensio Culturae Occidentalis (Προάσπιση του Δυτικού Πολιτισμού), Εχθροί του Δυτικού Πολιτισμού, Πυλώνες του Δυτικού Πολιτισμού

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί σε ό,τι αφορά την επιδίωξή μου μία ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ αντιπαράθεση με τις γνωστότατες αντιδυτικές και αντιευρωπαϊκές απόψεις του Θεολόγου κ.Χρήστου Γιανναρά.
Ετσι θα έχει κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης την ευκαιρία να συγκρίνει τις θέσεις του Χ.Γ. με τις τοποθετήσεις και τα «επιχειρήματα» των φανατικών εχθρών του Πολιτισμού της Δύσης ανά τον κόσμο και ιδιαιτέρως με το μίσος της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας και των θεολόγων της κατά της Δύσης.
Υπό Πούτιν έχει αναζωογονηθεί αυτή η άκρως εχθρική τοποθέτηση όχι μόνον εκ μέρους των ρώσων θεολόγων, αλλά και των φιλόσοφων. Ευκαιρείας δοθείσης ας υπενθυμίσουμε, ότι ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ήταν εχθρός του πολιτισμού της Δύσης.

1.Ο όρος Πολιτισμός γενικά

Από γλωσσολογική άποψη προέρχεται η λέξη Πολιτισμός από τον πολίτη, συγκεκριμένα από τον κάτοικο της πόλης, όπου επικρατεί σε σύγκριση με την επαρχία ήδη από την αρχαιότητα ένας πιό εξελιγμένος και εκλεπτυσμένος τρόπος ζωής.

Το Ετυμολογικό Λεξικό του Γ.Μπαμπινιώτη ( Αθήνα 2010, σελ. 1132) αναφέρει δύο τσιτάτα, από τα οποία απορρέει το συμπέρασμα, ότι πρόκειται για καλούς τρόπους συμπεριφοράς ( Διογ.Λαέρτ. Βίοι φιλοσ. 4.39 : „το παν δή διέτριβεν εν τη Ακαδημεία τον πολιτισμόν
εκτοπίζων“ και Ιωάνν. Χρυσόστ. Ομιλ. 63.121 : „γέλως γέγονε τα ημέτερα και πολιτισμός και αστειότης“). Κατόπιν κάνει παραπομπή στον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος έχει αποδώσει την γαλλική λέξη civilisation επαναφέροντας την ελληνιστική λέξη Πολιτισμός,
αλλά με την νέα σημασία ως εξής : „το σύνολο των πνευματικών και υλικών επιτευγμάτων του ανθρώπου „. Εν τούτοις, στο Λεξικό δεν γίνεται καμία σοβαρή προσπάθεια να δοθεί ένας πειστικός ορισμός της έννοιας Πολιτισμός.

Το Λεξικόν Νέας Ελληνικής Γλώσσης ( 2ος Τόμος, σελ.1980 ) εισέρχεται ο ορισμός κάπως στην ουσία της έννοιας :
“Κατάστασις της κοινωνίας, καθ ην ο άνθρωπος έχει οπωσδήποτε αποσπασθή της αμέσου επιδράσεως της φύσεως και έχει αναπτύξει βίον ηθικόν, πνευματικόν και καλαισθητικόν ενσυνείδητον, κατ αντίθ. προς τους αγρίους και βαρβάρους“. Αυτός ο ορισμός είναι στην ουσία μάλλον αντίγραφο του χαρακτηρισμού εκ μέρους του Mirabeau : Η επίτευξη ενός γενικού επιπέδου βίου μέσω της επιστήμης και της τεχνικής κάτι που κάνει την σύγχρονη κοινωνία να διαφέρει από τις πρωτόγονες κοινωνίες.

Τα Γαλλικά ως μία ρωμανική (νεολατινική ) γλώσσα προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν την έννοια Civilisation , η οποία έχει την ρίζα της στην λατινική λέξη civis ( πολίτης ), εξ ού και civitas ( κοινωνία ), στα Γαλλικά cite, από την οποία πάλι προέρχεται η βαρυσήμαντη έννοια citoyen ( πολίτης , στην ουσία αστός ) εξ ου και αστική επανάσταση.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι γλωσσολογικά υπάρχει μία σχέση μεταξύ του πολίτου ( civis ) και του πολιτισμού. Αυτό όμως ισχύει για την Ευρώπη, η οποία έχει ιστορικά εξελιχθεί πολύ αργότερα από τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Ο απογαλακτισμός του ανθρωπίνου γένους από την μητέρα φύση έλαβε χώραν οκτώ έως ενιά χιλιάδες χρόνια π.Χ. (στην Ευρώπη μεταξύ της 5ης και της 3ης χιλιετερίδας π.Χ. ) μέσω της Αγροτικής
Επανάστασης που ήταν η πρώτη μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό ισχύει γενικά και για την γενική εξέλιξη του υλικού και ύστερα από 4.500 έτη και του πνευματικού πολιτισμού. Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός ήταν η αφετηρία για τη Νεολιθική Εποχή.

2. Ο όρος του Πολιτισμού ( Civilisation ) συγκεκριμένα

Ευθύς εξ αρχής υπογραμμίζουμε, ότι με τον ορισμό του Πολιτισμού έχουν ασχοληθεί από τον 18ο αι. και εδώθεν η Φιλοσοφία, η Θεωρία της κουλτούρας, η Κοινωνιολογία και η Εθνολογία. Εχουμε
διαπιστώσει , ότι οι φιλοσοφικές απόψεις περί τον όρο Πολιτισμός είναι πολλαπλές και όχι τόσο σαφείς : Ταύτιση του Πολιτισμού με την Κουλτούρα, η Κουλτούρα είναι ευρύτερη από τον Πολιτισμό ή και αντίστροφα. Είναι γεγονός, ότι η διαφοροποίηση μεταξύ του Πολιτισμού και της Κουλτούρας έλαβε χώραν τον 19ο αι. στην Γερμανία , ενώ σε άλλες χώρες ταυτίζονται οι όροι Πολιτισμός και Κουλτούρα.

Σε σύγκριση με την Φιλοσοφία προτείνει η Κοινωνιολογία μάλλον έναν πιό συγκεκριμένο ορισμό : Πολιτισμός είναι το σύνολο των γνώσεων και των επιδεξιοτήτων, τις οποίες απέκτεισε ο άνθρωπος στην διαδικασία της εξέλιξης, μέσω των οποίων μπορεί αυτός να επιλύσει με ειδικό τρόπο τα υπάρχοντα προβλήματα. Αναφέρονται πρωτίστως ο  Πολιτισμός  en general, οΤεχνικός Πολιτισμός, ο Οικονομικός Πολιτισμός και ο Επιστημονικός Πολιτισμός.

Σύμφωνα με αυτήν την νεότατη αντίληψη έχει η διαδικασία του Πολιτισμού παγκόσμιο χαρακτήρα και επιδρά επί της Κουλτούρας, η οποία εμπεριέχει πρωτίστως πολιτισμικά και πνευματικά στοιχεία (Ιδέ W. Fuchs-Heinritz et alt.( Edit.), Lexikon zur Soziologie, Opladen 1995, S.757 ).

Ο Πολιτισμός της Δύσης έχει πολλές εκφάνσεις και πολλούς πυλώνες : ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ , Δημοκρατία /Παρλαμενταρισμός, Ατομο (Ατομοκεντρισμός), Πολίτης, βασικές ατομικές ελευθερίες, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, διαχωρισμός των εξουσιών, κράτος του δικαίου, υψηλό βιοτικό επίπεδο, υπερεξελιγμένη παιδεία (σχολεία, πανεπιστήμια, κέντρα ερευνών ) δημιουργικότητα, υψηλές τεχνολογίες, επιστημονικές επιτεύξεις ανωτάτου επιπέδου, πλουσιότατη λογοτεχνία, καλές τέχνες, αρχιτεκτονική, απαράμιλλη μουσική κλπ.

3.Ο όρος Κουλτούρα

Και αυτός ο όρος αναδεικνύει μερικές διαστάσεις.

Κατ αρχάς αναφέρουμε την γλωσσολογική διάσταση, η οποία είναι χρήσιμη για την κατανόηση της έννοιας . Η λέξη cultura προέρχεται από το cultus και αυτό από το ρήμα colere με την αρχική σημασία της καλλιέργειας και περιποίησης του εδάφους και των φυτών ( Agricultura ) μεν, αλλά ήδη στην αρχαιότητα την χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι και για τους ανθρώπους υπό το νόημα του καλλιεργημένου και εξευγενισμένου ανθρώπου με εκλεπτυσμένους τρόπους συμπεριφοράς ( Ιδέ K.E. Georges, Latein-Deutsches Handwörterbuch, Leipzig 1890, S. 457, 640 ).
Ιδιαιτέρως ο Cicero (Κικέρων) έχει εφαρμόσει μεταφορικά αυτήν την λέξη επί της ψυχής του ανθρώπου ( „cultura animi“ :“ καλλιέργεια της ψυχής“ μέσω της φιλοσοφίας ( Cicero, Tusc. II 13 ).

Εως τον 18ο αι. έχει ερμηνευθεί η έννοια Cultura ως διάπλαση των σωματικών, ψυχικών και πνευματικών ικανοτήτων και αρετών του ανθρώπου ( Ιδέ J. Mittelstraß ( Edit. ), Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Band 2, Stuttgart/ Weimar, 2004, S. 508 ). Ας υπενθυμίσουμε, ότι ήδη οι αρχαίοι Ελληνες έχουν χρησιμοποιήσει την σημαντικότατη έννοια ΠΑΙΔΕΙΑ με ακριβώς αυτό το νόημα. Η νεοελληνική έννοια Πολιτισμός είναι μετάφραση από τα Γαλλικά.

Σε σύγκριση με αυτό έχει εστιάσει ο περίφημος Γάλλος διαφωτιστής Voltaire ( 17ος/18ος αι. ) το 1756 στο πόνημά του „Essais sur les moeurs et l esprit des nations“ στο επίκεντρο της μόρφωσης και της
προόδου όλην την ανθρωπότητα. Στα Γαλλικά σημαίνει το επίθετο „cultural general“ γενική μόρφωση (Ιδέ ρεδώ στο Μπλογκ μου  τη μικρή μελέτη « Γενική και εγκυκλοπαιδική Μόρφωση, Παιδεία, Παγκοσμιοποίηση» ).

Σε γενικές γραμμές σημαίνει ο όρος Κουλτούρα „το σύνολο των πνευματικών και καλλιτεχνικών εκφάνσεων μίας κοινωνίας“ ( Ιδέ Duden, Das große Fremdwörterbuch, Leipzig et alt., 2000, S. 776 ). Προσθέτουμε και την Λογοτεχνία. Τέτοιες επιτεύξεις είχαν και έχουν αναμφιβόλως πρώτα από
όλα από την αρχαιότητα και οι τέσσερις Κύκλοι Πολιτισμού : Δυτικός, Ανατολίτικος/ Ισλαμικός, Κονφουκιανικός και Ινδουϊστικός.

4. Οι πολυποίκιλοι εχθροί του Πολιτισμού της Δύσης

Το 1942 σε διεθνή διάσκεψη έχουν διατυπωθεί τα εξής συμπεράσματα : Ο Προτεσταντισμός, ο Διαφωτισμός, η βιομηχανία, η άνοδος του καπιταλισμού και η φιλελεύθερη οικονομία τον 19οαι. είναι η ρίζα όλων των καταταστροφών. Η ανθρώπινη κοινωνία έχει
μεταβληθεί σε μηχανή χωρίς ανθρώπινη ψυχή. Η δύση είναι κρύα, ορθολογιστκή και γενικά ένας «Μηχανικιστικός Πολιτισμός».

“Επιχειρήματα»των εχθρών της Δύσης : Οι διανοητές της Δύσης είναι ανόητοι και πνευματικά καθυστερημένοι, όμως κατέχουν
ευφυία στις φυσικές επιστήμες. Αλλά το «πνεύμα» είναι χωρίς ψυχή, έτσι αυτοί είναι όντα όπως οι μηχανές.Το πνεύμα της Δύσης μπορεί να κάνει μεγάλες τεχνολογικές εφευρέσεις, αλλά του λείπει η πνευματικότητα (Spirituality) και δεν έχει κατανόηση για τα πάθη του ανθρώπου.
Ρίζa αυτoύ του λανθασμένου σκεπτικού είναι ο νεοπλατωνικός Πλωτίνος : «Σκέψη της ψυχής» (πίστη, ότι υπάρχει ο θεός) που είναι ανώτερη από την «σκέψη του μυαλού « (απαραίτητη η απόδειξη για την ύπαρξη του θεού).

Ολοι οι εχθροί της Δύσης και πρωτίστως οι Ρώσοι διανοητές και θεολόγοι ισχυρίζονται το ίδιο , αλλά πάνε πιο πέρα : Ο δυτικός τρόπος σκέψης είναι υποανάπτυκτος,γιατί στηρίζεται αποκλειστικά στον ορθολογισμό ως ένα εργαλείο και έτσι δεν μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να βρει τον «σωστό» δρόμο. Σε σύγκριση με την Δύση βασίζεται ο ρωσικός πολιτισμός στην “ρωσική ψυχή” ως μία μυθική και μυστικιστική οντότητα που αποτελεί δήθεν κάτι το ιδιαίτερο. Εδώ πρόκειται για μάλλον μυστικιστικές, ολίγον τι και ρατσιστικές επιθέσεις κατά του
ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Παρόμοια «επιχειρήματα» παραθέτουν και εθνικιστές στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στις Ινδίες και στις ισλαμικές χώρες. Σε ό,τι αφορά την εθνική “ιδιαιτερότητα”είναι η Ελληναράδες παγκόσμιοι πρωταθλητές.

Η αντιπαράθεση με τον τότε δυτικό (γαλλικό) πολιτισμό στην Ευρώπη έχει συντελεσθεί ήδη τον 18ο και τον 19ου αι. στην πολιτισμικά και πολιτικά καθυστερημένη Πρωσία, η οποία θεωρούσε την Γαλλία ως ενσάρκωση της Δύσης και ταυτόχονα ως κάτι το ισχυρό και αξιοπρόσεκτο μεν, αλλά και πολύ επικίνδυνο.

Ο μεγάλος ρωσοβρεταννός πολιτικός Φιλόσοφος του παρελθόντος αιώνα Isaiah Berlin έχει αξιολογήσει την τοποθέτηση των Πρώσων στον γαλλικό πολιτισμό ως εξής : Υστερα από τη νίκη του του Ναπολέοντα κατά των γερμανικών κρατών έχουν αντιληφθεί οι ηττημένοι, ότι η Γαλλία είναι στην Ευρώπη η καθοριστική πολιτική, πολιτισμική και στρατιωτική δύναμη. Οι παραδοσιακοί, θρήσκοι και οικονομικά καθυστερημένοι Γερμανοί θεωρούσαν τους Γάλλους ως υπερόπτες , αλλά δεν ήταν διατεθημένοι να αναγνωρίσουν και επίσημα την όντως μειονεκτική θέση τους. Ως ισοφάρισμα έναντι της «πενιχρής» και «άκαρδης ευρυμάθειας» των Γάλλων έχουν επισημάνει εντόνως την δήθεν βαθιά εσωτερική πνευματική ζωή , την δήθεν ποιητικότητα της εθνικής ψυχής καθώς και την απλότητα και το ευγενικό του χαρακτήρα των Γερμανών.

Σε τέτοιες περιπτώσεις κάνουν οι κατώτεροι ομφαλοσκόπηση και διαπιστώνουν φαντασιακά πλεονεκτήματα όπως τον «εσωτερικό πνευματικό βίο», την καθαρή και απλή εσωτερικότητα και τονίζουν , ότι δεν τους ενδιαφέρει ούτε η ευμάθεια ούτε η επιστήμη.

Στην ευρωπαϊκή ιστορία είναι γνωστό, ότι οι γερμανικές αντιλήψεις περί του πολιτισμού έχουν επηρεάσει και άλλους λαούς, όπως π.χ. τους Ρώσους, τους Ιάπωνες, τους Ελληνες και λίγο αργότερα και τους Αραβες.

Αυτές οι απόψεις ήταν στενότατα συνδεδεμένες με τον γερμανικό ρωμαντισμό, ο οποίος αποτελούσε ένα τμήμα του αντι-Διαφωτισμού.
Ενώ ο Διαφωτισμός ηταν βαθιά πεπεισμένος, ότι η ανθρωπότητα προοδεύει προς μία ευτυχή και ορθολογιστική ζωή, ασχολούνταν οι φιλόσοφοι του ρωμαντισμού με θρησκευτικά θέματα, όπως με την αθωότητα, την ηθική κατάπτωση και την σωτηρία. Αλλά η σωτηριολογία εκφράζει γενικά τον πόθο για ενότητα και αρμονία κάτι που σημαίνει, ότι ο ρομαντικός άνθρωπος διακατέχεται από ισχυρά νοσταλγικά συναισθήματα.

Μία από τις γνωστότερες ρομαντικές απόψεις έγκειται στο ό,τι ο υπερβολικός ορθολογισμός αποτελεί την κυρία αιτία για την ολική κατάπτωση της ανθρωπότητας.
Ιδιαιτέρως στην Ρωσία θεωρείτο η ορθολογιστική εξυπνάδα ως μία δυτική αρρώστεια και δη ως εξυπνάδα χωρίς σοφία, ενώ οι ρώσοι έχουν υπογραμμίσει εντονότατα την ηθική αναγκαιότητα όπως αυτή σημειώνεται στα γνωστά μυθιστορήματα του Ντοστογιεφσκι («Ένα πρόσωπο μπορεί να είναι σοφό αλλά για να ενεργήσει σοφά, μόνο η εξυπνάδα δεν φτάνει», «Ο,τι το αληθινό είναι δικό μας, είναι
για την Ευρώπη ξένο» ). Η καθοριστική σκέψη του Ντοστογιέφσκι είναι, ότι τα ανθρώπινα προβλήματα δεν λύνονται μέσω της νοημοσύνης, γι αυτό πρέπει ο άνθρωπος να αναζητεί την σωτηρία στην πίστη. Κατά την γνώμη του είμαστε σε θέση να εκλαμβάνουμε το τραγικό νόημα της ζωής όχι μέσω της νοημοσύνης αλλά μέσω της »σοφίας της καρδιάς». Οποιος έχει πολύ εμπιστοσύνη στη νοημοσύνη , χάνει την ικανότητα να βρει την σωτηρία. Οταν το 1851 έγινε η πρώτη Διεθνής εκθεση της αγγλικής βιομηχανίας (έναρξη σε ένα Κρυσταλλένιο Παλάτι) έχει ο Ντοστογιέφσκι διαμαρτυρηθεί, τονίζοντας , ότι η Δύση ματαίως πιστεύει, ότι μπορεί να κλείσει την κοινωνία σε ένα τέτοιο παλάτι, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ανθρώπινη φύση. Κατά την γνώμη του είναι ο νηφάλιος ορθολογισμός ένας απάνθρωπος τεθλασμένος αντικατοπτρισμός της ανθρώπινης κοινωνίας.

Μία παρόμοια άποψη έχει πρεσβεύσει και ο άλλος γίγαντας της ρωσικής λογοτεχνίας ο Λέων Τολστόϊ, πρωτίστως επισημαίνοντας την “αγνότητα”, στην πραγματικότητα πολιτισμική καθυστέρηση, του
ρωσικού λαού και την ικανότητά του να βρει την σωτηρία στην χριστιανική πίστη. Στην εποχή του τσάρου Νικολάου Ι. έχουν λάβει έντονες διενέξεις μεταξύ των «Δυτικών» και των «Σλαβόφιλων» χώραν, οι οποίοι κατηγορούσαν τους θαυμαστές του δυτικού τρόπου ζωής ως προδότες της «ρωσικής ψυχής», ώς θαυμαστές ενός μηχανιστικού δυτικού πολιτισμού και ως υπερόπτες.

Από την πλειάδα των «Σλαβόφιλων» αναφέρω Πέτρο Κιρεγιέφσκι, ο οποίος στο έργο του « Περί της αναγκαιότητας και της δυνατότητας
νέων αρχών στην Φιλοσοφία» έχει διατυπώσει την άποψη, ότι μεταξύ του πνεύμαστος της Δύσης και του ρωσικού πνεύματος υφίσταται μεγάλη διαφορά : Το πνεύμα της Δύσης έχει σάπιες ρίζες, όπως τον Αριστοτέλη, τον ρασιοναλισμό του Σχολαστικισμού, την ρωμαϊκή αντίληψη περί του απόλυτου δικαίου της ιδιοκτησίας, η οποία έχει οδηγήσει τελικά στον ατομικισμό. Μέσω του δυτικου πνεύματος δεν μπορεί ο άνθρωπος να εννοήσει τον κόσμο στην ολότητά του, ενώ το ρωσικό πνεύμα βασιζόμενο στην χριστιανική πίστη, δύναται να εκλάβει τηνουσία των πραγμάτων στην ολότητά των.

Ο Ιβάν Κιρεγιέφσκι κατηγορεί την Δύση πρωτίστως λόγω του υπερβολικού ορθολογισμού. Συγκρίνει το ανθρώπινο πνεύμα με ένα πανεπιστήμιο με πολλές σχολές. Ο ορθολογισμός είναι σύμφωνα με την γνώμη του μόνο μία σχολή, αλλά υπάρχουν και άλλες «σχολές» , όπως π.χ. το συναίσθημα, η ανάμνηση, η αντίληψη και η γλώσσα. Σε σύγκριση με το ρωσικό σκεπτικό διαθέτει η Δύση μόνο μία «σχολή», τον ορθολογισμό και επομένως είναι κατώτερη.

Ενας άλλος Ρώσος, ο Κωνσταντίν Λεόντγιεφ έχει στο βιβλίο του «Ρωσία και Ευρώπη» ήδη το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. εκφέρει την γνώμη, ότι η Δύση βρίσκεται λόγω της φιλελεύθερης ισότητας στο τελευταίο στάδιο της κατάπτωσής της , ενώ η Ρωσία ανθίζει μέσω της ζωντανότητάς της και την ισχυρή βούληση του τσάρου. Εχει επισημάνει, ότι στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας εστιάζεται ο χαρακτήρας που σημαίνει, ότι η Ρωσία θα είναι ο νικητής μέσω της ισχυρότερης βούλησης. Λίαν ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμά του : Γι αυτό δεν είναι ανάγκη να υλοποιήσει η Ρωσία μεταρρυθμίσεις !

Γενικά έχει κάνει η «υπεροπτική» Δύση λόγω του
ορθολογισμού της μία μεγάλη αμαρτία και Υβριν. Ο Δυτικισμός (εχθροί της Δύσης) των ανατολικών πολιτισμών εκφράζει οργή λόγω της επίδειξης ανωτερότητας και της αλαζονικής συμπεριφοράς της Δύσης. Η εξάπλωση της επιστημονικής πίστης αποτελεί στον δυτικό πολιτισμό το μοναδικό δρόμο για την απόκτηση της γνώσης. Αυτό το επικίνδυνο φαινόμενο αξιολογείται από τους εκπροσώπους του Δυτικισμού ως ιμπεριαλισμός του πνεύμαστος, ο οποίος είναι χειρότερος από τον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό.

Η πραγματιστική Κίνα δεν είχε τέτοια ιδεολογικά προβλήματα. Στις αρχές του 20ου αι. ήταν το μεγαλύτερο μέρος των διανοουμένων θαυμαστές του δυτικού ορθολογισμού, της δυτικής επιστήμης και της Δημοκρατίας, ενώ πολλοί λίγοι απέκρουσαν την Δύση μόνον μέσω ενός επιχειρήματος και δη του »κινεζικού πνεύματος”.

Επίσης και ο εθνικοσοσιαλισμός έχει καταπολεμήσει το φιλελεύθερο πνεύμα του δυτικού πολιτισμού και πρωτίστως την δημοκρατία, τον ατομοκεντρισμό, τις ατομικές ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον διαχωρισμό των εξουσιών και το κράτος του δικαίου, γιατί ο Führer παρίστανε τον Θεό.Η θέλησή του ήταν νόμος και δεν υπήρχαν τα άτομα , αλλά η αγέλη.

Ο Δυτικισμός έχει εξαπολυθεί όχι μόνον εκ μέρους της «ρωσικής ψυχής», της «γερμανικής ράτσας», του ιαπωνικού κρατικού Σιντοϊσμού, αλλά και εκ μέρους του καθυστερημένου Ισλάμ , ο οποίος όμως έχει επηρεασθεί σημαντικά από συντηρητικές
ευρωπαϊκές ιδέες και αντιλήψεις.

Ο ισλαμικός Δυτικισμός αξιολογεί τον
δυτικό πολιτισμό ως «ειδωλολατρική βαρβαρότητα», γιατί λατρεύει το χρήμα και την απληστία. Επειδή όμως η ειδωλολατρεία θεωρείται ως μεγίστη αμαρτία (jahiliyya), πρέπει οι Μουσουλμάνοι να την
καταπολεμήσουν με όλα τα μέσα και να την τιμωρήσουν. Από ιστορική άποψη προέρχεται μία τέτοια τοποθέτηση έναντι της ειδωλολατρείας γενικά από τον Ιουδαϊσμό.

Ο θρησκευτικός Δυτικισμός του Ισλάμ, μερικών ινδουιστών και του ιαπωνικού Σιντοϊσμού προ του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου κατηγορεί την Δύση, ότι θεωρεί την Υλη ως Θεό και τον Υλισμό ως την θρησκεία της. Τοιουτοτρόπως αντιμετωπίζεται ο αγώνας μεταξύ των ειδωλολατρών προσκυνητών της ύλης και των αληθινών προσκυνητών του θεϊκού πνεύματος με μανιχαϊστικό τρόπο.

Ο Said Qutb, ηγετικό μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας υπερασπίσθηκε το1948 την «καθαρή» ισλαμική κοινωνία και απέρριψε τον δυτικό τρόπο ζωής ως «υλιστική ειδωλολατρεία». Κατά την γνώμη του η Δύση είναι ένας τεράστιος οίκος ανοχής, γεμάτος με κτηνώδη λαγνεία, απληστεία και εγωισμό. Στην Δύση έχει αναβιβασθεί η ανθρώπινη νοημοσύνη σε θεότητα, ο μουσουλμάνος εκφράζει την πεποίθηση, ότι όλα αυτά θα περατωθούν στο μέλλον, όταν θα κυριαρχήσει ο αληθινός θεός μέσω των νόμων του.

5. Συμπεράσματα

1.Ο Πολιτισμός της Δύσης δεν είναι μονόπλευρα «μηχανιστικός» (ή «τεχνολογικός») , όπως ισχυρίζονται οι πολυποίκιλοι εχθροί του, αλλά έχει πολλές εκφάνσεις και πολλούς πυλώνες : ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ , Δημοκρατία /Παρλαμεντασριμός, Ατομο (Ατομοκεντρισμός), Πολίτης, βασικές ατομικές ελευθερίες, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, διαχωρισμός των εξουσιών, κράτος του δικαίου, υψηλό βιοτικό επίπεδο, υπερεξελιγμένη παιδεία (σχολεία, πανεπιστήμια, κέντρα ερευνών ) δημιουργικότητα,υψηλές τεχνολογίες, επιστημονικές επιτεύξεις ανωτάτου επιπέδου, πλουσιότατη λογοτεχνία, καλές τέχνες, αρχιτεκτονική, απαράμιλλη μουσική κλπ.

2. Οι εχθροί του Πολιτισμού της Δύσης την αντιμάχονται με «επιχειρήματα» στην ουσία κοινά : μονόπλευρα ορθολογιστική, παραμελεί την πίστη και τον άνθρωπο,αθεϊστική, υλιστική, χρησιμοθηρική, κρύα, απάνθρωπη, ρίζα όλων των κακών, «μηχανιστική «-τεχνολογική», οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε μηχανές, οι επιστημονικές γνώσεις της Δύσης είναι κατώτερες από την «γνώση της καρδιάς», ειδωλολατρική, τιμωρητέα κλπ.

3.Τα «επιχειρήματα» των εχθρών του Πολιτισμού της Δύσης είναι πρωτίστως θρησκευτικά, θεολογικά, υπερεθνικιστικά, εν μέρει ρατσιστικά και γενικά παραλογιστικά και εκφράζουν στο βάθος τους συμπλέγματα πολιτισμικής και επιστημονικής κατωτερότητας καθώς και πρωτόγονα αισθήματα φθόνου και φόβου.

4. Ειδικά όλες οι απόψεις των Ρώσων αντιδυτικών σημειώνονται και στην Ελλάδα σε ορθόδοξους κληρικούς και θεολόγους καθώς και σε υπερεθνικιστές (Ελληναράδες).

Πηγές

-Fritz Stern, Kulturpessimismus als Gefahr, Eine Analyse nationaler Ideologie in Deutschland, Bern et alt., 1963
-Ahmed Rashid, Taliban, Afganistans Gotteskrieger und der Dschihad, München 2004, S. 350,353
-Gordon A. Craig, Über die Deutschen, München 1982, S. 286
-Isaiah Berlin , Das krumme Holz der Humanität, Kapitel der Ideengeschichte, Frankfurt/M,, 1992, S. 306ff.
-Th. G. Masaryk, Zur russischen Geschichts- und Religionsphilosophie,
Soziologishe Skizzen, Jena 1913, Band 2, S. 812
-F. Dostojewski, Aufzeichnungen aus dem Kellerloch, Stuttgart, 1984, S. 52.
-D. Benjamin / S. Simon, The Age of Sacred Terror, New York, 2002, S. 1, 68, 207
-G. Kepel, Der Prophet und der Pharao, Das Beispiel Ägypten : Die
Entwicklung des muslimischen Extremismus, München /Zürich, 1995, S. 47
-Ian Buruma / Avishai Margalit, Okzidentalismus, Der Westen in den Augen seiner Feinde ( Orig. : Occidentalism. The West in the Eyes of ist Enemies, New York,, 2004), München / Wien, 2005, S.20ff., 55 ff., 79 ff., 103 ff.

Καθημερινή (10.11.16)

—————————————————————————-
Πυλώνες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού (Δύση)

Σύμφωνα με την συχνά αναφερθείσα μεθοδική αρχή consensus doctorum et professorum (ομοφωνία των διδακτόρων και καθηγητών)
, διατυπωθείσα στα έγκριτα επιστημονικά λεξικά και στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια, ανήκουν στους πυλώνες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού (Δύσης) πρωτίστως τα εξής στοιχεία :
α) Ο γνωστότατος αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ( Ιωνία, Αθήνα, Κάτω Ιταλία,Σικελία, Αλεξάνδρεια ) ,
β) Ο ρωμαϊκός πολιτισμός (πρωτίστως το Jus Romanum (Ρωμαϊκό Δίκαιο),
γ) Η Παλαιά Διαθήκη ( στην ουσία η μυθολογία των Εβραίων και μία από τις δύο βάσεις του Χριστιανισμού),
δ) Η Νέα Διαθήκη (η πρυτανεύουσα βάση του Χριστιανισμού) και
ε) Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ( Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία (στην Φιλοσοφία) και ΗΠΑ). Αυτός έχει μέσω της απελευθέρωσης του ανθρώπου από το σκοτάδι του Μεσαίωνα και επί τη βάσει του Jus rationis (Δίκαιον του Ορθού Λόγου =ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ) αλλάξει την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας και έχει δημιουργήσει τις σταθερές βάσεις για την γενική ανωτερότητα του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού πρώτα από όλα στις επιστήμες και ειδικά στις υψηλές τεχνολογίες.

Δημοσιευθέν συχνά στον ηλεκτρονικό τύπο , τελευταία στην Καθημερινή (9.7.17).

Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και οι Εχθροί του, Αντιπαράθεση με τον Θεολόγο και Φιλόσοφο Χ. Γιανναρά, Οικουμενικός Πατριάρχης και Διαφωτισμός, Ορθοδοξία και Σκοταδισμός

Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και οι Εχθροί του, Αντιπαράθεση με τον Θεολόγο και Φιλόσοφο Χ. Γιανναρά, Οικουμενικός Πατριάρχης και Διαφωτισμός, Ορθοδοξία και Σκοταδισμός

Ο κοσμοϊστορικός ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ και οι εχθροί του

Defensio Lucis  Aeternae Occidentalis versus “lucis sancti” orientalis virorum obscurorum theologorum orthodoxorum balkanorum

( Υπεράσπιση του Αιωνίου Φωτός της Δύσης κατά του ανατολίτικου “αγίου φωτός” των σκοταδιστών βαλκανίων ορθόδοξων Θεολόγων )

Μία συστηματική, νηφάλια και εκλαϊκευμένη επιστημονική θεώρηση

1. Προοίμιον

Το παρόν ειδικό σχόλιο αποτελεί μίαν ακαδημαϊκή αντιπαράθεση με την διαρκή δυσφήμιση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εκ μέρους του Θεολόγου και Φιλόσοφου κ. Χ. Γιανναρά. Επισημαίνω τον ακαδημαϊκό τρόπο της αντιπαράθεσης, κάτι που δεν εφαρμόζεται ούτε στον πολιτικό στίβο, ούτε στον ελληνικό τύπο, ούτως ή αλλως ούτε στο διαδίκτυο, όπου επικρατεί ένα κλίμα του συγκρουσιασμού, των αντεγκλήσεων, των διαστρεβλώσεων και των προσωπικών προσβολών.

Το σχόλιο αφορά μόνον την εχθρική τοποθέτηση του κ. Γιανναρά στην επιφυλλίδα του έναντι του Διαφωτισμού, τον οποίο κατηγορεί σχεδόν για όλα τα κακά του κόσμου και γενικά έναντι του ατομοκεντρισμού και του φιλελεύθερου πνεύματος της Δύσης αενάως ηθικολογώντας χωρίς να παρουσιάσει ένα καλύτερο κοινονικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα, ενώ σημειώνεαι μία τάση συμπάθειας σε αυταρχικούς πολιτικούς (Πούτιν, Ερντογκάν), εν μέρει και σε ολοκληρωτικά συστήματα. Εως τώρα δεν έχει γράψει, τί είναι κατά την γνώμη του ο Διαφωτισμός.

Περίμενα ματαίως πέντε έτη ελπίζοντας, ότι κάποιος θα έκανε την απαραίτητη συστηματική αντιπαράθεση με τις σκοταδιστικές θέσεις του κ. Γιανναρά, αλλά τελικά αποφάσισα να το κάνω εγώ, ειδάλλως θα περίμενα έως την μεταφυσική, υπερβατική και φαντασιακή «Δευτέρα Παρουσία».

Τί σημαίνει άραγε η έννοια Διαφωτισμός ; Πότε,σε ποιές χώρες και διατί έχει εμφανισθεί ο Διαφωτισμός ; Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και οι καθοριστικές επιτεύξεις του ; Διατί τον μισούν οι ιεράρχες και οι θεολόγοι του Ρωμαιοκαθολικισμού και ιδιαιτέρως της Ορθοδοξίας ; Διατί δεν υφίστασται ουδεμία σχέση μεταξύ των ιδεών του ατομοκεντρικού Διαφωτισμού και των αρχών των ολοκληρωτικών συστημάτων ; Είναι οι βασικές ιδέες του Διαφωτισμού παρωχημένες, όπως ισχυρίζονται οι εχθροί του ; Είναι η Μεταφυσική και ο Μυστικισμός του Χριστιανισμού και ιδιαιτέρως της Ορθοδοξίας επαρκείς και κατάλληλοι να αντικαταστήσουν στον 21οαι. τον ήδη υλοποιημένο Διαφωτισμό ; Επιδιώκουν στα σοβαρά να επανέλθουν στο Μεσαίωνα ;

2. Εννοια του Διαφωτισμού

α) Υπό την ευρύτερη έννοια σημαίνει ο Διαφωτισμός την ατομική επιδίωξη μίας αυτοτελούς νοημοσύνης του ανθρώπου. Τον ευστοχότερο ορισμό του Διαφωτισμού έχει διατυπώσει ο Γερμανός ο κορυφαίος Φιλόσοφος Ιmmanuel Kant : « έξοδος του ανθρώπου από την αυθυπαίτια ανωριμότητητά του». Πέραν τούτου μας διδάσκει ο Kant : «Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιήσει κανείς το νου του χωρίς την καθοδήγηση από κάποιον άλλον».

Κάθε Διαφωτισμός προϋποθέτει Κριτική στις κυριάρχουσες επίσημες απόψεις περί της φύσης, του ανθρώπου, της κοινωνίας, του κράτους, του θεού (των θεών), των ηθικών και των νομικών κανόνων. Κανόνες , οι οποίοι προέρχονται από έξω, από άλλους αποτελούν «χειροπέδες μίας παντοτινής ανωριμότητας» (Kant).

Ο Διαφωτισμός διακηρύττει την πρόοδο της κοινωνίας και της ανθρωπότητας ως μία χρονοβόρα διαδικασία και πρεσβέυει την βασική άποψη, ότι ο νους (ΛΟΓΟΣ) είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτος και ότι η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ του ανθρώπινου Λόγου (όχι ο θεός) αποτελεί την υψίστη εξουσία για τον άνθρωπο περί του τί είναι καλό ή κακό , αληθές ή ψευδές. Αλλά μονον η κατάλληλη παιδεία οδηγεί σε τέτοια ανθρώπινη ικανότητα.

β) Συγκεκριμένα πρόκειται για ένα διανοητικό και φιλοσοφικό κίνημα, το οποίο αντανακλούσε τις οικονομικές, και πολιτικές επιδιώξεις του Τρίτου κοινωνικού στρώματος και δη του αστικού στο πλαίσιο της χειραφέτησής του από τα δεσμά του φεουδαλικού απολυταρχισμού.
Ως διανοητικό κίνημα έχει εμπεδωθεί ο Διαφωτισμός μέσω συνεχούς και άκρως επιτυχούς σύγκρουσης με τον Σχολαστικισμό , τη Μεταφυσική, το Μυστικισμό, το μονοπώλιο της «Αλήθειας» και γενικά με την καθυστέρηση και το ΣΚΟΤΟΣ του Χριστιανισμού και δη του Ρωμαιοκαθολικισμού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που αυτό το κίνημα έχει άμεση σχέση με το πραγματικό Φως του ανθρώπινου λόγου και της επιστήμης κατά του φαντασιακού και «υπερβατικού» «φωτός του αγίου πνεύματος», δηλαδή κατά του ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ, ο οποίος ακόμη επικρατεί στις χώρες με ορθόδοξη παράδοση “από τηνΚρήτη έως το Βλαδιβοστόκ ” (Στέλιος Ράμφος) καθώς και στις ισλαμικές χώρες.

Τοιουτοτρόπως έxει αυτονομασθεί η Εποχή του Διαφωτισμού ως «the Age of enlightenment“, „ le siegle des lumieres“ή „siecle eclaire“(γαλλ.), „Aufklärung“(γερμαν.), „Illumιnismo“(ιταλ.) , „Illustracion“ (ισπαν.) και „prosvetschenije“(ρως.)

3. Ιστορικές ρίζες και βάσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Η Ιστορία της Φιλοσοφίας στην Ευρώπη αξιολογεί γενικά την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία και ιδαιτέρως τους Σοφιστές ως την πρώτη ρίζα του Διαφωτισμού. Κατά την γνώμη μου έχει ο αρχαίος ελληνικός Διαφωτισμός τις ρίζες του στον Υλισμό των Φιλοσόφων της Ιωνίας, έπονται ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και ιδίως οι Σοφιστές . Σύμφωνα με τον Εγελο είναι οι Σοφιστές οι φορείς του αρχαίου ελληνικού Διαφωτισμού).

Κατόπιν αναφέρονται η Αναγέννηση και το κίνημα του Ανθρωπισμού (Humanismus) μέσω της νέας Εικόνας του ανθρώπου και δη του ανθρώπου με εξελιγμένη ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ και μεγάλη γενική μόρφωση, κάτι που αντιτίθετο διαμετρικά στην χριστιανική Εικόνα του ανθρώπου.
Ο Διαφωτισμός έχει στηριχθεί εκτός τούτου σε επιτεύξεις των φυσικών επιστημών (Galilei ως εμπεδωτής της σύγχρονης φυσικής επιστήμης μέσω του πειράματος), Keppler (ηλιοκεντρισμός), Newton (νόμος της έλξης-βαρύτητας, «Philosophiae naturalis principia methematica» : “Μαθηματικές Αρχές περί της Φιλοσοφίας της Φύσης”, 1687 ) , οι οποίες έχουν κυριολεκτικά συγκλονίσει την κοσμοαντίληψη του Χριστιανισμού υπό την μορφή του Ρωμαιοκαθολικισμού. Ετσι προετοίμασαν το έδαφος για νέες φιλοσοφικές θεωρίες και για την ραγδαία εξέλιξη των επιστημών.

4. Αγγλία, η γενέτειρα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Δεν είναι ευρέως γνωστό, ότι ο Διαφωτισμός έχει εξελιχθεί πολυδιάστατα πρώτα στην Αγγλία. Αυτός είναι ο λόγος, γιατί παρακάτω παρουσιάζω τους σημαντικότερους Αγγλους Διαφωτιστές, οι οποίοι ήταν στην κυριολεξία δάσκαλοι των Γάλλων Διαφωτιστών, σχετικά εκτενώς. Ετσι αποδίδω στους ήρωες και «αγίους» της ευρωπαϊκής προόδου και της επιστήμης φόρο τιμής.

Θα γίνει βαθμιαία αντιληπτό, ότι οι καθοριστικές οικονομικές πολιτικές και κοινωνικές αξίες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού ύστερα από το Μεσαίωνα έχουν την αφετηρία στην Αγγλία.

Ηδη κατά το τέλος του 16ου αι. αρχισε η διαδικασία χειραφέτησης της αγγλικής αστικής τάξης, επί τη βάσει της παραγωγής και ταυτόχρονα έλαβε χώραν πρωτίστως μέσω της “Glorious Revolution” (¨Ενδοξη Επανάσταση”, 1688/1689) μία ελαφρά αστικοποίηση της αριστοκρατίας . Στο πέρασμα από τον 17ο προς τον 18οαι. έχει φθάσει ο αγγλικός Διαφωτισμός στο αποκορύφωμά του.

Αφετηρία του Διαφωτισμού ήταν ο FRANCIS BACON (16ος-17ος αι.), ο γενάρχης του αγγλικού υλισμού και σχεδόν όλων των εμπειρικών επιστημών. Στο διεθνώς γνωστότατο έργο του «Essays» (“Πονήματα”) εμπεδώνει την θεωρία του common sense (κοινός νους), η οποία έχει επηρεάσει πολύ την ευρωπαϊκή φιλοσοφική αντίληψη. Στο έργο του «Novum organum scientiarum» ( “Νέο Οργανον των Επιστημών”, 1620) , προτείνει ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης της επιστήμης με σκοπό τη ριζική μεταλλαγή των ανθρωπίνων και των κοινωνικών σχέσεων. Το σχεδόν απίστευτο έγκειται στην προσπάθειά του, να συμβάλλει μέσω φιλοσοφικών γνώσεων στον εκμοντερνισμό της παραγωγής ( «Nova Atlantis»). Σήμερα ονομάζεται αυτό Πρακτική Φιλοσοφία (στην Ευρώπη υπάρχουν ήδη τέτοιες πανεπιστημιακές έδρες). Ο Bacon έχει διατυπώσει και το εξής διάσημο : «Γνώσις είναι ισχύς».

Ακολούθησε o THOMAS HOBBES (επίσης 16ος-170ς αι. ), ο οποίος έχει εξελίξει τις απόψεις του F.Bacon μεν περαιτέρω, αλλα ήταν αντίθετος με μερικές θεϊστικές τάσεις του Bacon. Απαίτησε να εκδιωχθεί η Θρησκεία από την Φιλοσοφία, η οποία δέον να ασχολείται με τα σώματα, εννοώντας όχι μόνον το ανθρώπινο (φυσικό) , αλλά και το κρατικό (τεχνητό) σώμα, το οποίο δημιουργείται μέσω συνθηκών μεταξύ των ανθρώπων. Επομένως προτείνει την «Philosophia naturalis» (“Φιλοσοφία της Φύσης”) και την «Philosophia civilis» (“Φιλοσοφία του Πολίτου”.
Τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι «The Elements of Law, nature and politics» ( “Τα Στοιχεία του Δικαίου, της Φύσης και της Πολιτικής”), «De cive» (Περί του Πολίτου”) και το περιβόητο «Leviathan» , στο οποίο εμπεδώνεται μία νέα Θεωρία του κράτους. Ταυτοχρονα απορρίπτει τη μεσαιωνική θεολογική ψευτοθεωρία του κράτους. Εν ολίγοις το ξήλωμα των παρωχημένων και άχρηστων θεολογικών απόψεων συντελείται βαθμιαία, μεθοδικά και συστηματικότατα και τελικά επιτυχέστατα.

Ο σημαντικότερος Φιλόσοφος του αστικού κοινωνικού στρώματος στα τέλη του 17ουαι. ήταν o John Locke. Το έργο του «An essay concerning human understanding»(” Πόνημα περί της ανθρωπίνης νοημοσύνης”) εμπεδώνει την Σενσουαλιστική Γνωσιοθεωρία, η οποία αποτελεί το φονταμέντο της Φιλοσοφίας του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ιδιαιτέρως του Σενσουαλιστικού Υλισμού. Εκφράζει αντίθεση στον ισχυρισμό του Descartes, ότι οι ιδέες είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτες. Και όμως αυτός παραμένει ένας ιδεαλιστής Φιλόσοφος, γιατί διαπιστώνει, ότι υπάρχουν δύο αλήθειες : μια την οποία εκλαμβάνει η ανθρώπινη νοημοσύνη από τη μια μεριά και η η αλήθεια της “θεϊκής αποκάλυψης” από την άλλη μεριά.

Στο σημαντικότατο για την ευρωπαϊκή Θεωρία του κράτους και την Θεωρία του φυσικού Δικαίου (“φύσει δίκαιον”) συγγράμματός του «Two treatises of government»( (“Δύο μελέτες περί της κυβερνήσεως”) πρεσβεύει την άποψη, ότι το κράτος βασίζεται σε μίαν συνθήκη μεταξύ του λαού και του άρχοντα, και ότι πρέπει να υπάρχουν δύο εξουσίες, η νομοθετική και η εκτελεστική. Είναι η πρώτη φορά που έχει διατυπωθεί κάτι τέτοιο στη νεώτερη ευρωπαϊκη ιστορία. Ονομάζει ένα τέτοιο κράτος «κράτος του Λόγου» (ratio).
Ενα από τα σπουδαιότερα καθήκοντα του κράτους είναι κατά την γνώμη του η προστασία του δικαίου της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτό ανταποκρίνεται
πλήρως στα ταξικά συμφέροντα της ανερχόμενης αστικής τάξης και του
καπιταλισμού.

Επονται Μασόνοι και Ντεϊστές (π.χ. Anthony Collins, Matthews Tindal, John Toland et alt.), οι οποίοι έχουν επιτεθεί μετωπικά, εντατικά και συστηματικά εναντίον της Θρησκείας και της Σχολαστικιστικής Θεολογίας, την οποία θεωρούσαν ως το μεγαλύτερο εχθρό τους. Εν ολίγοις : Η κατατρόπωση της σχολαστικιστικής Θεολογίας αποτελούσε την conditio sine qua non για την εμπέδωση της επιστημονικής γώσης και μεθοδολογίας.

Οι Αγγλοι συνέχισαν την αποδόμηση της Θρησκείας και της Θεολογίας της και στον τομέα της Ηθικής Φιλοσοφίας απορρίπτοντας ό,τι έχει σχέση με την
μεσαιωνική χριστιανική ηθική. Εδώ πρωτοστάτησαν ο ιατρός Bernard de Mandeville και ο κόμης Shaftesbury. Ο πρώτος εκφράζει στο σύγγραμμά
του «The Fable of the Bees : or Privat Vices, Public Benefits» (“Το Παραμύθι των Μελισσών : Προσωπικά Αμαρτήματα ως Δημόσια Πλεονεκτήματα”) ισχυρό μίσος και μεγίστη απέχθεια έναντι της αφάνταστης υποκρισίας της χριστιανικής ηθικής και διατυπώνει την άποψη, ότι εγωϊσμός, απάτη, απληστία κλπ. είναι
ανθρώπινα φαινόμενα όμως υπερεξελιγμένα σε ιερείς, πλουσίους και πολιτικούς.
Μόνον σε μερικές περιπτώσεις υπερβάλλει θέλοντας να αντιμετωπίσει τέτοιες συνήθειες μόνον μέσω νόμων και της κρατικής εξουσίας. Ο εγωϊσμός, όπως ο Μ. τον αντιλαμβάνεται, που δεν αντιτίθεται στους νόμους , μπορεί κάλλιστα να συμφωνεί στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας με το γενικό συμφέρον.

Ο ντεϊστής Shaftesbury απορρίπτει και τον Υλισμό και την χριστιανική ηθική και νομίζει, ότι το ηθικό είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτo.Kατά την γνώμη του, έχει κάθε άνθρπος την δυνατότητα να εκλάβει μέσω του Λόγου του, ποιές δκές του ή ξένες πράξεις είναι στην αστική κοινωνία επιτρεπτές και ηθικές. Σκοπός του είναι να επιτευχθεί στην κοινωνία ο ανθρωπισμός.

Στην περαιτέρω εξέλιξη του Εμπειρισμού, του Σενσουαλισμού και του Σκεπτικισμού (αντίπαλος της Μεταφυσικής) έχει συμβάλλει και ο Φιλόσοφος, Οικονομολόγος και Ιστορικός David Hume , ο οποίος έχει ασκήσει επιρροή ακόμη και στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του I.Kant (κυρίως στο έργο του «Kritik der reinen Vernunft») , στον ευρωπαϊκό Θετικισμό και στην Αναλυτική Φιλοσοφία.

Ο πιο γνωστός αντίπαλος του Αγγλικού Διαφωτισμού ήταν αυτονοήτως ένας κληρικός, ο επίσκοπος George Berkeley, υπέρμαχος φυσικά της Υποκειμενικής Ιδεαλιστικής Φιλοσοφίας. Στο κύριο έργο του «Treatise concerning the principles οf human knowledge» (“Μελέτη περί των αρχών της ανθρώπινης γνώσεως”, 1710) απορρίπτει την ύπαρξη μίας αντικειμενικής πραγματικότητας και ισχυρίζεται, ότι αυτό που γενικά ονομάζουμε πραγματικότητα αποτελεί
μόνον μία σύνδεση αισθημάτων, τα οποία προκαλεί ο Θεός στο ανθρώπινο μυαλό ! Σε αυτή την μεσαιωνική σχολαστική αντίληψη βασίζεται η «Γνωσιοθεωρία» του. Σε τέτοιο καθυστερημένο επίπεδο εστιάζεται ακόμη (ίσως και αιωνίως) και η θεολογική Μεταφυσική της Ορθοδοξίας.

Οι πρυτανεύουσες απόψεις των Αγγλων (και Σκωτσέζων) Διαφωτιστών έχουν εκφρασθεί αργότερα με συνέπεια και συστηματικότητα από άλλους Φιλόσοφους, όπως π.χ. από τον Jeremy Bentham και τον John Mill.

Ο Jeremy Bentham («An Introduction to the Principles of Morals and Legislation“( ” Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής και της Νομοθεσίας “) έγινε διεθνώς φημισμένος ως θεμελιωτής του Ηδονιστικού Ουτιλιταρισμού (Ηδονιστικός Ωφελιμισμός ). Σύμφωνα με την Αρχή του Ωφελιμισμου εξαρτάται η ηθική ποιότητα των ανθρωπίνων πράξεων από το εάν μεγενθύνουν την ευτυχία όλων των Ατόμων, τα οποία έχουν κάποια σχέση με αυτές. Σύμφωνα με την δική του αντίληψη περί του „καλού του συνόλου“ αυτό εξαρτάται από τα συμφέροντα των πολιτών. Μέσω του Ουτιλιταρισμού ερμηνεύεται θεωρητικά το ανθρώπινο πράττειν υπό το νόημα , ότι η επίτευξη του Οφέλου είναι το κινητήριο μοτίβο των πράξεών του. Εδώ σημειώνεται μία άμεση σχέση μεταξύ του Ατομοκεντρισμού και του Ωφελιμισμού.

Στην περαιτέρω επεξεργασία και εξέλιξη του αγγλικού Ουτιλιταρισμού έχει συμβάλλει και ο John Mill („Utilitarianism“ :”Ωφελιμισμός” “). Μεταξύ άλλων γράφει :“Θα ήθελα εκ νέου να επαναλάβω, ότι οι αντίπαλοι της Ωφελιμιστικής Αρχής σπάνια το αναγνωρίζουν : Οτι η ευδαιμονία, η οποία αποτελεί για τον ουτιλιταριστή μοραλιστή το ηθικόν μέτρον , δεν είναι η δική του ευδαιμονία του ενεργούντος, αλλά όλων των συμπραττόντων“.

Το κύριο μήνυμά τους είναι το εξής : Μεταξύ της ατομικής και της γενικής Ευδαιμονίας δεν επιτρέπεται ουδεμία αντίθεση, δηλαδή να σκέπτεται το συγκεκριμένο Ατομο φυσικά το δικό του, αλλά και ταυτόχρονα και το Οφέλημα για όλην την κοινωνία. Αυτό μπορεί να αξιολογηθεί ως διαλεκτική σχέση μεταξύ του συμφέροντος του Ατόμου και του συμφέροντος της κοινωνίας. Δηλαδή δεν
πρόκειται για μονόδρομο και εγωϊστικό συμφέρον.

Ο Bentham και o Mill έχουν θεμελιώσει τον αγγλικό Ουτιλιταρισμό, ο οποίος εκπέμπει ένα ενδιαφέρον μήνυμα : „ the greatest happines of the greatest number“ (” η μεγίστη ευτυχία για τον μέγιστο αριθμό” (ανθρώπων). Πρωτίστως μέσω αυτής της θεωρητικής τοποθέτησης έχει δικαιολογηθεί ο φιλελευθερισμός, σύμφωνα με τον οποίο η μεγέθυνση του Οφέλους του ενός μπορεί να επιφέρει την μεγέθυνση του Οφέλους όλης της κοινωνίας.

5. Γαλλικός Διαφωτισμός , Αποκορύφωμα και υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει δεχθεί μεγάλη ώθηση από την σύγκρουση μεταξύ του τρίτου κοινωνικού στρώματος και της φεουδαλικής απολυταρχικής Μοναρχίας, κάτι που ήταν καθοριστικό σε όλον τον 18οαι. Ο Διαφωτισμός έχει εμφανισθεί ως κίνημα των Γάλων διανοουμένων στη μεταβατική περίοδο από τον17ο προς τον 18ο.αι. σε συνδυασμό με την γενική κρίση του Ancien Régime και έφθασε στο
crescendo του μέσω της νικήτριας Αστικής Επανάστασης το 1789 και της καθολικής εγκαθίδρυσης της εξουσίας της αστικής τάξης.
Στην Γαλλία σημειώνεται μία ιδία μορφή του Διαφωτισμού, του οποίου το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν ο ριζοσπαστισμός και ή άμεση επαφή με την πολιτική και την κοινωνική πραγματικότητα.

Διαπιστώνουμε συνολικά τρία βασικά στάδια του Γαλλικού Διαφωτισμού :

Το πρώτο στάδιο (πρώιμος Διαφωτισμός)

έχει ως χαρακτηριστικά στοιχεία α) μίαν κοσμοαντίληψη, η οποία έχει επηρεασθεί καθοριστικά από την σενσουαλιστική Θεωρία του Locke και β) την απόρριψη του Ρασιοναλισμού του Descartes. Ο γαλλικός τρόπος ζωής , όπως η απόλαυση hic et nunc και όχι σε ένα φαντασιακό μεταθανάτιο «παράδεισο» καθώς και ο αντιμεταφυσικαλισμός, ο αντικληρικαλισμός και ο αντιθεολογισμός απαιτούσαν στην ουσία κοινωνιολογικές, υλιστικές, αντιμεταφυσικές, αθεϊστικές και αντιθρησκευτικές θεωρίες.

Ο πρώτος θεωρητικός του Γαλλικού Διαφωτισμού ήταν ο Pierre Bayle («Dictionnaire historique et critique» : “Ιστορικό και κριτικό Λεξικό” 1697) έχει πρωτοστατήσει στην παραλαβή του αγγλικού common sense, έχει συμβάλλει επιτυχώς στην κονιορτοποίηση της Σχολαστικιστικής Μεταφυσικής και έχει διατυπώσει εντόνως την άποψη , ότι η αθεϊστική κοινωνία γρήγορα θα επικρατήσει, γιατί οι αθεϊστές είναι έντιμοι, ενώ η θρησκεία έχει μέσω της δεισιδαιμονίας και της ειδωλολατρικής λειτουργίας στις χριστιανικές εκκλησίες εξαθλιώσει από ηθική άποψη τον άνθρωπο.

Μερικά έτη αργότερα εμφανίσθηκε στο σκηνικό των Διαφωτιστών ο Bernard Le B. De Fontenelles με τρία σημαντικά συγγράμματα ( „Digression sur les
Anciens et les Modernes „(” Θεώρηση των Παρελθόντων και των Συγχρόνων”),„Histoire des oracles“ ( “Ιστορία των Μαντειών” ) και „ “De l`origine des fables“ ( “Περί της προελεύσεως των παραμυθιών”), στα οποία ασχολείται κυρίως με την βαθμιαία εξέλιξη του ανθρωπίνου πνεύματος υπό το νόημα της Προόδου. Εδώ πρόκειται για τον πρώτο Φιλόσοφο, ο οποίος έχει ανακαλύψει την Πρόοδο ως βασικό νομοτελειακό κανόνα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Αυτή η λίαν καινότομη άποψη έχει περαιτέρω εξελιχθεί ιδιαιτέρως από τον Φιλόσοφο Holbach φιλοσοφικά καθώς και πολιτικά με ριζοσπαστικό τρόπο.

Με τον μεγάλο ρόλο της Προόδου στην ανθρώπινη ιστορία έχει ασχοληθεί υπό τον φακό της Ιστορίας της Φιλοσοφίας και ο Condorcet στο έργο του „Esquisse des progres de l`esprit humaine“ ( “Σχέδιο μίας παρουσιάσεως της προόδου του ανθρωπίνου λόγου”).

Αλλά ο σημαντικότερος Γαλλος Διαφωτιστής («Πατριάρχης» του Γαλλικού Διαφωτισμού ) στο πρώτο ήμισυ του 18ου αι. ήταν ο Voltaire ( François-Marie ) , ο οποίος αποφάσισε να πάει στην Αγγλία για τρία χρόνια (1694-1697), όπου έχει ασχοληθεί υπό το νόημα σπουδών συστηματικά με τη νέα Φυσική Επιστήμη του Newton και με την σενσουαλιστική Γνωσιοθεωρία του Locke. Δηλαδή έχει αναγνωρίσει τους Αγγλους ως Φωτοδότες της επιστημονικής σκέψης.
Εχοντας μία τόσο ισχυρή επιστημονική βάση κατόρθωσε να συνδυάσει το νέο Φυσικό Δίκαιο (φύσει δίκαιον, jus naturae, jus naturalis) , με την Εμπειρία και τελικά με τον ανθρώπινο Λόγο . Αντικειμενικά έχει προετοιμάσει μίαν άκρως πειστική φιλοσοφική επιχειρηματολογία για την δημιουργία της αστικής κοινωνίας και για την εγκαθίδρυση του αστικού κράτους. Αρχισε ήδη να κινείται βαθμιαία από την Θεωρία στη μελλοντική Πράξη.

Και ο Voltaire αξιολογεί την θρησκεία ως πηγή της δεισιδαιμονίας, του φανατισμού, της κακίας, της αμάθειας και της καταπίεσης του λαού. Γι αυτόν ήταν πρωταρχικός σκοπός να απελευθερώσει την ανθρωπότητα (όχι μόπον τον γαλλικό λαό) μεταξύ άλλων και από την θρησκευτική δεισιδαιμονία και την αδιαλλακτικότητα της χριστιανικής εκκλησίας.
Και όμως είπε τουλάχιστον μια φορά, ότι η θρησκεία είναι κατάλληλη και απαραίτητη για την χειραγώγηση και διοίκηση του λαού. Δηλαδή δεν ήταν μόνον θωρητικός, αλλά και πραγματιστής.

Σε σύγκριση με τον Voltaire ήταν ο Charles de S. de Montesqieu μόνον εν μέρει Διαφωτιστής. Στο έργο του «De l`esprit des lois“ (” Περί του πνεύματος των νόμων”) έχει αναπτύξει την άποψή περί των τριών εξουσιών νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, κάτι που έχει όχι αμέσως αλλα τον 19ο και τον 20αι. αναγνωρισθεί ως υπόδειγμα φιλελεύθερης αστικής Θεωρίας του κράτους.

Το δεύτερο στάδιο του Γαλλικού Διαφωτισμού

είχε ως αφετηρία το «Code de la nature» του Morely και τον Jean-Jacques Rousseau ,του οποίου η συμβολή στις επιτυχίες του Διαφωτισμού πρωτίστως μέσω του πολιτικού συγγραμμάτου „Contrat social“ (“Κοινωνικό Συμβόλαιο”) καθώς και των άλλων έργων του „Discours sur les sciences et les arts“ (“Μελέτη περί των επιστημών και των καλών τεχνών”, 1750) , „Discours sur l`origine et les fondements de l` inégalité parmi les hommes“ ( “Μελέτη περί της προελεύσεως και των βάσεων της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων”, 1754), «Nouvel Héloise» και „Emile“ ήταν όντως τεράστια και καθοριστική.

Ετσι έχει αυτός ενδυναμώσει το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο του αναγκαίου αγώνα της αστικής τάξης κατά του φεουδαλικού απολυταρχικού συστήματος, το οποίο εμπόδιζε την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού status quo. O Rousseau ήθελε μία κοινωνία ισότιμων και μορφωμένων πολιτών χωρίς πλούσιους και φτωχούς, χωρίς καταπίεση, όπου θα ίσχυε η “Volonté Générale” (“Γενική Βούληση”) και όχι η “Volonté de tous” (“Βούληση όλων”) που σημαίνει το άθροισμα των βουλήσεων των πολιτών σε ένα κράτος. Θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε και διαφορετικά : Συμφέρον του συνόλου (Δημόκριτος) ή «το κοινόν καλόν» (Αριστοτέλης), αλλά οι Φιλόσοφοι και οι Πολιτολόγοι της ανερχόμενης αστικής τάξης ήθελαν οπωσδήποτε να επισημάνουν την παναθρώπινη πτυχή των αστικών επιδιώξεων και εννοιών (επιτυχέστατο τέχνασμα ιστορικών διαστάσεων ). Ετσι κατόρθωσαν να ομιλούν και να ενεργούν όχι μόνον στο όνομα της αστικής τάξης , αλλά και στο όνομα όλου του λαού.

Στα πλαίσια του διαφωτιστικού κινήματος υπήρχε και μία πτέρυγα των οπαδών του Μηχανιστικού Υλισμού ( J.de la Mettrie, C. Helvetius, D`Holbach και ο σημαντικότερος από όλους ο Denis Diderot). Αυτοί είχαν ως βάση της τοποθέτησής των την φυσική του Descartes, την Θεωρία περί της Φυσικής του Newton και τον Υλιστικό Σενσουαλισμό του Locke. Οι υλιστικές ή και ντεϊστικές απόψεις τους έχουν ασκήσει καθοριστική επιρροή στην γαλλική νεολαία της προεπαναστατικής εποχής.

Αυτό έχει συντελεσθεί πρώτα από όλα μέσω της
περίφημης «Encyclopédie ou Dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des métiers“ (“Εγκυκλοπαίδεια ή εξηγητικό Λεξικόν των επιστημών , των καλών τεχνών και των επαγγελμάτων” , 1751-1772) με , την οποία εξέδωσαν o Diderot και D` Alembert, αλλά έχουν συμετάσχει με άρθρα σχεδόν όλοι οι Διαφωτιστές. Κυρία επιδίωξη ήταν η μόρφωση όλου του λαού επί τη βάσει επιστημονικών γνώσεων και κατά της χριστιανικής Μεταφυσικής και γενικά κατά του θρησκευτικού σκοταδισμού. Μέσω αυτού του αξιοθαύμαστου επιστημονικού έργου έχει λάβει χώραν ίσως το πιο δυνατό χτύπημα κατά της σκοταδιστικής Θεολογίας. Το τραύμα των εκπροσώπων των κληρικών και της Θεολογίας εστιάζεται τόσο βαθειά στη ψυχή τους που ακόμη και σήμερα τρομάζουν, όταν ακούν τη λέξη ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, ή όταν κάποιος μιλάει για εγκυκλοπαιδική μόρφωση, την οποία προσπαθούν να υποβιβάσουν και να συκοφαντήσουν , υπογραμμίζοντας τη «γνώση» περί φαντασιακών και ψευτοδιανοητικών και μεταφυσικών αερολογιών. Μπορούμε να συγκρίνουμε την γαλλική Εγκυκλοπαίδεια με μίαν ατομική βόμβα κατά του σκοταδισμού.
Το διαφωτιστικό Ius Rationis (Δίκαιο του Ορθού λόγου : ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ) ή το ΦΩΣ του ανθρωπίνου ΛΟΓΟΥ έχει ολοσχερώς συντρίψει το “αγιον φως” ή στην ουσία τον θρησκευτικό σκοταδισμό.

Το τρίτο στάδιο του Γαλλικού Διαφωτισμού (Υλoποίηση)

έχει λάβει χώραν κάτω από την επίδραση του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου για ανεξαρτησία και της εμπέδωσης ενός δημοκρατικού συστήματος στις ΗΠΑ ( «Virginia Declaration of Rights“ ) και έχει φθάσει στο αποκορύφωμά της μέσω της αστικής επανάστασης το 1789. Εμφανίσθηκαν άλλοι πρωταγωνιστές , όπως ο J.P.Marat, o J.P. Brisot , o A.N. de Condorcet και ο Abe E.J. Sieres, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί στα συγγράμματά τους κυρίως με την αντικατάσταση του σάπιου φεουδαλικού συστήματος με το αστικό σύστημα. Εχει επίσης αποδειχθεί, ότι η αστική τάξη δεν ήταν ενιαία. Ηδη άρχισαν οι αντιπαραθέσεις και συχνά οι εξοντωτικές συγκρούσεις μεταξύ των Γιρονδίνων και των Ιακωβίνων (Maximilien Robespierre) .

Μία από τις μεγαλύτερες, αληθώς κοσμοϊστορικές επιτεύξεις της Αστικής Επανάστασης είναι η ατομοκεντρική „Déclaration des Droits de l’Homme et du Citoyen“, η οποία έχι συγκλονήσει τα φεουδαλικά καθεστώτα και τα εξωπραγματικά θεολογικά κατασκευάσματα. Ο θεοκεντρισμός έχει αντικατασταθεί εσαεί με τον υπέροχο ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ υπο την μορφή του ΑΤΟΜΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΥ.

Βαθμιαία έγινε αντιληπτό, ότι το “βασίλειο” της ανθρώπινης νοημοσύνης ήταν απλούστατα η εξουσία της αστικής τάξης, η ισότητα ήταν τελικά μόνον η ισότητα των πολιτών προ των δικαστηρίων, και γενικά έχει εγκαθιδρυθεί μία αστική και δημοκρατική Ρεπούπλικα, ένα κράτος του δικαίου, επί τη βάσει των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελευθεριών των πολιτών και των τριών εξουσιών του κράτος.

Αλλά ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας έχει επιτευχθεί πολύ αργότερα (1905) μέσω του “Loi relative à la séparation des Eglises et de l’Etat”.Οι εκκλησίες και κοινότητες των πιστών δεν είναι δια νόμου αναγνωρισμένες, το θρησκευτικό μάθημα καθώς και θρησκευτικά σύμβολα είναι στα σχολεία απαγορευμένα , και το κράτος δεν εισπράττει φόρους για την εκκλησία.

Η Ελλάδα είναι και σε αυτό το σημαντικότατο πεδίο καθυστερημένη, γιατί στο μυαλό του μεσαίου Νεοέλληνα εστιάζεται σχεδόν αρχετυπικά μία μεσαιωνική Εικόνα του Ανθρώπου και μία τελείως παρωχημένη σχολαστικιστική ορθόδοξη Κοσμοαντίληψη, η οποία εμποδίζει κάθε γνήσια και αποτελεσματική Πρόοδο μέσω βασικών, ριζικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αρχίζοντας με τον αναγκαιότατο διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Χωρίς έναν ριζικό εξευρωπαϊσμό , εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό δεν έχει η Ελλάδα μέλλον.

Παρατήρηση : Τα περί του «ελληνικού Διαφωτισμού» είναι μεν γνωστά, αλλα από τεχνικούς λόγους δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ και σήμερα και σ ´ αυτό το ιδιαίτερο θέμα.

Συμπεράσματα

1.Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ξεκίνησε από την Αγγλία, όπου έχουν διατυπωθεί συστηματικά οι φιλοσοφικές Θεωρίες Σενσουαλισμός, Εμπειρισμός, Σκεπτικισμός, Υλισμός, Ουτιλιταρισμός, Ντεϊσμός καθώς και ο Αθεϊσμός.

2. Οι βασικές απόψεις τουΑγγλικού Διαφωτισμού ήταν συγκεκριμένη έκφραση των οικονομικών , πολιτικών και κοινωνικών συμφερόντων της ανερχόμενης αστικής τάξης. Η εγκαθίδρυση του Παρλαμενταρισμού και η εμπέδωση της Βιομηχανικής Επανάστασης έχουν άμεση σχέση με τον Διαφωγτισμό.

3. Η κατατρόπωση της ολέθριας επιρροής της σκοταδιστικής Σχολαστικιστικής Θεολογίας και του χριστιανικού κλήρου σε όλον τον βίο ήταν η πρωταρχική και ευγενής επιδίωξη των Διαφωτιστών.

4. Οι Αγγλοι (και Σκωτσέζοι) Διαφωτιστές είναι οι πολιτισμικοί και επιστημονικοί κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων Υλιστών Φιλοσόφων.

5. Ο Αγγλικός Διαφωτισμός είναι ατομοκεντρικός.

6. Ο Αγγλικός Διαφωτισμός και η υλοποίησή του στον πολιτικό στίβο έχουν συμβάλλει στην εμπέδωση βασικών ελευθεριών („civil liberties“) και δικαίων („rights of Englishmen“).

7. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει παραλάβει τις βασικές θεωρίες του Αγγλικού Διαφωτισμού, τις έχει συγκεκριμενοποιήσει και τελικά υλοποιήσει. Είναι σε σύγκριση με τον Αγγλικό Διαφωτισμό πιο ριζοσπαστικός, ποιό πολιτικός και πιο κοινωνιολογικός.

8. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει εκλάβει στοιχεία της όξυνσης των διενέξεων και συγκρούσεων μεταξύ της αστικής τάξης και του Ancien regime, είναι πιο συγκεκριμένος και αναδεικνύει μίαν εχθρική στάση έναντι της Θρησκείας.

9. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός δώρησε στην ανθρωπότητα τον διαχωρισμό των εξουσιών σε ένα κράτος , τις βασικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην πιο ώριμη μορφή.

10. Γενικά έχει ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εμπεδώσει τον ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟ, ο οποίος αυτονοήτως δέον να εφαρμοσθεί και σ αυτόν τον ίδιο υπό το νόημα, ότι και οι δικές του αξίες και αλήθειες δεν είναι απόλυτες και μοναδικές, εάν λάβουμε υπ όψη και τους άλλους κύκλους πολιτισμού.

11. Και όμως : Ο Διαφωτισμός έχει δημιουργήσει τις θεωρητικές και ιδεολογικές βάσεις του Κύκλου Πολιτισμού της Δύσης με την καθολική και αναμφισβήτητη ανωτερότητά του. Προσπάθειες να τον αντικαταστήσουν με ολοκληρωτικά συστήματα, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Προς το παρόν δεν υφίσταται στην πραγματικότητα κανένα καλύτερο οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

12. Ο Διαφωτισμός έχει εμπεδώσει μία σύγχρονη Εικόνα του Ανθρώπου περαμερίζοντας την χριστιανική μεσαιωνική Εικόνα του Ανθρώπου , μία μοντέρνα αντίληψη περί του Ατόμου και του Πολίτου καθώς και μίαν σύγχρονη Κοσμοαντίληψη, ενώ η χριστιανική “εικόνα του ανθρώπου” και η χριστιανική κοσμοαντίληψη έχουν πεταχθεί στην ιστορική κάλαθο των αχρήστων.

13. Οι μεγαλύτεροι εχθροί του Διαφωτισμού ήταν το φεουδαλικό απολυταρχικό σύστημα με τους ιδεολόγους του, η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τους Θεολόγους της (ο Διαφωτισμός τους έχει σπάσει εσαεί την ραχοκοκαλιά), τον παρελθόντα αιώνα τα ολοκληρωτικά συστήματα ως αντίπαλα της Ατομικότητας, των ελευθεριών και των δικαιωμάτων της (Φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός και κομμουνισμός-λενινισμός-σταλινισμός) και είναι σήμερα η ορθόδοξη Εκκλησία ιδιαιτέρως η ρωσική με τους Θεολόγους της, το ολοκληρωτικό σύστημα στην Κίνα, το Ισλάμ , εν μέρει και άκρως συντηρητικοί ή πολιτισμικά καθυστερημένοι επιστήμονες ακόμη και στην Δύση.

14. Ματαίως και αδίκως συκοφαντεί ο Θεολόγος κ. Χρήστος Γιανναράς την αστική Δημοκρατία και τον καπιταλισμό, εκτός εάν σκέπτεται τις φαντασιώσεις του Πλάτωνα περί Φιλοσόφων κυβερνητών ή επιθυμεί την εποχή προ του Διαφωτισμού πού σημαίνει επιστροφή στον Σχολαστικισμό και τελικά στο Μεσαίωνα. Κατά τα άλλα είναι αυτονόητο, ότι οι Θεολόγοι καταπολεμούν λυσσωδώς τον Διαφωτισμό.

Πηγές

Παρακάτω αναφέρω μόνον μερικές από την Βιβλιοθήκη μου :

-John Locke, Bürgerliche Gesellschaft und Staatsgewalt, Leipzig 1980
-John Milton, Zur Verteidigung der Freiheit, Leipzig 1987
-Thomas Hobbes, Leviathan, I, II, Leipzig 1978
-Pierre Bayle, Verschiedene Gedanken über einen Kometen, Leipzig 1975
-J.Swift, Respektlose Schriften, Leipzig 1979
-G. Winstanley, Gleichheit im Reiche der Freiheit, Leipzig 1983
-Voltaire, Philosophisches Wörterbuch, Leipzig 1967
- Jean-Jacques Rousseau, Der Gesellschaftsvertrag, Leipzig 1984
-La Metrie, Der Mensch, Eine Maschine (franz.-deutsch), Leipzig 1984
-Die Welt der ENCYCLOPEDIE, Edit. Hans Magnus Enzensberger,
übers. Aus dem franz., ISBN 3-8218-4711-3, Frankfurt a.M.,2001 (έχει εκδοθεί από τον Denis Diderot και τον Jean le Rond d`Alambert).
-J. Roux, Freiheit wird die Welt erobern, Leipzig 1985
-W. Bahner, Aufklärung als europäisches Phänomen, Leipzig 1985
-Französische Aufklärung, Akademie der Wissenschaften, Leipzig 1974
-M. Geier, Aufklärung, Das Europäische Projekt, ISBN 978 3 498 02518 2, Hamburg, 2012
-Die Französische Revolution im Spiegel der deutschen Literatur, Leipzig 1979
-E. Cassirer, Die Philosophie der Aufklärung, Tüpbingen 1932
-P. Chaunu, La civilisation de l`Europe des lumieres, Paris 1971
-H.Ley, Geschichte der Aufklärung und des Atheismus, 3 Bände, Berlin 1966-1971( αυτό το σύγγραμμα μου άνοιξε κυριολεκτικά τα μάτια, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές δοξασίες)
-L.M. Marsak, The Enlightenment, New York 1972
-H. Poller, Die Philosophen und ihre Kerngedanken, Ein geschichtlicher Überblick, ISBN 978-3-7892-8271-3, München 2007
-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, ISBN 3-476-02012-6, Stuttgart- Weimar 2004, Band 1, S. 213-218
-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 1, S. 135-154 (άκρως διαφωτιστικό).

Καθημερινή ( 4.12.2016 , 18.4.17)

—————————————————

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ (Συνοπτικά)

Παρακάτω παραθέτω συνοπτικά  μερικές επιτεύξεις του Διαφωτισμού :

α) Ιδεολογική και θεωρητική προετοιμασία της κοσμοϊστορικής ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ στη Γαλλία.
β) Συμβολή στην δημιουργία της αστικής κοινωνίας και γενικά ενός τελείως νέου κοινωνικοπολιτικού συστήματος.
γ) Συμβολή στην δημιουργία του σύγχρονου Πολίτου.
δ) Απελευθέρωση των δημιουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου, προϋπόθεση για την ταχεία επιστημονική άνοδο του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού. Χωρίς τον Διαφωτισμό δεν θα ήταν η Δύση σε θέση να κάνει τις κοσμοϊστορικές εφευρέσεις της εποχής μας.
ε) Συμβολή στην εμπέδωση των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου καθώς και των βασικών ελευθεριών.
ζ) Καθοριστική συμβολή στην εμπέδωση του Κράτους του Δικαίου.
η) Συστηματική προετοιμασία του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας.
θ) Απελευθέρωση του ανθρώπου από τον θρησκευτικό ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟ (Sarastro στην Οπερα Zauberflöte του Mozart : “Die Strahlen der Sonne vertreiben die Nacht” : ” Οι αχτίνες του ήλιου εκδιώκουν το σκοτάδι”).
ε) Το Jus rationis (Δίκαιον του (ορθού Λόγου) : ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ) έχει νικήσει την Πίστη, την θρησκευτική μεταφυσική και τον θρησκευτικό μυστικισμό. Ο ορθολογισμός δεν σημειώνεται σε καμία χώρα με ορθόδοξη παράδοση.

Χωρίς τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό θα επικρατούσε στον Δυτικό Κύκλο Πολιτισμού ακόμη ο Μεσαίωνας , όπως στον Ισλαμικό Κύκλο Πολιτισμού.Αυτονοήτως θα αναφέρω και τις ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ πηγές.Καθημερινή ( 30.1.16)

—————————————————————

Διαφωτισμός, Ορθόδοξο “Φως”, Ορθολογισμός

Η Ορθοδοξία έχει φάγει τον “ορθόν λόγον ” (τον θεϊκόν ) με χρυσά κουτάλια και είναι υπερήφανη για το δικό της “Φως” (στην πραγματικότητα περσικής προέλευσης) στα πλασία του δικού της μιικροκόσμου.

Εχει την πολυτέλεια να απορρίπτει το επιστημονικό ΦΩΣ και τον ευρωπαΪκό ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ( Jus rationis) που έχουν αλλάξει ριζικά την ανθρωπότητα και έθεσαν τις γερές βάσεις για την πολυεπίπεδη υπεροχή του ΔΥΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.
Καθημερινή (14.2.16)

————————————————

Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Σκοταδισμός

Το κακό έγκειται στο ό,τι η μεταφυσική και ο μυστικισμός της ορθόδοξης πίστης, εκκλησίας και θεολογίας αποτελούν μιαν σχετικά ισχυρή βάση του γνωστού σκοταδισμού.

Δεν είναι τυχαίο, που οι ορθόδοξοι σκοταδιστές μισούν θανάσιμα τον Ευρωπαϊκό ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ, ο οποίος στηρίζεται στον αρχαίο ελληνικό πνεύμα, οπωσδήποτε όχι στον εχθρό της δημοκρατίας και της ελευθερίας Πλάτωνα.

Οι “Αγιοι Πατερες” παρέλαβαν συλλεκτικά μερικές πτυχές και πρωτίστως το σχήμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Στην ουσία έχουν διαστρεβλώσει  το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα , στο οποίο στηρίζονται ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και γενικά ο Κύκλος Πολιτισμού της Δύσης από το ένα μέρος και ορθόδοξη θεολογία , στην οποία στηρίζονται η πολύπλευρη καθυστέρηση και ο σκοταδισμός από το άλλο μέρος, αποτελούν ένα μεγάλο οξύμωρον.

Καθημερινή (16.8.15)

—————————————————–

Διάλογος με τον Επίσκοπο Πειραιώς Σεραφείμ

Ο Πειραιώς Σεραφείμ έχει λοιδορήσει με τον δικό του τρόπο κορυφαίους φυσικούς επιστήμονες λόγω του ” σωματιδίου του θεού “. Αυτό είναι για μένα λόγος, να τοποθετηθώ σαν πανεπιστημιακός.

Στην παγκόσμια ιστορία της φιλοσοφίας έχει γεννηθεί τον 6ο αι. π.Χ. στην Ιωνία με την εφεύρεση της λέξης “Διατί” η Φιλοσοφία και γενικά η επιστημονική σκέψη , η οποία επηρέασε αργότερα όλη την ανθρωπότητα.

Ταυτοχρόνως έχει δημιουργηθεί η κριτική σκέψη, η οποία οδήγησε στο Ius rationis ( δίκαιο του ορθολογισμού ), στη βάση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Με αυτόν αρχισε η επιστημονική άνοδος του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού, ο οποίος υπερέχει των άλλων Κύκλων Πολιτισμού.
Το “πώς” του Παρμενίδη ( 6ος αι. π.Χ.) ήταν η έναρξη της Μεθοδολογίας, της συστηματικής προσέγγισης σε φαινόμενα και προβλήματα.
Και η Μεθοδολογία είναι πνευματικό προϊόν μεν της Δύσης, αλλά στην γενέτειρά της δεν εφαρμόζεται , ενώ στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι η conditio sine qua non ( η απαραίτητη προϋπόθεση ) κάθε επιστημονικής και τεχνολογικής μελέτης.
Με την λέξη “τί” γεννήθηκε πάλι στην αρχαία Ελλάδα η Θεωρία. Τι είναι το σύμπαν ; Τί είναι ο άνθρωπος, το άτομο, ο πολίτης ;
Αυτές οι έννοιες με το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους εστιάζονται έξωθεν του τρόπου όχι της σκέψης , αλλά μόνον της πίστης των θρησκειών.

Οι φυσικοί επιστήμονες ασχολούνται με την ουσία και την διαδικασία εξέλιξης των φυσικών φαινομένων, ενώ οι μονοθεϊστικές θρησκείες πιστέυουν στις πρώτες λέξεις της Παλαιάς Διαθήκης “Και είπεν ο θεός, Γεννηθήτω φως και έγινε φως”. Εχω διαπιστώσει, ότι στην Γένεση χρησιμοποιείται η έκφραση ” Και είπεν ο θεός ” 31 φορές.

Δεν σκοπεύω να εμβαθύνω, αλλά αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς συστηματικά με την σχέση μεταξύ θρησκείας και μυθολογίας για να εννοήσει πλήρως, τι είναι αληθώς η θρησκεία.

Σε μία μαγευτική όπερα του W.A.Mozart ακούει κανείς το συγκλονιστικό “Die Strahlen der Sonne vertreiben die Nacht” ( “Οι ακτίνες του ήλιου εκδιώκουν τη νύχτα”). Αυτό σημαίνει , ότι ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, δηλαδή ο Ορθολογισμός έχει κατατροπώσει τον σκοταδισμό της  χριστιανικής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Είναι πασίγνωστο, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και 1500 χρόνια σχεδόν δεν άλλαξε καθόλου. Έμεινε στα σύμβολα και τους πολυπληθείς αγίους, στα λιβανίσματα και στα μύθη. Δεν πραγματοποιεί τον απαραίτητο εκμοντερνισμό , δεν κάνει μεταρρυθμίσεις. Ο κ. Σεραφείμ και ακόμη 12 επίσκοποι είναι οι εκπρόσωποι του αιωνίου σκοταδισμού της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στα σπλάχνα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (13ος αι.) έχει δημιουργηθεί νοητικά σε μία μακρά διαδικασία το άτομο και στον 18ο αιώνα ο πολίτης (citoyen ) με τα ανθρώπινα και αστικά δικαιώματά και τις ελευθερίες του. Επί αιώνες εγκλωβισμένες δημιουργικές δυνάμεις έχουν ξαφνικά απελευθερωθεί και εκτιναχθεί στα ύψη.
Ο Δυτικός Κύκλος Πολιτισμού πήρε τα πρωτεία σε όλους τους τομείς και ιδιαιτέρως στην επιστήμη. Όλες οι καθοριστικές εφευρέσεις είναι προϊον των επιστημόνων της Δύσης, ενώ οι άλλοι λαοί αντιγράφουν. Για τέτοια κατορθώματα πρέπει να είμαστε όλοι υπερήφανοι.

Και όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία διακατέχεται από συναισθήματα φόβου και αντιπάθειας απέναντι στους επιστήμονες και γενικά απέναντι στο χειραφετημένο άτομο συγχίζοντας σκοπίμως τις έννοιες Ατομικότητα και Ατομικισμό (εγωϊσμό) καθώς και από θανάσιμο μίσος κατά του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Δεν είναι τυχαίο, που στην Ευρώπη είναι οι χώρες με την ορθόδοξη παράδοση τρομερά καθυστερημένες και γι αυτό πολιτιστικά δεν ανήκουν στην προηγμένη Ευρώπη.
Έτσι κατανοούμε καλύτερα τα πολυεπίπεδα προβλήματα της Ελλάδας εδώ και διακόσια χρόνια.

Αν κάποτε η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε το θάρρος να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις , θα ήταν για την Πολιτεία πιό εύκολο να υλοποιήσει επί τέλους τις τελείως απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό τον εξευρωπαϊσμο, τον εκμοντερνισμό και τον εξορθολογισμό όλης της κοινωνίας και του ξεπεσμένου κράτους (failed state) .

Η παράδοση είναι μεν απαραίτητη για την διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας του Νεοέλληνα, αλλά η δημιουργικότητα και η πρόοδος προς όφελος του Έθνους και του Λαού είναι πιό σπουδαίες.
Ωρίμασε ήδη ο καιρός να συμβάλλει και ο Κλήρος στην επίλυση των πολυδιάστατων προβλημάτων και γενικά στην πρόοδο (Ιδέ εδώ κα στο Μπλογγ μου και άλλα άρθρα περί πίστης και σκοταδισμού ).

Δημοσιευθέν στο Βήμα (ηλεκτρονική έκδοση ).

————————————————————-

Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Σκοταδισμός

Το κακό έγκειται στο ό,τι η μεταφυσική και ο μυστικισμός της ορθόδοξης πίστης, εκκλησίας και θεολογίας αποτελούν μιαν σχετικά ισχυρή βάση του γνωστού σκοταδισμού.

Δεν είναι τυχαίο, που οι ορθόδοξοι σκοταδιστές μισούν θανάσιμα τον Ευρωπαϊκό ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ, ο οποίος στηρίζεται στον αρχαίο ελληνικό πνεύμα, οπωσδήποτε όχι στον εχθρό της δημοκρατίας και της ελευθερίας Πλάτωνα.

Οι “Αγιοι Πατερες” παρέλαβαν συλλεκτικά μερικές πτυχές και πρωτίστως το σχήμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Στην ουσία έχουν διαστρεβλώσει το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.

Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα , στο οποίο στηρίζονται ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και γενικά ο Κύκλος Πολιτισμού της Δύσης από το ένα μέρος και ορθόδοξη θεολογία , στην οποία στηρίζονται η πολύπλευρη καθυστέρηση και ο σκοταδισμός από το άλλο μέρος, αποτελούν ένα μεγάλο οξύμωρον.

Καθημερινή (16.8.15)

——————————————————————–

Ελληνικος “Διαφωτισμός” ;

Ενώ ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ήταν
πρωτίστως φιλοσοφικός, πολιτικός, κοινωνικός, νομικός και οικονομικός
δηλαδή ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΟΣ, και έχει συστηματικά προετοιμάσει την κσμοϊστορική Αστική Γαλλική Επανάσταση (1789), ο ελληνικός “Διαφωτισμός ” έχει περιορισθεί κυρίως στo γλωσσολογικό πρόβλημα ( οι Δημοτικιστές ως προοδευτικοί και οι Καθαρευουσιάνοι ως καθυστερημένοι και αντιδραστικοί γλωσσαμύντορες) και στην παιδεία.
Η Ορθοδοξία έχει όχι μόνον καταπολεμήσει, αλλά και επισήμως αναθεματίσει τον Διαφωτισμό και σε σύμπραξη με τους τρισκατάρατους κοτσαμπάσηδες δεν επέτρεψε να εμπεδωθεί ο Διαφωτισμός. Ο αντιδιαφωτιστικός αγώνας της συνεχίζεται ακατάπαυστα.
Και σε άλλες βαλκανικές χώρες γίεται λόγος για δικό τους “Διαφωτισμό”.(25.2.18)
——————————————————————-

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος vs Θεολόγου Χρήστου Γιανναρά,
Ποιός έχει άραγε δίκιο ;

Μετά τη νότια Γερμανία δεύτερος σταθμός της επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Γερμανία αυτή την εβδομάδα ήταν το Βερολίνο. Εκτός από συναντήσεις με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ αλλά και πολιτικούς των Χριστιανοδημοκρατών και των Πρασίνων ο Οικουμενικός Πατριάρχης μίλησε την Πέμπτη στο πολιτικό ίδρυμα Konrad Adenauer για την θεώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την σκοπιά της Ορθοδοξίας.

Εκκλησίες και ανθρώπινα δικαιώματα

Μιλώντας στα γερμανικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης χαρακτήρισε τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά επιτεύγματα και υποστήριξε πως ανήκουν στον πυρήνα της εκκλησιαστικής μαρτυρίας στον σύγχρονο κόσμο. Για πολύν καιρό η άποψη αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Η στάση των εκκλησιών, από την εποχή της διακήρυξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αμερική και τη Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν για πολύν καιρό εχθρική – θεωρούνταν ως αποστασία από τον χριστιανισμό. Όπως επισήμανε ο Πατριάρχης, «μόλις μετά τις καταστροφικές συνέπειες και την απερίγραπτη απανθρωπιά του 20ού αιώνα οι δυτικές εκκλησίες υιοθέτησαν την ανθρωπιστική επιδίωξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.»

Αναφερόμενος ειδικά στη στάση της Ορθοδοξίας απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα ο Οικουμενικός Πατριάρχης παραδέχθηκε ότι δεν είναι ενιαία: «Δυστυχώς υπάρχουν στον ορθόδοξο κόσμο κύκλοι και άτομα που αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως κίνδυνο για την ορθόδοξη ταυτότητά μας. Γενικά θεωρούν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ‘φονταμενταλισμό του μοντερνισμού’ και τη συζήτηση για αυτά
‘εισαγόμενο λόγο’. Τα άτομα αυτά και οι κύκλοι αυτοί αδικούν τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και την Ορθοδοξία. Κατά αυτό τον τρόπο αποτρέπεται κάθε ευκαιρία για μια θετική συμβολή της Ορθόδοξη Εκκλησίας και Θεολογίας στο ζήτημα ανθρώπινα δικαιώματα.» Ο Οικουμενικός Πατριάρχης καταλόγισε στους επικριτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι τροφοδοτούν το στερεότυπο πως η Ορθοδοξία είναι ένας ξένος προς τη Δύση θρησκευτικός πολιτισμός. Πρόκειται για μια θέση που υποστηρίζει ο αμερικανός ιστορικός Σάμουελ Χάντιγκτον.

Κριτική στους επικριτές του Μοντερνισμού

Οι λόγοι για τις δυσκολίες στους κόλπους των ορθοδόξων εκκλησιών να γίνουν
αποδεκτά τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι πρωτίστως θεολογικοί, αλλά
προκύπτουν από αρνητικές εμπειρίες με τον Μοντερνισμό. Στις γραμμές της
Ορθοδοξίας επικρατεί ο φόβος πως ο μοντερνισμός είναι μια μορφή δυτικού
ηγεμονισμού που θέτει σε κίνδυνο τον ορθόδοξο τρόπο ζωής. Ως ένα από τα
παραδείγματα για αυτή την αντίληψη ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανέφερε τον

ΧρήστοΓιανναρά,

ο οποίος χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία και τη Νεωτερικότητα δυο
«αντικρουόμενους» πολιτισμούς και υποστηρίζει πως τα «εισαγόμενα από τη Δύση» στον ορθόδοξο κόσμο οδηγούν «σε ένα είδος πολιτικής σχιζοφρένειας.» Αυτού του είδους οι αντιλήψεις συνιστούν, σύμφωνα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, διαστρέβλωση. Οι επικριτές της Νεωτερικότητας δεν κατανοούν πως οι αρνητικές πλευρές της δεν αποτελούν την ουσία της.

«Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός θα πρέπει να ξεπεράσει οριστικά την αμυντική του στάση έναντι του Διαφωτισμού» τόνισε ο πατριάρχης στην ομιλία του. «Το πνεύμα του Διαφωτισμού δεν φέρει μέσα του κάποιον κίνδυνο για την ταυτότητα μας. Όπως και η απόλυτη άρνηση έτσι και η απόλυτη αποδοχή του δεν συνιστούν τη σωστή στάση απέναντί του. Το ζητούμενο είναι μια διαφοροποιημένη στάση.»
Πηγή : Το Βήμα , 2.6.2017
ΟΠΕΡ ΕΣΤΙ ΚΟΛΑΦΟΣ.

——————————————————————————————————————————————————-

Τι μας περιμένει; (Νέος Μεσαίωνας ή νέος Διαφωτισμός;)

To Bήμα, 02/09/2018 05:45

Το καλοκαίρι πoυ έφυγε υπήρξε δραματικό για την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο όλον σχεδόν. Καταστροφές, πυρκαγιές, υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες κ.ά. Και καθώς μπαίνει το φθινόπωρο, ένα ερώτημα ανακύπτει: Τι μας περιμένει; Δύο πρόσφατα βιβλία με εκ διαμέτρου αντίθετα σενάρια για το παρόν και το μέλλον επιχειρούν την απάντηση (τα διάβασα μέσα στο καλοκαίρι). Το πρώτο από τον J. Bridle τιτλοφορείται «Ο νέος Μεσαίωνας, η τεχνολογία και το τέλος του μέλλοντος» (New Dark Age, Technology and the End of the Future, Λονδίνο, Verso, 2018). Το δεύτερο από τον St. Pinker με τον εντελώς διαφορετικό τίτλο-μήνυμα «Διαφωτισμός τώρα – Το επιχείρημα για τη λογική, την επιστήμη, τον ανθρωπισμό και την πρόοδο» (Enlightenment NOW – The Case for Reason, Science, Humanity and Progress, Λονδίνο. Allen Lane, 2018). Τι έχουμε μπροστά μας λοιπόν, έναν «νέο Μεσαίωνα» ή τον «νέο Διαφωτισμό»; Η ειδησεογραφία του καλοκαιριού αναδεικνύει μια πραγματικότητα που εύκολα παραπέμπει σε αντίληψη για «νέο Μεσαίωνα» - πρωτοφανείς θερμοκρασίες για την Ευρώπη, καταστροφικές πυρκαγιές με δεκάδες θύματα που οδηγούν στη θέση ότι ο πλανήτης «αδυνατεί να τιθασεύει την κλιματική αλλαγή» («The Economist», 4/8). Και παράλληλα οι εφιαλτικές (unintended) προεκτάσεις της τεχνολογίας. «Η δημοκρατία απειλείται από την ύπουλη χρήση της τεχνολογίας» γράφει ο ευρωπαίος επίτροπος J. King («The Guardian», 28/7). Και όλα αυτά ενώ η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων φαίνεται να καταρρέει κυρίως εξαιτίας της πολιτικής των ΗΠΑ (Ντόναλντ Τραμπ).

Η δίψα για «δεδομένα»

Στις συνέπειες ακριβώς της τεχνολογίας και ιδιαίτερα των τεχνολογιών πληροφόρησης εστιάζει την ανάλυσή του για το δυστοπικό του σενάριο για το μέλλον ο J. Bridle. Οπως γράφει, η σύγχρονη τεχνολογία της πληροφόρησης και επικοινωνίας (έξυπνα κινητά, Διαδίκτυο κ.λπ.) τείνει να μεγιστοποιεί τη βία και να εκθέτει τους πολίτες στις ολέθριες επιπτώσεις της. Η αυξημένη χρήση των κινητών τηλεφώνων συνδέεται με αυξημένα επίπεδα βίας. Παρά ταύτα, συνεχίζουμε και αποδίδουμε υπερβολική σημασία στην πληροφόρηση, η οποία όμως μας παγιδεύει σε επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας, καταστροφής, θανάτου. Αναγορεύουμε τα μεγαλοδεδομένα (big data) ως «το πετρέλαιο του 21ου αιώνα», χωρίς να έχουμε σταθμίσει τις μακροχρόνιες συνέπειες του δηλητηριώδους αυτού υλικού και τις αμφιλεγόμενες μεθόδους εξόρυξής του. Η δίψα μας για «δεδομένα» (data), όπως και η δίψα για το πετρέλαιο, είναι από ιστορική άποψη ιμπεριαλιστική, αποικιοκρατική και συνδέεται με τα καπιταλιστικά δίκτυα εκμετάλλευσης.

Ο συγγραφέας πηγαίνει ακόμη πιο πέρα. Γράφει: Η περισυλλογή, επεξεργασία και χρήση των δεδομένων μολύνει το έδαφος και τον αέρα. Τα δεδομένα διαρρέουν παντού. Εισχωρούν στα πάντα. Εισέρχονται στη βάση των κοινωνικών σχέσεων και τις δηλητηριάζουν. Μας επιβάλλουν την «υπολογιστική σκέψη» (computational thinking) δημιουργώντας νέες κοινωνικές διαιρέσεις, φονταμενταλισμό, λαϊκισμό και διεύρυνση των ανισοτήτων (…). Τα δεδομένα θα παραμείνουν επικίνδυνα πολύ πιο πέρα από τη ζωή μας (…). Μπορούν να συγκριθούν περισσότερο με την ατομική ενέργεια παρά με το πετρέλαιο που στο κάτω-κάτω είναι εξαντλήσιμο, ενώ η ατομική ενέργεια είναι απεριόριστη και με τεράστια καταστροφική ικανότητα. Οπως βρεθήκαμε παγιδευμένοι για 45 περίπου χρόνια στον Ψυχρό Πόλεμο και στη λογική της «αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής» (MAD), έτσι και σήμερα βρισκόμαστε σε ένα διανοητικό και οντολογικό αδιέξοδο. Η πρωταρχική μέθοδος που έχουμε για να αξιολογήσουμε τον κόσμο - περισσότερα δεδομένα - καταρρέει. Δημιουργεί όμως μια νέα σκοτεινή εποχή, έναν νέο Μεσαίωνα. Ενα «τέλος στο μέλλον».

Η άλλη άποψη

Στον αντίποδα, ο St. Pinker όμως, αναλύοντας «το μέλλον της προόδου», κάθε άλλο παρά βλέπει ένα «τέλος στο μέλλον». Το αντίθετο. Εκκινώντας από μια μακροϊστορική προσέγγιση επισημαίνει ότι από την εποχή του Διαφωτισμού, το τέλος του 18ου αιώνα, «οι κοινωνίες έχουν γίνει υγιέστερες, πλουσιότερες, ευτυχέστερες, περισσότερο ελεύθερες, περισσότερο δίκαιες, περισσότερο ασφαλείς και περισσότερο εκπαιδευμένες». Και παραθέτει σειρά στατιστικών δεδομένων για να στηρίξει τη διαπίστωσή του (στο τέλος του 18ου αιώνα, π.χ., το προσδόκιμο όριο ζωής ήταν μόλις το 30ό έτος, σήμερα υπερβαίνει το 70ό έτος). Και όλα αυτά τα επιτεύγματα, αυτή η βελτίωση, επήλθαν χάρη στον Διαφωτισμό - στο γεγονός δηλαδή ότι οι κοινωνίες χρησιμοποίησαν τη γνώση για να βελτιώσουν τη μοίρα τους, να λύσουν προβλήματα, να αντιμετωπίσουν προκλήσεις. Ο Pinker δεν αγνοεί τα (αποκαλούμενα) υπαρξιακά προβλήματα του σήμερα, όπως την κλιματική αλλαγή, τις επιδημίες, την τρομοκρατία, την εξάπλωση των πυρηνικών όπλων κ.ά. Αλλά πιστεύει ότι είναι προβλήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λογική, την επιστήμη, τη γνώση, χωρίς να χρειαστεί να διολισθήσουμε σε έναν νέο Μεσαίωνα που θα φέρει το τέλος της προόδου. Υπάρχουν ωστόσο κίνδυνοι. Και ένας απ’ αυτούς, ιδιαίτερα ισχυρός, όπως λέγει, είναι η άνοδος του λαϊκισμού ως πολιτικού ρεύματος που ουσιαστικά αντιστρατεύεται τη γνώση, τη λογική και τις αξίες του Διαφωτισμού. Το ποιο σενάριο θα επικρατήσει για το μέλλον γίνεται έτσι τελικά θέμα πολιτικών επιλογών. Συνδέεται με την ικανότητά μας να καταπολεμήσουμε τη λαϊκίστικη επίθεση ενάντια στη λογική, τη γνώση, την ανοιχτή κοινωνία.

Από την άποψη αυτή το μεν σενάριο του νέου Μεσαίωνα λειτουργεί ως ισχυρή προειδοποίηση, ενώ του νέου Διαφωτισμού ως ισχυρό κίνητρο για πολιτική δράση. Ως μαθητής του K. Popper θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι κανένα από τα δύο σενάρια δεν μπορεί να αποκλειστεί ή να επιβεβαιωθεί εκ των προτέρων. Ως πολιτική προτεραιότητα όμως η επαναβεβαίωση των κεντρικών αξιών του Διαφωτισμού (λογική, επιστήμη, ανθρωπισμός) συνιστά τη μοναδική επιλογή για το παρόν, το μέλλον και την πρόοδο. Για την αποφυγή του νέου Μεσαίωνα.

[Αλλά μπορούμε τελικά να κάνουμε τις επιλογές αυτές ή μήπως «η Ανθρωπότητα γίνεται περισσότερο Ηλίθια;», όπως διερωτάται το τελευταίο τεύχος του «New Scientist» («Is humanity getting more stupid?», 27 /7) και αδυνατεί να κάνει τις «σωστές επιλογές»; «Οχι ακόμη» απαντά, «αλλά πιθανότατα είναι θέμα χρόνου» καταλήγει...]

Ο κ. Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Eπιστημονικού Συμβουλίου του FEPS.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης , Βάρδος του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού (Ποιήματα)

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Βάρδος του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού

(Ποιήματα)

Ο ΘΕΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ο καλός θεός – ξεχειλίζοντας από δυσαρέσκεια και οργή –
στραβοκοίταξε τους ανθρώπους κάτω στη Γη
και άρχισε τις φωνές:

Σας έδωσα τόσους πολλούς νόμους, καλοί μου άνθρωποι.
Φαίνεται πως ξεχνάτε μερικές φορές,
αλλά οι νόμοι μου είναι όλοι εκεί – μπροστά σας!
Σας έδωσα το Πεντάτευχο του Μωυσή.
Σας έδωσα τις Δέκα Εντολές – πάλι του Μωυσή.
Σας έδωσα την Ιερά Βίβλο – του Μωυσή και των Βυζαντινών.
Σας έδωσα το Ιερό Κοράνι – του Μωάμεθ.
Και τόσα άλλα ιερά και μισό-ιερά βιβλία.

Τώρα θέλετε – μου λέτε – Δημοκρατία.
Ναι, να κάμνετε τους δικούς σας νόμους!
Γίνεστε όλο και περισσότερο απαιτητικοί.
Είστε αποφασισμένοι να υποσκάψετε τη παντοδυναμία μου.
Έχετε κιόλας φτιάξει τα δικά σας κοινοβούλια,
και κάμνετε νόμους για αμβλώσεις, για διαζύγια,
για γάμους ομοφυλόφιλων, και πολλές άλλες αμαρτίες…

Καταραμένοι είναι η Δημοκρατία και οι Έλληνες, σας λέω.
Έφτιαξαν το αισχρό αυτό σύστημα διακυβέρνησης,
επειδή δεν είχαν τα δικά τους ιερά βιβλία.
Ο θεός τους – αυτός ο άθλιος Ζευς – είχε χίλιες ερωμένες,
και δεν του περίσσευε καιρός για νομοθετήσεις…
Κάθισε ο Όμηρος και έγραψε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια,
αλλά τα βιβλία αυτά δεν είχαν τη δική μου, ιερή σφραγίδα.
Έτσι, οι Έλληνες άρχισαν τις συζητήσεις και τους ανταγωνισμούς,
και σοφίστηκαν τη ψηφοφορία για να λύνουν τις διαφορές τους.

Αλλά για σας τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.
Εσείς έχετε μπροστά σας όσα ιερά βιβλία χρειάζεστε.
Και, σας παρακαλώ, μη μου πείτε πως τα πράγματα αλλάζουν
– άλλος άθλιος εκείνος ο Ηράκλειτος με «τα πάντα ρει» –
για τον παντογνώστη, αλάνθαστο θεό σας, τίποτα δεν αλλάζει –
οι εντολές μου είναι γραμμένες πάνω στη πέτρα.

Τώρα, θα είμαι ευθύς μαζί σας: είτε Εγώ, είτε η Δημοκρατία σας.
(Όχι! Τα δυο μαζί χωριό δεν κάνουν…)
Και αν, επιπόλαια, συνεχίσετε να κάμνετε δικούς σας νόμους,
τότε θα επισπεύσω, κατά πολύ, τη Δευτέρα Παρουσία μου,
και – πιστέψετε με – δεν θα βρείτε πουθενά τόπο να κρυφτείτε…

——————————————————

ΘΑΥΜΑΣΕ, ΘΕΕ, ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΣΟΥ

«Μετά ο Θεός είπε: ‘Τώρα θα φτιάξω
τον άνδρα σύμφωνα με τη δική μου
εικόνα και ομοίωση’». Γένεσης: 1:26

Ας υποθέσουμε, θεέ, πως είσαι ο δημιουργός μου.
Μια χούφτα χώμα από το έδαφος,
δυο σταγόνες νερό απ’ τη πηγή,
και μια άυλη πνοή απ’ τον αγέρα –
και ξεπετάγεται μπροστά σου το «δίποδο ζώο».

Και, για κοίταξε με τώρα!
Έχω γίνει ο αφέντης της ξηράς και των θαλασσών,
έχω κατακτήσει τις απανταχού ζούγκλες,
έχω εξημερώσει τα άγρια θεριά.
Και δεν σταμάτησα εκεί…
Έκαμα τους αγέρηδες δικούς μου,
αγκάλιασα τα νέφη και του ήλιου φως,
και τώρα ξεκινώ για καινούριους κόσμους.

Και αν – όπως λέγω – δεν γονατίζω μπροστά σου,
και αν σε αρνιέμαι σαν δημιουργό και θεό μου,
εσύ μπορείς να καμαρώσεις για τους άθλους μου
– και όχι να μου βάζεις φραγμούς και χαλινάρια!
Εδώ κάτω στη Γη, οι γονείς αγαλλιάζουν σαν βλέπουν
τα παιδιά τους να ανεβαίνουν πιο ψηλά απ’ αυτούς.
Και οι δάσκαλοι ενθαρρύνουν τους μαθητές τους
να ανοίξουν τα φτερά τους και να τους ξεπεράσουν.
Ναι, δείξε λίγη χαρά για τις κατακτήσεις μου…
Θαύμασε, θεέ, το εξαίρετο δημιούργημα σου!

————————————————————-

ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΩ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΟΥΣ

Καταφθάνουν από παντού με ρυθμό καλπασμού.
Ακούω το ποδοβολητό τους, ακούω τις φωνές τους.
Θα βρίσκονται εδώ πολύ-πολύ σύντομα –
ίσως τον αιώνα αυτόν, ίσως τον επόμενο.
Δεν θα τους αποφύγουμε για πολύ ακόμη.
Και θα γελάσουν ειρωνικά σε βάρος μας –
θα γελάσουν για μας και τη πίστη μας.
Θα πουν πως πιστέψαμε σ’ έναν άφαντο θεό –
έναν θεό που δεν τον βλέπαμε, δεν τον ακούγαμε,
δεν τον αγγίζαμε, και δεν τον… αισθανόμασταν.
Έναν παντοδύναμο θεό χωρίς καμιά δύναμη –
που δεν μπορούσε να τα βάλει με τον… διάβολο.
Έναν θεό γεμάτο αγάπη που δεν την έδειξε ποτέ
(ναι, τη κρατούσε για τη… Δευτέρα Παρουσία!)
Έναν δίκαιο θεό που δημιούργησε χίλιες αδικίες.
Έναν θεό πανταχού παρών που δεν βρισκόταν πουθενά.
Ναι, θα γελούν δυνατά και θα μας κοροϊδεύουν –
όπως γελούμε τώρα εμείς για τη προϊστορική εποχή
(γι’ αυτούς που πίστευαν στα στοιχειά και τα πνεύματα
– και δόξαζαν τις αγελάδες, τις γάτες, τα λιοντάρια.)
Ναι, θα μας κοροϊδεύουν με γέλιο… ξεκαρδιστικό –
χίλια χαμόγελα ειρωνικά και σαρκαστικά…
Και κανένας δεν θα τους βρίσκει άδικο γι’ αυτό.
Εγώ, τουλάχιστον, θέλω να αποφύγω την ειρωνεία τους…

———————————–

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Αγαπητέ θεέ:
Λέγεις πως είσαι παντοδύναμος
και παντογνώστης,
πως είσαι φιλεύσπλαχνος,
πανάγαθος και δίκαιος.

Καλά, καλά…
Πως μπορώ να πιστέψω
τα ωραία αυτά επίθετα,
σαν βλέπω παντού, γύρω μου,
αδικία και δυστυχία…

Αλλά, αλλά…
Ας κάμουμε μια καλή, όμορφη συμφωνία:
Θα κλείσω τα μάτια μου να μη βλέπω,
θα κλείσω τα αφτιά μου να μην ακούω,
θα δέσω σε κόμπο τη νοημοσύνη μου,
και θα προσποιηθώ πως είσαι αληθινός…

Και άκουσε – σε παρακαλώ – σ’ αυτό:
Για κάθε συμφορά και δυστυχία στον κόσμο
(για κάθε πεινασμένου παιδιού τη μάταια προσευχή,
για κάθε πονεμένης μάνας τα αβάσταχτα βάσανα,
για κάθε πικραμένου πατέρα τον βαρύ αναστεναγμό
– για κάθε ανθρώπινο σπαραγμό και αγωνία,)
θα αφαιρούμε ένα κομματάκι απ’ τη καλοσύνη σου,
ένα τιποτένιο γραμμάριο απ’ την απεραντοσύνη σου,
ένα ασήμαντο λεπτό απ’ την αιωνιότητα σου…
Και αν απομείνει κάτι από εσένα
(οτιδήποτε – κομματάκι τόσο δα – οτιδήποτε!)
στο τέλος του τραγικού αυτού πειράματος,
θα σε δεχτώ σαν τον άξιο θεό μου…
Ναι, έλα να συμφωνήσουμε, καλέ μου θεέ…

_________________________________

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ

Μας κλέψανε τα Μάρμαρα
κι’ οι κλέφτες ενομίσαν,
πως τη ψυχή μας σκότωσαν
και τη φωτιά μας σβήσαν.

Μα η φωτιά κρυφόκαιγε
και η ψυχή εκαρτέρα,
ν’ αλλάξουν μαύροι οιωνοί
και η στροφή του αγέρα.

Και σαν η μπόρα πέρασε
η φλόγα ανδρειώθη,
και η ψυχή αναστήθηκε
ξανά στη πάλη εδόθη.

Και να’ μας πάλι όρθιοι,
έτοιμοι, ανδρειωμένοι,
θαύματα να προσφέρουμε
ξανά στην οικουμένη.

Τ’ αγγόνια και δισέγγονα
του Κλασσικού Αιώνα,
έχουν στα χέρια τους φτερά
και στη καρδιά αγώνα.

———————————————-

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Στον Παρθενώνα ο Περικλής
ένα κερί ανάβει,
δοξολογάει τους θεούς
κι’ η Ελλάδα τραγουδάει:

Αντρειωμένα πνεύματα
στον τόπο σας γυρίστε,
τους άθλους τους πανένδοξους
πάλι πανηγυρίστε.

Σηκώσου Μιλτιάδη μου
για τελικό αγώνα,
μάζεψε τους λεβέντες σου
κάτω στον Μαραθώνα.

Θεμιστοκλή μου ξακουστέ
έμπα στη ναυαρχίδα,
κι’ οδήγα τα καράβια σου
πάλι στη Σαλαμίνα.

Ξύπνησε Μεγαλέξανδρε
και τα βουνά θρηνούνε,
οι βάρβαροι ξαπλώθηκαν
τη πόρτα μας κτυπούνε.

Με την Αργώ τη ξακουστή
Ιάσων έλα πίσω,
τους αργοναύτες τους τρανούς
προσμένω να υμνήσω.

Αντρειωμένα πνεύματα
στον τόπο σας γυρίστε,
τους άθλους τους πανένδοξους
πάλι πανηγυρίστε.

———————————————

ΦΟΡΟΦΥΓΑΔΕΣ ΚΑΙ… ΘΕΟΦΟΒΟΥΜΕΝΟΙ

Μας αποκάλεσαν οκνηρούς και φοροφυγάδες,
μας αποκάλεσαν απάτριδες και χαμαιλέοντες…
Αλλά, τους συγχωρούμε…
Τους συγχωρούμε γιατί δεν ήξεραν την ωμή αλήθεια –
και, φυσικά, μας έκριναν με τα δικά τους τα μέτρα.
Δεν ήξεραν πως μόνο οι είκοσι στους εκατό από εμάς
πληρώνουν φόρο, επειδή μόνο τόσοι έχουμε εισόδημα.
Οι άλλοι ογδόντα στους εκατό είμαστε… καλόγηροι –
αρνηθήκαμε την ύλη κι’ ερωτευτήκαμε τον «παράδεισο».
Μαζευόμαστε στις εκκλησιές και ζητούμε «έλεος».
Γυρίζουμε τη πλάτη στο δικό μας το σπίτι, τη μάνα Γη,
κι’ ονειρευόμαστε το σπίτι των αγγέλων – τα σύννεφα.
Και αν, συνεπώς, μείναμε μαρμαρωμένοι στο Μεσαίωνα,
και χάσαμε τη Διαφώτιση και τη σύγχρονη εποχή μας,
η ευθύνη στους Βυζαντινούς και τους παπάδες τους…
Όχι, ούτε απάτριδες είμαστε και ούτε χαμαιλέοντες.
Αν, απλώς, μας χαρακτήριζαν… θεοφοβούμενους,
ίσως, τότε, να συμφωνούσαμε και εμείς μαζί τους…

——————————————————-

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Φωτιές πετά ο Όλυμπος
κι’ ο Παρθενών σπαράζει,
και της Αθήνας ο ουρανός
σαν μαύρο ράσο μοιάζει.

Πονά και κλαίει η Αθηνά
τα στήθη της ραγίζουν,
απ’ τα Ιεροσόλυμα
«άγιο» φως κομίζουν.

Μέσα στη νύκτα πλάκωσαν
του Μωυσή οι θύτες,
σκότωσαν τους φιλόσοφους
κι’ ανάστησαν προφήτες.

Βυζαντινοί μυθοποιοί
του Άδη γεννοβόλι,
γκρέμισαν την Αθήνα μου
και έκτισαν τη Πόλη.

Ξύπνα Σωκράτη μου χρυσέ
κι’ οι γλαύκες σ’ έχουν χάσει,
και τη σοφία οι Έλληνες
την έχουνε ξεχάσει…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

————————————————

Ο ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΣ

Έσκυψε κι’ άδραξε
μια χούφτα χώμα
κι’ από το στόμα του
φτύνει χολή,
κι’ αφού τα ζύμωσε
με βιασύνη,
τα μεταμόρφωσε
σ’ ένα λεπρό…
Κι’ εστάθει ξέμακρα
να τον κοιτάζει,
σαν σ’ ένα θέατρο
γούστου κακού,
πονά ο άνθρωπος
κι’ αυτός σαρκάζει,
κλαίει ο άνθρωπος
κι’ αυτός γελά…

Ανδρέας Κωνσταντινίδη

——————————————–

ΠΑΡΕ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ…

Μας άναψες φωτιά στη φαντασία
με τις πολλές ικανότητες σου,
και αμέσως εξαφανίστηκες…

Μετέτρεψες το νερό σε κρασί,
ανάστησες τον φίλο σου Λάζαρο,
θεράπευσες τους λεπρούς,
γλύκανες τον πόνο των παιδιών,
και ύστερα έγινες άφαντος…

Ναι, γαργάλησες τη φαντασία μας,
μας έκαμες μεγάλη εντύπωση,
και πέσαμε κάτω γονατιστοί.
Ναι, πραγματικά, μας έδεσες
τη σκέψη μας σαν Γόρδιο Δεσμό.

Αλλά, άκουσε αγαπητέ μου θεέ:
Αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα…
Όχι, δεν θέλουμε κι’ άλλο κρασί –
μπορούμε και φτιάχνουμε μόνοι μας!
Δεν χρειαζόμαστε νεκραναστάσεις –
ξέρουμε πως είμαστε απλό χώμα!
Δεν θέλουμε μαγικές θεραπείες –
φτιάχνουμε τα δικά μας φάρμακα,
κι’ ας δεν είναι πάντοτε… μαγικά!

Έχουμε, όμως, πάρα πολλά παιδιά
που πεινούν, κλαίγουν και δυστυχούν.
Ναι, χρειαζόμαστε θεέ λίγη βοήθεια.
Αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφέρεσαι.
Σε περιμένουμε από αιώνα σε αιώνα –
δεν θα σε περιμένουμε για πάντα…

Θα σου δώσω ακόμα ένα λεπτό –
ναι, ένα σύντομο, ασήμαντο λεπτό!
Και αν αρνηθείς ξανά να βοηθήσεις,
τότε θα σταθώ όρθιος μπροστά σου,
θα σε κοιτάξω βαθειά μέσα στα μάτια,
και θα σου πω απλά, αλλά θαρραλέα:
Πάρε τα θαύματα σου και… φύγε!

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (20.11.16)

_______________________________

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΒΔΕΛΛΑ

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
μια βδέλλα διψασμένη,
τους Έλληνες ορέχτηκε
κι’ όρμησε παθιασμένη.

Ολημερίς κι’ ολονυχτίς
το αίμα μας τραβούσε,
σκιάχτρα εμάς μας έκαμε,
βασίλισσα αυτή ζούσε.

Εμείς που δώσαμε το φως
σ’ όλη την οικουμένη,
μείναμε μ’ άδεια καρδιά
και τη φωτιά σβησμένη.

Οι δόξες όλες πίσω μας
κι’ η άβυσσος μπροστά μας,
κλαίει η ψυχή, πονά η καρδιά,
λιώνουν τα σωθικά μας.

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
βδέλλα καταραμένη,
τα χέρια νά’ χα του Ηρακλή
να σ’ άφηνα πνιγμένη.

Να ξανασάνει ο Έλληνας
να δει μια άσπρη μέρα,
ν’ ανοίξει τις φτερούγες του
στο φως και στον αγέρα.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, 15.5.16

———————————————

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Θέλει παιδιά του Ηρακλή
κάτω στον Μαραθώνα,
για να δοξάζουν τη φυλή
στον άπειρο αιώνα.

Θέλει Αχιλλέες γίγαντες
και ποιητές Ομήρους,
να κάμνουν στάχτη και καπνό
τους Τρώες και τους κλήρους.

Θέλει δασκάλους Πλάτωνες,
Σωκράτηδες γενναίους,
που δίχως φόβο δικαστών
καθοδηγούν τους νέους.

Μισές καρδιές, μισές δουλειές
κι’ η Ελλάδα μαραμένη,
κι’ αυτή σαν το Βυζάντιο
σιγά-σιγά πεθαίνει.

Το πνεύμα το Ελληνικό
που έχει ταξιδέψει,
ψάχνει για χώμα εύφορο
πίσω να επιστρέψει.

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (11.9.16)

——————————————–

ΓΙΑΤΙ, ΘΕΕ, ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΣΟΥ;

«Ο Θεός αγάπησε τον κόσμο
τόσο πολύ, και έτσι έδωσε τον
μονάκριβο γιό του για να σώσει
όσους τον πιστέψουν.»
Ιωάννη 3: 16, 17

Ευχαριστώ, θεέ, πού αγάπησες «τόσο πολύ»
τον καημένο, ταλαίπωρο κόσμο μας,
και έστειλες τον μονάκριβο γιό σου να μας σώσει.
Αλλά, όπως βλέπεις, οι άνθρωποι που εσύ έπλασες,
είμαστε λίγο… προβληματικοί και δυσκολόπιστοι.
Μερικοί από εμάς πιστέψαμε, πράγματι, στο γιο σου.
Αλλά πολλοί άλλοι, πεισματάρηδες, του αρνηθήκαμε.
Προτιμήσαμε ν’ ακολουθήσουμε μια χούφτα άλλους –
και εκείνοι σωτήρες, προφήτες και… Μεσσίες –
Μπορεί να μην ήταν πραγματικοί, γνήσιοι γιοί σου,
αλλά συμπεριφέρονταν σαν… στενοί συγγενείς σου.
Και ορκίζονταν πως έγραφαν τα… δικά σου τα λόγια.
Ναι, έτσι, εκεί είσαι καλέ μου και «πάνσοφε» θεέ!
Να μας συγχύζεις, να μας πελαγώνεις, να μας… θυμώνεις –
βάζεις το μήλο της Έριδος μπροστά στα μάτια μας,
και μας μετατρέπεις σε αιμοχαρείς ζουγκλάνθρωπους!
Γιατί, πες μου – μην αποφεύγεις την ερώτηση μου:
γιατί – ξεδιάντροπα – λες στο κάθε έθνος ξεχωριστά,
πως είμαστε ο ευλογημένος, εκλεκτός λαός σου;
Δεν μπορούσες να είσαι λίγο περισσότερο ειλικρινής;
Γιατί, θεέ, τα πολλά και ποικίλα προσωπεία σου;
Μήπως σε γέννησαν οι προφήτες – και όχι εσύ, αυτούς;…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

—————————————————-

ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ –
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Δεν είχε χρυσοπέταλα
κι’ ασήμια χαλινάρια,
μα έκρυβε στα σπλάχνα της
λεβέντες, παλληκάρια.

Δημοκρατία το όνομα
και τον λαό παντιέρα,
την Αθηνά για μάνα της
τον Όλυμπο πατέρα.

Είχε για πόδια αγέρηδες
και χέρια ηλιαχτίδες,
και σκόρπιζε γλυκόφωτο
στου κόσμου τις πατρίδες.

Σκήπτρα, κορώνες έπεφταν
η μια μετά την άλλη,
κι’ η οικουμένη δόξαζε
της Αθηνάς τα κάλλη.

Το πνεύμα το Ελληνικό
ξανάνθισε και πάλι,
κι’ απλώθηκε σ’ όλη τη Γη
σαν μια ζεστή αγκάλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (9.10.16)

——————————————

Ο ΚΑΛΟΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ

Αν αντίχριστος σημαίνει ν’ αγαπάς όλους τους συνάνθρωπους σου
και όχι μόνο τους «αδελφούς» χριστιανούς…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πονά και να λιώνει η καρδιά σου
σαν βλέπεις τις τραγωδίες των «αμαρτωλών»…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σε βασανίζουν τρομερές αμφιβολίες
για την φιλευσπλαχνία του «καλού» θεού σου…

Αν αντίχριστος σημαίνει να ζητάς ευθύνες από τον «δημιουργό»
για τις πολλές ατέλειες της δημιουργίας του…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πηγαίνεις δύο βήματα πιο πέρα
από τις δέκα εντολές του πατριάρχη Μωυσή…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αγκαλιάζεις τον Μέγα Ηράκλειτο,
τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σέβεσαι το άγιο Ελληνικό πνεύμα
που χάρισε το φως σε ολόκληρο τον κόσμο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να μη φοβάσαι μπροστά στον Πιλάτο
και να μη γονατίζεις στα πόδια του Καίσαρα…

Αν αντίχριστος σημαίνει να απαιτείς και τον γήινο παράδεισο
και να μη βολεύεσαι μονάχα με τον ουράνιο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αφορίζεις τους Βυζαντινούς αρχιερείς
σαν στοιχειά αναχρονιστικά και ανθελληνικά…

Αν αντίχριστος σημαίνει όλες τις ανωτέρω πασιφανείς αλήθειες
και μια σωρεία άλλες παρόμοιες…

Ναι, λοιπόν, τότε είμαι – και περηφανεύομαι – ο καλός αντίχριστος!
Ανδρεας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή

————————————————–

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Στον τόπο της ανάλυσης
και των επιστημών,
μας έφεραν μυστήρια
κι’ ίσκιους των σκοταδιών.

Αντί για τους Ολύμπιους
θεούς της λογικής,
κουβάλησαν ξωγήινες
γραφές της εντολής.

Ο άνθρωπος μας είπανε
είναι αμαρτωλός,
στη σάρκα ειν’ αδύνατος
και στο μυαλό κουτός.

Μας τάξανε παράδεισο
και άφεση αμαρτιών,
μας ρίξαν στον Μεσαίωνα
και σε κελιά βασανιστών.

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————

ΝΑ ΣΑΣ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΦΙΛΙ

Σας περίμενα χρόνια τώρα.
Σας το έλεγα πως υπάρχει
φως και δροσιά εδώ πάνω.
Εσείς φοβόσασταν τις κορφές.

Αλλά δεν σας κατηγορώ τώρα.
Ήταν σφάλμα παλαιών γενεών.
Εσείς βρήκατε τη συνήθεια…

Και η συνήθεια κλείνει τα μάτια,
δένει σφικτά χέρια και πόδια,
και μας σκοτώνει το πνεύμα.

Αλλά τώρα είσαστε μαζί μου –
στις ψηλές, ζωογόνες κορφές.
Θέλω να σας σφίξω το χέρι,
και να σας δώσω ένα φιλί…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (6.3.16)

—————————————————-

ΞΕΡΩ, ΘΕΕ, ΠΩΣ ΑΓΑΠΑΣ
ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

«Καταραμένος είναι όποιος δεν ακολουθεί
αυτά πού είναι γραμμένα μέσα στο Βιβλίο
των Νόμων, και να τα πράττει.”
Παύλου προς Γαλάτες: 3 : 10

Παρ’όλες τις διακηρύξεις σου προς το αντίθετο –
όπως και τις φοβερές κατάρες σου –
ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες.
Εκεί, μέσα στην καρδιά της καρδιάς σου,
κρατάς ένα ζηλευτό κομμάτι γι’ αυτούς.
Αφού όλες – ανεξαιρέτως – οι δημιουργίες σου,
βρίσκονται σε μια δυναμική κι’ατέρμονη αλλαγή,
είμαι σίγουρος πως δεν είσαι συντηρητικός –
και πώς, φυσιολογικά, εκτιμάς και θαυμάζεις
αυτούς πού ανοίγουν την αγκάλη τους στο μέλλον. Εσύ ξέρεις καλά πως το παρελθόν μετατρέπεται
σε ένα αχανές και παντέρημο νεκροταφείο.
Χωρίς θαρραλέους, λεβέντες επαναστάτες,
τα ωραία κι’αγαπητά ανθρώπινα όντα σου,
θα έφθιναν, θα μαραίνονταν και θα χάνονταν.
Μπορεί να μη σού πολυαρέσει η αναταραχή,
την οποία η παρακοή φορτώνει στους ώμους σου, αλλά σε ευχαριστεί το τελικό αποτέλεσμα….
Ναι ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες!

Καθημερινή

————————————————-

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Φωτιές πετά ο Όλυμπος
κι’ ο Παρθενών σπαράζει,
και της Αθήνας ο ουρανός
σαν μαύρο ράσο μοιάζει.

Πονά και κλαίει η Αθηνά
τα στήθη της ραγίζουν,
απ’ τα Ιεροσόλυμα
«άγιο» φως κομίζουν.

Μέσα στη νύκτα πλάκωσαν
του Μωυσή οι θύτες,
σκότωσαν τους φιλόσοφους
κι’ ανάστησαν προφήτες.

Βυζαντινοί μυθοποιοί
του Άδη γεννοβόλι,
γκρέμισαν την Αθήνα μου
και έκτισαν τη Πόλη.

Ξύπνα Σωκράτη μου χρυσέ
κι’ οι γλαύκες σ’ έχουν χάσει,
και τη σοφία οι Έλληνες
την έχουνε ξεχάσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, Οκτ.16

————————————

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Στην Ολυμπία ο λαός
μαζεύτηκε ξανά,
χειροκροτούν τους αθλητές
κι’ η Ελλάς χαμογελά.

Η Ακρόπολη γοργά, σεμνά
τον ήλιο πίσω αφήνει,
κι’ απλόχερα το φως αυτή
στην οικουμένη δίνει.

Του Ολύμπου οι βουνοκορφές
εγέμισαν τραγούδια,
γύρισαν πίσω οι θεοί
και σπέρνουνε λουλούδια.

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (16.10.16)

——————————————

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ

Οι πρωτοπόροι είμαστε
κι’ οι αριθμοί μας λίγοι,
μα εμείς κρατάμε τη φωτιά
που το στρατί ανοίγει.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Κι’ αν είναι ο δρόμος δύσκολος
κι’ η μέρα μας αιώνας,
μας γέννησε η λεβεντιά,
μας έσπειρε ο αγώνας.

Με σιγουριά και θέληση
όλο μπροστά τραβούμε,
τη μοίρα τη πανένδοξη
πιστά ακολουθούμε.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

——————————————-

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Οι φιλόσοφοι είπαν πως το χάος
(η απεραντοσύνη γύρω απ’ τον πλανήτη μας)
γέννησε τον ουρανό και τη Γη.
Οι προφήτες είπαν πως το χάος είναι θεός
(ένας παντοκράτορας, καλοκάγαθος δημιουργός
– που διαφεντεύει τους πάντες και τα πάντα).
Μέχρις εδώ, δεν υπήρχε αγεφύρωτη διάσταση.
Αλλά, σιγόκαιγαν αμφιβολίες για το «καλοκάγαθος».
Επίσης, η σύνδεση χάους και θεού, θόλωσε τα νερά –
και, με το πέρασμα του χρόνου, θόλωσε και τη σκέψη…
Και ενώ οι φιλόσοφοι έγιναν σοφοί επιστήμονες,
έφτιαξαν διαστημόπλοια, και έγιναν φίλοι με το χάος,
οι προφήτες γονάτισαν τρομαγμένοι κάτω στη γη –
και ικετεύουν το χάος για «έλεος» και «παράδεισους»…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης,

Καθημερινή (Οκτ.16)

——————————————-

ΕΛΑ ΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΥΜΕ

«… ‘Η μεγάλη μέρα της οργής Του
έχει έρθει, και ποιος μπορεί να
να σταθεί μπροστά Του;’»
Η Αποκάλυψης, 6:17

Το ξέρω πως είσαι η Κοινωνία μου –
και πως είσαι πιο ισχυρή από εμένα…
Αλλά η ίδια η ύπαρξης σου,
βασίζεται στη δική μου συγκατάβαση
(δεν μπορείς να κόψεις το δεσμό)
Εγώ σου δίνω τη νομιμότητα…
Εγώ σου κτίζω τους ναούς σου…
Εγώ γράφω τα ιερά βιβλία σου…
Εγώ διδάσκω τα ευαγγέλια σου…
(Το άγιο πνεύμα σου είναι μηδέν
χωρίς το δικό μου αλφάβητο).
Σταμάτα να με απειλείς, λοιπόν,
με κόλαση και εσχατολογία…
Να με τιμάς και να με σέβεσαι,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταπόδοση.
Να με λατρεύεις, καθώς μου αξίζει,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταμοιβή.
Το ξέρεις πως είσαι μισός άνθρωπος,
και πως εγώ είμαι μισός θεός…
Με χρειάζεσαι και σε χρειάζομαι!
Έλα ν’ αγκαλιαστούμε, λοιπόν…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————————-

ΞΥΠΝΗΣΕ ΗΛΙΕ

Ξύπνησε ήλιε κι’ άργησε
η μέρα να χαράξει,
κι’ η Ελλάδα μας μεσ’ τη φωτιά
τα ράσα να πετάξει.

Και να ντυθεί στη γιορτινή
την άσπρη φορεσιά της,
το φως που χιλιοδόξασαν
τ’ αθάνατα παιδιά της…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Kαθημερινή

—————————————

ΔΕΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Πάνω στο κύμα του γιαλού
θεά μου Αφροδίτη,
έλα ξανά στης Κύπρου μας
το πατρικό σου σπίτι.

Αφρόβρεχτη κι’ ηλιόλουστη
με τα μαλλιά διαμάντια,
έλα και φέρε λίγο φως
στη μαύρη μας κατάντια.

Χριστιανοί κι’ Ισλαμιστές
βάρβαροι ένας – κι’ ένας,
αφάνισαν τους Έλληνες
δεν έμεινε κανένας.

Τη Κύπρο μας την όμορφη
με μίσος τη κουρσέψαν,
βεβήλωσαν τα ιερά
τους θησαυρούς εκλέψαν.

Έλα και φέρε μας χαρά
και διώξε το σκοτάδι,
αλλόθρησκοι κατακτητές
μας έριξαν στον Άδη.

Ο Πυγμαλίων καρτερεί
στης Πάφου τ’ ακρογιάλι,
να σου λαξέψει άγαλμα
σαν τα δικά σου κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

——————————————

ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΤΗΣ

« ‘…Σαν δραπέτης και αλήτης θα τριγυρνάς
πάνω στη γη.’» Γένεση: 4 : 12

Ναι, και μάς λέγεις πως είσαι… θεός.
Απλώς, έριξες τα ζάρια…
με απερισκεψία και ξεγνοιασιά – κι’ ότι τύχει.
Κι’ όμως τα είχες όλα στη διάθεση σου!
Ναι, εσύ, ο παντοδύναμος και παντογνώστης.
Ο «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»…
Θα μπορούσες να φτιάξεις ότι ήθελες.
Είχες όλες τις δυνάμεις στα χέρια σου.
Θα μπορούσες να κάμεις τέλειους πρωτόπλαστους!
Αλλά ήθελες να παίζεις παιγνίδια μαζί μου.
Ήθελες να διασκεδάζεις τον εαυτό σου.
Και έφτιαξες ατελή, προβληματικά όντα.
Μη κατηγορείς, λοιπόν, εμένα για τις ατέλειες μου.
Μη μού βρίσκεις φταίξιμο για τις διχοτομίες μου :
Κρεμάμενος μεταξύ ήλιου και λάσπης,
αγωνιζόμενος μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης,
σάρκα και πνεύμα – δραπέτης και αλήτης….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (13.3.16)

——————————————–

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΟ «ΑΓΙΟ» ΠΝΕΥΜΑ

Τρίζω τα δόντια και σφίγγω τις γροθιές.
Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια –
αχόρταγο σαράκι μου τρώει τα σωθικά.
Μου σκότωσε τον Απόλλωνα και την Αθηνά μου.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Στο σκοτάδι μέσα έκρυψε τον ήλιο μου.
Χάρισε τα πλούτη του κόσμου στον Καίσαρα
και μ’ έστειλε να ψάχνω για παράδεισο στα σύννεφα.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Όπλα μου η απέχθεια για το ψέμα και το σκοτάδι –
μαζί με την αγάπη μου για τον άνθρωπο και το φως.
Ασπίδα μου η αξιοπρέπεια και η ψυχή της Ακρόπολης.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————-

ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Τέκνο της Αθηνάς Παλλάς, δίδυμο με τον ήλιο,
στο διάβα σου οι άνθρωποι χρειάζονταν αντήλιο.

Λευτέρωσες τον άνθρωπο, απ’ τις θρησκοληψίες,
βιβλιοθήκες άνοιξες, κι’ έκλεισες εκκλησίες.

Από τον Μέγα Ηράκλειτο, στον Άγιο Σωκράτη, άπλωσες τις φτερούγες σου, στης γης όλα τα πλάτη.

Φάρον ο Μεγαλέξανδρος, στα στιβαρά του χέρια,
σ’ άρπαξε και σ’ ανύψωσε, εκεί ψηλά στ’ αστέρια.

Κι’ η Ανατολή μαρμάρωσε, την έπιασε το ρίγος,
και σαν οχιά φαρμάκωσε, το ζηλευτό σου σφρίγος.

Έστειλε μάγους με χρυσόν, θεοποιούς αγύρτες,
κι’ έκαμαν μέρες σκοτεινές, περίλαμπρες τις νύκτες.

Η σκοτεινιά απλώθηκε, σ’ όλη την οικουμένη,
κι’ η Ελλάδα έμεινε βουβή, τυφλή κι’ ερημωμένη.

Πέρασαν μέρες χαλεπές, και δίσεκτα τα χρόνια,
κι’ έμοιαζε πως η λάμψη σου, έχει χαθεί αιώνια.

Ο Απόλλωνας δεν άντεξε, να βλέπει τον καημό σου,
και άρπαξε τον ήλιο του, και σού’ δωσε το φως σου.

Κι’ η οικουμένη έτρεξε, σεμνά να προσκυνήσει,
και της θεάς της Αθηνάς, το τέκνο να υμνήσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————–

Ο ΑΔΕΞΙΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

«Και αν το μάτι σου σε οδηγεί στο
αμάρτημα, βγάλε το και πέταξε το
μακριά. Είναι καλύτερα για σένα
να μπεις στον παράδεισο με ένα
μάτι, αντί στη κόλαση με δύο».
Ματθαίου, 18:9

Ώστε έτσι! Βρίσκεις φταίξιμο στο μάτι μου…
Και μου ζητάς να το… βγάλω και να το πετάξω!
Ποιο μάτι σε ρωτώ – καλέ μου θεέ – ποιο μάτι;
Ποιο από τα δύο ανεκτίμητα που μου έδωσες;
Το μονάκριβο μου το αριστερό, είτε το δεξιό –
Το αναντικατάστατο δεξιό, είτε το αριστερό;
Νομίζω να τα βγάλω και τα δυο, και να τα πετάξω!
Έτσι θα σιγουρευτώ πως θα πάω στον παράδεισο –
και εσύ θα κυβερνάς τη Γη, μαζί με τον… Καίσαρα!

Αλλά, γιατί, παρακαλώ, με αδίκησες τόσο οικτρά;
Δεν μπορούσες να φτιάξεις ένα καλύτερο κόσμο
– εσύ ο «παντογνώστης» και ο… πολυπράγμων;
Δεν μπορούσες να δημιουργήσεις σωστή αρμονία
– δηλαδή, τα μάτια μου και ο κόσμος να είναι ένα!
Αντί τώρα να μου ζητάς να τυφλωθώ για να… σωθώ;
Γιατί τόση προχειρότητα και… εγκληματικότητα;
Ντροπή σου, αδέξιε και απεχθή, δημιουργέ!…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

—————————————-

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

Αγαπητέ Ιησού:

Εκεί στον παράδεισο που βρίσκεσαι –
ανάμεσα στους άλλους, διαλεκτούς επαναστάτες –
ξέρω πως ανησυχείς πολύ τώρα τελευταία.
Αγωνιάς για την τύχη της Αναγέννησης,
όπως και για την μεγάλη καθυστέρηση της Άνοιξης.

Τα δικά σου διδάγματα έχουν πια παλιώσει
(όπως ξέρουμε και οι δύο μας πολύ καλά,
όταν δώσεις αρκετό χρόνο στην αλήθεια μετατρέπεται σε ψέμα – ατράνταχτο αξίωμα από του Ηράκλειτου «τα πάντα ρει»).

Ξέρω πως τώρα ψάχνεις για καινούριους ορίζοντες.
Επίσης ξέρω πως προσβάλλεσαι από την
αποτελμάτωση, και την συμπεριφορά,
των σημερινών χριστιανών υποκριτών
(Εάν μπορούσες να γεννηθείς και πάλι στην εποχή μας, θα τους ανέτρεπες με θυμό τ’ ακάθαρτα τραπέζια τους – όπως ακριβώς έκαμες τότε με αυτά των Φαρισαίων.)

Ξέρω πως δεν θα λυπηθείς για την παρακμή του χριστιανισμού.
– Έλα να γιορτάσουμε, καλέ μου αδελφέ, είσαι πια νεκρός….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (17.4.16)

——————————————————–

 

 

 

 

Μεταφυσική ( στην Φιλοσοφία, όχι στην Θεολογία), Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά

Μεταφυσική ( στην Φιλοσοφία, όχι στην Θεολογία), Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά

Περί της Μεταφυσικής, συστηματικά, εμπεριστατωμένα

Πάλι ευκαιρίας δοθείσης το θεωρώ απαραίτητο να παρουσιάσω το πολύ δύσκολο θέμα της Μεταφυσικής μόνον υπό τον φακό της σύγχρονης Φιλοσοφίας. Η Θεολογία δεν ενδιαφέρει ουδόλως, γιατί ενώ η Φιλοσοφία ως επιστήμη βασίζεται σε επιστημονικές γνώσεις, η Θεολογία έχει ως υπόβαθρο την πίστη , η οποία πάλι εκφράζει εικασίες, δοξασίες και μέσω σοφιστικών τεχνασμάτων στην ουσία όντως φαντασιώσεις αναβιβασμένες σε «ιερά και όσια».
Αυτονοήτως έχω προ μισού αιώνα σπουδάσει μεταξύ άλλων και Φιλοσοφία, αλλά δέον να λάβω υπ όψη , ποιά γνώμη πρεσβεύουν και σήμερα οι διακεκριμένοι Φιλόσοφοι, στους οποίους δυστυχώς δεν ανήκει κανένας Νεοέλληνας.

1.Η έννοια της αριστοτελικής Μεταφυσικής

Κατ αρχάς ήταν η έννοια «μεταφυσική» ( αγγλ. metaphysics, γαλλ. metaphysique) η ονομασία για τα 14 βιβλία του Αριστοτέλη, τα οποία έχει ταξινομήσει ο Περιπατητικός Ανδρόνικος από την Ρόδο (70 π.Χ.) πίσω από τα οχτώ βιβλία της «Φυσικής» («τα μετά τα φυσικά», τα φυσικά ως »δεύτερη Φιλοσοφία»).
Το περιεχόμενό τους αποτελούσαν την «πρώτη Φιλοσοφία («περί πρώτης φιλοσοφίας») η σύμφωνα με τον Θεόφραστο «η περί των πρώτων θεωρία» (η θεωρία αυτού που υπάρχει ως πρώτον), την οποία ο Αριστοτέλης έχει ορίσει ως επιστήμη που ατενίζει το Είναι γενικά, στο οποίο ανήκουν αντικείμενα που είναι ( οι πρώτες αιτίες και αρχές , Met. A2.982b9 η «ον ή ον» , Μet. E1.1026a31 ή αμφότερα μαζί «οί πρώτες αιτίες του όντως Οντος» , Met. Γ1.1003a30-31, σε άλλο έργο του χρησιμοποιεί την έννοια »σοφία», Eth.Nic. Z7.1141a16ff. ) .

Η «πρώτη Φιλοσοφία» δεν ασχολείται με την φύση, αλλά με την ουσία του φονταμέντου της, γι αυτό είναι και η επιστήμη περί του θεϊκού ( Met.A8.1074a35-36). Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα (Ιδέες), έχει εμπεδώσει ο Αριστοτέλης μία φιλοσοφική Θεωρία περί της εννοιολογικής διάρθρωσης της απόκτησης γνώσης καθώς και της γνώσης επί τη βάσει της εμπειρίας. Οι πιο σημαντικές έννοιες της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη είναι το σχήμα, η ύλη, η ουσία, το είναι,, η αλήθεια, η ψυχή, η αθανασία, η ελευθερία και ο θεός. Ακριβώς αυτή η ερμηνεία της Μεταφυσικής είναι ο λόγος που αυτή έχει οναμασθεί «γενική Mεταφυσική (Μetaphysica generalis). Από την εποχή του Αριστοτέλη σημειώνεται επί αιώνες μία άμεση σχέση έως και συνωνυμία μεταξύ της Φιλοσοφίας και της Μεταφυσικής.

2. Εννοια και ουσία της Μεταφυσικής

Στην εποχή του Μεσαίωνα θεωρείτο η Μεταφυσική ως γενική φιλοσοφική θεωρία περί του υπερφυσικού , το οποίο υφίσταται πέραν του υλικού κόσμου, αποτελεί το «αληθινό Είναι» και την βάση «του όντως Οντος». Υπό αυτήν την έννοια θεωρείτο η Μεταφυσική εκ μέρους του Thomas Aquinas (S.c.g.III, 25) ως «prima philosophia“ και θεωρείται ακόμη και σήμερα εκ μέρους ιδεαλιστών Φιλόσοφων (π. χ. Νεοθωμιστές) ως βασική και καθοριστική επιστήμη για συγκεκριμένους επιστημονικούς κλάδους , όπως για τη Λογική, την Γνωσιολογία, την Οντολογία, την Αισθητική κλπ. ως «ειδική Μεταφυσική» (Metaphysica specialis“).
Το Μεσαιωνα θεωρείτο η Μεταφυσική ως «Βaσίλισσα των επιστημών» (Thomas Aquinas) που ασχολείται ιδιαιτέρως με την διαφορά μεταξύ του θεϊκού και του κοσμικού Είναι, .
Το ιδαίτερο γνώρισμα όλων των μεταφυσικών αντιλήψεων είναι η οριστικότητα και η ακινησία. Εχοντας ως αφετηρία μίαν υποθετική βασική αρχή ( Θεός, Είναι, Ιδέα, Εγώ, Μονάδα, a priori, Υλη, Αντίθεση, Χρόνος, Βούληση, Ελπίδα κλπ .) προσπαθούν οι Μεταφυσικοί να ερμηνεύσουν τον κόσμο.
Στην ουσία έχει η Μεταφυσική εμπεδώσει ένα δογματικό οικοδόμηα αποτελούμενο από πολυάριθμες έννοιες και ιδέες οι οποίες δεν έχουν ουδεμία σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα.

3. Αντίπαλοι της Σχολαστικής Μεταφυσικής

Η Σχολαστική Μετφυσική αποτελεί μία σύνθεση της ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ αρχαίας ελληνικής Φιλοσοφίας από το ένα μέρος και της χριστιανικής Θεολογίας («Θεωρία» περί του Θεού) από το άλλο μέρος.
Ηδη κατά το τέλος του Μεσαίωνα στην μεταβατική περίοδο από την via antiqua ( παλαιός βίος) στην via moderna (σύγχρονος βίος ) και τον καθοριστικό και σχεδόν κοσμοϊστορικό διαχωρισμό Φιλοσοφίας και Θεολογίας, Γνώσης και Πίστης, Νοημοσύνης και »θείας» Αποκάλυψης άρχισαν βαθμιαία οι αμφισβητήσεις περί της αλήθειας της (αριστοτελικής) Σχολαστικής Μεταφυσικής.

Η ενασχόληση με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα έχει λάβει χώραν εκ νέου και δη άνευ θρησκόληπτων παρωπίδων και μεγάλων διαστρεβλώσεων. Αυτή η απελευθερωτική διαδικασία έχει εντατωθεί εκ μέρους του Προστεσταντισμού και έφθασε στο crescendo της στον ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ. Οι Αγγλοι Εμπειριστές Μ.D. Humes, W. Ockham, FRANCIS BACON , J Locke, και λίγο αργότερα οι περίφημοι Γάλλοι Υλιστές C.A. Helvetius, P.H. d` Holbach και J.O. de La Metrie , έχουν επιτεθεί σχεδόν μετωπικά την Σχολαστική Μεταφυσική αποκαλώντας την κάτι το σκοτεινό , απατεωνικό και ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟ, δηλαδή ψευτοεπιστήμη για αρρωστημένα μυαλά. Αυτά είναι θανατηφόρα χτυπήματα.

Ο διεθνώς μεγαλύτερος Φιλόσοφος ύστερα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ο Γερμανός Immanuel Kant έθεσε ως σκοπόν του να καταστρέψει αυτό το κατά την γνώμη του μη επιστημονικό μεταφυσικό οικοδόμημα πρωτίστως μέσω του περίφημου έργου του «Kritik der reinen Vernuft» (1781), όπου ερευνά τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης και αποδεικνύει, ότι αυτή δεν επιτρέπεται να ξεπερνάει το όριο της εμπειρίας. Από την αλλη μεριά όμως υποστηρίζει μία σωστή υπερβατική (transzendental) μεταφυσική φιλοσοφική Θεωρία (B XXXVI) ως Επιστήμη περί των ορίων της ανθρώπινης νοημοσύνης. Περί αυτού έχει εκδώσει ένα μικρό σύγγραμα με τον τίλο“Träume eines Geistersehers“ : «Oνειρα κάποιου που βλέπει φαντάσματα» ( A 115, Akad. Ausg. II, 368) .Γενικά αποτελεί η Transzendentalphilosophie (Υπερβατική Φιλοσοφία) του Καντ μίαν πραγματική «Στροφή του Κοπερνίκου) και περάτωση της Σχολαστικής Μεταφυσικής. Ο Καντ έχει λοιδορήσει την Σχολαστική Μεταφυσική ως εξής : «Η Μεταφυσική είναι ένας σκοτεινός ωκεανός χωρίς ακτές και φάρους με φιλοσοφικά ναυάγια». Ο Voltaire είπε κάτι το επίσης λοιδορικό : «Τέσσερις χιλιάδες τόμοι μεταφυσικής δεν θα μας μάθουν, τί είναι η ψυχή».

Ο άλλος τιτάν της παγκόσμιας Φιλοσοφίας, ο Γερμανός Georg Wilhelm Friedrich Hegel εκανε γενική επίθεση κατά της μεσαιωνικής Μεταφυσικής , την οποία κατηγόρησε λόγω της μονόδρομης μεθόδου και τις αφηρεμένες έννοιές της και πρότεινε οι Φιλόσοφοι να την αντικαταστήσουν με την Λογική , στην οποία το πνεύμα μπορεί μέσω κατάλληλων λογικών εννοιών να εξελιχθεί και δη με ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ τρόπο.
Αυτονοήτως είχε η παραδοσακή Μεταφυσική πολλούς σημαντικούυς αντίπαλους, οι οποίοι την κατηγορούσαν ως δογματική, ως ένα «φλοσοφικό λεξικό σκοτεινών ψευτολέξεων το οποίο δεν εμπεριέχει τίποτα το χρήσιμο» (Walch).

Ηδη στα τέλη του 19ου αι. έχει διατυπωθεί και επικρατήσει η γενική άποψη, ότι η Μεταφυσική πνέει τα λοίσθια. Σήμερα ανήκουν στους μεγαλύτερους αντίπαλους της Μεταφυσικής η Γλωσσοαναλυτική Φιλοσοφία, ο Λογικός Εμπειρισμός και η Θεωρία της Επιστήμης ( βαθμιαία αντικαθιστά την έννοια Φιλοσοφία !). Ολοι οι σύγχρονοι Φιλόσοφοι την κατηγορούν , ότι εκουσίως συγχίζει την πραγματικότητα με φαντασίες. Ο Φιλόσοφος Carnap π.χ. συγκρίνει τη Μεταφυσική με «Λυρική (λυρικό ποίημα) με το περιτύλιγμα μίας θεωρίας « και τους Μεταφυσικούς με «μουσικούς χωρίς ικανότητες μουσικών «. Και ο μεγάλος Φιλόσοφος L. Wittgenstein (Tractatus logico-philosophus, 1921) αξιολογεί τη Μεταφυσική ως μίαν ενασχόληση εντός των ορίων μεταξύ του νοητού και τη ανοησίας. Μας λέει το εξής άκρως ενδιαφέρον : «Εάν δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για κάτι, ας σιωπήσει» .Δηλαδή γι αυτόν έχει εξαφανισθεί ανεπιστρεπτί η Μεταφυσική. Ο Bertrand Russel πάει πιο πέρα μέσω της εξής αξιολόγησης : «Για να είσαι καλός φιλόσοφος, πρέπει να αποκηρύξεις τη μεταφυσική». Basta !

3. Μεταλλαγή της Μεταφυσικής

Η ταχεία εξέλιξη των φυσικών επιστημών (στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, όχι στα Βαλκάνια, ούτε στην ορθόδοξη Ρωσία), ανάγκασε τους εκπροσώπους της Μεταφυσικής να προσαρμοσθούν κάπως στα νέα δεδομένα. Εχουν δημιουργηθεί νέες φυσικές επιστήμες, στηριζόμενες στη συλλογή και συστηματική ανάλυση στοιχείων. Εχει επιστημονικά αποδειχθεί, ότι ούτε τα αντικείμενα ούτε οι έννοιες περί αυτών έχουν αιώνιο χαρακτήρα και είναι άκαμπτες και αμετάβλητες. Οι καθοριστικές αρχές στην ζωή καθώς και στην επιστήμη είναι η αέναη μεταλλαγη (Ηράκλειτος) και η πρόοδος,

Γενικά σημειώνεται ήδη από τον παρελθόντα αιώνα κάποιο ενδιαφέρον για την Μεταφυσική πρωτίστως ως αντικείμενο ενασχόλησης, αλλά μερικοί Φιλόσοφοι ( π.χ. o Xusserl) ποσπαθούν να αναβιβάσουν εκ νέου τη Μεταφυσική σε μία «Πρώτη Φιλοσοφία» επιδιώκοντας να προσδώσουν στην ανθρώπινη ύπαρξη ένα «βαθύ νόημα.» .
Εγείρεται το εύλογο ερώτημα, τί άραγε κάνουν οι άνθρωποι στον τεράστιο Κύκλο Πολιτισμού του Κονφουκιανισμού χωρίς Θεό και Μεταφυσική η οποία αποτελεί κατά τη γνώμη τους μάλλον μία μεγάλη ανοησία ; Δεν έχει η ζωή τους νόημα ;

Πηγές (χρησιμοποιηθείσες)

-Aristoteles, Metaphysik, ISBN 978-3-7306-0215-7, Köln 2015
-I. Kant, Prolegomena zu einer jeden künftigen Metaphysik Leipzig, 1979
-I. Kant, Kritik der reinen Vernunft, Leipzig 1986
-I. Kant, Kritik der praktischen Vernunft, Leipzig 1978
-M. Buhr, Immanuel Kant, Leipzig 1967
- Oxford illustrated History of Western Philosophy, Oxford University Press, 1994
-Geschichte des wissenschaftlichen Denkens im Altertum, Edit. Autorenkollektiv unter Leitung von Fritz Jürss, Akademie der Wissenschaften, Berlin 1982
-A. Pichot, La naissance de la sciense, Paris 1991
-H. Poller, Die Philosophen und ihre Kerngedanken, Ein geschichtlicher Überblick, ISBN 978-3-7892-8271-3, München 2007
-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, ISBN 3-476-02012-6. Stuttgart. Weimar, 2004, Band 2,S. 870-874, Band 4, S. 333-336
-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 2, S. 715-716, 1094
-DUDEN ; Die Philosophie, Ein Sachlexikon der Philosophie, Edit., R. Ohlig, ISBN 3-411-02206-X
-Geschichte der mittelalterlichen Philosophie, Lehrbuch, Verlag der Wissenschaften, ISBN 3-326-00464-8, Berlin 1989 (πανεπιστημιακό εγχειρίδιο)
-R. Carnap, Überwindung der Metaphysik durch logische Analyse der Sprache, Erkenntnis 2(1931), S.219-241 (δυσνόητο, αλλά πολύ χρήσιμο)
-M. Heidegger, Kant und das Problem der Metaphysik, Frankfurt 1985
-G. Knapp, Der antimetaphysische Mensch. Darvin-Marx—Freud, Stuttgart 1973 (θανάσιμο χτύπημα στη Μεταφυσική)
-W. Krampf, Die Metaphysik und ihre Gegner, Meisenheim 1973 (άκρως διαφωτιστικό)
-E. Topitsch, Vom Ursprung und Ende der Metaphysik,. Studie zur Weltanschauungskritik, München 1972. Εδώ αναδεικνύεται το ΤΕΛΟΣ της παραδοσιακής Σχολαστικής Μεταφυσικής., η οποία επικρατεί ακόμη στην Θεολογία.
-F.Kaulbach, Einführung in die Metaphysik, Darmstadt 1982 (Πανεπιστημιακό Εγχειρίδιο)

Καθημερινή (20.11.16)

Οντολογία (φιλοσοφικά όχι θρησκευτικά), Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά

ONTOLOGIA

Συστηματικά, εμπεριστατωμένα

Ευκαιρίας δοθείσης θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την Οντολογία υπό τον φακό της επικρατούσας
φιλοσοφικής σκέψης, στην οποία αυτονοήτως δεν ανήκει η θεολογική άποψη περί του θέματος.

Ας επισημάνουμε, ότι η φιλοσοφική έννοια Οντολογία (κατ αρχάς Οντοσοφία που αντιστοιχεί στην αριστοτελική «πρώτη φιλοσοφία») έχει
διατυπωθεί ούτε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αν και οι ειδικοί είχαν
περίπου 1000 έτη στη διάθεσή τους, αυτονοήτως ούτε στην Ελλάδα, αλλά στην Γερμανία.

Στις αρχές του 17ου αι. την έχει αναφέρει ως πρώτος ο R. Goclenius ( Lexicon philosophicum, Frankfurt 1613) και ο Α. Calonius (Metaphysica divina (Η θεϊκή μεταφυσική) Rostock 1636 καθώς και κάπως αργότερα ο J. Caramuel Lobkowitz ( Rationalis et realis philosophia, Löven 1642).

Η Οντολογία έχει διαδεχθεί εν μέρει τη Μεταφυσική, αλλά μερικοί Φιλόσοφοι την θεωρούσαν ως τμήμα της Μεταφυσικής. Ετσι αποτελούσε η Οντολογία όχι γενικά μία Θεωρία περί των αρχών του Είναι, αλλα πρωτίστως μία Θεωρία περί της ουσίας και της σημασίας του Είναι (υπάρχοντος) . Με αυτήν την θεωρητική άποψη την έχει εξελίξει πάλι ένας Γερμανός Φιλόσοφος ο Chrisτian Wolff (πανεπιστήμιό μας της Λειψίας και κατόπιν πανεπιστήμιο της Halle) σε ένα
πανεπιστημιακό κλάδο. Διατί δεν έγινε αυτό στην εποχή του Βυζαντίου ; Ο Wolff επισημαίνει στο περίφημο έργο του Philosophia prima sive ontologia (
(Frankfurt, Leipzig 1730. §1) τον σκοπό της Οντολογίας, να διατυπώσει επί τη βάσει της Λογικής όλα τα καθοριστικά στοιχεία του Είναι έτσι , ώστε αυτά να αποκτήσουν την υψίστη ποιότητα της γενικότητας.

Ο Φιλόσοφος Ι. Kant έχει απορρίψει αυτήν την άποψη και πρότεινε έναν άλλον ορισμό : Η Οντολογία είναι μία επιστήμη. « η οποία εμπεριέχει ένα σύστημα όλων των λογικών αρχών και εννοιών , αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση, ότι αυτές αφορούν αντικείμενα , που
έχουν εντοπισθεί από τις αισθήσεις και επομένως μπορούν να αποδειχθούν μέσω της EMPEIRIAS» (δική μου μετάφραση, Preisschrift über die Fortschritte der Metaphysik, Akad.-Ausg. XX, 255, 260).

Η Οντολογία ήταν και είναι περαιτέρω αντικείμενο ενασχόλησης της Γνωσιοθεωρίας, όπου
πρωτοστατούν διεθνώς Γερμανοί και Αμερικανοί Φιλόσοφοι και ιδιαιτέρως ο N. Hartmann, εν μέρει ο M. Heidegger και ο W.V.O. Quine. Ο
Hartmann αξιολογεί την Οντολογία ως Θεωρία
του Είναι καθ εαυτού. Σημειώνονται και άλλες παρόμοιες απόψεις. Το κοινό σημείο είναι το εξής : Η Οντολογία ασχολείται με το Είναι καθώς και με όλα τα σημαντικά και άμεσα που ανήκουν στο Είναι. Ο
Φιλόσοφος Jacoby διατυπώνει την εξής ενδιαφέρουσα άποψη : Οντολογία είναι «η Θεωρία περί του καθ` ευτού Υπάρχοντος ανεξάρτητα από την
συνείδηση του αναγνωρίζοντος».

Ετσι διαφέρει η Οντολογία από την θεολογική άποψη (Νεοθωμισμός) περί του «θεϊκού Είναι»), κάτι που ανήκει στην θεολογική Μεταφυσική.

Στην ουσία ήταν η οντολογική προσέγγιση ένα καθοριστικό τμήμα των φιλοσοφικών θεωριών του
Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του
μεσαιωνικoύ Σχολαστικισμού, του Wolff και του Leibnitz . Σημειώνεται η προσπάθεια, έχοντας ως αφετηρία την βασική εμπειρία να προσδιορίσει το Είναι ως Είναι. Δηλαδή επρόκειτο για μία
Λογική , για μία γενικότητα των εννοιολογικών γνώσεων περί της πραγματικότητας, κάτι που θυμίζει έντονα τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.

Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι της Οντολογίας ήταν οι Αγγλοι και Γάλλοι Υλιστές του 17ου και του18ου αι. Τον 19ο αι. δεν έπαιζε η Οντολογία ουδένα
ρόλο, αλλά στις αρχές του 20ου αι., έχει ξανανακαλυφθεί πάλι από ένα Γερμανό Φιλόσοφο (H. Pichler,Über Chr. Wolffs Ontologie , 1910). Εχει ήδη διατυπωθεί η έκφραση « Νέα Οντολογία» και έχει αξιολογηθεί ως απάντηση στις ισχυρές τάσεις του Υποκειμενισμού και του Μυστικισμού ( Θετικισμός, Νεοκαντιανισμός, Φιλοσοφία του βίου, Υπαρξισμός) στα πλαίσια της Φιλοσοφίας.

Οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι της Νέας Οντολογίας ήταν ο N.Hartmann, o G. Jacoby, ο Husserl („Universale Ontologie») ο Heidegger ( „Funtamentalontologie“), o Sartr („Phänomenologische Ontologie“), και o H. Conrad-Martius („Realontologie“). Πολύ ενδιαφερων είναι ο ορισμός του Hartmann : Οντολογία σημαίνει, ότι «η γνώσις δεν είναι μία
δημιουργία, εμπέδωση ή κατασκεύασμα ενός αντικειμένου, όπως ο Ιδεαλισμός
προσπαθεί να μας πεί, αλλά ο εντοπισμός του κάτι , το οποίο προϋπάρχει της γνώσεως περί αυτού «. Κάνει πέραν τούτου διαχωρισμό μεταξύ του πραγματικού και του ιδεατού Είναι προσπαθώντας να ξεπεράσει την αντίθεση μεταξύ του Ιδεαλισμού και του Υλισμού.

Ο αμερικανός O. Quinn ήταν ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Αναλυτικής Φιλοσοφίας και έχει πρεσβεύσει μίαν ιδαίτερη άποψη περί της Οντολογίας χωρίς μεταφυσικές ή θεολογικές διαστάσεις : Η αλήθεια μίας Θεωρίας μπορεί νε έχει την ύπαρξη αντικειμένων ή την εκπλήρωση των αξιών συγκεκριμένων ποιοτήτων ως προϋπόθεση ( The Ways of Paradox and Other Essays, New York 1966, Cambridge Mass. 1976). Η κυρία επιδίωξη της Θεωρίας του είναι η επιστημονικοποίηση του κόσμου και του βίου. Αυτό αποτελεί το αντίθετο από την άποψη του Heidegger (Sein und Zeit, Halle 1927, Tübingen 1979) .

Δέον να αναφέρουμε και τους εκπροσώπους του Νέοσχολαστικισμού ( βάση του
Σχολαστικισμού γενικά είναι η Αγία Γραφή ), οι οποίοι προσπαθούν να αναζωογονήσουν την τελείως παρωχημένη Οντολογία του Μεσαίωνα. Ο Nεοσχολαστικισμός ασχολείται πρωτίστως με θέματα όπως με τη φιλοσοφική αιτιολόγηση των εκκλησιαστικών δογμάτων, τη συμφιλίωση της πίστης με την επιστημονική γνώση, της Θρησκείας με την Επιστήμη, η με την καταπολέμηση όλων των προοδευτικών φιλοσοφικών ιδεών και κυρίως του
ΑθεΪσμού καθώς και του Πανθεϊσμού.

Πηγές :

-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, Band 2, Stuttgart. Weimar, 2004, S. 995, 1077-1079.

-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 2,
S. 784-785, 806-808.

-Heidegger, M. Sein und Zeit, Halle 1927, Tübingen 1979.

-Lotz, J. B. Ontologia, Barcelona 1963.

-Zocher, R., Die philosophische Grundlehre, Eine Studie zur
Kritik der Ontologie, Tübingen 1939.

Καθημερινή (23.11.16)

Μύθος περί της Παρθένου Θεοτόκου, Ιερά Οκταλογία, 8ο

Η “γέννηση θεών” στη μυθολογία άλλων θρησκειών προ του Χριστιανισμού

Η σύλληψη του “Θεανθρώπου” με τον κρίνο και η γέννηση του αποτελούν τα σημαντικότερα θαύματα της Χριστιανικής πίστης. Ωστόσο εκατοντάδες χρόνια πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού, υπήρξαν πολιτισμοί και θρησκείες στις οποίες το κεντρικό πρόσωπο λατρείας επίσης συνδέεται με ένα “θαύμα της θείας γέννησης”.
Οι ρίζες του μύθου περί της Παρθένου Θεοτόκου Μαρίας είναι
αναμφιβόλως παγανιστικές από τη Μέση Ανατολή.

Στην περίπτωση της Θεοτόκου ήταν το “Αγιο Πνεύμα” ήταν που την έκανε έγκυα. Ισως αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα στην «Αγία Τριάδα» έχει αντικατασταθεί με το ουδέτερο και παράξενο «Αγιο Πνεύμα». Αργότερα οι θεολόγοι έχουν δημιουργήσει ολόκληρες μυστικιστικές ψευδοθεωρίες για να αποδείξουν τα αναπόδεικτα.
Από ό,τι έχω διαπιστώσει, η Ορθοδοξία στηρίζεται πρωτίστως σε έναν αφόρητο και σκοταδιστικό μυστικισμό, ο οποίος αντιτίθεται όχι μόνον στην επιστήμη, αλλά γενικά και στον κοινό νου και στρέφεται κατά της προόδου.
Ακριβώς αυτός ο μεσαιωνικός μυστικισμός είναι μία από τις αιτίες για την πολύπλευρη καθυστέρηση των χωρών της χριστιανικής Ορθοδοξίας.

Από την αρχαία Αίγυπτο μέχρι την Κίνα κι από τον πολιτισμό των Αζτέκων μέχρι την αρχαία Ελλάδα, το “θαύμα της θείας γέννησης” εμφανίζεται στις γραφές πολλών αρχαίων πολιτισμών.

Χόρους – Αρχαία Αίγυπτος

Ο Χόρους (ή Ωρος) ο θεός προστάτης των βασιλέων της αρχαίας Αιγύπτου με το κεφάλι γερακιού , συνελήφθη μετά τη δολοφονία του πατέρα του Οσίρι. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο θεός Σεθ σκότωσε τον αδελφό του Οσίρι και σκόρπισε τα κομμάτια του διαμελισμένου σώματός του. Στη συνέχεια, η Ισιδα, σύζυγος του Οσίρι, πήρε τα κομμάτια του συζύγου της, ωστόσο δεν κατάφερε να βρει τα γεννητικά του όργανα κι έτσι κατασκεύασε έναν χρυσό φαλλό με τον οποίο συμπλήρωσε και ανακατασκεύασε τον Οσίρι και στη συνέχεια μέσω χρυσής θεϊκής συνουσίας έγινε έγκυος (Χόρους).

Χουιτζιλοπόχτλι – Αζτέκοι

Η μητέρα γη των Αζτέκων , Κοατλικε, βρήκε μια μπάλα από φτερά που έπεσε από τον ουρανό και έμεινε έγκυος όταν την έβαλε στην ζώνη της μέσης της. Εξοργισμένοι από την ύποπτη εγκυμοσύνη της μητέρας τους, οι 400 γιοί της Κοατλικε και η κόρη της Κογιολξαουχκι σκότωσαν τη μητέρα τους . Ο γιος της Χουιτζιλοπόχτλι ο θεός του πολέμου και του Ηλιου, ξεπήδησε από τη μήτρα της όταν η Κοατλικε έπεσε νεκρή .

Ερεχθεύς – Αρχαία Ελλάδα

Ο ΕΡεχθεύς ήταν σύμφωνα με τον Ομηρο γιος του Ηφαίστου και της Γαίας, η οποία τον παρέδωσε στη θεά Αθηνά για να τον αναθρέψει, ωστόσο η επικρατέστερη άσποψη αναφέρει ότι ήταν το αποτέλεσμα του βιασμού της θεάς Αθηνάς από τον Ηφαιστο και όταν εκείνη καθαρίστηκε με ένα κομμάτι μαλλί και το πέταξε στο χώμα, από αυτό ξεπήδησε ο Ερεχθεύς ο μυθολογικός βασιλιάς της αρχαίας Αθήνας. Ετσι η Αθηνά έγινε θετή μητέρα του Ερεχθέα και ο μύθος προέλευσης του έγινε σύμβολο της υπερηφάνειας για τους Αθηναίους, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες, «άνθρωποι που ξεπηδήσαν από την ίδια τη γη».

Αρης – Αρχαία Ελλάδα

Οταν η θεά Αθηνά ξεπήδησε από το κεφάλι του πατέρα της Δία, η Ηρα θέλησε να δημιουργήσει ένα παιδί μόνη της. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο η Ηρα ζήτησε βοήθεια από τη θεά Φλώρα (Ανθος)να συλλάβει παιδί χωρίς τον σύζυγό της . Με το άγγιγμα ενός μαγικού λουλουδιού εκ μέρους της Ηρας έλαβε χώραν η εγκυμοσύνη της (Αρης).

Κι – Αρχαία Κίνα

Ο Κι έχει γεννηθεί θαυματουργικά όταν η μητέρα του Γιανγκ Γιουάν πάτησε σε ένα γιγαντιαίο αποτύπωμα που άφησε η υπέρτατη θεότητα Σάνγκντι. Χωρίς έναν επίγειο πατέρα του μωρού της, η Γιανγκ Γιουαν προσπάθησε να το εγκαταλείψει μετά τη γέννησή του. Αλλά ο Κι, του οποίου το όνομα σημαίνει «ο εγκαταλελειμμένος» επιζούσε κάθε φορά που η μητέρα του προσπαθούσε να τον ξεφορτωθεί. Τελικά η Γιανγκ Γιουάν κράτησε τον γιο της και αυτός αποδείχθηκε ως ένας ικανός αγρότης που αργότερα έγινε γνωστός ως Χούτζι, ο θεός της γεωργίας και μυθικός πρόγονος της Κινεζικής δυναστείας των Ζου.
Πηγές

-Mircea Eliade, Geschichte der religiösen Idee ( Orig. Histoire des croyances et ideees religieuses, Paris 1976, 1992), Breisgau 1978.
-Rachel Storm, Östliche Mythologie (Übers. aus dem Englischen, U.K. 1999 ), Reichelsheim 2000.
-G. J. Bellinger, Knaurs Lexikon Mythologie, München 1999.
-H. Biedermann, Knaurs Lexikon Symbole, Köln 2004.
-U. Müller-Kaspar, Die Welt der Symbole, Wien 2005.
-H. Gärtner, Kleines Lexikon der griechischen und römischen Mythologie, Leipzig 1989.
-J. Irmscher, Lexikon der Antike, Leipzig1987.
-H. Freydank, W. Reinicke et alt., Der Alte Orient in Stichworten, Leipzig 1978.

Δημοσιευθέν συχνά στην Καθημερινή, τελευταία φορά στις 27.12.17

Επιστημολογία, Γνωσιολογία, Λογική και Κριτική Σκέψη , “Κοινός Νους” , Παπαγαλία , Αποστήθιση

Επιστημολογία, Γνωσιολογία, Σοφία και Επιστημονική γνώση, Λογική και Κριτική Σκέψη , “Κοινός Νους,”Παπαγαλία, Αποστήθιση

Στα Αγγλικά σημαίνει ο όρος EPISTEMOLOGY Γνωσιοθεωρία , αλλά στα Γερμανικά σημαίνει Wissenschaftstheorie.
Για την Θεωρία της γνώσης χρησιμοποιείται στα Γερμανικά ο όρος ERKENNTNISTHEORIE.

Στα Ελληνικά έχει ο όρος ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ μίαν ευρύτερη σημασία : Αντικείμενό της αποτελούν όλα τα ζητήματα σχετικά με την γνώση, ενώ ο όρος ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ αποτελεί κλάδο της Επιστημολογίας με πιο συγκεκριμένο αντικείμενο :Βάση της ορθότητας της ανθρώπινης γνώσης.

Πληροφορίες :

α) Στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας υπήρχαν επί πολλά έτη η διεθνώς μοναδική έδρα της ΓΝΩΣΙΟΘΕΩΡΙΑΣ (ERKENNTNISTHEORIE) και μία ιδιαίτερη έδρα με τον τίτλο Wissenschaftstheorie (Θεωρία της επιστήμης).

β) Τίτλος της Standard Εγκυκλοπαίδειας “Philosophie und Wissenschaftstheorie” (“ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ και Θεωρία της Επιστήμης”) για όλες τις γερμανόφωνες χώρες. Δηλαδή υπάρχει και μεταξύ της Φιλοσοφίας και της Θεωρίας της Επιστήμης( Επιστημολογία) διαφορά.
Καθημερινή (30.10.16)

———————————————–

Σοφία και Επιστημονική γνώση

Στην Ελλάδα επικρατεί η συνήθεια, να θεωρούνται σοφοί μερικοί που απέτυχαν στην επιστημονική σταδιοδρομία και κατόπιν άρχισαν να πουλούν αοριστολογίες.

Ξέρω μια τέτοια περίπτωση κάποιου Ελληνα που έχει συγγράψει μεν ένα διδακτορικό, αλλά, όπως αυτός ισχυρίσθηκε, δεν το παρέδωσε για να το υπερασπίσει λόγω “σεμνότητας”. Αρχισε λοιπόν να εκδίδει άλλα δημοσιογραφικα κείμενα και πράγματι κάποιοι στην Ελλάδα τον έχουν κάνει “σοφό”.

Αλλα και στην αρχαία Ελλάδα γινόταν μεν λόγος για τους Επτά όντως Σοφούς, αλλά η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ έχει εμπεδωθεί πρωτίστως από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Δημόκριτο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Επίκουρο και πολλούς άλλους.

Σοφία χωρίς σωστές γνώσεις είναι λοιπόν στην ουσία αερολογία. Ειδάλλως θα μπορούσε να παριστάνει τον σοφό κάθε αδαέστατος και τσαρλατάνος. Ιδέ και σε μερικά σχόλια στον ηλεκτρονικό τύπο. Σοφία και Επιστημονική γνώση  (Καθημερινή 2015)

——————————————–

Ερευνητές, Επιστήμονες , Ζηλώτες της  Γνώσης

“Ο ζηλώτης της γνώσης… επιδίδεται ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ σε επιστημονική έρευνα” (σχολιαστής Χαραμής)
Αυτό το έχει επισημάνει προ δύο χιλιάδων ετών ο Ρωμαίος υλιστής φιλόσοφος και ποιητής, γνωστός ως πανθεϊστής και ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΗΣ Titus Lucretius Carus στο αθάνατο φιλοσοφικό ποίημα De rerum natura (Περί της φύσης των πραγμάτων) :

“Εχει νικήσει η ζωντανή δύναμις, -και το πνεύμα υπερπήδησε τα όρια των πύρινων τοίχων του αιθέρα,- ερεύνησε με νου και νόημα το απέραντο σύμπαν . -Από εκεί επανήλθε ως νικητής και δίδαξε, -τι μπορεί να είναι και τί όχι-Η νίκη μας αναβιβάζει στον ουρανό” (δική μου μετάφραση από τα Λατινικά).

Αλλά ήδη ο Ευριπίδης έχει επισημάνει, προστατεύοντας τον υλιστή και πανθεϊστή φίλο του, σύμβουλου του Περικλή Αναξαγόρα (δεν ήταν πολίτης της Αθήνας) έναντι συκοφαντιών και φημολογίας εκ μέρους των όντως υπερθρησκευτικών και υπερεθνικιστικών κύκλων (ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΥΠΗΡΧΑΝ ΤΕΤΟΙΑ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ, όπως ακόμη και εδώ μεταξύ των σχολιαστών) :
” Ευτυχής είναι ο άνδρας, ο οποίος αναζητεί πληροφορία στην έρευνα και στην επιστήμη….Εχει εφιστήσει την προσοχή του στη Φύση και στην αιώνιά της τάξη. Η θέασή του εστιάζεται στην ύλη, στις δυνάμεις και στα σχήματα που δημιούργησαν τον Κόσμο. ”

Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε, ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες ήταν στην πλειονότητα αθεϊστές ή ΠΑΝΘΕΙΣΤΕΣ, οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν θα αναγνώριζαν ποτέ την εβραϊκή ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ως θρησκεία.

Καθημερινή (10.1.16)

——————————————————

Ελλειψη λογικής σκέψης

Οι λέξεις κρίση, επιχειρηματολογία και λογική σκέψη είναι στην σημερινή ελληνική κοινωνία μάλλον κινέζικα ή σπάνια φαινόμενα.
Εδώ υπερτερούν η εντυπωσιακή ρητορική, τα ωραία λόγια, οι εκθέσεις ιδεών, τα αποφθέγματα και η αερολογία.

Το ίδιο συμβαίνει και στις άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες. Εχω βιώσει παράξενα πράγματα, όπως το πρώτο κείμενο μίας πτυχιακής , μία φορά εν μέρει και μίας διδακτορικής διατριβής συγγραμμένη σε στυλ ανώτερης έκθεσης ιδεών και σε μία πολύ ωραία γλώσσα. Αλλά τέτοια κείμενα είναι τελείως άχρηστα.

Σε ό,τι αφορά την γλωσσική αισθητική , προτιμούνται μυθιστορήματα και λυρικά ποιήματα. Σημιώνονται και χειρότερα κείμενα, όπως μερικοί δημοσιογραφικοί λίβελλοι που εμπεριέχουν απόψεις, ισχυρισμούς και ιδεοληψίες αλλά όχι λογικά επιχειρήματα.

Καθημερινή ( 30.1.16)

———————— ———————-

Περί την «Κοινή Λογική»

Πρόκειται για απόσπασμα ενός κειμένου μου σαν αντιπαράθεση με τον κ.Χρήστο Γιανναρά. Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της “κοινής λογικής” ( σύμφωνα με ευρωπαϊκά επιστημονικά δεδομένα το “common sense” =”κοινός νούς” του Άγγλου φιλόσοφου Francis Bacon (18ος αι. ) στην συγκεκριμένη περίπτωση συνάδω. Αλλά η έκφραση ( “αφελής ρασιοναλισμός, ανώμαλες αποφύσεις του οποίου είναι ο μαρξισμός και ο φιλελευθερισμός ” δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη. Ο ρασιοναλισμός ( “Ius rationis”=”Δικαίωμα του ορθού λόγου”, Ορθολογισμός ) είναι μια κοσμοϊστορική επίτευξη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (18ος αι. ), την οποία καταπολεμούν μόνον οι απανταχού σκοταδιστές, ιδιαιτέρως η Ορθόδοξη Ρωσσική Εκκλησία , ενμέρει και η Ελληνική.
Ο Φιλελευθερισμός ξεκίνησε με την “Bill of Rights”( 1689 ) και βαθμιαία οδήγησε στα ( υποκειμενικά ) ανθρώπινα δικαιώματα. Ισως εννοείτε το Νεοφιλελευθερισμό ( hedge funds ) που καταστρέφει την διεθνή οικονομία .

Εκτός τούτου έγινε ακόμη μία σύγχιση και δη του Μαρξισμού με τον Λενινισμό και τον Σταλισμό. Έτερον εκάτερον. Κάποιος συνάδελφος μου είπε, ότι συστηματικά δεν δημοσιεύετε τα σχόλια Ελλήνων πανεπιστημιακών του εξωτερικού, κάτι που γενικά δεν ευσταθεί. Λοιπόν, αν θέλετε υψηλό επίπεδο του διαλόγου, “Ιδού η Ρόδος. ιδού και το πήδημα”. Καθημερινή (7. 2. 2013)

———————————————

Ελλειψη κριτικής σκέψης, σοβαρά προβλήματα προσέγγισης

Σύμφωνα με το Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Πρωίας ( 1ος τόμος, σελ. 104 ) η λέξη ακρισία σημαίνει το εξής : « ιδιότης του ακρίτου, έλλειψις κρίσεως, ελαφρότης διανοητική, ανοησία».
Στην ουσία πρόκειται για την έλλειψη της «κριτικής σκέψης», η οποία είναι ένας terminus scientificus που σημαίνει ένας διεθνώς καθιερωμένος επιστημονικός όρος.
Επομένως αυτός πρέπει να είναι η αφετηρία και βάση μίας σοβαρής θεώρησης του ανάλογου φαινομένου. Αλλά χωρίς μία λογική προσέγγιση , η οποία εδώ σημαίνει μία μεθοδολογία ( διδασκαλία, επιστήμη, θεωρία περί των μεθόδων ) είναι η θεώρηση τελείως ανέφικτη ή εσφαλμένη. Θέτουμε λοιπόν τον όρο «κριτική σκέψη» στο επίκεντρο της ανάλυσης.

Η κριτική σκέψη είναι μία πνευματική επίτευξη πρωτίστως των υλιστών Ιώνων φιλόσοφων, του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο πυρήνας της είναι η ικανότητα της αξιολόγησης διαφοροποιώντας μεταξύ δύο αντικειμένων ή φαινομένων (π. χ. „το κρίνειν το αληθές τε και μη», Theait. 150b3 ).

Οι μεγάλοι Γάλλοι εγκυλοπαιδιστές την έχουν εμπεδώσει τον 18ο αι. ( „esprit critique“ και  κριτική γενικά ως „Δικαστήριο της αλήθειας“). Την έχει ο Γερμανός φιλόσοφος I.Kant εξελίξει και αυτή έχει φθάσει στο απόγειό της μέσω της θεωρίας του „Κριτικού ρεαλισμού“ της Σχολής της Φρανκφούρτης, της οποίας ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος στο παρόν είναι ο διεθνώς κορυφαίος κοινωνικός και πολιτικός Γερμανός φιλόσοφος Jürgen Habermas.

Η Ελλάδα δεν εβίωσε όμως τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό που σημαίνει ότι δεν γνωρίζει ούτε το κοινωνικά συνειδητό άτομο , ούτε τον κρατικά συνειδητό πολίτη και για το πνεύμα πολύ αρνητικό ούτε τον ορθολογισμό ( ius rationis : δίκαιο του ορθού λόγου :, ορθολογισμός), ο οποίος είναι η προϋπόθεση για την κριτική σκέψη και την κριτική αμφιβολία. Αυτό το διαπιστώνουμε σε πολά πεδία του βίου και ιδιαιτέρως στην παιδεία. Εννοούμε το γνωστό μεσαιωνικό φαινόμενο του αποστηθίζειν σαν να μην πρόκειται για λογικά όντα.

Εφαρμόζωντας τον μεθοδικό κανόνα της συγκριτικότητας διαπιστώνουμε όλως αντικειμενικά, ότι το παπαγαλίζειν είναι διαδεδομένο στην Ευρώπη (Νότια, Ανατολική, Νοτιοανατολική), ανεξαιρέτως σε όλες τις ισλαμικές χώρες καθώς και σε όλη την Λατινική Αμερική. Είχα την μοναδική ευκαιρία να εκπαιδεύσω επί δεκαετίες σπουδαστές από όλες τις προαναφερθείσες περιοχές του κόσμου καθώς και από την Ευρώπη και έτσι να πραγματοποιήσω εκτενέστατες συγκριτικές εθνολογικές και κοινωνικοψυχολογικές μελέτες.

Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι σε αυτές τις χώρες λείπει η κριτική σκέψη, η οποία αντικαθίσταται με σουρεαλισμό, εικασίες, ιδεοληψίες, φανατισμό (ιδεολογικό και θρησκευτικό), πατριδοκαπηλεία και θρησκοκαπηλεία, συνωμοσιολογία, κινδυνολογία παροιμίες και αποφθέγματα (είπε αυτός και είπε εκείνος) και παράλογο εξυπνακισμό.

Αλλά όταν επί πολλά χρόνια οι μαθητές και αργότερα οι φοιτητές δεν έχουν μάθει να σκέπτονται λογικά και κριτικά, τότε είναι φυσικό, ότι η έλλειψη της κριτικής σκέψης είναι πλατειά διαδεδομένη . Ο κανόνας της σχετικότητας αναδεικνύει όμως , ότι η διαπίστωση δεν επιτρέπεται να θεωρείται απόλυτη. Υπάρχουν παντού και άτομα, τα οποία διαθέτουν επαρκή κριτική σκέψη μεν, αλλά αυτά αποτελούν μία μειονότητα.

Χωρίς κριτική σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει μία λογική και ρεαλιστική θέαση των πραγμάτων. Η αμφισβήτηση είναι μία συγεκριμένη έκφανση της κριτικής σκέψης, η οποία αντιτίθεται σε άλα τα δόγματα ( ιδεολογικά, θρησκευτικά κοκ.). Επομένως είναι αυτονόητο που για την χριστιανική θρησκεία ( Ρωμαιοκαθολικισμός, Ορθοδοξία, όχι όμως Προτεσταντισμός ) η αμφισβήτηση αποτελεί κάτι το ανεπιθύμητο και στο Ισλάμ είναι το κριτικό πνεύμα απαγορευμένο και η αμφισβήτηση κίνδυνος ζωής.

Η έλλειξη της κριτικής σκέψης αποτελεί μίαν ιδανική προϋπόθεση για την δημαγωγία, τον λαϊκισμό , την εξαπάτηση και την συστηματική αποβλάκωση ιδίως των ανθρώπων με χαμηλό πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο.

Η διαπαιδαγώγηση τής νεολαίας στην κριτική σκέψη απαιτεί στην Ελλάδα μία ριζική μεταρρύθμιση υπό το νόημα του εκσυγχρονισμού της παιδείας σε άλα τα επίπεδα.
Το πρώτο ανέξοδο βήμα θα μπορούσε να είναι η καταπολέμηση της αποστήθισης με σκοπό να μάθουν επί τέλους οι μαθητές και οι σπουδαστές να χρησιμοποιούν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα και να αιτιολογούν τη γνώμη τους ( π.χ. αυτό είναι έτσι , ΔΙΑΤΙ… ). Πολλές φορές είναι αυτό το ΔΙΑΤΙ ανυπέρβλητο.

Το αποκορύφωμα της έλλειψης της κριτικής σκέψης είναι η παλιμπαιδιστική αποφθεγματολογία,  πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα πρωτίστως σε άτομα που δεν έχουν σπουδάσει τίποτα. Ετσι αντικαθιστούν  τα τσιτάτα και τα αποφθέγμαστα ιδιαιτέρως αρχαίων Ελλήνων τις ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις.

Καθημερινή ( 5. 3. 14, 27.3.17 )     ———————————————————————————————————

Κριτική Σκέψη

Προτεσταντισμός ) αποτελεί η αμφισβήτηση κάτι το ανεπιθύμητο και στο Ισλάμ είναι το κριτικό πνεύμα απαγορευμένο και η αμφισβήτηση κίνδυνος ζωής.

Η έλλειξη της κριτικής σκέψης αποτελεί μίαν ιδανική προϋπόθεση για την δημαγωγία, τον λαϊκισμό , την εξαπάτηση και την συστηματική αποβλάκωση ιδίως των ανθρώπων με χαμηλό πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο.

Η διαπαιδαγώγηση τής νεολαίας στην κριτική σκέψη απαιτεί στην Ελλάδα μία ριζική μεταρρύθμιση υπό το νόημα του εκσυγχρονισμού της παιδείας σε άλα τα επίπεδα.
Το πρώτο ανέξοδο βήμα θα μπορούσε να είναι η καταπολέμηση της αποστήθισης με σκοπό να μάθουν επί τέλους οι μαθητές και οι σπουδαστές να χρησιμοποιούν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα και να αιτιολογούν τη γνώμη τους ( π.χ. αυτό είναι έτσι , ΔΙΑΤΙ… ). Πολλές φορές είναι αυτό το ΔΙΑΤΙ ανυπέρβλητο.

Το αποκορύφωμα της έλλειψης της κριτικής σκέψης είναι η παλιμπαιδιστική αποφθεγματολογία,  πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα πρωτίστως σε άτομα που δεν έχουν σπουδάσει τίποτα. Ετσι αντικαθιστούν  τα τσιτάτα και τα αποφθέγμαστα ιδιαιτέρως αρχαίων Ελλήνων τις ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις. Καθημερινή( 5. 3. 14, 27.3.17)

—————————————————

Πνευματική κατάσταση στην Ελλάδα, Συνοπτικότατα

Οι σπουδές συντελούνται εκτός σπανίων εξαιρέσεων στην Φιλολογία στείρα και άγονα χωρίς ουδεμία ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ και στα σχολεία και στον δημόσιο βίο επικρατούν η παπαγαλία και η παλιμπαιδιστική τσιτατολογία. Σημειώνεται τελεία έλλειψη ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ.

Με τέτοιον τρόπο σκέψης δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα βαθμιαία βυθίζεται στην ασημαντικότητα.

Πρωτίστως Ελληνες επιστήμονες, μεταξύ αυτών πολυάριθμοι πανεπιστημιακοί, του Αποδήμου Ελληνισμού τιμούν το ελληνικό όνομα και σώζουν κάπως την τιμή της Ελλάδας.

Εάν δεν προσέξουμε, θα χαθούμε όλοι στον ΑΝΑΤΟΛΙΤΙΚΟ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟ.
Ωρίμασε λοιπόν ο χρόνος να αρχίσουμε με την συστηματική ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ και ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ επί της ουσίας των υπαρχόντων προβλημάτων με τους εκπροσώπους της μεσαιωνικής καθυστέρησης, του εθνικιστικού αυτοβαυκαλισμού, της πνευματικής αυτοπεριχαράκωσης, της μαζοχιστικής ομφαλοσκόπησης και του καταστροφικού ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ. Το Βήμα (19.11.15)

——————————————————

Παπαγαλία

Η παπαγαλία σχεδόν σε όλες τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, στις Λατινοαμερικανικές και πρωτίστως στις ισλαμικές χώρες είναι προϊόν μίας αντιεπιστημονικής θρησκευτικής παράδοσης, η οποία καταβάλλει επί ΑΙΩΝΕΣ τεράστιες προσπάθειες να αποτρέψει την εμπέδωση της λογικής και κριτικής σκέψης.

Η παπαγαλία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μετριότητα και σε μαζική αποβλάκωση και εμποδίζει την ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στα πανεπιστήμια αυτών των χωρών οι καθηγητές ιδιαιτέρως των φιλοσοφικών, πολιτικών , οικονομικών κλπ. επιστημών είναι REPETITORES ( επαναλαμβάνουν με μεγίστη ευλάβεια αυτά που έγραψε αυτός, εκείνος και κάποιος άλλος ).  Πρόκειται για ένα εμετικό και αναξιοπρεπές φαινόμενο.
Πέραν τούτου σημειώνεται και έλλειψη της επιστημονικής ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ. Καθημερινή (20.2.15)

Αποστήθιση, εχθρός της κριτικής σκέψης , Το Βήμα (25.10.12)

Αποστήθιση vs κριτική σκέψη. Στην διάρκεια της σταδιοδρομίας μου ωςπανεπιστημιακός σε κεντροευρωπαϊκό πανεπιστήμιο είχα να κάνω με σπουδαστές (πτυχιακοί, μεταπτυχιακοί, δοκτορά) από περίπου 70  χώρες και από όλους τους κύκλους πολιτισμού.

Διεπίστωσα, ότι μόνον οι σπουδαστές από τις χώρες με προτεσταντική παράδοση και από το Ισραήλ κατείχαν μίαν υπεραναπτυγμένη κριτική σκέψη. Όλοι οι άλλοι σπούδαζαν κατ αρχάς επί τη βάσειο της αποστήθισης. Αυτό ισχύει κυρίως για σπουδαστές απο χώρες του Ισλαμικού Κύκλου Πολιτισμού, του Κονφουκιανικού Κύκλου Πολιτισμού καθώς και από χώρες με χριστιανική ορθόδοξη παράδοση.

Οι προαναφερθέντες είχαν ταυτόχρονα τεράστια ελλείμματα στην επιστημονική Μεθοδολογία. Μπορούσαν κάλλιστα να απαντήσουν στις εξετάσεις , προφορικές η γραπτές , πολλές φορές κάλλιστα την ερώτηση „Τι είναι…“, αλλά αμέσως προέκυπταν μεγάλα προβλήματα, όταν επρόκειτο να απαντήσουν το „Διατί είναι.. „. Ως γνωστόν με αυτό το Διατί έχει εφευρεθεί η κριτική σκέψη ήδη προ 2600 ετών στην Ιωνία ( Θαλής, Αναξίμανδρος και άλλοι). Το ερωτηματικό μόριο „Διατί“ ήταν και είναι ακόμη η βάση της Φιλοσοφίας.

Πάλι στην Ευρώπη και δη στην εποχή του Διαφωτισμού έχει ενδυναμωθεί η κριτική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων με το Ius rationis ( Δίκαιο του ορθού Λόγου). Έτσι έχουν βαθμιαία δημιουργηθεί οι ισχυρές βάσεις για την επιστημονική άνοδο και την ανωτερότητα του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού. Ιδιαιτέρως η Αστική Επανάσταση διεμόρφωσε το δημιουργικό Άτομο με την δυνατή κριτική σκέψη. Η αποστήθιση είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την κριτική σκέψη, η οποία θεωρείται από τις περισσότερες θρησκείες σαν θανάσιμος εχθρός.

Pacta sunt servanda, Clausula rebus sic stantibus im Spannungsverhältnis von Stabilität und Veränderung im Völkerrecht

Pacta sunt servanda, Clausula rebus sic stantibus im Spannungsverhältnis von Stabilität und Veränderung im Völkerrecht

(Hierbei handelt es sich um eine überarbeitete und teilweise ergänzte Zusammenfassung meiner 1975 verteidigten Habilitationsschrift)

Gliederung

1. Völkerrechtliche Stabilität, Grundprinzipien des Völkerrechts und Stabilität in den         internationalen Beziehungen

2. Veränderungen innerhalb der Völkerrechtsordnung

3. Zum Verhältnis von statischer und dynamischer Stabilität

4. Der spezielle Beitrag von pacta sunt servanda zur Schaffung stabiler internationaler         Beziehungen

5. Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.1. Bedeutung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.2. Die Kompromissformulierung der Regel der grundlegenden Veränderung der  Umstände in der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969 als eine  Synthese objektiver und subjektiver Faktoren

5.3. Anwendungsbedingungen prozessualen Charakters und Lösungsmöglichkeiten von  mit der Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände im        Zusammenhang stehenden Streitigkeiten

5.4. Die Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände auf   Verträge unabhängig von ihrer Dauer und der Ausschluss der Anwendung der  Grenzverträge

5.5. Folgen der Berufung auf die Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

6. Zum Verhältnis zwischen dem Grundprinzip der Vertragstreue und der Regel der           grundlegenden Veränderung der Umstände

 

Abkürzungen

AdV                           Archiv des Völkerrechts

AFDI                          Annuaire Francais de Droit International

AJIL                           The American Journal of International Law

ILC-Yearbook                       Yearbook of the International Law Commission

ÖZfÖRVR                 Österreichische Zeitschrift für öffentliches Recht und Völkerrecht

Rdc                             Recueil de Cours, Academie de Droit International (Der Haag)

RGDIP                       Revue Général de Droit International Public

SEMP                         Sowjetskij jeshegodnik meschdunarodonowo prawa

SGiP                           Sowjetskij gossudarstwo i pramo

VTK1                         Vienna Convention on the Law of Treaties (1969)

VTK2                         Vienna Convention on the Law of Treaties between States and                                         International Organizations or between International Organizations

(1986)

WVK1                                   Wiener Konvention über das Recht der Verträge (1969)

WVK2                                   Wiener Konvention über das Recht der Verträge zwischen Staaten und  internationalen Organisationen oder zwischen internationalen                                      Organisationen (1986)

ZaöRVR                     Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht

 

 

1. Völkerrechtliche Stabilität, Grundprinzipien des Völkerrechts und Stabilität in den internationalen  Beziehungen

Dem Völkerrecht ist wie jedem Recht das Element der Stabilität immanent. Das Völkerrecht hat jedoch eben als Recht nicht nur eine statisch-regulierende, sondern auch eine dynamisch-zielsetzende Funktion. So gesehen, kann vor allem bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Menschheit das Element der Zusammenarbeit an Bedeutung gewinnen, dass das Völkerrecht als Kooperationsrecht ( ius cooperationis ) bezeichnet wird. So verwundert es nicht, wenn in der UNITAR-Studie “Progressive development of the principles and norms of international law relating to the New International Economic Order” vom Oktober 1984 festgestellt wird, dass sich das Völkerrecht der Koexistenz immer mehr zu einem Völkerrecht der Kooperation entwickelt.1 An dieser Stelle ist darauf hinzuweisen, dass Wolfgang Friedmann in seiner international bekanntgewordenen Schrift “The Changing Structure of International Law” bereits Mitte der 60er Jahre diese völkerrechtsbeeinflussende Entwicklung erkannt hatte und daher die Forderung erhob und begründete, um “Koexistenzrecht” (“law of coexistence”) zum “Kooperationsrecht” (“law of cooperation”) überzugehen. Hierdurch hat er mehrere Völkerrechtler beeinflusst. Im  Zusammenhang mit der allmählichen Herausbildung eines Entwicklungsvölkerrechts wandten sich Mitte der 70er Jahre diesen Fragen vorwiegend französische Völkerrechtler zu. So bestünde nach  G. Feuer zwischen dem “Koexistenz”-und dem “Kooperationsvölkerrecht” ein dialektisches Verhältnis. Das Entwicklungsvölkerrecht bilde dabei eine Synthese von beiden. P. Pescatore dachte sicherlich an das Übermorgen, als er dazu auf den Übergang vom “Kooperations”- zum “Integrationsvölkerrecht” hinwies.

Das Völkerrecht ist in erster Linie ein ius pacis. Allgemein hat das Recht als verbindlicher gleicher Verhaltensmaßstab eine Reihe von Funktionen zu erfüllen wie:

a) Es werden Ziele sozialen Verhaltens gesetzt (zielsetzende Funktion);

b) das gesollte Verhalten wird durch Gebote, Verbote und Erlaubnisse direkt vorgeschrieben (regulierende Funktion);

c) das Recht bewertet soziales Verhalten (bewertende Funktion);

d) es verknüpft das gesollte und nichtgesollte soziale Verhalten mit Sanktionen (Zwangsfunktion). Das Recht als “gesellschaftlich verursacht und Gesellschaftliches bewirkend”, wirkt gesellschaftsordnend und -sichernd”.

In unserem Zeitalter sind Aufgabenstellung und Funktion des Völkerrechts in enger Verbindung mit den globalen Problemen der Menschheit zu sehen. Diese Aufgabenstellung hat absoluten Vorrang gegenüber jener eines sozialen Charakters. Gegenwärtig hat das Völkerrecht nicht nur eine Stabilisierungs- sondern auch eine Umgestaltungsfunktion.

Die große Bedeutung des Völkerrechts in den internationalen Beziehungen wird anerkannt. Dennoch werden hin und wieder auch skeptische Äußerungen10 gemacht bzw. negative Einschätzungen getroffen.11 B. Simma unterzog hingegen die These von der “Krise” des Völkerrechts einer gelungenen Kritik.

Das Völkerrecht vermag wohl, auf die internationalen Beziehungen komplex einzuwirken: rechtlich, politisch, moralisch und auch ideologisch.13 Seine wichtigste Aufgabe ist in unserem Zeitalter die “Sicherung der Grundlagen der menschlichen Existenz”. Diese Aufgabenstellung kann in erster Linie durch die Erhaltung des Weltfriedens realisiert werden. Die Friedenssicherung als die wichtigste Aufgabe des Völkerrechts wird gegenwärtig sowohl von  osteuropäischen als auch von westeuropäischen Völkerrechtlern unterschiedlicher Ausrichtung anerkannt. Die Hauptfunktion des Völkerrechts prägt dabei derart seinen Charakter, dass man gegenwärtig von einem Völkerrecht als Friedensrecht bzw. als Recht der internationalen Friedensordnung sprechen kann.

Werden weitere globale Probleme der Menschheit in Betracht gezogen, dann ist die Funktion des Völkerrechts etwas zu erweitern. Dieses hat z. B. auch zur Überwindung der Unterentwicklung beizutragen. Es ist jedoch verfrüht, es bereits jetzt als “Unterentwicklungsrecht” zu bezeichnen. Dennoch bildet sich allmählich ein Entwicklungsvölkerrecht heraus, welches jedoch ein integraler Bestandteil des Völkerrechts ist. Auch zum Schutze der menschlichen Umwelt vermag das Völkerrecht beizutragen, vorausgesetzt, dass die Staaten bereit sind, mitzuwirken.

Der Beitrag des Völkerrechts zur Schaffung stabiler friedlicher Beziehungen ist auch durch seine Universalität möglich. In unserem Zeitalter ist die Universalität des Völkerrechts in engem Zusammenhang mit den globalen Problemen der Menschheit sowie mit der objektiv bedingten Existenz einer internationalen Staatengemeinschaft zu sehen. Diese Faktoren beeinflussen das gegenwärtige bestehende internationale Staatensystem, dessen wichtigste rechtliche Basis die UN-Charta ist.21 Universalität des Völkerrechts bedeutet, dass diese für alle Staaten unabhängig von der Gesellschaftsordnung gilt. In der Tat ist es so, dass die Universalität des Völkerrechts von allen Staaten bzw. die Einheit der Völkerrechtsordnung von niemanden bestritten wird. Ein weiterer Zug der Universalität besteht darin, dass dieses für alle Staaten gleich ist.24 Die Universalität des Völkerrechts ist vorhanden, obwohl gegenwärtig unterschiedliche Kultur- und Rechtskreise existieren.

Geht man von der allgemeinen Ordnungsfunktion des Völkerrechts aus, so kann man sagen, dass dieses einen stark statischen Charakter hat. Nur hierdurch kann ein Zustand der Rechtssicherheit in den internationalen Beziehungen geschaffen werden. Die Beständigkeit des Völkerrechts kann vor allem daraus abgeleitet werden, dass der von den Staaten auf dem Wege von Völkerrechtsnormen erreichte Interessenausgleich von Dauer sein muss, um seinen Zweck erfüllen zu können. Speziell unter den Bedingungen unseres Zeitalters gewinnt die Stabilität der Völkerrechtsordnung an Bedeutung. Die Stabilität der Völkerrechtsordnung vermag ihrerseits, zur Schaffung stabiler friedlicher internationaler Beziehungen beizutragen.

Die Stabilität der Völkerrechtsordnung hängt direkt von der Haltung der Staaten zu den Grundprinzipen des Völkerrechts ab. Deren überragende Bedeutung kann unter Zugrundelegung verschiedener Kriterien ermittelt werden. Es liegen zwar relativ viele Publikationen hauptsächlich russischer Völkerrechtler vor. Es fehlen jedoch die der herausragenden Wichtigkeit der Grundprinzipien adäquater Systematisierungskriterien. Hier soll daher der Versuch unternommen werden, Bedeutung und Hauptmerkmale der Grundprinzipien nach bestimmten notwendigen Kriterien herauszuarbeiten.

a) Nach ihrer Bedeutung allgemein in den internationalen Beziehungen : Sie stellen eine Widerspiegelung der Hauptziele der internationalen Zusammenarbeit, der grundlegenden allgemeinen Interessen, der politischen Hauptrichtungen und der allgemeinen Struktur des gesamten Systems der internationalen Beziehungen und einen Garant der legitimen Rechte und Interessen der Völker dar.

b) Nach ihrer Bedeutung speziell für das Völkerrecht : Die Grundprinzipien sind Hauptkern und normative Eckpfeiler des Völkerrechts, Ausdruck der inneren Grundlage des gesamten Völkerrechtssystems und des Hauptinhalts des Völkerrechts. Sie stellen weiter orientierende Richtlinien für die Weiterentwicklung des Völkerrechts dar und zeigen überhaupt die Hauptrichtungen der Entwicklung des Völkerrechtssystems an. Sie können bezüglich ihrer überragenden Bedeutung mit den Verfassungsprinzipien im innerstaatlichen Recht verglichen werden.Sie sind ein “Mindeststandard jeder rechtmäßigen Gestaltung internationaler Beziehungen”und ein stabiler Faktor der internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen. Sie besitzen eine funktionale und strukturelle Rolle im Völkerrechtssystem und sind in diesem Rahmen unabdingbar für das normale und effektive Funktionieren des völkerrechtlichen Regulierungssystems. Sie sind der derart unentbehrlich in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen, dass ihre Negierung der Leugnung des Völkerrechts gleichkäme. Sie können ferner als eine wichtige Grundlage für die Mobilisierung der öffentlichen Meinung zur Durchsetzung des Völkerrechts betrachtet werden.

c) Nach ihrer Bedeutung speziell für die anderen Prinzipien und Normen des Völkerrechts: Die Grundprinzipien sind Maßstab, an dem die Völkerrechtsmäßigkeit anderer Normen gemessen wird und auch unentbehrlich für deren Auslegung. Infolgedessen haben die anderen Normen mit den Grundprinzipien in Übereinstimmung zu stehen (Artikel 103 der UN-Charta), anderenfalls sind sie von Anfang an ab initio, ex tunc rechtsungültig (Artikel 53 der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969).

d) Unter Berücksichtigung ihres Charakters : Die Grundprinzipien besitzen im Völkerrecht die höchste politische, moralische und vor allem juristische Kraft und stehen damit an der Spitze der Normenhierarchie. Sie besitzen einen allgemeinen bzw. allgemeindemokratischen Charakter. Sie stellen allgemeinanerkannte, allgemeinverbindliche Normen mit einem unbegrenzten staatlichen Adressatenkreis dar. Sie sind verpflichtende und verbietende Normen. Die meisten Grundprinzipien besitzen ferner einen ius cogens-Charakter, d. h., sie sind für alle Staaten zwingend verbindlich und von ihnen darf daher nicht abgewichen werden. Sie vermögen friedliche internationale Zusammenarbeit zu fördern, die freundschaftlichen Beziehungen zwischen den Staaten zu entwickeln und ein interventionsfreies Zusammenwirken der Staaten bei der Lösung der verschiedenen Probleme zu gewährleisten. Die Grundprinzipien stellen schließlich, obwohl jedes einzelne von ihnen eine relative Selbständigkeit besitzt, ein einheitliches Ganzes, ein System dar. Daher ist das wesentliche Merkmal des Systems der völkerrechtlichen Grundprinzipien ihre relative Abgeschlossenheit und Koordiniertheit.

Innerhalt des Systems des Völkerrechts bedingen sich Prinzipien und Normen gegenseitig. Im Rahmen dieses Koordinatensystems gegenseitiger Beeinflussung funktionieren Prinzipien und Normen, wodurch Aufgaben und Funktionen des Völkerrechts realisiert werden. Demnach kann man innerhalb der Völkerrechtsordnung eine gewisse Rangordnung erkennen. Sie widerspiegelt indirekt materielle Erfordernisse, Interessenlagen und Willen. Die Hierarchie von Prinzipien und Normen ist nicht zufällig. Sie besitzt dem Wesen nach einen dreifachen Charakter : Sie ist objektiv bedingt und wird durch die Willensübereinstimmung der Staaten geschaffen; sie ist ferner Widerspiegelung der oben genannten Art sowie der Rechtsstruktur; sie ist außerdem Metawiderspiegelung, d. h., eine wissenschaftliche Widerspiegelung.

Rechtstheoretisch ergibt sich die Normenhierarchie aus der inneren Struktur des Rechts, aus dem Begriff des Rechts als eines Normensystems, aus der Makrostruktur des Rechts, aus der gegenseitigen Abhängigkeit der Normen, aus dem Normativitätscharakter und nicht zuletzt aus der besonderen Bedeutung von Prinzipien und Normen für die gesamte Völkerrechtsordnung sowie für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass zum einen die Bestimmung der Hierarchie nicht willkürlich sein kann und darf und zum anderen, dass es konkreter Kriterien bedarf, um innerhalb des Völkerrechtssystems eine oder sogar mehrere Rangordnungen aufstellen zu können.

Nach der UNITAR-Studie vom Oktober 1984 deutet allein der Begriff “Prinzip” auf eine “Hierarchische Überlegenheit” (“hierarchical superiority”) hin.

Wird der Normativitätscharakter als Kriterium genommen, dann ist zwischen den ius cogens- und den ius dispositivum-Normen zu unterscheiden. Erstere besitzen dabei Priorität. Legt man die Bedeutung der Normen für den internationalen Normenbildungsprozess zugrunde, so stehen die Grundprinzipien an erster Stelle.

Wird die Bedeutung der Normen für die Lösung der globalen Probleme zum Maßstab erhoben, so entsteht eine andere hierarchische Ordnung :

a) alle Prinzipien und Normen zur Erhaltung des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit und zur Abrüstung;

b) sämtliche Prinzipien und Normen zum Schutz der menschlichen Umwelt ;

c) alle Prinzipien und Normen zur Lösung des globalen Problems der Unterentwicklung.

Hier handelt es sich offensichtlich um eine vertikale Struktur, die jedoch horizontale Beziehungen nicht ausschließt. wird die Erhaltung des Weltfriedens zum entscheidenden Maßstab gemacht, dann sieht die vertikale Struktur ganz anders aus : An erster Stelle stehen die sieben Grundprinzipien; an zweiter Stelle stehen Normen in den multilateralen Verträgen universellen Charakters – unter ihnen genießen wiederum jene Priorität, die echte Abrüstungsmaßnahmen enthalten, von den in Frage kommenden Staaten ratifiziert worden und auch in Kraft gesetzt worden sind -; den dritten Platz könnten ius-cogens-Normen folgen, die nicht zu den Grundprinzipien gehören ; schließlich würde man die Ius dispositivum-Normen in Betracht ziehen und sicherlich weiter einordnen können.

Unabhängig von den jeweiligen Kriterien stehen die sieben Grundprinzipien an erster Stelle. In Bezug auf die Rechtsnormativität mögen sie zwar gleichwertig sein. Damit käme nur ein horizontales Verhältnis in Frage. Es ist jedoch legitim, unter ihnen etwas zu differenzieren. Dabei bestehen einige Möglichkeiten :

a) Nimmt man als Maßstab nach wie vor das globale Problem der Gefährdung des Weltfriedens, dann würde das Grundprinzip des Gewaltandrohungs- und Gewaltanwendungsverbots an erster Stelle stehen. Seine Verletzung kann die internationalen Beziehungen erheblich destabilisieren.

b) wird die Unterentwicklung in Betracht gezogen, dann kämen die Grundprinzipien der friedlichen internationalen Zusammenarbeit und der souveränen Gleichheit der Staaten in Frage, wie dies in der genannten UNITAR-Studie vom Oktober 1984 in der Tat der Fall ist.

Geht man insgesamt von den Erfordernissen unseres Zeitalters aus, so würde sich folgende politische Gewichtung innerhalb des Systems der Grundprinzipien ergeben : Gewaltandrohung- und Gewaltanwendungsverbot, friedliche internationale Zusammenarbeit, souveräne Gleichheit der Staaten. Hieraus könnten hinsichtlich der staatlichen Souveränität schwerwiegende Konsequenzen erwachsen. Abgesehen davon, ist die politische Bedeutung auch der Grundprinzipien historisch bedingt. So stand z. B. in der Zeit des antikolonialen Kampfes das Selbstbestimmungsrecht der Völker im Mittelpunkt. Im Zeitalter der globalen Probleme der Menschheit wird dem Grundprinzip des Gewaltandrohungs- und Gewaltanwendungsverbot Priorität zuerkannt. Im nachnuklearen Zeitalter wird bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Unterentwicklung und der Gefährdung der menschlichen Umwelt höchstwahrscheinlich das Grundprinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit die wichtigste Rolle spielen. Dann wird man eher von dem Völkerrecht als einem ius cooperationis sprechen.

Eine schwerwiegende Verletzung der Grundprinzipien vermag, die gesamte Völkerrechtsordnung zu erschüttern und hierdurch die internationalen Beziehungen so zu destabilisieren, dass dann chaotische Verhältnisse herrschen.

2. Veränderungen innerhalb der Völkerrechtsordnung

Das Völkerrecht ist wie jedes Recht in erster Linie statisch, um seine Funktionen erfüllen zu können. Ihm sind jedoch auch Dynamik und Veränderlichkeit eigen. Dies bedeutet konkret, dass das Völkerrecht den Veränderungen unterworfen ist, vorausgesetzt, dass dies in conreto durch Vereinbarungen und unter strikter Respektierung der Grundprinzipien des Völkerrechts erfolgt. So wie die Existenz gesellschaftlicher Verhältnisse notwendigerweise indirekt das Vorhandensein von Rechtsnormen bedingt, die auf dieselben anwendbar sind – dies gilt auch für die internationalen Beziehungen und das Völkerrecht-, genauso muss die Veränderung von bestimmten Bereichen der internationalen Beziehungen natürlich sukzessive und auf der Grundlage entsprechender Vereinbarungen zu einer Wandlung der bestehenden Völkerrechtsnormen führen. Dabei geht es hauptsächlich um einen Prozess der Anpassung des Völkerrechts an veränderte Bedürfnisse in den internationalen Beziehungen. Je schneller und vollkommener diese Anpassung erfolgt, umso effektiver kann ein Rechtssystem sein.51 In der internationalen völkerrechtlichen Fachliteratur hat vor allem W. C. Jenks häufig das völkerrechtliche Anpassungserfordernis unterstrichen, welches er als Bestandteil des von ihm entworfenen “common law of mankind” ansieht.52 In diesem Sinne ist das Völkerrecht tatsächlich Ausdruck des konkreten Kräfteverhältnisses.53

Die Wandlung und damit die Anpassung des Völkerrechts an veränderte internationale Bedingungen wird in erster Linie in Verbindung mit der wachsenden Bedeutung der jungen Nationalstaaten von einzelnen Völkerrechtlern aus diesen Staaten als Forderung erhoben.54 Die Notwendigkeit, das Völkerrecht unter Berücksichtigung der weltweit erfolgten politischen, ökonomischen und technologischen Veränderungen ebenfalls einer gründlichen Wandlung zu unterziehen, wurde von Entwicklungsländern im Rahmen der Bestrebungen zur Schaffung einer Neuen Internationalen Wirtschaftsordnung (NIWO) mit besonderer Vehemenz unterstrichen. Aus der Vielzahl der Stellungnahmen seien paradigmatisch nur einige genannt. so forderte der marokkanische Vertreter 1974 in Caracas, dass die III. UN-Seerechtskonferenz die Veränderungen in den internationalen Beziehungen wie z. B. den wissenschaftlich-technischen Fortschritt zu beachten hat.55 Auch der tanzanische Vertreter wies auf derselben Session darauf hin, dass als Ergebnis der technologischen Entwicklung die existierenden Normen des internationalen Seerechts den Erfordernissen der gegenwärtigen Realitäten nicht mehr entsprechen.56

Über die notwendigen Veränderungen in der Struktur und im System des Völkerrechts stellen Völkerrechtsexperten immer wieder Überlegungen an. So müssten nach W. Friedmann einer Neuordnung des Völkerrechts u. a. folgende Grundsätze zugrunde gelegt werden : die Erweiterung des Zwecks des Völkerrechts durch die Aufnahme neuer Gegenstände; die Aufnahme auch privater Vereinigungen und von Individuen als Völkerrechtssubjekte und die Auswirkung politischer und ökonomischer Prinzipien auf die Universalität des Völkerrechts.57 Im Großen und Ganzen kann diesen Vorstellungen beigepflichtet werden. Es ist jedoch stark zu bezweifeln, o in absehbarer Zeit die Staaten bereit sein werden, private Vereinigungen und Individuen als Völkerrechtssubjekte zu akzeptieren. Geht man von den globalen Problemen der Menschheit aus, so kann man damit rechnen, dass sich die Kodifizierung und progressive Entwicklung des Völkerrechts auf folgende Materien konzentrieren wird. Abrüstung, Umweltschutz, Unterentwicklung. Ein Entwicklungsvölkerrecht als integraler Bestandteil des Völkerrechts befindet sich bereits in statu nascendi. In diesem Kontext wird ferner der Aspekt der Zusammenarbeit derart die Funktion des Völkerrechts beeinflussen, dass man dieses auch als ius cooperationis bezeichnen könnte.

Das völkerrechtliche Normensystem ist jedoch gegenwärtig nicht das einzige. Erfordernisse in den internationalen Beziehungen speziell unseres Zeitalters haben inzwischen weitere Normensysteme hervorgebracht. Gemeint sind hier vor allem das System der politischen Normen sowie das sich etwas langsam entwickelnde System von Moralnormen.58

3. Zum Verhältnis von statischer und dynamischer Stabilität

Theoretisch wie praktisch-politisch gleichermaßen von besonderem Interesse ist die Frage nach dem eigentlichen Wesen der Stabilität : Ist sie statisch oder vielleicht dynamisch aufzufassen? Die Beantwortung dieser Frage ist insofern kompliziert, da Statik und Dynamik recht interpretationsfähige Begriffe sind. Die Statik hat z. B. in der Politik (Innen- und Außenpolitik) sowie im Recht (Landesrecht und Völkerrecht) zwei Hauptzüge aufzuweisen: Der eine wäre das Beharren einer Erscheinung in einem Zustand, der in seiner Wesenheit gut oder schlecht sein kann. Das gilt für die Politik genauso wie für das Recht. Der andere Hauptzug wäre wenigstens im Recht (Landesrecht und Völkerrecht) die Rechtssicherheit. Das ist wohl in der Politik (Innen- und Außenpolitik) von Vorteil. Die Praxis der internationalen Beziehungen zeigt jedoch, dass Entwicklungen neue Normen des Völkerrechts unentbehrlich machen (z. B. die neue Seerechtsordnung). Die Dynamik hingegen impliziert a priori Entwicklung und Veränderung, was zumindest begrifflich der Stabilität widersprechen, und eine dynamische Stabilität dieser Art ein contradictio in adjecto darstellen würde. Hierbei gilt es, ein Kriterium heranzuziehen, das der dynamischen Stabilität das Wort reden könnte. Alles spricht dafür, dass dieses Kriterium und daher auch der tragende Gedanke der Weltfriede ist.

Legt man ihn den angestellten Überlegungen und der Betrachtungsweise zugrunde, so würde Stabilität in den internationalen Beziehungen, dem tieferen Sinn nach, Aufrechterhaltung des Weltfriedens bedeuten. Letzerer wiederum erfordert weitere Schritte, um den Weltfrieden sicherer zu machen. Sie würden zu einer weiteren Verbesserung der Stabilität auf einer höheren Ebene und damit zu einer Qualitätswandlung der Stabilität führen.

Diese friedensbejahende dynamische Stabilität oder umgekehrt die die dynamische Stabilität implizierende Friedenswahrung lässt sich an dem europäischen Vertragswerk und an den sowjetisch-amerikanischen Beziehungen am besten demonstrieren. Als Ergebnis und zugleich Bestandteil der Wende vom kalten Krieg zur Entspannung in Europa Ende der 60er Anfang der 70er Jahre wurde am 12. August 1970 der Vertrag zwischen der damaligen UdSSR und der damaligen BRD abgeschlossen, der das Element der Stabilität in die europäische Politik in besonderem Maße hineintrug. Zugleich wurden in den im Zusammenhang mit der Unterzeichnung dieses Vertrages zwischen den beiden Staaten vereinbarten Absichtserklärungen Feststellungen getroffen und Maßnahmen vorgesehen, die dem Stabilisierungselement eine Weiterentwicklung, Dynamik und damit eine höhere Qualität verliehen. Zu erwähnen ist in diesem Zusammenhang vor allem die Absichtserklärung 2, in der sich die Regierung der BRD bereit erklärt, “mit der Regierung der Deutschen Demokratischen Republik einen Vertrag zu schließen, der die zwischen Staaten übliche gleiche verbindliche Kraft haben wird wie andere Verträge, die die Bundesrepublik Deutschland und die Deutsche Demokratische Republik mit dritten Ländern schließen”.

In den folgenden zwei bis drei Jahren wurden sukzessive weitere wichtige Verträge abgeschlossen wie der Vertrag zwischen Polen und der BRD über die Grundlagen der Normalisierung ihrer gegenseitigen Beziehungen vom 7. Dezember 1970, das Vierseitige Abkommen vom 3. September 1971, der Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der damaligen DDR und der BRD vom 21. Dezember 1972 und der Vertrag über die gegenseitigen Beziehungen zwischen der Tschechoslowakai und der BRD vom 11. Dezember 1973. Im Wesentlichen schufen diese Verträge günstige Voraussetzungen, um im Juli/August 1975 die Konferenz über Sicherheit und Zusammenarbeit in Europa einzuberufen und am 1. August 1975 die Schlussakte dieser Konferenz anzunehmen. Das bis zu diesem Zeitpunkt vorwiegend auf bilateraler Basis vorangetriebene Stabilisierungselement erreichte nun auf multilateraler Ebene, d. h., ohne Zweifel auf eine qualitativ höheren Ebene, in seiner Dynamik einen Höhepunkt. Eine so verstandene Stabilität bedeutet zugleich Kontinuität und zwar in einem doppelten Sinne : Kontinuität sozialistischer Außenpolitik und Kontinuität der gemeinsamen Anstrengungen, der Vertragspartner, auf der Grundlage des gegenseitigen Interesses und Vorteils weitere Schritte in Richtung Entspannung zu tun.

4. Der spezielle Beitrag von pacta servanda sunt zur Schaffung stabiler internationaler Beziehungen

Das Grundprinzip der Vertragstreue (pacta servanda sunt) fand seine Normierung und konkrete Ausgestaltung im Art. 2, Ziff. 2 der UN-Charta : “Alle Mitglieder der Organisation erfüllen, um jeden einzelnen von ihnen die sich aus der Mitgliedschaft ergebenden Rechte und Vorteile zu sichern, nach Treu und Glauben die Verpflichtungen, die sie gemäß der Charta übernommen haben”59; ferner in der Deklaration über die Prinzipien des Völkerrechts betreffend die freundschaftlichen Beziehungen und die Zusammenarbeit zwischen den Staaten in Übereinstimmung mit der Charta der Vereinten Nationen vom 24. Oktober 1970 (“Das Prinzip, dass die Staaten die Verpflichtungen, die sie in Übereinstimmung mit der Charta übernommen haben, nach Treu und Glauben erfüllen. Jeder Staat hat die Pflicht, sowie Verpflichtungen, die sich aus den allgemein anerkannten Prinzipien und Normen des Völkerrechts ergeben, nach Treu und Glauben zu erfüllen. Jeder Staat hat die Pflicht, seine Verpflichtungen aus internationalen Abkommen, die nach den allgemeinen anerkannten Prinzipien und Normen des Völkerrechts Gültigkeit haben, nach Treu und Glauben zu erfüllen. Sollten Verpflichtungen aus internationalen Abkommen und Verpflichtungen der Mitglieder der Vereinten Nationen aus der Charta der Vereinten Nationen im Widerspruch stehen, so haben die Verpflichtungen aus der Charta den Vorrang”)60 und schließlich im Art. 26 der Wiener Konvention über das Recht der Verträge (folgend: VTK1) von 1969 : “Jeder in Kraft befindliche Vertrag ist für die Vertragspartner verbindlich und muss von ihnen nach Treu und Glauben erfüllt werden”.

Dabei sind bestimmte qualitative Unterschiede zwischen den genannten Bestimmungen nicht zu übersehen. Während Art. 26 der VTK1 lediglich von der Erfüllung eines ” i n  K r a f t  b e f i n d l i c h en”  Vertrages spricht, was nicht selten Auslegungsstreitigkeiten hervorruft, hebt. Art. 2, Ziff. 2 der UN-Charta, wenn auch nicht so eindeutig, die Übereinstimmung der zu erfüllenden Verträge mit den Charta-Prinzipien hervor. Demgegenüber geht die Prinzipiendeklaration von 1970 noch weiter, indem sie eindeutig und unmissverständlich die Erfüllung nur der den Grundprinzipien des Völkerrechts entsprechenden Verträge fordert.

Allein die relativ umfassende Ausgestaltung des Grundprinzips der Vertragstreue in den genannten Dokumenten ist ein Beweis dafür, dass es sich bei ihm um ein für die internationalen Beziehungen unerlässliches Prinzip handelt. Seine Bedeutung besteht darin, eine notwendige Grundlage für friedliche Beziehungen zwischen allen Staaten 62 sowie eine notwendige Vorbedingung für die Existenz des Völkerrechts63 zu sein. Ob jedoch dieses Prinzip das wichtigste im Völkerrecht ist, kann dahingestellt bleiben.64 Es stimmt allerdings, dass es Basis des Vertragsrechts ist.65

Die Achtung des Prinzips der Vertragstreue ist ferner außerordentlich wichtig für die Schaffung stabiler internationaler Beziehungen66 und eines Klimas des gegenseitigen Vertrauens. Das ist wiederum eine wesentliche günstige Vorbedingung, um im Interesse einer weiteren Vertiefung der internationalen Zusammenarbeit und der Sicherung des Weltfriedens auf einer qualitativ höheren Ebene neue Verträge abzuschließen.

Demgegenüber verursacht die Verletzung des Prinzips der Vertragstreue Unzufriedenheit bei den anderen Vertragspartnern, erschüttert und untergräbt die internationale Ordnung67 und das Vertrauen68, schafft eine Atmosphäre des Misstrauens, ruft weiterführende Streitigkeiten zwischen den  Vertragspartnern hervor, führt mitunter zu internationalen Spannungen und zu einer allgemeinen Verschlechterung des internationalen Klimas, erzeugt gegenseitige Furcht, ist oft die Ursache für eine Forcierung der Rüstungen, untergräbt im allgemeinen die Stabilität in den internationalen Beziehungen, bewirkt nicht selten einen Völkerrechtsmihilismus69 und kann sogar unter Umständen den Weltfrieden erheblich gefährden.

Es drängt sich nur die Frage auf, durch welche besonderen Merkmale sich völkerrechtlich gültige Verträge auszeichnen. Einmal müssten die Vertragspartner auf alle Fälle Völkerrechtssubjektivität besitzen, damit der Vertrag überhaupt als völkerrechtlich qualifiziert werden kann. Weiterhin müsste der Vertrag rechtmäßig 70 zustande gekommen sein, d.h., dass er zur Zeit seines Abschlusses keiner ius cogens-Norm (Art. 53 der VTK1) zuwiderlief. Er müsste kurzum auf der Grundlage der Gleichberechtigung und der Freiwilligkeit abgeschlossen worden sein. Ferner ist zu beachten, dass der rechtmäßig abgeschlossene Vertrag nach der Entstehung einer neuen ius cogens-Norm gemäß Art. 64 der VTK1 nicht im Widerspruch zu dieser Norm stehen darf. Ein weiteres Merkmal für einen völkerrechtlich gültigen Vertrag ist, dass man gegen ihn keine völkerrechtlichen Einwände 71 erheben kann. Fehlen diese Merkmale, dann ist ein Vertrag völkerrechtlich ungültig, das bedeutet jedoch nicht, dass er damit unwirksam wäre. Das liegt darin begründet, dass einerseits ein Vertrag, obwohl völkerrechtlich ungültig, doch in Kraft gesetzt werden und sogar erfüllt werden kann. Es wäre umgekehrt aber verfehlt, aus dem Wirksamwerden und der Verbindlichkeitskraft eines Vertrages dessen völkerrechtliche Gültigkeit ableiten zu wollen.

Das Wesen des Prinzips der Vertragstreue wird im Grunde von dem für die Stabilität der internationalen Beziehungen bedeutsamen Aspekt der Erfüllung der Verpflichtungen nach Treu und Glauben (bona fides) ausgemacht, was aus zahlreichen Vertragsdokumenten klar hervorgeht. Dafür spricht die in Verträgen  und in der Völkerrechtsliteratur häufig festzustellende Tatsache, dass das Prinzip der Vertragstreue als Prinzip des guten Glaubens (bona fides)72 oder auch als Prinzip der Treue 73 gegenüber internationalen Verpflichtungen bezeichnet wird. In einigen Vertragswerken wird darüber hinaus die Formulierung “Treu und Glauben” anscheinend als Synonym des Prinzips der Vertragstreue gebraucht. Zu beobachten ist dies z B. im Art. 2, Ziff. 2 der Charta der Vereinten Nationen74, in der Prinzipiendeklaration vom 24. Oktober 197075, im Art. 31, Ziff. 1 über die allgemeinen Auslegungsregl der VTK176 und etwas abgewandelt im Art. 3, Ziffer c) der Charta der Organisation der Amerikanischen Staaten.77 Auch internationale Gerichte haben in etlichen Entscheidungen zum Grundsatz Treu und Glauben Stellung genommen, wie beispielsweise der Internationale Gerichtshof in seinem Urteil vom 27. August 1954 zum Case concerning rights of Nationals of the Unites States of America in Marocco, wenn auch indirekt, indem es heißt : “Die Vollmacht, eine Taxierung vorzunehmen, obliegt den Zollbehörden, aber sie stellt eine Vollmacht dar, die in vernünftiger Weise und nach Treu und Glauben ausgeübt werden muss.”78

Der Leitgedanke “Treu und Glauben” bedeutet zunächst, dass die Vertragspartner sich korrekt zu verhalten haben, d. h., sie sind verpflichtet, alles zur Erfüllung des Vertrages zu unternehmen und zugleich sich jeglicher Handlungen zu enthalten,79 durch die das Ziel des Vertrages vereitelt werden könnte. Er bedeutet ferner, dass gemäß Art. 31 der VTK1 bei Auslegungsdifferenzen der Vertragstext “entsprechend der üblichen Bedeutung des Vertragswortlautes”, d.h., nach Buchstabe, sowie “in seinem Zusammenhang und hinsichtlich seines Gegenstandes und Zwecks”, d. h, nach Geist zu interpretieren ist. Des weiteren erfordert der Grundsatz “Treu und Glaube” eine gewissenhafte Erfüllung des Vertrages. Die Gewissenhaftigkeit bezieht sich speziell auf die vertraglich vereinbarten Fristen. Die Erfüllungszeit ist insofern von großer Bedeutung, da eine verspätete Vertragserfüllung unter U ständen sinnlos ist und im Hinblick auf die Zielstellung des Vertrages einer Nichterfüllung gleichkommen könnte.

Das typischste und zugleich militärisch-politisch schwerwiegendste Beispiel für eine erheblich verspätetet und daher nicht gewissenhafte Vertragserfüllung war die während des Zweiten Weltkrieges durch die Alliierten erfolgte verzögerte Eröffnung der zweiten Front.80

Es sei aber auch betont, dass die Gewissenhaftigkeit nicht im absoluten Sinne verstanden werden darf. Auf keinen Fall kann sie als Argument ins Feld geführt werden, um Forderungen bzw. Handlungen zu rechtfertigen, die streng genommen Rechtsmissbrauch darstellen. Würde man z. B. um jeden Preis die Erfüllung eines Vertrages verlangen, obwohl allgemein bekannt ist, dass die betreffende Vertragspartei sich etwa durch “höhere Gewalt” oder aus anderen Gründen in einer äußerst schwierigen Situation befindet, dann hieße dies den eigentlichen Sinn der Gewissenhaftigkeit völlig entstellen und das Erfordernis der Gerechtigkeit81 außer Acht lassen. In solchen Fällen weist die Forderung nach Gewissenhaftigkeit überwiegend moralische Aspekte auf.82

Neuere Entwicklungen in den internationalen Beziehungen wie z. B. hauptsächlich seit Mitte der 70er Jahre im Zusammenhang mit dem Entspannungsprozess in Europa geschaffene politische Verhandlungsnormen machen es erforderlich, das Verhältnis von pacta servanda sunt einerseits und bona fides andererseits in einem anderen Licht zu sehen. Es würde logisch einleuchten und sich zugleich als zweckmäßig erweisen, den Grundsatz als umfassender als die Vertragstreue so zu betrachten, dass bona fides auch auf Abmachungen politischen Charakters angewandt werden kann.83 Eine Gegenüberstellung beider Grundsätze scheint jedoch nicht sinnvoll zu sein.84

5. Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.1. Bedeutung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Das Wechselverhältnis zwischen den Vertragsabschlüssen und den Entwicklungen bzw. Veränderungen in den internationalen Beziehungen kann dazu führen, dass Verträge, die eine mehr oder minder wichtige Rolle spielten, allmählich an Bedeutung verlieren und sich zu einem echten Anachronismus entwickeln. Somit entsteht ein Widerspruch zwischen den Erfordernissen der neuen internationalen Beziehungen und der Zielstellung, d. h., dem Inhalt solcher Verträge. ein Widerspruch dieser Art kann dadurch gelöst werden, dass überholte und anachronistisch gewordene Verträge ersatzlos beendet oder, wenn möglich, den neuen internationalen Bedingungen angepasst werden. So hat z. B. die internationale Entwicklung dazu geführt, dass die lateinamerikanischen Staaten auf der dritten Generalversammlung der Organisation Amerikanischer Staaten im April 1973 in Washington radikale Veränderungen in dieser Organisation verlangten.

Die Veränderung der Lage machte, um ein weiteres Beispiel zu erwähnen, eine Überprüfung der 1954 auf der Konferenz von Manila gegründeten militärischen Organisation SEATO notwendig. So wurde auf dem am 28. September 1973 stattgefundenen Außenministertreffen der SEATO-Staaten beschlossen, die militärischen Aufgaben der Organisation zu beenden und sie aus einem Militärpakt zu einem Instrument für wirtschaftliche Entwicklung und “innere Sicherheit” zu machen. Der gefasste Beschluss wurde offiziell mit einer “erheblichen Veränderung” der Lage in Südostasien begründet.85

Die Veränderungen können sich international mittelbar rechtsbildend auswirken. Sie spielen eine eminente Rolle auch im internationalen Vertragsrecht. So berechtigt z. B. die im Artikel 62 der VTK1 verankerte Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände (folgend : Regel) einen Vertragspartner, unter Berufung auf eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber jenen, die beim Vertragsabschluss bestanden, und die von den Vertragspartnern nicht vorausgesehen werden konnte, den Vertrag zu beenden oder aus ihm auszutreten oder die Wirksamkeit des Vertrages auszusetzen.

Die im Artikel 62 der VTK1 formulierte Regel enthält eine Reihe von wichtigen Elementen:

a) Die  U m s t ä n d e ,  auf die sich die grundlegende Veränderung bezieht, bestanden beim Abschluss des Vertrages ; die grundlegende Veränderung konnte   n i c h t  v o r a u s g e s e h  e n   w e r d e n.

b) Die zur Zeit des Vertragsabschlusses b e s t e h e h e n d e n   U m s t ä n d e   sind eine wesentliche Grundlage für ihre Zustimmung zur Verbindlichkeit des Vertrages gewesen.

c) Die grundlegende Veränderung der Umstände führt eine   g r u n d l e g e n d e   W a n d l u n g   des Umfangs der Vertragspflichten, die noch zu erfüllen sind, herbei.

d) Das wichtigste Element, die g r u n d l e g e n d e   V e r ä n d e r u n g   der Umstände.

e) Schließlich das Recht eines Vertragspartners, sich auf die grundlegende Veränderung der Umstände zu berufen und sein Recht auf   B e e n d i g u n g   des Vertrages,   A u s t r i t t    aus ihm oder   A u s s e t z u n g   der Wirksamkeit des Vertrages geltend zu machen.

Besondere Aufmerksamkeit gebührt dem wichtigsten Element der Regel, nämlich der grundlegenden Veränderung der Umstände.

Nun drängt sich die Frage auf, ob sich auch Veränderungen außervertraglichen Charakters auf das Schicksal eines Vertrages im Sinne des Artikels62 der VTK1 und damit der Regel auswirken können. Zunächst muss festgestellt werden, dass es wäre, die Bedeutung der Regel losgelöst von den die Entwicklung der internationalen Beziehungen bestimmenden ökonomischen und politischen Faktoren zu betrachten, die einen wesentlichen Einfluss auf das Völkerrecht und damit auch auf das Vertragsrecht ausüben.86

Das bedeutet jedoch nicht, dass jede außerhalb eines Vertrages liegende Veränderung von Umständen die Anwendung der Regel rechtfertigt, zumal in den internationalen Beziehungen die Umstände unaufhörlich wechseln und es darum einer Vertragspartei durchaus möglich wäre zu behaupten, dass die eingetretenen Veränderungen den Vertrag unanwendbar gemacht hätten. Vielmehr muss zwischen den außervertraglichen, dl h. den allgemeinen Veränderungen einerseits und der konkreten Veränderung der Umstände andererseits, die eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der betreffenden Partei zum Vertrag bildeten, eine Verbindung bestehen. Diese Verbindung, das Bindeglied, sollen beben die Auswirkungen der allgemeinen Veränderungen auf die Veränderungen der Umstände sein, wie die ILC in ihren Kommentaren zur Regel auf ihren Tagungen in den Jahren 196387und 196888 hervorhob.

Unter Umständen könnte ferner die Regel bei sich objektiv vollziehenden wirtschaftlichen Prozessen, wie bei einer erheblichen Verschlechterung der Wirtschaftslage eines Staates in Anwendung gebracht werden. Voraussetzung für die Anwendung der Regel ist natürlich das Bestehen eines engen ursächlichen Zusammenhanges zwischen den radikalen wirtschaftlichen Veränderungen und der sich aus den bereits bestehenden Verträgen ergebenden Verpflichtungen.

Die im Sommer 1929 einsetzenden wesentlichen Veränderungen der Wirtschaftslage außerhalb und innerhalb Deutschlands hätte z. B. die Anwendung der “Clausula rebus sic stantibus” (“clausula” folgend: oder auch C.r.s.s.”) in dem Sinne gerechtfertigt, die aus dem durch das “Gesetz über die Haager Konferenz 1929/30″ des Deutschen Reichstages vom 30. März 1930 in innerstaatliches Recht umgewandelten Young-Plan herrührenden Schulden Deutschlands nicht mehr zu zahlen.89

In einem anderen Beispiel ging es hauptsächlich um innerstaatliche wirtschaftliche Schwierigkeiten. Ein zwischen Jugoslawien und einer Eisenbahngesellschaft entstandener Streitfall wurde vom Völkerbundrat geprüft und gemäß Artikel 304 des Vertrages von Trianon einem Schiedsgericht zur Entscheidung übergeben. Es handelte sich dabei um die Zahlung bestimmter Entschädigungen. In seinem Urteil vom 5. Oktober 1934 erkannte das Schiedsgericht, dass eine wesentliche Veränderung der Umstände in den finanziellen Bedingungen der Parteien vor sich gegangen war und dass demzufolge andere Methoden angewandt werden könnten.90 Das war für Jugoslawien ein ziemlich konkreter Hinweis, sich auf die “C. r. s. s.” zu berufen.

Die für die radikale Umstrukturierung getroffenen Feststellungen gelten voll und ganz ebenfalls für Veränderungen im internationalen Preisgefüge. Nach der Resolution 3201 (S-VI) vom 1. Mai 1974 über die Schaffung einer NIWO soll sich die Umwandlung des Weltwirtschaftssystems auch auf die Weltmarktpreise erstrecken Es wird gefordert, ein “gerechtes Preisverhältnis zwischen den Rohstoffen, Grundstoffen, Fertigwaren und Halbfertigwaren, die von den Entwicklungsländern exportiert werden und den Rohstoffen, Grundstoffen, Fertigwaren, Produktionsgütern und Ausrüstungsgegenständen, die von ihnen importiert werden, zu schaffen, um dadurch eine anhaltende Verbesserung ihres unbefriedigenden realen Austauschverhältnisses und die Expansion der Weltwirtschaft zu erzielen.91

Diese Entwicklung in einigen nationalbefreiten Staaten kann dazu führen, dass bestimmte Rohstoffe, die früher unter den Bedingungen einer rückständigen Agrarwirtschaft nur für den Export bestimmt waren, jetzt für den weiteren Aufbau einer eigenen nationalen Industrie unentbehrlich sind. Wenn aber durch langfristige Lieferverträge die Rohstoffe vertraglich gebunden sind, könnte ein Widerspruch zwischen den sich aus den Lieferverträgen ergebenden Verpflichtungen und dem berechtigten Wunsch, im Sinne des wirtschaftlichen und sozialen Fortschritts eine eigene moderne Industrie  aufzubauen, entstehen. Solch ein schwerwiegender Widerspruch könnte und müsste m. E. durch die Anwendung der Regel zugunsten des jungen Nationalstaates gelöst werden. In diesem Falle ist die Berufung auf die Regel durchaus gerechtfertigt, weil die im Art. 62 der VTK1 geforderten Voraussetzungen gegeben sind.

In einem andern Beispiel, das international als Anglo-Iranian-Oil-Fall bekannt wurde, bestand ein enger Zusammenhang zwischen den politischen und den wirtschaftlichen Veränderungen und der Anfechtung früherer Verträge. Der 1933 in Kraft getretene Konzessionsvertrag zwischen dem damaligen Persien und der damaligen “Anglo-Persian Oil Company” räumte der Gesellschaft das ausschließliche Recht der Erölge4winnung und -verarbeitung ein. Die Konzession sollte bis 1993 gelten. Im Jahre 1951 wurde jedoch im Iran die Nationalisierung der Erdölindustrie und das Erlöschen der Konzession beschlossen. Die britische Regierung wandte sich an den Internationalen Gerichtshof, um das iranische Vorgehen als völkerrechtswidrig erklären zu lassen. Der Iran bestritt die Zuständigkeit des IGH, der sich durch das Urteil vom 22. Juli 1952 tatsächlich für unzuständig erklärte.92 Der Sturz der demokratischen Regierung im Iran erleichterte den Abschluss eines neuen Vertrages zwischen Großbritannien und Iran.

Grundlegende Veränderungen politischer, wirtschaftlicher oder sonstiger Art können nicht in jedem Falle zur Berufung auf die Regel berechtigen. Grundlegende Veränderungen politischer, wirtschaftlicher oder sonstiger Art können nicht in jedem Falle zur Berufung auf die Regel berechtigen. Grundlegende Veränderungen der Umstände sind nach Artikel 62, Ziffer 2, Buchstabe b der VTK1 nicht akzeptabel, wenn sie auf eine “breach by the party invoking it either of an obligation under the treaty or of any other international obligation owed to any other party to the treaty 93 zurückzuführen sind.

Somit wurde der Grundsatz bestätigt, dass eine Vertragspartei keinen Vorteil aus dem eigenen Unrecht ziehen dar (venire contra factum proprium).

Der Grundsatz venire contra factum proprium wurde 1927 vom Ständigen Internationalen Gerichtshof im Factory at Chorzow-Fall bestätigt.94 In einem anderen Fall aus der internationalen Praxis wurde dieser Grundsatz jedoch nicht beachtet. Serbien stellte z. B. eine Reihe von Forderungen an Bulgarien, die im Grunde auf territoriale Ansprüche hinausliefen, um seinen Rücktritt vom serbisch-bulgarischen Bündnisvertrag zu begründen. Bulgarien lehnte das Ansinnen Serbiens ab, das eine wesentliche Veränderung der Umstände darin sah und vom Vertrag zurücktrat.

Die erwähnte Bestimmung bedeutet dem Wesen nach, dass zwischen der gewollt rechtswidrig herbeigeführten grundlegenden Veränderung und der beabsichtigten Berufung auf die Regel ein kausaler Zusammenhang bestehen muss. Der kausale Zusammenhang liegt nicht vor, wenn ein junger Staat zielgerichtet eine eigene Petrolchemie aufbaut, um seine wirtschaftliche Unabhängigkeit zu festigen und den Wohnstand seiner Bevölkerung zu heben. Um dieses  Ziel erfolgreich erreichen zu können. sieht sich der betreffende Staat gezwungen, den Erdölexport einzuschränken und wenn nötig auch gänzlich einzustellen. Eine mögliche Unterstellung des anderen Vertragspartners, der Erdöllieferstaat hätte eine eigene Erdölindustrie aufgebaut, um sich aus dem Liefervertrag ergebenden Verpflichtungen nicht zu erfüllen, wäre nicht stichhaltig und kaum nachweisbar. Staaten, die gegenwärtig ihre Bündnis- oder ihre Wirtschaftspolitik wesentlich umwandeln, lassen sich dabei in ihrer übergroßen Mehrheit von den sich vollziehenden Veränderung in den internationalen Beziehungen sowie von ihren eigenen Interessen leiten, die im allgemeinen den objektiven Veränderungen im Weltmaßstab entsprechen und dadurch progressiv bedingt sind. In den zwischenstaatlichen Beziehungen ist es auch möglich, dass die sich auf die Regel berufenden Staaten ausschließlich von ihrem eigenen Interesse ausgehen, was unter Umständen eine große Unsicherheit in den internationalen Beziehungen verursachen könnte. Die unterschiedlichen, mitunter sogar entgegengesetzten Interessen der Vertragspartner ziehen sich wie ein roter Faden durch den gesamten Prozess der Vertragsvorverhandlungen bis hin zur Vertragsdurchsetzung.

Die Staaten sollten jedoch ihre eigenen Interessen nicht über alles stellen. Das typischste Beispiel für eine ausgeprägte Interessenpolitik war Otto von Bismarck. Er sagte u. a. : “Die Haltbarkeit aller Verträge zwischen Großmächten ist eine   b e d i n g t e ,  sobald sie in dem Kampf ums Dasein auf die Probe gestellt wird. Keine große Nation wird je zu bewegen sein, ihr   B e s t e h e n   a u f   d e m   A l t a r   d e r    V e r t r a g s t r e u e   z u    o p f e r n , wenn sie gezwungen ist, zwischen beiden zu wählen …; und ebenso wenig lässt sich durch einen Vertrag das Maß von Ernst und Kraftaufwand sicherstellen, mit dem die Erfüllung geleistet werden wird, sobald das eigene Interesse des Erfüllenden dem unterschriebenen Text und seiner früheren Auslegung nicht mehr zur Seite steht.”95 Einige deutsche Juristen vertraten eine ähnliche Auffassung. So meine z. B. G. Jellinek : “Da jede staatliche Verpflichtung, ihrer substantiellen Seite nach, eine Erfüllung des Staatszweckes ist, so besteht sie nur so lange, als sie diesem Zweck genügt.”96 Ein weitee 4 repräsentatives Beispiel ist E. Kaufmann, nach dem alle Staatsverträge eine inhärente Grenze hätten : “Sie sollen und wollen nur binden, solange die Macht- und Interessenlage, die zur Zeit des Abschlusses bestand, sich nicht so ändert, dass wesentliche Bestimmungen des Vertrages mit dem Selbsterhaltungsrecht der kontrahierenden Staaten unvereinbar werden.”97

5.2. Die Kompromissformulierung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände in der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969 als eine Synthese objektiver und subjektiver Faktoren

Die Art und Weise der Formulierung der Regel im Art. 62 der VTK1 deutet darauf hin, dass es sich hierbei um einen Kompromiss zwischen den Gegnern und den Verfechtern der früheren “C. r. s. s.” handelt. So heißt es in der Ziffer 1 dieses Artikels: “A fundamental change of circumstances which has occurred with regard to those existing at the time of the conclusion of a treaty, and which was not foreseen by the parties, may not be invoked as a ground for terminating or withdrawing from the treaty unless :

a) the existence of those circumstances constituted an essential basis of the consent of the parties to be bound by the treaty; and

b) the effect of the change is radically to transform the extent of obligations still to be performed under the treaty”.98

Der Kompromisscharakter der Formulierung besteht zum ersten darin, dass zwar die Regel in der VTK1 aufgenommen, jedoch die früher übliche Bezeichnung “Clausula rebus sic stantibus” oder genauer und vollständiger “Conventio omnis intelligitur rebus sic stantibus”99 nicht verwendet wurde.

Aus praktisch-politischen und vertragsrechtstheoretischen Gründen wandten sich 1963 in der International Law Commission (folgend : ILC) insbesondere die Vertreter der damaligen UdSSR, Polens und Ägyptens100 gegen den in der Überschrift enthaltenen diktrinären Lehrsatz “Doktrin rebus sic stantibus” des Entwurfs des Art. 22 im zweiten Bericht von Waldock.101 Dabei ging es der ILC darum, den vorwiegend “objektiven Charakter der Regel” zu betonen, weil eben der Begriff “rebus sic statibus” mit der These über die “C. r. s. s.” hauptsächlich als stillschweigende Bedingung verbunden war.102 Eine entscheidende Rolle spielte ebenfalls der Missbrauch der Doktrin “C. r. s. s.” in der Vergangenheit.

Zum zweiten wurde eine eigenartige Formulierung gewählt. In der Ziffer 1 wurde zwar das Prinzip grundsätzlich negativ formuliert : “A fundamental change … may not … invoked” (Eine grundlegende Veränderung  … kann nicht … geltend gemacht werden”), jedoch mit den relativ umfangreichen Ausnahmen in den Buchstaben a) und b).

Offensichtlich sollte mit dieser negativen Fassung der Ausnahmecharakter und damit die ausnahmsweise Anwendung der Regel unterstrichen werden.

Daraus kann zum dritten geschlussfolgert werden, dass es sich beim im Artikel 62 der VTK1 geregelten Grundsatz um eine neue Regel mit einem festumrissenen Anwendungsbereich handelt, die nicht mit der “C. r. s. s.” identisch ist. Sogar wenn die Wendung “Clausula rebus sic statibus” angenommen worden wäre, hätte dies keinesfalls die Feststellung gerechtfertigt, es handele sich um die früher übliche Doktrin “C. r. s. s.”, wie sie nahezu von allen Juristen verstanden und von den Staaten angewandt wurde, weil das Völkerrecht ohnehin allen Prinzipien und Normen einen neuen Inhalt verleiht. So besitzen gegenwärtig Prinzipien, die fast genauso lauten wie im klassischen Völkerrecht, z. B. das Souveränitätsprinzip, einen neuen Inhalt.

Die Formulierung im Artikel 62 der VTK1 stellt ferner einen Kompromiss, eine Synthese zwischen objektiven und subjektiven Faktoren dar. Die dadurch von den Vertretern der objektiven und der subjektiven Theorie eingegangenen Kompromisse sind daran zu erkennen, dass von den in der Ziff. 1 enthaltenen Bedingungen für die Berufung auf die Regel drei objektiver und zwei subjektiver Natur sind. Als objektiv anzusehen sind : Der    C h a r a k t e r   der Veränderungen, d. h., die “circumstances” gegenüber denen, die zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden und schließlich die   F o l g e n   der Veränderungen, die “radical” sein müssen. Zu den Bedingungen subjektiven Charakters gehört ohne Zweifel der   “c o n s e n t”   der Partner (“the existing of those circumstances constituted an essential basis of the ” of the parties to be bound by the treaty”: “das Bestehen dieser Umstände stellt eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner an den Vertrag gebunden zu sein, dar”) sowie das    “n o t   f o r e s e e n”   durch die Partner, d. h., es handelt sich um von den Vertragspartnern nicht voraussehbare Veränderungen.103 Dennoch gehören Veränderungen, die für die Zukunft als Möglichkeit in Erwägung gezogen werden, nicht zum Anwendungsbereich der RgVU. Diese Feststellung gilt z. B. für den Artikel XIII, Ziffer 1, Buchstabe d des Vertrages zwischen der damaligen UdSSR und der USA über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26. Mai 1972. In ihm heißt es, dass beide Staaten unverzüglich eine Ständige Konsultativkommission einrichten werden, in deren Rahmen sie “mögliche Veränderungen in der strategischen Situation erörtern, die die Bestimmungen des Vertrages betreffen”.104 Es wäre jedoch unrichtig, die getroffene Unterscheidung zwischen subjektiven und objektiven Faktoren absolut aufzufassen, weil die Zustimmung bzs. die Erwartungen der Vertragspartner nicht im luftleeren Raum existieren. Sie beziehen sich vielmehr auf konkrete Erscheinungen der internationalen Beziehungen, kurzum der materiellen Welt. Veränderungen, auch radikale, haben ihrerseits nur im Zusammenhang mit Verträgen eine Bedeutung für das Vertragsrecht. Somit existiert zwischen den Bedingungen subjektiver und objektiver Natur ein enges Wechselverhältnis, das durch einen weiteren Faktor ergänzt wird, nämlich durch die Beweisführung, gestützt auf einen objektiv vorhandenen Beweis.

Die eigenartige Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1 ist ein Anzeichen dafür, dass der Widerstand der Verfechter der These von dem impliziten Charakter dieser Regel in der ILC nicht völlig gebrochen werden konnte. Diese in erster Linie den Interessen bestimmter Staaten dienende Variante der subjektiven Theorie besagt, dass jeder Vertrag unter der stillschweigenden Bedingung105 abgeschlossen wird, dass bei einer Veränderung der Bedingungen der Vertrag automatisch seine Existenzberechtigung verliert, d. h., Beendigung des Rechtsverhältnisses ohne zusätzliche entsprechende Erklärung der Vertragspartner. Diese4 ins Auge gefasste stillschweigende Beendigungsbedingung eines Vertrages stellt nach W. Sauer dem Wesen nach einen “Sondervertrag”106 dar, der eine gefährliche Fiktion ist. die Gefährlichkeit der von der ILC entschieden abgelehnten “stillschweigenden Bedingung” für die internationalen Vertragsbeziehungen und damit auch für die internationale Sicherheit besteht darin, dass die Zustimmung der anderen Vertragspartei zur einseitigen Vertragsaufhebung bei einer Veränderung der Umstände in jedem Fall als gegeben betrachtet wird. Die Durchsetzung der These von der “stillschweigenden Bedingung” würde dem Subjektivismus, der Willkür und dem Rechtsmissbrauch Tür und Tor öffnen.107 Gerade dies Ansicht war der wichtigste Grund für die Ablehnung der “C. r. s. s.” in der Vergangenheit durch ehemals sozialistische Völkerrechtler. Das bedeutet allerdings nicht, dass der subjektive Faktor bei der Regel keine Bedeutung hätte, zumal ihm, wie bereits festgestellt, bei der Formulierung dieser Norm besondere Aufmerksamkeit geschenkt wurde.

Ebenfalls abzulehnen ist eine weitere Spielart der subjektiven Theorrie, nach der die gesamte Problematik der Regel auf die Auslegung beschränkt wird. Damit ist nicht der Bezug der Auslegung auf objektive Sachverhalte, eben auf die Veränderung der Umstände im Sinne eines Feststellungsverfahrens gemeint, sondern die Auslegung der Absichten und des Willens der Partner zur Zeit des Vertragsabschlusses. Diese These leugnet zwar nicht völlig die Bedeutung der Veränderungen, gewährt jedoch dem subjektiven Faktor, also den Absichten und dem Willen der Partner, absolute Priorität. Einer der wichtigsten Vertreter dieser Theorie war D. Anzilotti.108

Sicherlich muss bei der Anwendung der Regel auch der subjektive Faktor in gewissen Grenzen berücksichtigt werden, zumal dies im Artikel 62, Ziffer 1, Buchst. a in der Form geregelt ist, dass das Bestehen der Umstände eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner war. Darüber hinaus wird auch im Artikel 31, Ziffer 4 auf die Absicht der Parteien Bezug genommen und zwar in dem Sinne, dass bei der Vertragsauslegung einem bestimmten Begriff besondere Bedeutung beizulegen ist, wenn festgestellt wird, “dass dies die Absicht der Partner ist”. Unter Zugrundelegung des Vertragstextes sowie bestimmter Materialien, wie Erklärungen der Parteien bei und nach dem Vertragsabschluss, d. h., unter Berücksichtigung des Vertragszieles, lassen sich unter Umständen die mit dem Abschluss des Vertrages verknüpften Erwartungen der Partner ermitteln. Der Ausgangspunkt jedoch, um die Regel anzuwenden, sind nicht diese Erwartungen als Grundlage der Zustimmung an den Vertrag gebunden zu sein, sonder die erfolgten Veränderungen in der objektiven Welt. Ob die eingetretenen Veränderungen grundlegend sind oder nicht, kann hauptsächlich anhand der grundlegenden Umwandlungen der noch zu erfüllenden Verpflichtungen sowie an den Erwartungen der Vertragspartner nachgewiesen werden.

Im allgemeinen wird die These vom ausschließlichen Auslegungscharakter der Regel von amerikanischen Völkerrechtlern vertreten. Der wichtigste Verfechter dieser Theorie ist O. Lissitzyn, nach dem das Problem der Auswirkung einer Veränderung der Umstände auf die Vertragsbeziehungen ein “Problem der Auslegung, der Feststellung der Absichten und Erwartungen der Parteien” sei.109 Aus der Tatsache, dass die Auslegungsthese von den USA übernommen wurde,110 ist ersichtlich, dass sie den Interessen der USA entspricht. Denn es ist über die Auslegung der ursprünglichen Absichten, d. h. des Willens, im Prinzip leichter, den eigenen Standpunkt und die eigenen Interessen gegenüber wirtschaftlich schwachen Staaten durchzusetzen.

Das in der Regel enthaltene subjektive Element ändert nichts daran, dass diese Regel o b j e k t i v e n    Charakter besitzt, weil ihr Wesen durch die eben einen objektiven Charakter besitzenden Veränderungen der Umstände bestimmt wird. Die objektive Natur der Regel wurde von der ILC besonders unterstrichen.111

Aus dem objektiven Charakter dieser Regel lässt sich die Feststellung ableiten, dass ihre Anwendung unabhängig vom Inhalt des Willens der Parteien zum Zeitpunkt des Vertragsabschlusses erfolgt. Umso mehr hängt die Wirkung der Regel nach erfolgten Veränderungen vom Willen des interessierten Vertragspartners ab, denn objektive Rechtsregeln wirken nicht automatisch. Ist die Veränderung der Umstände objektiv gegeben, so kann sich die betreffende Partei auf die Regel berufen. Die gegen den Widerstand der Vertreter einiger Staaten in der ILC erzielte Objektivierung der Regel schuf die Bedingungen und Voraussetzungen für eine Übereinstimmung dieses Prinzips mit dem allgemeindemokratischen Charakter und der friedenssichernden Funktion des Völkerrechts. Damit wird die Wahrscheinlichkeit des Missbrauchs dieser Regel wesentlich geringer. Daher wurde im Zuge der Kodifizierung  die Konzeption der grundlegenden Veränderung der Umstände mit neuem Inhalt erfüllt und zu einer Regel des Völkerrechts erhoben.

5.3. Anwendungsbedingungen prozessualen Charakters und Lösungsmöglichkeiten von mit der Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände im Zusammenhang stehenden Streitigkeiten

Aus der Art und Weise der Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1 ist ersichtlich, dass eine Reihe von Voraussetzungen vorliegen müssen, damit ein Staat sich auf diese Regel berufen und sie damit anwenden kann. Somit wird im Art. 62 der VTK1 der Anwendungsbereich der Regel genau bestimmt bzw. eingegrenzt112 und dessen Ausnahmecharakter113 unterstrichen. Infolgedessen ist diese Regel kein Allheilmittel, bestehende Verträge zu überprüfen und, wenn nötig, zu beenden.

Es gibt in den Vertragsbeziehungen weitere Mittel, um beim Vorliegen natürlich anderer Voraussetzungen, gültige Verträge zu beenden.114 Eine Überbewertung der Regel in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen wäre daher fehl am Platze. Eine sinnvolle 115 und gerechte Anwendung der Regel setzt dabei unbedingt voraus, dass sie in einem engen Zusammenhang mit den Grundprinzipien des Völkerrechts gesehen werden muss. Sie darf in keinem Falle über die Grundprinzipien erhoben werden, da sonst die Gefahr der Willkür und damit der Völkerrechtsverletzungen besteht. So ist die Anwendung der Regel sinnvoll, gerecht und völkerrechtsgemäß, wenn dadurch den Zielen und Prinzipien der Charta der Vereinten Nationen entsprochen wird und die internationale Sicherheit sowie die internationale friedliche Zusammenarbeit nicht gefährdet bzw. nicht gestört werden.116 Gerade darin soll nach dem Völkerrecht der Unterschied der Regel von der früheren “C. r. s. s.” bestehen.

Die grundsätzlich negative Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1, ihre bisherige sowie die künftige Anwendung durch die Staaten werfen eine Reihe von Fragen danach auf, wer die Beweislast über eine grundlegende Veränderung der Umstände zu tragen hat, wer über das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden hat, ob das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden hat ob das Vorliegen grundlegender Veränderungen ohne weiteres zur Inanspruchnahme der im Art. 62 der VTK1 vorgesehenen Rechte, wie Beendigung eines Vertrages, Austritt aus dem Vertrag oder Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages berechtigen, ob die sich auf eine grundlegende Veränderung der Umstände berufende Vertragspartei verpflichtet ist, zuerst mit der anderen Vertragspartei zu verhandeln, um gemeinsam eine Lösung zu finden, ob die Zustimmung der anderen Vertragspartei zur Anwendung des Artikels 62 der VTK1 unbedingt erforderlich ist, ob bei der Anwendung der Regel eventuell Fristen zu beachten sind, ob die international üblichen Mittel der friedlichen Streitbeilegung auch bei der Berufung auf die Regel anzuwenden sind und schließlich, ob die Staaten sich expressis verbis auf die Regel zu berufen haben oder sich auch lediglich auf grundlegende Veränderungen berufen können. Wenden wir uns nun den aufgeworfenen Problemen im Einzelnen zu.

Es ergibt sich aus der Funktion der Regel, dass die Vertragspartei, welche die Initiative ergreift, um einen Vertrag in Frage zu stellen und sich auf erfolgte grundlegende Veränderungen beruft, auch die Beweislast tragen muss.117 So ist es ihre Aufgabe, im einzelnen nachzuweisen, dass die Umstände, auf die sich die grundlegende Veränderung bezieht, schon zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden, dass sie eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Vertragspartner waren an den Vertrag gebunden zu sein, dass die Veränderung tatsächlich grundlegend ist und schließlich, dass die grundlegende Veränderung der Umstände zu einer grundlegenden Wandlung des Umfanges der noch zu erfüllenden Vertragspflichten geführt hat. Aus den Beispielen aus der neueren Geschichte der internationalen Beziehungen ist ersichtlich, dass die Staaten, die vom Grundsatz der grundlegenden Veränderung der Umstände Gebrauch machten, die Beweislast trugen.

Aus der Vertragspraxis zwischen den Staaten sei auf das bereits an anderer Stelle angedeutete Beispiel des Austritts Frankreichs aus dem “Alliierten Oberkommando” und dem “Kommando Europa Mitte” der NATO 1966 verwiesen. In seinem Schreiben vom 7. März an den damaligen Präsidenten der USA L. B. Johnson versuchte der damalige französische Staatspräsident Charles de Gaulle den Nachweis zu erbringen, dass durch die sich in Europa und international vollzogenen grundlegenden Veränderungen der Anlass zum Abschluss des NATO-Paktes weggefallen sei.118

Die im Antwortschreiben des USA-Präsidenten ebenfalls vom 7. März 1966 zum Ausdruck gebrachte ablehnende Haltung der USA veranlasste die französische Regierung, ihre Beweisführung zu konkretisieren, um die übrigen vierzehn NATO-Staaten von der berechtigten Berufung Frankreichs auf die grundlegende Veränderung der Umstände zu überzeugen. So hieß es im Aidemémoire der französischen Regierung vom 10. März 1966 : “Die Bedrohung der westlichen Welt – insbesondere in Europa – die Anlass zum Abschluss des Vertrages war, hat sich nämlich ihrem Wesen nach geändert. Sie besitzt nicht mehr den unmittelbaren und gefahrvollen Charakter, der ihr früher innewohnte. Andererseits haben die europäischen Länder ihre Wirtschaft wieder aufgebaut und so erneut Mittel in die Hand bekommen. Insbesondere stattet sich Frankreich mit einer atomaren Rüstung aus, deren Natur allein schon seine Integration ausschließt. Drittens hat das nukleare Gleichgewicht zwischen der Sowjetunion und den Vereinigten Staaten, das an die Stelle des Monopols der letzeren getreten ist, die allgemeinen Voraussetzungen für die Verteidigung des Westens verändert. Schließlich ist es eine Tatsache, dass Europa nicht mehr das Zentrum internationaler Krisen ist. Dieses hat sich anderswohin verlagert, namentlich nach Asien, wo die Gesamtheit der Staaten des Atlantischen Bündnisses offensichtlich nicht betroffen ist.119

Die grundsätzliche Feststellung, dass die Vertragspartei, die eine grundlegende Veränderung der Umstände geltend macht, die Beweislast zu tragen hat, schließt unter Umständen nicht aus, dass die betroffenen Vertragsparteien ihrerseits versuche, das Gegenteil zu beweisen. So ist es vertragstheoretisch sowie praktisch durchaus möglich, dass die anderen Vertragsparteien, die mit dem Vorgehen ihres Vertragspartners nicht ganz einverstanden sind, daran interessiert sind, den Nachweis zu erbringen, dass die erfolgten Veränderungen nicht grundlegend waren, oder auch wenn sie grundlegend wären, sie die einseitige Beendigung der Wirksamkeit eines Vertrages nicht rechtfertigen würden. Um beim erwähnten Beispiel zu bleiben, die anderen NATO-Staaten bestritten nicht die Berufung auf die veränderten Umstände. Sie waren vielmehr der Meinung, dass die eingetretenen Veränderungen nach Art und Umfang zur Begründung des Austritts Frankreichs aus den genannten Militärorganen der NATO nicht ausreichend wären. Sie betonten ferner in ihrer gemeinsamen Erklärung vom 18. März 1966 die Notwendigkeit der Fortexistenz der NATO.120

In direkter Verbindung mit dem Tragen der Beweislast steht das Problem, wer über das Vorliegen grundlegender Veränderungen der Umstände zu entscheiden hat.121 Hierbei handelt es sich um das Hauptproblem bei der Anwendung der Regel : Die relativ große Gefahr des Missbrauchs. Hat nämlich ein Staat ohne weiteres das Recht, über das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden, so besteht grundsätzlich die Möglichkeit und die Gefahr der Willkür und des Missbrauchs,122 was allerdings der Sicherheit und der Stabilität in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen widersprechen würde. Somit gäbe es keinen Unterschied zwischen der früheren “C. r. s. s.” und der modernen Regel. Die anderen Vertragspartner müssten auch das Recht und die Möglichkeit haben, ihre Meinung123 dazu zu äußern, ob tatsächlich eine grundlegende Veränderung vorliegt oder vielleicht nicht. Es wäre jedoch verfehlt, die Anwendung der Regel von der Zustimmung der anderen Vertragsparteien abhängig zu machen, weil die Berufung auf die grundlegenden Veränderungen und das damit verbundene Ziel, von den sich aus dem Artikel 62 der VTK1 ergebenden Rechten Gebrauch zu machen, kein Vertragsangebot124 darstellt. Die Anwendung dieser Regel von der Zustimmung anderer Staaten abhängig zu machen, würde bedeuten, der Regel die Existenzberechtigung zu entziehen.

Davon zu unterscheiden wäre die allgemeine Pflicht des Staates, vor der Einleitung einseitiger Maßnahmen wenigstens den Versuch zu unternehmen, die Zustimmung der anderen Staaten zu erreichen,125 wozu Verhandlungen notwendig sind

Ein weiteres Problem eher prozessualer Art wäre die bei der Anwendung der Regel eventuell zu beachtenden Fristen. Hierbei handelt es sich um das zeitliche Verhältnis zwischen dem tatsächlichen Eintreten der grundlegenden Veränderung der Umstände und der Berufung auf die Regel. Diesbezüglich kann der Auffassung nicht gefolgt werden, man müsse das Vorliegen der Voraussetzungen unverzüglich geltend machen.126 Gewiss darf der betreffende Staat die anderen Vertragspartner nicht zu lange über den beabsichtigten Angriff auf die Geltungsdauer des Vertrages im Ungewissen halten. Vielmehr muss die interessierte Partei in angemessener Zeit nach dem Eintritt der Veränderungen handeln.127

Es ist aber nicht auszuschließen, dass ein Staat zuerst versucht hat, den Vertrag auch nach dem Eintreten der veränderten Umstände  zu erfüllen und dass die Berufung auf die Regel für ihn der letzte Schritt, also ein Notbehelf war. Es wäre daher ungerecht, ihm das Recht auf Berufung auf diese Regel zu verweigern, falls er seine Ansprüche erst nach Ablauf einer bestimmten Zeit seit dem Eintreten der grundlegenden Veränderung geltend macht.128

Es handelt sich ferner um den zeitlichen Abstand zwischen der Berufung auf die Regel und der Einleitung von Maßnahmen. Art. 62 der VTK1 sieht zwar keine Fristen vor, es ist jedoch m. E. durchaus möglich, den Artikel 65 der VTK1 zur Anwendung zu bringen. Den Ansatzpunkt dafür liefern die Ziffer 1 und 2. So heißt es in der Ziffer 1, dass “A party which, under the provisions of the present Convention, … either …, or a ground for impeaching the validity of a treaty, terminating it, withdrawing from it or suspending its operation, must notify the other parties of its claim”.129  Relevant ist die Tatsache, dass die im Artikel 65, Ziffer 1 erwähnten Begriffe wie   B e e n d i g u n g    eines Vertrages,   A u s t r i t t   aus ihm und    A u s s e t z u n g   der Wirksamkeit des Vertrages ebenfalls im Artikel 62 als Folgen der Geltendmachung der Regel enthalten sind. Ziffer 1 des Artikels 65 fordert ferner, dass in der Notifizierung die beabsichtigen Maßnahmen sowie die Gründe enthalten sein müssen: “The notivication shall indicate the measure proposed to be taken with respect to the treaty and the reasons therefor”.130

Die Notifizierung ist insofern von Bedeutung, als mit dem Tag ihres Einganges bei dem Staat, für den sie gedacht ist, die Frist von grundsätzlich drei Monaten beginnt. Wird nach Ablauf dieser Frist vom anderen Vertragspartner kein Einwand gegen die in der Notifizierung beabsichtigten Maßnahmen erhoben, so kann nach der Ziffer 2 des Artikels 65 der betreffende Staat die seiner Ansicht nach notwendigen Maßnahmen ergreifen. Dabei hat er die im Artikel 67 fixierten Formaltäten zu beachten. So muss er jede Handlung die zum Ziel hat, einen Vertrag zu beenden, den Austritt aus dem Vertrag zu erklären oder seine Wirksamkeit auszusetzen, dem anderen Vertragspartner schriftlich mitteilen. Das entsprechende Dokument wird vom Staatsoberhaupt, vom Regierungschef oder vom Außenminister unterzeichnet.

Nach der Notifizierung der beabsichtigten Berufung auf die grundlegende Veränderung der Umstände und der damit verbundenen Maßnahmen könnte folgende Situation entstehen : Der andere Partner wäre damit einverstanden, obwohl, wie bereits erwähnt, seine Zustimmung zur Anwendung der Regel keine unbedingte Voraussetzung ist; der andere Partner wäre zwar grundsätzlich mit der Berufung auf die grundlegende Veränderung einverstanden, er hätte jedoch gegen die Art und Weise des Einleitens von Maßnahmen einige Einwände zu erheben. Er könnte z. B. dagegen sein, dass der betreffende Staat sofort den Vertrag beendet und damit zu der drastischsten Maßnahme schreitet. Dieser Einwand könnte eventuell berechtigt sein, vorausgesetzt, dass die Natur der grundlegenden Veränderung lediglich eine Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages ermöglicht. Wird sein Einwand dieser oder jener Art nicht berücksichtigt, so könnte ein Rechtsstreit entstehen, der übrigens auch entsteht, wenn der betroffene Staat im Sinne der Ziffer 3 des Artikels 65 überhaupt gegen die Notifizierung innerhalb der Frist von mindestens drei Monaten Einspruch erhebt. Somit entsteht ein Streit, der nach Artikel 33 der UN-Charta gerregelt werden muss: “If, however, objection has been raised by any other party, the parties shall seek a solution through the means indicates in Article 33 of the Charter of the Unites Nations.”131 Es fällt auf, dass in dieser Bestimmung des Artikels 65 der VTK1 nicht allgemein auf den Artikel 33 der UN-Charta verwiesen wird, sondern auf die in dieser Charte-Bestimmung angeführten Mittel, die zur Lösung von Streitigkeiten geeignet sind. Der Grund für diese Betonung d   M i t t e l   könnte darin liegen, dass es sich im Artikel 33 um einen Streitfall handelt, “the continuance of which is likely endanger the main tenance of international peace und security international”.132

Theoretisch könnte auch ein Streit über die verschiedenen Aspekte bei der Anwendung der Regel einen Charakter dieser Art besitzen, aber in der Regel wird nur die Vertragssicherheit gefährdet. Die auch in solchen Fällen anzuwendenden Mittel sind die Verhandlungen, als das wichtigste Mittel und die geeignetste Methode, Streitfälle zwischen den Staaten beizulegen. Auch Streitigkeiten über die Regel werden im Allgemeinen “hinter der Bühne der diplomatischen Verhandlungen” 133 beigelegt. Zu den Mitteln der friedlichen Streitbeilegung nach Art. 33 gehören ferner die Untersuchung, die Vermittlung, der Vergleich, der Schiedsspruch, die gerichtliche Regelung, die Inanspruchnahme regionaler Organe oder Abmachungen oder andere friedliche Mittel eigener Wahl. Das bedeutet, dass alle Mittel134 der    f r i e d l i c h e n   Streitbeteiligung angewandt werden können und müssen.

Kommt es nun gemäß Ziff. 3 des Art. 65 der VTK1 innerhalb von zwölf Monaten nach Erheben des Einspruchs zu keiner Lösung des Problems, so kann nach Art. 66, Buchst. b das im Anhang der VTK1 dargelegte Verfahren eingehalten bzw. eingeleitet werden. Diese Bestimmung bezieht sich auf Streitfälle über die Anwendung der Artikel im Teil V der Konvention, d. h. Artikel 42 bis 72, womit auch Artikel 62 erfasst wird. Danach kann ein Antrag an den UN-Generalsekretär gestellt werden, damit er den Streitfall vor eine Schlichtungskommission bringt. Nach Punkt 3 des genannten Anhangs werden Beschlüsse und Empfehlungen der Schlichtungskommission durch Stimmenmehrheit der fünf Mitglieder angenommen. nach Punkt 4 kann die Kommission die Streitparteien auf alle Maßnahmen hinweisen, die eine gütliche Beilegung (“facilitate and amicable settlement”) 135 des Streitfalls erleichtern könnten.

Mit dieser notwendigen Verfahrensweise sind eine Reihe von Fristen verbunden, insgesamt ca. dreiunddreißig Monate. Davon mindestens drei Monate, innerhalb derer die anderen Vertragspartner gegen die Notifizierung Einspruch erheben können (Artikel 65, Ziffer 2). Ferner zwölf Monate, wenn nach Erhebung des Einspruchs keine Lösung erzielt worden ist (Artikel 66 in Verbindung mit Artikel 65, Ziffer 3). Sechzig Tage für die Ernennung der vier von den Parteien gewählten Beauftragten, weitere sechzig Tage für die Auswahl des Kommissionsvorsitzenden und noch sechzig Tage für die Einschaltung des UN-Generalsekretärs zwecks Ernennung eines Vorsitzenden, im Falle, dass die Streitparteien sich darüber nicht geeinigt haben (Punkt 2 des Anhangs zur VTK1 in Verbindung mit Artikel 66, Buchstabe b). Dazu kommen noch zwölf Monate für das Erstatten des Berichts der Schlichtungskommission (Punkt 6 des Anhangs zur VTK1). Infolgedessen könnten unter Umständen ca. drei Jahre vergangen sein, bevor ein Staat nach der Berufung auf die Regel zu den entsprechenden einseitigen Maßnahmen schreiten darf.

Es ist ferner möglich, dass die Streitparteien sich vor dem Beschreiten des dargelegten Verfahrensweges oder auch nach dem Scheitern der Verhandlungen 136 und vor dem Einleiten einseitiger Maßnahmen der internationalen Gerichtsbarkeit bedienen, um ihren Streit beizulegen. Somit hängt die Wahl des Verfahrensweges von den betreffenden Staaten und den konkreten Bedingungen ab. Im Unterschied jedoch von den Streitfällen über die Anwendung oder Auslegung der Artikel 53 und 64 der VTK1, bei denen es möglich ist, dass jede Streitpartei den Fall auf schriftlichen Antrag hin dem internationalen Gerichtshof zur Entscheidung übermitteln kann (Artikel 66, Buchstabe a der VTK1) besteht bei Streitfällen über die Regel die Möglichkeit der Inanspruchnahme der internationalen Gerichtsbarkeit nur bei beiderseitigem Einverständnis der Streitparteien, 137 das anstehende Problem einem Gericht zur Beurteilung zu übergeben. Die Hinzuziehung eines Gerichts zur Lösung eines Streites über die Regel sollte allerdings nicht zu der Auffassung führen, dass ohne die Entscheidung eines internationalen Gerichts bzw. eines Schiedsgerichts die einseitige Beendigung der Wirksamkeit eines Vertrages nicht zulässig wäre.138 Eine solche Auffassung könnte man nur dann akzeptieren, wenn es auch in Bezug auf die Regel ein Gerichtsobligatorium gegeben hätte. Die Einführung einer verbindlichen internationalen Gerichtsbarkeit würde ohnehin der Funktion der grundlegenden Veränderung der Umstände als Regel des Völkerrechts widersprechen, das die allerletzte rechtliche Möglichkeit eines Staates ist, sich u. a. von seine Existenz bedrohenden Verträgen zu befreien. Deshalb sind jene Auffassungen abzulehnen, nach denen ohne die Inanspruchnahme eines internationalen Gerichts die Regel eine große Gefahr für die Rechtssicherheit darstellen würde.

Das Fehlen einer obligatorischen internationalen Gerichtsbarkeit über die frühere “C. r. s. s.” hat in der Vergangenheit die internationalen Gerichte bzw. Schiedsgerichte nicht daran gehindert, natürlich auf Ersuchen der an einem Streitfall über die Anwendung der “C. r. s. s.” beteiligten Parteien, sich mit dieser Problematik zu befassen. Die internationalen Gerichte bzw. Schiedsgerichte verhielten sich in dem Sinne zurückhaltend, dass sie zwar die “C. r. s. s.” nicht ablehnten bzw. sie als Regel des Völkerrechts anerkannten, ohne jedoch sie im konkreten Fall anwenden zu wollen.139 Als Beispiel sei der Genfer Freizonenstreit (Free Zones Case) erwähnt, bei dem der Ständige Internationale Gerichtshof die Auffassung vertrat, dass die eingetretenen Veränderungen, auf die sich Frankreich berief, nicht wesentlich wären und daher die Anwendung der “C. r. s. s.” nicht gerechtfertigt wäre.140 Ein weiteres Problem eher prozessualen Charakters ist, ob sich die Staaten expressiv verbis auf die Regel zu berufen haben oder sich auch nur allgemein auf grundlegende Veränderungen berufen können. Im Hinblick auf die Anrufung der Regel oder allgemein der Veränderungen wäre es möglich, verschiedene Varianten bzw. Stufen 141 zu unterscheiden, die allerdings ein gemeinsames Merkmal aufzuweisen haben, eben die Geltendmachung der sich aus einer grundlegenden Veränderung der Umstände ergebenden Rechte.

Es ist möglich, dass die Staaten sich eo nominae auf die Regel berufen. So wurde der damals übliche Terminus “C. r. s. s.” des öfteren verwendet  wie z. B. in einer am 14. Dezember 1952 von der französischen Deputiertenkammer angenommenen Resolution 142.

Es liegt ferner im Bereich des Möglichen, dass die Staaten ich lediglich auf “Veränderungen” berufen. So z. B. in dem an den Völkerbundrat am 29.4. 1938 gerichteten Memorandum des Bundesrates der Republik Schweiz : “Die Bedingungen, unter denen die Schweiz in den Völkerbund eintrat, haben sich seither gründlich verändert. 143

In der Staatenpraxis kommt es weiter vor, dass die Staaten auf neuentstandene Situationen verweisen, ohne sich des Begriffes “Veränderungen” direkt zu bedienen. In einem solchen Fall ist entscheidend, dass die eingetretene Situation auch tatsächlich objektiv neu ist. Norwegen verwies z. B. 1922 auf die um die Ostsee neuentstandene Lage – Finnland wurde ein unabhängiger Staat – und betrachtete bestimmte Klauseln der Konvention vom 2.11.1907 als überholt.144

Keineswegs selten sind auch Fälle, in denen die betreffenden Staaten nach eingetretenen Veränderungen und nach neuentstandenen Situationen entsprechend handeln, ohne sich auf die Regel, ellgemein auf Veränderungen oder auf die neuentstandenen Situationen zu berufen. In solchen Fällen stellen die erfolgten Veränderungen offensichtlich das auslösende Moment und zugleich die objektiv gegebene Grundlage für staatliche Aktivitäten dar. So erfolgte z. B. nach dem Sturze Nkrumahs eine Veränderung in der Innenpolitik Chanas, die sich auf seine Außenpolitik auswirkte. Die neue Regierung weigerte sich, die Auslandsschulden in einer Höhe von 620 Mill. Dollar zu begleichen. Etwa 90 Mill. Dollar Schulden wurden für nichtig erklärt, weil nach Auffassung der neuen Regierung diese Verpflichtungen unter unlauteren Umständen eingegangen wurden. Die neue Regierung bildete dennoch einen Ausschuss, der jeden Kredit der Vorgängerregierung überprüfen sollte und bestand auf einer grundlegenden Änderung der Kreditbestimmungen.145

5.4. Die Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände auf Verträge unabhängig von ihrer Dauer und der Ausschluss der Anwendung auf Grenzverträge

Die dargelegte prozessualen Aspekte sind von den Staaten bei der Anwendung der Regel nach Möglichkeit zu beachten. Es drängt sich dabei nun die Frage auf, ob diese Norm auch auf befristete Verträge und auf Grenzverträge angewandt werden kann.

Im Hinblick auf die Dauer der Verträge kann festgestellt werden, dass zum ersten die Regel einen objektiven Charakter hat und daher auf alle Verträge anwendbar ist und zwar unbeschadet ihrer Dauer, d. h., unabhängig davon, ob sie befristet oder unbefristet sind. Diese Feststellung ist insofern von Bedeutung, als es kein festes und überzeugendes Kriterium darüber gibt, welche Verträge auch tatsächlich befristet sind und worin der für die Regel relevante eigentliche Unterschied zwischen einem “befristeten” Vertrag mit einer Dauer von 99 Jahren und einem unbefristeten Vertrag besteht.46 Zum zweiten kann durch die rasante politische und wissenschaftlich-technische Entwicklung auch die Bedeutung und die Wirksamkeit eines Vertrages mit einer Dauer sogar von fünf oder zehn Jahren erheblich beeinträchtigt werden. Das gilt insbesondere für Bündnisverträge. Schon einige Jahre nach dem Abschluss eines Bündnisvertrages ist eine grundlegende Wandlung der Politik eines der Bündnispartner nicht auszuschließen. Frankreich verließ z. B. schon im vierzehnten Jahr die militärische Organisation der NATO, obwohl gemäß Artikel 13 die NATO-Satzung eine Geltungsdauer von zwanzig Jahren vorsah.147

In der Staatenpraxis wurde die frühere “C. r. s. s.” auch auf befristete Verträge angewandt. So z. B. in dem Fall Tunis-Marocco Nationality Decress, mit dem sich der P. C. I. J. 1923 zu befassen hatte. Großbritannien protestierte gegen die Dekrete von 1921, nach denen die in der zweiten Generation in Tunesien und Marocco geborenen Personen naturalisiert werden sollten. Großbritannien berief sich dabei auf mit den genannten Staaten früher abgeschlossenen Verträgen, die einen Ausschluss der britischen Staatsangehörigen vom Staatsangehörigkeitswechsel vorsahen. Frankreich berief sich auf die “C. r. s. s.”, um die Ungültigkeit der Verträge Großbritanniens mit Marokko und Tunesien zu begründen: Die Umstände hätten sich durch die Errichtung des französischen Protektorats  grundlegend geändert. In seinem Gutachten ging der StIGH auf die “C. r. s. s.” nicht ein. Er meinte lediglich, dass in Bezug  auf die Gültigkeit der Verträge einer Partei nicht zustehe, über diese Frage in eigener Kompetenz zu entscheiden.148

Die Ausdehnung der Regel auch auf befristete Verträge wird in erster Linie unter Beachtung der angeführten Gründe von ehemals sozialistischen Völkerrechtlern149 bejaht, während vorwiegend westlichen Völkerrechtlern150 dies verneinen.

Während die Regel in erster Linie auf befristete und im Prinzip auch auf unbefristete Verträge angewandt wird, gilt dies nicht bei einer besonderen Art unbefristeter Verträge, namentlich bei den Grenzverträgen. Die Formulierung des Artikels 62 der VTK1 als eine Ausnahme beinhaltet in der Ziffer 2, Buchstabe a, selbst eine Ausnahme, dass nämlich eine grundlegende Veränderung der Umstände kein Grund sein kann, die Beendigung eines Grenzvertrages oder den Austritt aus ihm geltend zu machen: “A fundamental change of circumstances may not be invoked as a ground for terminating or withdrawing from a treaty, a) if the treaty establishes a boundry.”151

Für die Richtigkeit und Bedeutung dieser fixierten Ausnahme spricht eine Reihe von Gründen:   E r s t e n s   müssen sich Grenzen im Interesse des Friedens und der Sicherheit durch Stabilität auszeichnen, weil sich territoriale Streitigkeiten relativ schnell zu militärischen Auseinandersetzungen auswachsen können, denn Grenzen sind mit der Souveränität, konkret mit der politischen Unabhängigkeit und der territorialen Integrität mehrerer Staaten direkt verbunden. Insofern unterscheiden sich Grenzverträge von anderen Verträgen. Eine Ausdehnung der Regel auf Grenzverträge würde jedoch einseitige Maßnahmen durch einen Staat zur Folge haben, was in jedem Falle zur Verletzung der politischen Unabhängigkeit und der territorialen Integrität des Nachbarstaates führen würde. Das wäre allerdings eine Verletzung des Artikels 2, Ziffer 4 der UN-Charta, der die Staaten verpflichtet, sich in ihren internationalen Beziehungen der gegen die territoriale Integrität eines anderen Staates gerichteten Gewaltandrohung oder Gewaltanwendung zu enthalten. Somit würde sich die Regel von “einem Instrument friedlicher Änderung in eine Quelle gefährlicher Reibungen” verwandeln, wie die ILC in ihrem Kommentar dazu zutreffend feststellte.152 An dieser Stelle sei auf das Urteil des I. C. J. vom 26. Mai 196d1 zu den Grenzstreitigkeiten zwischen Kambodscha und Thailand (Temple of Preah Vihear Case) verwiesen, in dem die Meinung eindeutig vertreten wurde, dass die “C. r. s. s.” auf Grenzverträge nicht angewandt werden darf.153

Zu beachten wäre    z w e i t e n s ,   dass die Regel sich auf noch    g e l t e n d e  Verträge bezieht, während Grenzverträge und auch Friedensverträge eine feste Lage, einen definitiven Zustand geschaffen haben und damit durch Erfüllung beendet worden sind. Was danach gilt, ist nicht der bereits ausgeführte Grenzvertrag oder der Friedensvertrag, sondern die von ihnen geschaffenen Sachverhalte und Tatsachen.154 Es  würde daher bei einer eventuellen Anwendung der Regel auf Grenzverträge nicht etwa um die Abänderung von bereits bestehenden Tatsachen und Situationen. Das würde aber auf den Widerstand, bis hin zum militärischen, der betroffenen Nachbarstaaten stoßen und dadurch den Frieden ernsthaft gefährden. Es ist ohnehin völlig ausgeschlossen, ausgehend von der Regel, die eine    s p e z i e l l e   Regel darstellt,   ü b e r g e o r d n e t e    Grundprinzipien des Völkerrechts, zu denen auch die souveränen Gleichheit der Staaten gehört, zu eliminieren.

5.5. Folgen der Berufung auf die Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Die sich aus der Anwendung der Regel ergebenden Folgen sind im  Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 festgelegt : “If under the foregoing paragraphs, a party may invoke a fundamental change of circumstance as a ground for terminating or withdrawing from a treaty it may also invoke the change as a ground for suspending the operation of the treaty”.155

Die Reihenfolge der möglichen Rechte bzw. Maßnahmen berechtigt jedoch zur Annahme, dass die Formulierungen in der Ziffer 3 mit einem wesentlichen Mangel behaftet sind: die Aufzählung beginnt mit der höchsten Maßnahme, eben mit der Vertragsbeendigung, die eigentlich der allerletzte Schritt sein sollte, und endet unverständlicherweise mit der Vertragsaussetzung, die ihrer Bedeutung und Funktion nach zu den Maßnahmen im Anfangsstadium der Geltendmachung der Regel gehören müsste. Andererseits könnte dem entgegenhalten werden, dass bei den “politischen Verträgen” wie z. B. bei den Bündnisverträgen, die Beendigung oder der Austritt wohl in Frage kämen, aber nicht die Aussetzung. Daraus könnte geschlussfolgert werden, dass die Beendigung und der Austritt in ihrer Anwendung häufiger und in ihrem Geltungsbereich umfangreicher sind als die Aussetzung. Dennoch weisen alle drei genannten Möglichkeiten ein gemeinsames Merkmal auf, nämlich die Loslösung von den vertraglichen Verpflichtungen.

Die bereits gewonnenen Erkenntnisse in Bezug auf die Einhaltung notwendiger prozessualer Bedingungen bei der Anwendung der Regel gelten uneingeschränkt auch auf die Beendigung eines Vertrages. In diesem Fall sind ebenfalls verschiedene Stadien bzw. Stufen verfahrensmäßiger Natur zu durchlaufen, bevor der interessierte Staat von seiner allerletzten Möglichkeit, nämlich von der Beendigung, Gebrauch macht. Hierbei müsste er sich zunächst jeder Maßnahme enthalten und überhaupt alles vermeiden, was die internationale Zusammenarbeit stören und zwischenstaatliche Streitigkeiten, die den Frieden gefährden, heraufbeschwören könnte. Demnach dürfte nach einer erfolgten grundlegenden Veränderung der Umstände und nach der entsprechenden Berufung darauf der erste Schritt nicht darin bestehen, den Vertrag gleich als ungültig zu betrachten.156 Vielmehr muss der in Frage kommende Staat den Versuch unternehmen, das Weitergelten des Vertrages anzufechten. Damit ist unmittelbar die Möglichkeit verbunden, dass er durch die andere Vertragspartei von der Erfüllung der Vertragsverpflichtungen befreit wird. Hierbei kann es sich jedoch nur um ein Zwischenstadium und nicht um das Endziel handeln, wie mitunter behauptet wird.157 In diesem Zwischenstadium sind in der Regel Verhandlungen 158 notwendig, um im Sinne der Verständigung gemeinsam eine Lösung des durch die Entwicklung entstandenen Widerspruchs zu finden. Somit besteht für den anderen Vertragspartner die Möglichkeit, zum entstandenen Problem Stellung zu nehmen. Unter Berücksichtigung des Wechselverhältnisses  zwischen Stabilität und Veränderung könnte unter Umständen das Verhandlungsziel sein, den bestehenden Vertrag an die neuen Verhältnisse anzupassen. Dazu ist aber in jedem Falle das Einverständnis des anderen Vertragspartners erforderlich. Lehnt nun  die andere Vertragspartei überhaupt Verhandlungen ab oder ist sie nicht bereit, sich an einer konstruktiven Lösung des entstandenen Problems zu beteiligen, dann hat der interessierte Partner seiner unumgänglichen Pflicht Genüge getan, ehe er berechtigt ist, zur ultima ratio zu greifen, nämlich den Vertrag einseitig zu beenden.159

Diese völkerrechtlich erlaubte Art der Vertragsbeendigung ist gegenüber der automatischen Vertragsbeendigung  nach erfolgten grundlegenden Veränderungen abzugrenzen. letztere war der mit Subjektivität belasteten “C. r. s. s.” immanent 160 und kann gegenwärtig keinesfalls als Wesensmerkmal der Regel akzeptiert werden, weil eine automatische Beendigung leicht zu Rechtsverletzungen und damit zu einer großen Unsicherheit in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen führen würde. Internationale Spannungen könnten aber auch durch eine radikale Ablehnung des Rechts auf eine einseitige Beendigung des Vertrages hervorgerufen werden.

Die im Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 vorgesehene Möglichkeit der Vertragsbeendigung als Folge der Berufung auf eine grundlegende Veränderung der Umstände zieht in Verbindung mit dem Artikel 70 der VTK1 einige Konsequenzen nach sich. Zum ersten wird der betreffende Vertragspartner von jeder Verpflichtung befreit, den Vertrag weiterhin zu erfüllen. Zum zweiten werden Rechte und Pflichten der Vertragsparteien, die durch die Erfüllung des Vertrages vor seiner Beendigung existierten, nicht beeinflusst. Das bedeutet, dass es sich hierbei um einen lediglich teilweisen erfüllten Vertrag handelt und dass die Vertragsbeendigung keine rückwirkende Kraft besitzt.

Eine weitere Folge der Anwendung der Regel ist gemäß Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 die Aussetzung der Wirksamkeit eines Vertrages. Die besondere Bedeutung der Vertragsaussetzung besteht darin, dass nach einer zwar grundlegenden, jedoch nicht unbedingt endgültigen, also nach einer vorübergehenden Veränderung der Umstände für eine kurze oder lange Zeit, auf alle Fälle vorübergehend  die Wirksamkeit des Vertrages suspendiert werden kann. Bei einer endgültigen Veränderung der Umstände käme nicht die Aussetzung der Wirksamkeit, sondern die Beendigung des Vertrages in Frage. Die Vertragsaussetzung ist insofern weniger gefährlich 161 für die Vertragsstabilität, als es im Unterschied zur Vertragsbeendigung relativ leichter sein müsste, mit der anderen Vertragspartei ins Einvernehmen zu kommen. Es wäre auch die Variante in Erwägung zu ziehen, dass unabhängig davon, ob die Veränderung vorübergehend oder endgültig ist, ein Partner sich zuerst des Mittels der Vertragsaussetzung bedient, um eine bessere Basis für Verhandlungen mit der anderen Vertragspartei zu schaffen. Misslingen die diesbezüglichen Bemühungen, so besteht immer noch die Möglichkeit der Vertragsbeendigung. Von der Möglichkeit der Vertragsaussetzung machte die USA Gebrauch, um im Sommer 1941 die International Load Line Convention von 1930 “für die Dauer des gegenwärtigen Notstandes” zu suspendieren.162

Die im Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 vorgesehene Vertragssuspendierung als eine mögliche Folge der Anwendung der Regel bedeutet in Verbindung mit dem Artikel 72 konkret, dass der betreffenden Vertragspartner während des Zeitraumes der Suspendierung von der Verpflichtung befreit ist, den Vertrag zu erfüllen. Die Aussetzung des Vertrages bedeutet ferner, dass grundsätzlich Handlungen zu vermeiden sind, durch die die Wiederanwendung des Vertrages verhindert werden könnte. Wenn jedoch anzunehmen ist, dass die vorübergehende Veränderung der Umstände sich allmählich zu einer dauernden entwickelt, dann müsste es m. E. möglich und rechtlich zulässig sein, unter Einhaltung des Verfahrensweges den Vertrag zu beenden. Der Verfahrensweg muss ebenfalls eingehalten werden, wenn ein Staat von seinem Recht auf Austritt aus einem Vertrag Gebrauch macht. Damit wird die Wirksamkeit des Vertrages für diesen Partner beendet. Ist der Vertrag multilateral, dann gilt er für die anderen Vertragsparteien weiter.

6. Zum Verhältnis zwischen dem Grundprinzip der Vertragstreue und der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Aus der dargelegten Bedeutung des Prinzips der Vertragstreue für die Stabilität und der Regel für die Veränderung ergibt sich, dass beide der Wahrung eines ausgewogenen Gleichgewichts zwischen der Erhaltung und Sicherung des status quo und der Berücksichtigung der realen Verhältnissen dienen, die durch die Entwicklung der internationalen Beziehungen verändert wurden.163Hiernach handelt es sich beim Verhältnis zwischen den beiden um einen Ausgleich 164 und zwar im Interesse des Friedens und der Zusammenarbeit. Das bedeutet, dass beide   s i c h    g e g e n s e i t i g   ergänzen.165 Der von einigen Juristen vertretenen Ansicht, die Regel sei “ein Bestandteil”166  der Vertragstreue, die sie ergänze, kann nicht gefolgt werden. Die Problematik gewinnt selbstverständlich einen ganz anderen Aspekt, wenn es um die Bedeutung und die Funktion der RgVU geht. Hier kann nun ohne weiteres davon gesprochen werden, dass die RgVU die Vertragstreue in Bezug auf ihre Funktion in den internationalen Vertragsbeziehungen ergänzt. Abzulehnen ist ferner die Ansicht, nach der diese Regel zum Prinzip der Vertragstreue im Widerspruch167 stehe. Es wäre relativ leicht, aus dieser Widerspruchsthese die Schlussfolgerung abzuleiten, die RgVU sei etwas Negatives und womöglich etwas Völkerrechtswidriges. Diese These zeichnet sich offensichtlich durch eine einseitige Betrachtungsweise aus. Sie lässt die Dialektik der Prozesse der internationalen Beziehungen und das Wechselverhältnis zwischen Stabilität und Veränderungen völlig außer Acht. Es werden außerdem recht unterschiedliche Materien miteinander verwechselt. So müsste m. E. zunächst die Möglichkeit der Entstehung von ungerechten und widerspruchsvollen Situationen in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen, z. B. von Diskrepanzen zwischen den Vertragsverpflichtungen und der aufgrund von grundlegenden Veränderungen der Umstände entstandenen unzumutbaren und übermäßigen Belastung eines Vertragspartners, bejaht werden. Die Lösung solcher Widersprüche ist durch die Anwendung der RgVU möglich. Das berechtigt jedoch keinesfalls zu der Schlussfolgerung, die RgVU stelle selbst einen Widerspruch zum Prinzip der Vertragstreue dar.

Auch mit jeder Auffassung kann man sich nicht einverstanden erklären, nach der die Regel eine Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue sei. Es ist anzunehmen, dass dieser Auffassung die “Rechtsfiktion der Absolutheit”168 des Prinzips der Vertragstreue zugrunde liegt, wodurch dieses Prinzip künstlich über andere Prinzipien erhoben wurde, die mitunter lediglich als Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue betrachtet wurden. Unter Umständen stützt sich diese Ausnahme-These auch auf den Gedanken, dass, wie W. Shurshalow 169 meint, das Prinzip der Vertragstreue die Vielfalt des internationalen Lebens, wozu auch Sondersituationen gehören, nicht vollständig zu erfassen vermag. Ob jedoch diese Feststellung dazu berechtigt, die RgVU als eine Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue zu betrachten, ist stark zu bezweifeln, denn das würde etwas anderes voraussetzen: Dass nämlich die RgVU ein Bestandteil oder mindestens lediglich eine Ergänzung des Prinzips der Vertragstreue wäre. Dagegen spricht allerdings der Charakter der RgVU als einer selbständigen Regel des Völkerrechts.

Anmerkungen

1. Un-Doc.A/39/504/Add. 1, p. 19.

2. W. Friedmann, The Changing Structure of International Law, New York 1966, pp. 57    ss.; id., Droit de coexistence et droit de cooperation. Quelques observations sur la  structure changeante du droit international, in : Revue belge du droit international, Nr. 1, 1970, pp. 1 – 9.

3. Vgl. u. a. : O. Kimminich, Einführung in das Völkerrecht, München 1984, S. 115  (“von einem Recht des Verkehrs” zu einem “Recht der Zusammenarbeit”) ; A. Verdross/B. Simma, Universelles Völkerrecht, Berlin 1976, S. 59/60; A. Bleckmann,   Zur Entwicklung des modernen Souveränitätsdenkens, in : Politik und Zeitgeschichte,  B, Nr. 43, 1985, S. 3 ss.

4. Vgl. C. Feuer, Les principes fondamentaux dans le droit international du  développement, in : pays en voie de développement et transformation du droit   international, Paris 1974, p. 194.

5. Vgl. P. Pescatore, Die Aufgaben eines Forschungsinstituts für Völkerrecht und Rechtsvegleichung aus internationaler Sicht, abgedruckt in : Berichte und Mitteilungen  der Max-Planck-Gesellschaft, Nr. 2, 1975, S. 39.

6. Vgl. H. Klenner, Vom Recht der Natur zur Natur des Rechts, Berlin 1984, S. 8.

7. G. W. Ignatenko, Das Völkerrecht und der gesellschaftliche Fortschritt, Moskau 1972,   S. 5 G. W. Ignatenko/D. B. Ostapenko (Ed.), Das Völkerrecht, Moskau 1978, S. 32. Sie erblicken die soziale Funktion des Völkerrechts darin, die Welt im Sinne des  gesellschaftlichen Fortschritts umgestalten zu helfen (beides russisch).

8. So zuftreffend M. Virally, Panorama du Droit International Contemporain, Dordrecht  et alt., 1983, p. 33.

9. Vgl. stellvertretend für andere : G. Glahn, Law among nations, New York, London  1965, pp. 729 – 733 (er wendet sich gegen die Pessimisten und weist überzeugend die  Nützlichkeit des Völkerrechts nach) ; S. Dreyfus, Droit des relations   internationales, Paris 1981, p. 82 ; W. Tung, International in an organizing World, New York 1968, p. 5 (das Völkerrecht trägt zur Erfüllung der Forderungen der  Völkerfamilie bei) ; B. Landheer, On the Sociology of Internatrional Law and   International Society, The Hague 1966, p. 24 (das Völkerrecht als “the strongest force,  for the ordering of international society”) ; L. Henkin, How Nations Behave? Law and   Foreign Policy, London 1968, pp. 26/27. Er verteidigt konsequent das Völkerrecht   gegen Skeptiker und Leugner.

10. Vgl. stellvertretend für mehrere : M. Virally, L`Organisation Mondiale, Paris 1972, p. 526 (es gibt immer noch eine “exréme inégalité des développements économiques”) ; I. Jazairy, Discours sur le nouvel ordre international et le droit, in : The new international    economic order and developing counties, Beograd 1980, p. 137 (das Völkerrecht sei   hinter den Entwicklungen zurückgeblieben).

11. So z. B. G. Schwarzenberger, Die Glaubwürdigkeit des Völkerrechts, in : Festschrift    für R. Bindschedler, E. Diez et alt. (Ed.), Bern 1980, S. 99 (das Völkerrecht sei wenig glaubwürdig): D. Rauschning, Die Herausforderung der technischen Entwicklung an   das Völkerrecht, in : ZaöRVR, Nr. 1 – 3, 1976, S. 50 (das Völkerrecht sei bewahrend,   konservativ und unflexibel) ; G. W. Grewe, Spiel der Kräfte in der Weltpolitik, Theorie   und Praxis der internationalen Beziehungen, Düsseldorf, Wien 1970, S. 372 (das Völkerrecht sei wegen des Fehlens gemeinsamer Wertvorstellungen in der Welt    ohnmächtig) ; J. C. Starke,  An introduction to international law, London 1974, p. 20  (das Völkerrecht sei ein schwaches Recht, eher Gewohnheitsecht).

12. B. Simma weist überzeugend nach, dass es nicht um eine “Krise”, sondern um einen       “Umbruch” des Völkerrechts geht : Völkerrecht in der Krise?, in : ÖzföRVR, Nr. 4, 1980, S. 273 – 284.

13. Vgl. hierzu ausführlicher I. I. Lukaschuk, Das Problem der Methode der völkerrechtlichen Regulierung, in : Vestnik Kiewskogo Universiteta, Nr. 15, 1982, S. 4 (russisch).

14. Vgl. E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, München 1979, S. 18 und J. M. Mössner, Einführung in das Völkerrecht, München 1977, S. 108 ; O. Kimminich, Völkerrecht  im Atomzeitalter, Der Atomsperrvertrag und seine Folgen, Freiburg, Breisgau 1969, S.     346.

15. Vgl. zu. B.: G. I. Tunkin, Law an force in the international system, Moscow 1985, S. 242 – 245 (hier stellt Tunkin das “allgemeindemokratische Friedenskonzept” vor); B. Graefrath, Elemente der völkerrechtlichen Friedensordnuing, in : Neue Justiz, Nr. 5,  1985, S. 169; G. Seidel, Der Beitrag des Völkerrechts zur Gewährleistung der    internationalen Sicherheit, in : Neue Justiz, Nr. 3 1985, S. 86 – 89.

16.  Vgl. beispielsweise : A. Verdross, Völkerrecht, Wien 1964, S. 17, a. (Friedensgebot als   höchstes Gebot der Völkerrechtsordnung) ; F. Karlshoven, International Law Tomorrow, in : New States-A Misleading Distinction for the future International Law and International Relations, Neuchátel 1974, pp. 111/112 (Frieden ist Grundziel des Völkerrechts) ; P. Vellas, Droit International Public, Paris 1967, p. 9 (die   Friedenssicherung steht im Mittelpunkt des Völkerrechts) ; E. Sauer, Zur Grundlegung  (einer) völkerrechtlichen Methodologie, in : Nordisk Tidsskrift for International Ret of Jus Gentium, Nr. 3 – 4, 1963, p. 123 (Friede als Wert des Völkerrechts) ; M. Al- Magdub, Vorlesungen über das allgemeine Völkerrecht, Beirut 1983, p. 2 (arabisch).

17. Diese Ansicht wurde in der Fachliteratur bereits hin und wieder vertreten. Vgl. beispielsweise : W. C. Jenks, The Common Law of Mankind, London 1958, pp. 58/59 ; G. Seidel, Völkerrechtliches Gewaltverbot und Friedenssicherung, in : Dem Frieden verpflichtet, Berlin 1985, S. 14 ; H. Weber/v. Wedel, Grundkurs Völkerrecht, Das  Internationale Recht des Friedens und der Friedenssicherung, Frankfurt a. M. 1977, S.   18 (“Völkerrecht ist Friedensrecht”).

18. Vgl. z. B.: B. Graefrath, Zur Bedeutung der grundlegenden Prinzipien für die Struktur    des allgemeinen Völkerrechts, (als Kapitel 8) in : K. A. Mollnau (Ed.), Probleme einer  Strukturtheorie des Rechts, Berlin 1985, S. 163 und H. Wünsche, Völkerrecht – eine Waffe im Kampf um den Frieden und die Festigung der internationalen Sicherheit, in : Staat und Recht, Nr. 5, 1985, S. 361.

19. So G. Abi-Saab, The Third World and the Future of the International Legal Order, in : Revue égyptienne de droit international, Vol. 29, 1973, p. 61 und M. Bedjaoui, Un point de vue du tiers monde sur l´organisation internationale, in : G. Abi-Saab (Ed.), Le  concept d´organisation internationale, Paris 1980, p. 232 (die Aufgabe des  Völkerrechts bestünde darin, sich an den Entwicklungsnotwendigkeiten zu  orientieren).

20. Vgl. hierzu insbesondere: M. Bennouna, Droit International du développement, Paris 1983 ; A. Colombeau/C. Guesdran/C. Ruez, Étude de doctrine et de droit international  du développement, Paris 1975 ; O. B. Rivero, New Economic Order and International  Development Law, Oxford, Paris, Frankfurt a. M. 1980; M. Flory, Droit international du développement, Paris 1977 ; G. Feuer/H. Cassan, Le droit international du  développement, Paris 1985 ; A. Pellet, Le droit international du développement, Paris 1978. In der von mir wissenschaftlich betreuten Doktorarbeit von Robert Kossi wird gerade dieser Aspekt mit Nachdruck hervorgehoben : “Normbildungstheoretische  Aspekte der gleichberechtigten und bevorzugten Behandlung von Entwicklungsländern in den internationalen Beziehungen – Das     Entwicklungsvölkerrecht als integraler Bestandteil des demokratischen Völkerrechts, Universität Leipzig 1987.

21. Vgl. auch B. Simma, Völkerrecht in der Krise?, op. city, S. 284.

22. So W. Tung, International law in an organizing World, New York 1968, p. 20.

23.  Vgl. auch G. Hoffmann, Von der Brauchbarkeit  des Völkerrechts in unserer Zeit, in :  L. V. Münch (Ed.), Staatsrecht – Völkerrecht – Europarecht, Festschrift für H.-J. Schlochauer, Berlin, New York 1981, S. 363.

24. Infolgedessen haben die Staaten gleiche Rechte und Pflichten. Vgl. E. Giraud, Le droit international public et la politique, in : RdC 110 (III) 1963, pp. 575 – 577 (er  unterscheidet zwischen der “universalité géographique” und der universalité de  substance”).

25.  Diese Auffassung setzt sich immer mehr durch. Vgl. z. B.: O. Kimminich, Das Völkerrecht im Atomzeitalter, op. cit., S. 38 ; B. F. Johnson, Changes in the Norms  Guiding the International Law System, in : Revué égyptienne de droit international, Vol. 36, 1980, pp. 21/22 (er geht auf die unterschiedlichen Rechtssysteme ein und  meint, dass bei der Schaffung des Völkerrechts eine gegenseitige Beeinflussung  erfolge) ; B. J. Theutenberg, Changes in the norms guiding the international legal  system-History and contmporary trends, in : Nordiskt Immateriellt Rättsskydd, Nr. 1 –   2, 1981, S. 32.

26. Vgl. ähnlich auch E. Menzel/K. Ipsen, Völkerecht, Ein Studienbuch, München 1979, S. 15.

27. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der völkerrechtlichen Regulierung, Kiew   1980, S. 40, 56, 60 (russisch) und C. Moca, Völkerrecht, Bukarest 1983, p. 118 (rumänisch).

28. Vgl. auch: Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin 1981, p. 109 ; C. Cepelka, Zum   Begriff “Prinzip” des Völkerrechts, in : Acta Universitatis Carolinae, Juidica I, Praha 1975, S. 17 ss. (tschechisch); R. Bierzanek, Die Rechtsgrundsätze der friedlichen Koexistenz und ihre Kodifikation, Warschau 1968, S. 184 (polnisch).

29. Vgl. auch B. Graefrath, über den Platz der Prinzipien im System des gegenwärtigen Völkerrechts, in : Pravowedeije, Nr. 2, 1969, S. 113 und E. A. Puschmin, über den Begriff der Grundprinzipien des gegenwärtigen allgemeinen Völkerrechts, in: SEMP  1978, S. 76 (beides russisch).

30.  Vgl. auch R. L. Bobrow, Das gegenwärtige Völkerrecht (objektive Voraussetzungen und soziale Bestimmung), Leningrad 1962, S. 71 (russisch).

31. Vgl. auch Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin 1981, S. 106.

32. Vgl. auch B. Graefrath, Zur Stellung der Grundprinzipien im gegenwärtigen  Völkerrecht, Berlin 1968, S. 24 ; G. W. Ignatenko, Völkerrecht und gesellschaftlicher Fortschritt, Moskau 1972, S. 75 (russisch) ; D. Mazilu, Das Friedensrecht, Bukarest 1983, p. 145 (rumänisch).

33. Vgl. auch D. I. Feldmann/G. I. Kurdjukow/W. N. Lichatschow, Über die            Systembetrachtungsweise in der Völkerrechtswissenschaft, in : Prawowedenije, Nr. 6,  1980, S. 46 und I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der …, op. cit., S. 28, 56 (beides  russisch).

34. Vgl. auch N. W. Mironow, Das Völkerrecht : Die Normen und ihre Rechtskraft, Moskau 1980, S. 89 (russisch).

35. Vgl. auch K. Becher, Die Grundprinzipien des demokratischen Völkerrechts und ihre     Bedeutung für das Rechtssystem, in : Deutsche Außenpolitik, Nr. 1, 1982, S. 92.

36. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, Elementare Normen der Beziehungen zwischen den  sozialistischen und den kapitalistischen Staaten, In : Vestnik Kiewskogo Universiteta,  Nr. 10, 1980, S. 20 (russisch).

37. Vgl. auch K. Becher, Die Grundprinzipien des …, op. cit., S. 92 und B. Graefrath, Elemente der völkerrechtlichen …, op. cit., s. 167.

38. Vgl. auch G. I. Tunkin, Fragen der Theorie des Völkerrechts, Moskau 1962, S. 157  und W. A. Masow, Die Prinzipien von Helsinki und das Völkerrecht, Moskau 1980, S. 19 (beides russisch).

39. Vgl. auch D. I. Feldman/G. I. Kurdjukow/W. N. Lichatschow, über die Systembetrachtungsweise in …, op. cit., S. 46.

40. Vgl. auch R. L. Bobrow, Das gegenwärtige Völkerrecht …, op. cit., S. 73.

41. Vgl. auch C. Kandravcová, Grundprinzipien des gegenwärtigen Völkerrechts und wirtschaftliche Zusammenarbeit, in : Vybraná otázky rozvoja socialistického státu a  prava, Bratislave 1982, S. 100 – 102 (slowakisch). P. Terz, Zum Jus cogens im  demokratischen Völkerrecht, in : Staat und Recht, Nr. 7, 1978, S. 617 – 627.

42. Vgl. auch: St. E. Nahlik, Die allgemeinen Grundsätze des Völkerrecht, in :   Encyclopedia prawa miedzynarodowego i stosunkow miedzynarodowych, Warszawa   1976, S. 457 (polnisch); I. Closca (Coord.), Wörterbuch des Völkerrechts, Bukarest  1982, S. 232 (rumänisch). Vgl. teilweise auch P. M. Dupuy, Le droit International   dans un Monde Pluriculturel, in : Revue de droit international et comparé, Nr. 2, 1986, p. 596 (durch die Grundprinzipien ist die internationale Gemeinschaft miteinander  verbunden).

43. Vgl. B. T. Rulko, Der Begriff der Struktur des Völkerrechts (Methodologische   Aspekte), in : Vestnik Kiewskogo Universiteta, Nr. 10ß, 1980, S. 27, ss. (russisch).

44. Darauf machen einige Autoren aufmerksam. Vgl. beispielsweise G. Seidel, Die   Normen des Völkerrechts und des innerstaatlichen Rechts, in : Beiträge der Friedrich- Schiller-Universität, Jena 1984, S. 154 ; R. Quadri, Diritto internazionale pubblico,  palermo 1964, pp. 86/87 (er betont den gesellschaftlichen Willen); S. W. Tschernitschenko, Die Normen des Völkerrechts, ihre Schaffung und ihre Struktur, in :   SEMP 1979, S. 50/51 (russisch).

45. Vgl. ähnlich auch N. W. Mironow, Das Völkerrecht …, op. cit., pp.25/29. Zu der   Problematik der Hierarchie allgemein im Völkerrecht sowie speziell bezüglich der   Prinzipien und Normen des Völkerrechts, vgl. insbesondere : J. A. Carillo Salcedo, Reflections on the Hierarchy of Norms in International Law, in : European Journal of  International Law, Vol. 8, Nr. 4, 1997, p. 588 ss., M. Koskenniemi, Hierarchy in    International Law: A. Sketch, in: Euroipean Journal of International Law, Vol. 8, Nr.   4, 1997, p. 568 ss.

46. Der Normativitätscharakter wird von einigen Juristen ebenfalls unterstrichen. Vgl. z. B. :  N. W. Mironow, ibid., S. 35; B. Greafrath, Zur Bedeutung der grundlegenden Prinzipien für die Struktur des allgemeinen Völkerrechts, op. cit., S. 181, I. I.Lukaschuk, Der Mechanismus der …, op. cit., S. 55 dagegen verneint dieses Kriterium.

47. A/39/504//Add. 1, p. 34.

48. Vgl. in etwa ähnlich auch G. Seidel, Die Normen des Völkerrechts …, op cit., S. 154.

49. Auf die Veränderlichkeit des Völkerrechts machte bereits einer der Väter der Völkerrechtswissenschaft, Francisco Suarez aufmerksam. Er sagte u. a., “dass das  Völkerrecht, soweit es von menschlicher Übereinkunft abhängt, veränderlich ist.”     Ausgewählte Texte zum Völkerrecht von Francisco Suarez, Tübingen 1965, p. 65.

50. Vgl. ähnlich auch B. V. A. Röling, International law in an expanded world,  Amsterdam 1960, p. 87.

51. Diesbezüglich schreibt G. Morelli zutreffend, dass bei einer Nichtanpassung eines Rechtssystems an die veränderte Realität ein Widerspruch zu ihr entstehen kann, der  gegen die überholten Rechtsnormen wirkende Kräfte erzeugt. Vgl. Nozioni di diritto internazionale, Padova 1963, pp. ss.

52. Vgl. W. C. Jenks, The common law of mankind, London 1958.

53. Vgl. hierzu auch M. Chemillier-Gendreau, A. propos de l éffectivité en droit  international, in : Revue belge de droit international, Nr. 1, 1975, pp. 41/42. Sie weist  zugleich zu Recht darauf hin, dass Rechtsnormen auch mögliche Veränderungen des    konkreten Kräfteverhältnisses ihren bindenden Charakter behalten müssen (hier p. 43).

54. Vgl. insbesondere R. P. Anand, Legal regime of the seabed and the developping countries, Leyden 1976, p. 265. In einem weiteren Beitrag stellte er bereits Anfang der  60er Jahre klar, dass die jungen Staaten eine Veränderung des status quo und die   Schaffung einer gerechten Situation anstreben. Vgl. role of the “New” Asian-African Counties in the present international legal order, in : AJIL, Nr. 2, 19 62, p. 389.

55. Vgl. in : Third UN conference on the law of the sea, Off. Rec., Vol. I, Sec. Sess.:  Caracas, 1974, p. 178. Ibid., p. 93.

56. Ibid., p. 93.

57. Vgl. W. Friedmann, The changing structure of international law, New York 1966, pp.    368/369.

58. Vgl. hierzu P. Terz, Für eine moderne Normbildungstheorie in den internationalen  Beziehungen und speziell im Völkerrecht im Zeitalter der globalen Probleme der   Menschheit, in : P. Terz (Ed.), Normbildungstheorie im Völkerrecht – Gerechtigkeit – Neue Internationale Wirtschaftsordnung, Universität Leipzig, 1988, pp. S. 7 . 23 ;   Normenbildung in den internationalen Beziehungen der Gegenwart in :             Wissenschaftliche Zeitschrift der Universität Leipzig, 39 (1990) 5, S. 443 – 459 ; For a modern theory of the creation of norms in the nuclear-cosmic era, in : Pax-Ius-Libertas,   Misc. in hon. D. S. Constantopuli, Aristotelea Universitas  Thessalonicensis, Vol. .B, Thessaloniki 1990, S. 1163 – 1175.

58a. Bereits in den 30er Jahren haben sich Völkerrechtler dem Verhältnis von Stabilität und   Dynamik zugewandt : M. Bourguin, Stabilité et mouvement dans l´ordre juridique   international, in: RdC, 64 (II) 1938, pp. 347; Josef L. Kunz, Statisches und   dynamisches Völkerrecht, in : Festschrift für Hans Kelsens, ed. von Alfred Verdross,  Wien 1931 (Nachdruck Frankfurt 1967, S. 248).

Vgl. ferner P. Terz, Theoretische Aspekte der Stabilität und der Veränderung in den  internationalen Beziehungen, in : Sprawy Miedzynarodowe Nr. 2, 1984, Warszawa, S.   103 – 112 (polnisch).

59. Völkerrecht, Dokumente, Teil 1, Berlin 1973, S. 114.

60. Ibid., Teil 3, S. 1175.

61.Ibid., S. 1049.

62. Vgl. auch C. Bogandow, Die Erfüllung von internationalen Verpflichtungen – eine wichtige Bedingung der friedlichen Koexistenz, , in : SGiP, Nr. 8, 1958, S. 36 (russisch). W. Schurschalow misst diesem Prinzip „erstrangige Bedeutung“ zu, denn ohne dieses gäbe es keine Gewähr für die internationale Gerechtigkeit: „Der juristische Inhalt des Prinzips pacta sunt servanda und seine Verwirklichung in den internationalen Beziehungen“, in : SEMP 1958, 150 (russisch). Nach D. Lewin ist das Prinzip Pacta sunt servanda die notwendige Garantie der Friedenserhaltung und der Entwicklung der internationalen Zusammenarbeit. Vgl. Grundprobleme des Völkerrechts, Moskau 1958, S. 264 (russisch).

63. Nach A. Talajajew gäbe es ohne das Prinzip der Vertragstreue kein Völkerrecht:Internationale Verträge in der Gegenwart, Moskau 1973, S. 93 (russisch).

64. Diese Auffassung wird von mehreren Völkerrechtlern vertreten. Zu nennen sind vo allem: L. Henkin, How Nations behave, Law and foreign policy, London 1968, p. 20 (wichtigstes Völkerrechtsprinzip) ; R. Pinto, Le Droit des relations internationales, Paris 1972, p. 127 (beherrschendes Völkerrechtsprinzip) ; F. Castberg, International law in our time, in : RdC 138 (I), 1973, p. 5 (wichtigste Grundlage des Völkerrechts): H. Lauterpacht, The function of law in the international community, Hamden Connecticut 1966, p. 418 (höchstes, unabdingbares und letztes Kriterium in der internationalen Gemeinschaft.

65. Vgl. in diesem Sinne auch N. A. M. Green, International law of peace, London 1973. Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Das Grundprinzip der Vertragstreue. Die Rechtsquellen des Völkerrechts, Das Völkervertragsrecht, als Kap. 4 von Völkerrecht, (hrsg. von E. Oeser und W. Poeggel), Grundriss, Berlin 1988, S. 105 – 125.

66. Vgl. auch Slowar meshdunarodnogo prawa, Moskau 1982, p. 146 (ohne Vertragstreue kann es keine Stabilität in den internationalen Beziehungen geben) und A. S. Gawerdowskij, Die Verwirklichung der Völkerrechtsnormen, Kiew 1980, S. 57 (russisch).

67. Vgl. auch A. S. Gawerdowskij, ibid., S. 49.

68. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, p. 263 (russisch). Vgl. ebenfalls O. Bogdanow, Die Erfüllung der …, op. cit., S. 36.

69. In einer Atmosphäre des Misstrauens und der Unsicherheit verlieren allmählich viele Staaten den Glauben an die Effektivität des Völkerrechts und verlassen sich immer mehr auf Aufrüstung und militärische Bündnisse. Vgl. Kurs des Völkerrechts, op. cit., S. 263.

70. Die Rechtmäßigkeit wird im russischen „Kurs des Völkerrechts“ als das wichtigste Merkmal der völkerrechtlich gültigen Verträge betrachtet. Das geht aus der dort gegebenen Definition des Prinzips der Vertragstreue hervor: „Die Staaten sind verpflichtet, gewissenhaft und in vollem Umfang die internationalen Verträge zu erfüllen, die rechtmäßig abgeschlossen wurden und sich nicht im Widerspruch zu den Grundprinzipien des Völkerrechts befinden.“ Teil II, Moskau 1967, S. 275 (russisch), vgl.. ferner O. I. Tiunow, über das Wesen und die Elemente der Struktur des Prinzips „pacta sunt servanda“, in : SEMP 1975, Moskau 1977, S. 112 (Kriterium für die Rechtmäßigkeit eines Vertrages: Übereinstimmung mit den Grundprinzipien des Völkerrechts, rechtmäßiges Objekt, rechtlich befugtes Objekt, freie Zustimmung der Vertragsparteien), (russisch).

71. Damit sind hauptsächlich der Irrtum (Art. 48), der Betrug (Art. 49) und die Bestechung eines Vertreters eines Staates (Art. 50) der VTK1 gemeint, durch welche ein Anspruch auf Ungültigkeit der Zustimmung eines Partners, an den Vertrag gebunden zu sein, geltend gemacht werden kann. Das Fehlen völkerrechtlicher Einwände als ein Zeichen für die Gültigkeit eines Vertrages wird von A. Talalajew mit Nachdruck unterstrichen. Vgl. über die Gültigkeit von völkerrechtlichen Verträgen, in : SGiP, Nr. 5, 1960, S. 144 ss. (russisch).

72. So spricht M. Potocny vom Prinzip des guten Glaubens, Das Wiener Abkommen über Vertragsrecht, in : Casopis pro mezinárodni právo, Nr. 1, 1970, S. 6 (tschechisch).

73. Im russischen „Kurs des Völkerrechts“ ist z. B. die Rede vom Prinzip der Treue gegenüber internationalen Verpflichtungen : Bd. II, Moskau 1967, S. 265 (russisch).

74.  „Alle Mitglieder der Organisation erfüllen, um jedem einzelnen von ihnen die sich aus der Mitgliedschaft ergebenden Rechte und Vorteil zu sichern, nach Treu und Glauben die Verpflichtungen, die sie gemäß der vorliegenden Charta übernommen haben.“ Völkerrecht, Dokumente, Teil 1, Berlin 1973, S. 144.

75.  „das Prinzip, dass die Staaten die Verpflichtungen, die sie in Übereinstimmung mit der Charta der Vereinten Nationen übernommen haben, nach Treu und Glauben erfüllen.“ Ibid., Teil 2, S. 1175.

76. „Ein Vertrag muss nach Treu und Glauben entsprechend der üblichen Bedeutung des Vertragswortlautes in seinem Zusammenhang und hinsichtlich seines Gegenstandes und Zwecks interpretiert werden.“ Ibid., S. 1050.

77. „Die Beziehungen zwischen den Staaten sollen auf Treu und Glauben beruhen.“ Ibid., Teil 1, S. 236.

78. C. J. Reports 1952, p. 212. Zit. nach : ILC-Yearbook 1966, Vol. II, S. 211.

79.  Einige ILC-Mitglieder schlugen sogar unter besonderer Beachtung dieser Unterlassungspflicht der Vertragspartner vor, eine entsprechende Bestimmung in den Art. 26 der VTK1 aufzunehmen. Die Kommission war jedoch der Ansicht, dass dies deutlich in der Verpflichtung inbegriffen sei, den Vertrag nach Treu und Glauben zu erfüllen und zog es vor, das Prinzip der Vertragstreue in einer möglichst einfachen Form zu formulieren und aufzustellen : A/Conf. 39/11/Add. 2.

80.  Obwohl zwischen der damaligen UdSSR einerseits und den USA und Großbritannien andererseits das Eröffnungsdatum der zweiten Front konkret vereinbart worden war (1942), schoben die Westmächte den Eröffnungstermin willkürlich und undbegründet so hinaus (1944), dass dadurch die UdSSR militärisch in eine schwierige Lage gebracht wurde. Vgl. Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, S. 269 (russisch).

81.  A. Talalajew polemisiert mit Recht gegen eine in der Fachliteratur anscheinend übliche Verwechslung von Gewissenhaftigkeit und Gerechtigkeit. Er meint, dass die Gewissenhaftigkeit in das Völkerrecht aus dem Zivilrecht übernommen wurde, wo sie nicht als moralischer Grundsatz, sondern als ein gewisser „Schuldmilderungsgrund“ verstanden wird : Internationale Verträge in der Gegenwart, Moskau 1973, S. 105 (russisch).

Zum Verhältnis von Gewissenhaftigkeit und Gerechtigkeit siehe insbesondere G. K. Dmitrijewa, Das Prinzip der Gewissenhaftigkeit im gegenwärtigen Völkerrecht, in : Praqowedenije, Nr. 6, 1976, S. 86 (russisch).

82.  Nach I. Lukaschuk führt eine Analyse der diplomatischen Praxis und der Meinungen der Juristen zu der Schlussfolgerung, dass der Grundsatz der Gewissenhaftigkeit immer eng mit der Moral verknüpft war. Er meint ferner, dass es bei einer Analyse der Praxis bisweilen schwer sei, zu sagen, ob vom Standpunkt der damaligen sozialistischen Staaten die Gewissenhaftigkeit nur eine Vorschrift der Moral oder auch das Recht ist: Über Verpflichtungen aus einem Abkommen über Verhandlungen. in : SEMP 1962, Moskau 1963, S. 120 (russisch).

83. Diese Frage ist bereits aufgeworfen worden. Vgl. z. B. H. Wünsche, Völkerrecht – eine Waffe im Kampf um den Frieden und die Festigung der internationalen Sicherheit, in : Staat und Recht, Nr. 5, 1985, S. 363.

84.  So beispielsweise J. Pehnert, Inhaltliche Aspekte für eine Untersuchung des Grundsatzes von Treu und Glauben in den internationalen Beziehungen und im Völkerrecht der Gegenwart, in: Staat und Recht, Nr. 3, 1987.

85. Vgl. in: Archiv der Gegenwart vom 15. – 17. 10. 1973. Die veränderte Situation wurde vom neuseeländischen Ministerpräsidenten folgendermaßen erläutert: Die SEATO sei als Instrument der Isolierung Chinas eingerichtet worden. Wenn in Südostasien aber Frieden herrschen solle, sei es nötig, mit China ins Einvernehmen zu kommen, deshalb sei ein Instrument wie die SEATO nunmehr überflüssig. Vgl. in : Archiv der Gegenwart vom 12.6.1973, S. 17960.

86. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, S. 278 (russisch), wo die rechtsbildende Bedeutung ökonomischer und politischer Umwälzungen hervorgehoben wird.

87. ILC-Bericht über ihre 15. Session 1963, in : AJ/L, Nr. 1, 1964, pp. 241 ss.

88. A/Conf. 39/11/Add. 2, S. 79.

89. Die grundsätzliche Annahme des Young-Planes erfolgte auf der ersten Haager Konferenz 1929, die endgültige durch das 102 Haager Abkommen vom 20. Januar 1930. Der Young-Plan wurde durch den Hoover-Plan revidiert, wodurch in gewisser Hinsicht eine Milderung für Deutschland eintrat. Vgl. A. Werth – Regendanz, Die Clausula rebus sic stantibus im Völkerrecht, insbesondere in ihrer Anwendung auf den Young-Plan, Göttingen 1931, S. 10, 11, 179.

90. E. v. Bogaert, Le sens de la clause „rebus sic stantibus“ dans le droit du gens, in : RGDIP, Nr. 1, 1966, p.69.

91.  Publ. In : Europa-Archiv, Nr. 13, 1974, S. D 295.

92.  Vgl., Bin Cheng, General Principles of Law as applied by International Courts and Tribunals, London 1953, pp. 48, 113, 262, 274, 278; S. Rosenne, The World Court, Leyden, New York 1962, pp. 44, 66, 83, 85, 95, 154, 171; Wörterbuch des Völkerrechts, Vol. 1, Berlin 1960, S. 60.

93.  A/CONF./39/27 (“Verletzung entweder  einer Vertragspflicht oder einer anderen internationalen Verpflichtung gegenüber einem anderen Vertragspartner”).

94.   Bei diesem Fall handelt es sich um die Frage der Zulässigkeit von Enteignungen nach dem deutsch-polnischen Oberschlesien-Abkommen vom 15. Mai 1922. Der Standige Internationale Gerichtshof  hielt die von Polen durchgeführte Liquidation der Chorzov-Werke für unzulässig und die Schadensersatzansprüche Deutschlands für gerechtfertigt. Vgl. bei : Bin Cheng, General principles of la was applied by International courts and Tribunals, London 1953, pp. 149/150, 351; S Rosenne, The International Court of Justice, Leyden 1957, p. 335.

95.  Fürst Bismarcks Reden, ed. Von Ph. Stein, BD. XII, Leipzig 1899, S. 135/136.

96.  G. Jellinek, Die rechtliche Natur der Staatenverträge, Wien 1880, S. 40.

97.  E. Kaufmann, Das Wesen des Völkerrechts und die clausula rebus sic stantibus, Tübingen 1911, S. 204.

98.  A/CONF./39/27. („Eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber denen, die zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden und die von den Partnern nicht vorausgesehen werden konnte, kann nicht als Grund für die Beendigung des Vertrages oder den Austritt aus ihm geltend gemacht werden, es sein denn,

a) das Bestehen dieser Umstände stellt eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner, an den Vertrag gebunden zu sein, dar und

b) die Auswirkung der Veränderung wandeln das Ausmaß der noch zu erfüllenden Vertragspflichten grundlegend um“).

99.   See E. de Vattel, Le droit des Gens ou principes de la loi naturelle, 1758, Tübingen 1959, S. 322.

100. Aus den Ausführungen G. Tunkins ist zu ersehen, dass der Vorschlag, die Wendung „Doktrin rebus sic stantibus“ zu streichen, von Lachs ausging. Tunkin unterstützte diesen Vorschlag uneingeschränkt. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, S. 145.

101.  Doc. A/CN. 4/156/Add. 1.

102.  A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 78.

103.  Eine im Prinzip ähnliche Unterteilung nimmt auch J.A. P. Ridruejo vor : La doctrine „rebus sic stantibus“. á la Conférence de Vienne 1968, in: Annuaire suisse de droit international, V 1968, p. 81.

104.  Völkerrecht, Dokumente, Bd. 3, Berlin 1973, S. 1358.

105. Weitere Verfechter sind: der indische Jurist, Pal, der die in jedem Vertrag „stillschweigend enthaltene Klausel“ sogar als Vorbehalt betrachtet, ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 254 ; K. Gentzke, Ausweich- und Katastrophenklauseln im internationalen Wirtschaftsrecht, Göttingen 1959, S. 174 ; Es gibt unter den Juristen aber auch Gegner dieser Theorie, wie e. g. D. O´Conell, International Law; Vol. I, London, New York 1965, p. 38: „Es ist empfehlenswert, diese Angelegenheit … eher als eine Rechtsregel als eine implizierte Bedingung“ (aufzufassen).

106. Nach W. Sauer sei die „C. r. s. s.“ „ein stillschweigender Vorbehalt, und es fragt sich, ob der Vertrag im Sinne der Vertragsparteien so auszulegen ist, dass die Klausel als mit vereinbart gilt.“ Er schreibt weiter: „Ebenso wie der Vertrag selbst dient auch die sogenannte Klausel, gewissermaßen ein Sondervertrag gegenüber dem ersten, nur jenem in der Völkerrechtsidee gelegenen Zweck: die Konstruktion eines Sondervertrags ist eine Korrektur des Vertrages, wo dieser versagt. Die `stillschweigende Vereinbarung` ist nur eine doppelte Konstruktion, eine Fiktion von etwas, das gar nicht vorliegt. Die Frage: was hätten die Parteien auch ohne eine entsprechende Erklärung gewollt? Ist richtiger so gestellt: was hatten die Parteien gewollt, wenn sie die zukünftige Entwicklung der Interessenlage gekannt hätten?“. Vgl. System des Völkerrechts, Bonn 1952, S. 389/390.

107.  Nach W. Lissowski würde die Annahme dieser These praktisch die Negierung des völkerrechtlichen Vertrags bedeuten : Völkerrecht, Moskau 1970, S. 108 (russisch).

108.  D. Anzilotti beachtete zwar die objektiven Veränderungen, gab jedoch den Veränderungen im Hinblick auf den Willen der Vertragspartner den absoluten Vorrang. So schrieb er u. a. : „Das Völkerrecht lässt aus den Verträgen Verpflichtungen und Ansprüche erwachsen, wobei es auf den Willen der Parteien abhebt, mit anderen Worten: diese sind verpflichtet, wenn und soweit  sie sich verpflichten wollen. Wenn sie bestimmte oder tatsächliche Verhältnisse zur Voraussetzung der Übernahme gewisser Verpflichtungen gemacht haben, so ist die Folge ihres Aufhörens, dieser Verhältnisse eben, dass man sich nicht mehr auf den Boden des durch den Vertrag ausgedrückten Willens befindet, des Vertrags, welcher die Annahme der Verpflichtungen gerade von dem Bestehen der genannten Verhältnisse abhängig gemacht hat. Auch hier kann man, wie in den Fällen, wo der Krieg den Auflösungsgrund bildet, sagen, dass es nicht die Veränderung der Verhältnisse als solcher ist, welche den Vertrag  zum Erlöschen bringt; dies ist der Wille der Parteien, welcher das Bestehen des Vertrages von der Fortdauer gewisser Umstände, unter denen er und für die er abgeschlossen wurde, abhängig macht.“ D. Anzilotti, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, p. 356. Etwas modifiziert ist die Meinung von J. Brierly, nach dem die Veränderung sich auf die Verhältnisse beziehen müsse, „die ein Faktor in den Köpfen der Parteien waren und sie zum Abschluss des Vertrages veranlasse haben“. Grundlagen des Völkerrechts, Berlin 1948, p. 173.

109. So O. Lissitzyn, Treaties and changed circumstances, in : AJIL, Nr. 4, 1967, p. 896. Ähnliche Ansichten vertritt auch der Mc Nair, der sich dabei von Regelungen in der privatrechtlichen Sphäre leiten lässt: Law of Treaties, Oxford 1961, pp. 436 und 687, Vgl. ferner C. Hill, The Doktrine of „Rebus sic stantibus“ in International Law, Columbia 1934, p. 75.

110. So heißt es im „Restatement Second, Foreign Relations Law oft the United States“, 1965, p. 467, in Bezug auf die wesentlichen Veränderungen der Umstände: “The rule stated in this Section is a rule of interpretation  designed to ascertain the intended obligations of the parties rather than a principle that relieves a party from performing its obligations …” Zit. nach : O. Lossitzyn, op. Cit., p. 901.

111. A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 78. Der   o b j e k t i v e   Charakter der Veränderungen wurde von einzelnen Experten, wie M. Bartos, hervorgehoben. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 148.

112.  V. Pechota verbindet den „genau eingegrenzten Raum“ der Regel mit der Entwicklung und Vervollkommnung der Regeln des Völkerrechts, nach denen sich die Fragen der Gültigkeit von Verträgen richten : Die Beendigung der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge infolge der Anwendung der Regel über die grundlegende Veränderung der Umstände ; in Studie z mezinárodniho práva Nr. 10, 1965, S. 20 (tschechisch).

113. Die Anwendung der Regel nur in Ausnahmesituationen wurde in der ILC vor allem von osteuropäischen Experten hervorgehoben.

Der Ausnahmecharakter der Regel wird in der Fachliteratur häufig unterstrichen : H. Lauterpacht, The function of law in the international community, Hamden, Connecticut 1966, p. 276 ; H. F. Köck, Altes und neues clausule rebus sic stantibus, in: Völkerrecht und Rechtsphilosophie, Internationale Festschrift für St. Verosta, Berlin 1981, S. 81.

114. G. Tunkin relativierte 1963 in der ILC die Bedeutung der Regel, indem er dieses Prinzip   n u r   als ein   z u s ä t z l i c h e s   Mittel zur Überprüfung von Verträgen betrachtete. G. Tunkin meinte ferner, das Leben befinde sich in einer beständigen Entwicklung, die evolutionär oder revolutionär sein können, und diese Entwicklung könne zur Folge haben, dass ein Vertrag veraltet. Außer der Regel gäbe es weitere Rechtsprinzipien, durch die die Änderung eines Vertrages möglich sei. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, S. 155.

115.  Vgl. ferner C. Sepulveda, Derecho Internacional, Mexico 1978, pp. 141/142 ; O. I. Tiunow, Das Prinzip der gewissenhaften Erfüllung internationaler Verpflichtungen und die Doktrin rebus sic stantibus, in : SEMP 198, Moskau 1980, S. 109 (russisch).

116.  Die jugoslawische Vertretung machte die Bedeutung der Regel davon abhängig, ob bei dessen Anwendung die Grundsätze der UN-Charta und das ständige Interesse der „internationalen Gemeinschaft“ beachtet wird oder nicht. See A/Conf. 39/5 (Vol. II), 1968, p. 345.

117. Nach A. Rivier ist es „selbstverständlich“, dass die Veränderung der Verhältnisse vom Staate, der sie behauptet, nachgewiesen werden muss: Lehrbuch des Völkerrechts, Stuttgart 1899, S. 352. Ähnlicher Meinung ist auch P. Guggenheim. Vgl. Traité de Droit international public, tome I, Cenéve 1967, p. 235.

118. Text publ. In: RGDIP, Nr. 2 1966, p. 539.

119. Ibid., p. 543.

120. In: Bulletin des Presse- und Informationadienstes der Bundesregierung vom 22. März 1966, Nr. 39.

121. P. Reuter sieht für die Lösung dieser Frage drei Möglichkeiten : Es gibt keine Autorität über den Parteien; Möglichkeit eines Gerichtsentscheids; Möglichkeit einer politischen Autorität über den Parteien: Droit international Public, Paris 1958, p. 82.

122.  Einige Juristen dagegen, dass ein Staat nach seinen Interessen und seinem Gutdünken entscheiden kann, ob eine wesentliche Änderung der Umstände eingetreten ist. Denn dadurch wäre der eine Vertragspartner schutzlos der Willkür des anderen ausgeliefert. So schrieb z. B. H. Lammasch : „Wenn jeder Staat, wie dies in der Auffassung der Verteidiger der Klausel liegt, nach seinen Interessen und nach seinem Gutdünken darüber entscheidet, ob eine wesentliche Änderung der Umstände eingetreten sei, so würde man dadurch den einen Vertragsteil schutzlos der Willkür des anderen ausliefern. Es stünde das im schärfsten Widerspruch mit dem Zweck des Vertrages, die Verhältnisse für die Zukunft sicherzustellen, und würde dem bösen Willen die Möglichkeit gewähren, den frivolsten Rechtsbruch zu begehen, ohne ihn brutal als solchen zugeben zu müssen.“ Wörterbuch des Völkerrechts, ed. von K. Strupp, II. Stuttgart 1925, p. 336. Vgl. ferner : A. Verdross/B. Simma, Universelles Völkerrecht, Berlin 1976, S. 424.

123. A. Bolintineanu spricht sogar davon, dass die anderen Staaten die Möglichkeit haben müssten, von ihrem Standpunkt aus die Richtigkeit und die Begründetheit der Behauptung ihres Vertragspartners über das Vorliegen einer grundlegenden Veränderung der Umstände „unter Zweifel“ zu stellen. Er gibt aber auch zu, dass dies in den meisten Fällen zu keinem positiven Ergebnis führt. Vgl. Die Stabilität der Verträge als wesentliches Problem der Kodifikation des Vertragsrechts, in : Revista romána de drept, Nr. 1, 1969, p. 66 (rumänisch).

124.  Vgl. hierzu die bemerkenswerten Ausführungen von D. Anzilotti : „Sind die Parteien dagegen darüber uneins, so gelten die Meinung und der Wille der einen Partei ebenso viel wie die der anderen; wir haben es dann mit einem internationalen Streitfall zu tun, der beigelegt werden muss wie jeder andere Streitfall dieser Art. Es folgt daraus jedoch nicht, dass die Auflösung des Vertrages hier auf wechselseitigen Dissens zurückzuführen nist. Die Partei, die sich auf die clausula rebus sic stantibus beruft, macht kein Vertragsangebot, sondern macht damit ein Recht geltend, und die anderen Parteien anerkennen entweder oder bestreiten durch ihre Einlassung das Vorliegen der Voraussetzungen für die Ausübung dieses Rechts. „Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, S. 358.

125. Für die Einleitung von Verhandlungen treten viele Völkerrechtler ein wie z. B. P. Reuter, Droit international Public, Paris 1958, p. 83 ; M. Bartos, in: ILC-Year-book 1963, Vol. I, p. 148; V. Pechota leitet diese Verhandlungs- bzw. Verständigungspflicht aus der Anwendung der Prinzipien der friedlichen Koexistenz in den zwischenstaatlichen Beziehungen ab. Dieser Meinung kann gefolgt werden, weil die Verhandlungen das beste Mittel sind, entstandene Schwierigkeiten und Widersprüche zu überwinden bzw. zu lösen : Die Beendigung der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge …, op. cit., S. 20.

126. Dies Auffassung wird von F. Berber vertreten : Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I, München 1960, S. 464.

127. Vgl. ähnlich I. Seidl-Hohenveldern, Völkerrecht, Köln et alt., 1969, S. 76.

128. Nach M. Bartos käme dies einer Bestrafung der sich etwas verspätet auf die grundlegende Veränderung berufenden Vertragspartei gleich. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 149.

129. A/CONF./39/27. „Ein Partner, der nach den Bestimmungen der vorliegenden Konvention, … entweder …, oder einen Grund zur Anfechtung der Gültigkeit des Vertrages, zu seiner Beendigung, zum Austritt aus ihm oder zur Aussetzung seiner Wirksamkeit geltend macht, muss diesen seinen Anspruch den übrigen Partnern notifizieren“).

130. „Die Notifizierung muss die beabsichtigten Maßnahmen enthalten, diehinsichtlich des Vertrages ergriffen werden wollen, und die dafür vorliegenden Gründe“. Gemäß Art. 78 der VTK1 erfolgt die Notifizierung direkt an die Staaten, für die sie gedacht ist, oder sie wird dem Depositar übermittelt, falls es einen gibt. Sie kann erst dann von dem betreffenden Staat als ausgeführt betrachtet werden, wenn sie bei dem Staat, an den sie gerichtet ist, eingegangen ist. O. R. 1968/1969, A/CONF. 39/11/Add. 2, p. 300.

131. A/CONF./39/27 „Wenn jedoch von einem anderen Vertragspartner Einspruch erhoben wurde, so sollen die Vertragspartner mit Hilfe der in Artikel 33 der Charta der Vereinten Nationen angeführten Mittel eine Lösung der Frage suchen“).

132.  „cuya continuación sea susceptible de poner en peligro el mantenimiento de la paz y la seguridad internacionales”. Zit. in : Goodrich/Hambro/Simons, Charter of the Unites Nations, Comm. And Documents, London 1969.

133.  V. Pechota, Die Beendigung der Gültigkeit … , op. cit., p. 9.

134.  Vgl. auch Tunkin, der 1963 im Rahmen der ILC in Übereinstimmung mit Ago meinte, dass über die Anwendung der  RgVU ein Streit entstehen könne und dass in einem solchen Falle alle Formen der friedlichen Beilegung von Streitigkeiten für die betreffenden Staaten zulässig seien. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 145.

135.  A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 301. Die Schlichtungskommission wird gebildet, nachdem der Staat oder die Staaten, die Streitparteien sind, einen Schlichtungsbeauftragten der Staatsangehörigkeit diese Staates oder eines dieser Staaten und einen Schlichtungsbeauftragten, der nicht die Staatsangehörigkeit diese Staates oder dieser Staaten besitzt, ernannt haben. Beim UN-Generalsekretär gibt es eine Liste von Schlichtungsbeauftragten, bestehend aus qualifizierten Juristen. Zu diesem Zweck wird vom Generalsekretär jedes UN-Mitglied aufgefordert, zwei Schlichtungsbeauftragte zu nominieren. Die Namen der so nominierten Personen bilden die Liste. Die Streitparteien ernennen zwei weitere Schlichtungsbeauftragte , die nicht in der Liste des Generalsekretärs enthalten sind. Die vier Schlichtungsbeauftragten wählen aus der Liste einen fünften Beauftragten, der als Vorsitzender wirken soll. Die Schlichtungskommission beschließt ihre eigene Geschäftsordnung. Sie kann mit der Zustimmung der Streitparteien jeden Vertragspartner einladen, der Kommission mündlich oder schriftlich ihre Ansichten zu übermitteln. Sie soll zwölf Monate nach ihrer Bildung Bericht erstatten. Der Bericht der Schlichtungskommission und ihre Schlussfolgerung haben nur Empfehlungscharakter. Die Empfehlungen sollen eine gütliche Beilegung erleichtern.

136.  W. Schurschalow bejaht mit Recht die Notwendigkeit, einen Streit über die Auslegung und die Anwendung der Regel im Gerichtsverfahren zu behandeln, jedoch nur für außergewöhnliche Fälle. Wenn z. B. die Staaten nicht zu einer befriedigenden Lösung gekommen sind, aber die Vertragspartei, die die Beseitigung des Vertrages fordert, auch weiterhin auf ihrer Forderung beharrt. Vgl. Die Grundlagen der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge, Moskau 1957, S. 128 (russisch).

137.  Daraus ergibt sich natürlich die Verpflichtung, sich der Entscheidung des Gerichts bzw. des Schiedsgerichtes unterzuordnen. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts in sechs Bänden, Bd. II, Moskau 1967, S. 280.

138.  So verneint W. Sauer die einseitige Aufhebung eines Vertrages nach ergebnislosen Verhandlungen. Er meint, nur ein internationales Gericht könnte dies tun. See System des Völkerrecht, Bonn 1952, p.389.

139.  Diese Feststellung wurde auch von S. Filippow getroffen : Die Vorbehalte in der Theorie und Praxis des völkerrechtlichen Vertrages, Moskau 1958, S. 68 (russisch).

140.  Ausgehend vom Art. 435 des Friedensvertrages von Versailles und der damit zusammenhängenden Veränderungen versuchte Frankreich, sich von den auf vertraglicher Grundlage in den Jahren 1815/1816 an die Schweiz gewährten Servituten zu befreien. Frankreich verlangte diesbezüglich eine den neuen Verhältnissen entsprechende Neuordnung. Die Schweiz berief sich jedoch auf ihre „unverjährbaren Rechte“. Der Streitfall wurde dem Ständigen Internationalen Gerichtshof zur Entscheidung überwiesen, der meinte, dass die Rechte der Schweiz weder durch Art. 435 des Friedensvertrages von Versailles nach durch die „C. r. s. s.“ hinfällig geworden seien. In : A/Conf.39/11/Add. 2, 76, Vgl. ferner Mc. Nair, the Law of Treaties, Oxford 1961, p. 698.

141.  Ch. Hill spricht davon, dass manche Juristen zwischen namentlicher Anrufung der „C. r. s. s.“ und den  verschiedenen Stufen   eines weniger ausdrücklichen Gebrauchs des Arguments veränderter Umstände als Grund für die Vertragsbeendigung unterscheiden. The Doktrine of „Rebus sic. stantibus“ in international Law. Colubia 1934, p. 26. Nach der schweizer Völkerrechtsauffassung muss die Geltendmachung der “Clausula” ausdrücklich erfolgen. Also kein automatisches Erlöschen der Vertragspflichten. Vgl. P. Guggenheim, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I, Basel 1948, S. 116.

142.  Publ. in : ZaöRV, Nr. 4 1934, p. 145.

143. Zit. Nach P. Guggenheim, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I. Basel 1948, S. 113/114.

144. In dieser Konvention wurde durch Deutschland, Großbritannien, das damalige zaristische Russland und Frankreich die Unabhängigkeit Norwegens garantiert. Vgl. C. Hurst, The effect of war on treaties, in : British Yearbook of International Law, Vgl. 1921/22, p. 41.

145. Es wurde überprüft, wie die Kreditverträge zustande gekommen waren, und ob sie dem technischen und wirtschaftlichen Fortschritt des ghanesischen Staates dienen. Die Tilgung der anerkannten Verbindlichkeiten soll sich nach den äußerst günstigen Kreditbedingungen der Internationalen Entwicklungsgesellschaft richten (Laufzeit der Kredite etwa 50 Jahre, zinsfrei, Belastung nur mit einer Verwaltungsgebühr von 0,75 %). Vgl. M. Timmler, Ghana auf der Basis Self-reliance, in : Außenpolitik, Nr. 1, 1973, S. 98.

146. Die ILC meinte in ihrem Kommentar in Auseinandersetzung mit jenen Juristen, die die Regel auf die sogenannten ewigen Verträge beschränkt wissen wollte, dass es gegenwärtig keinen Grund gibt, zwischen „ewigen“ und „langfristigen“ Verträgen Unterschiede zu machen. A/Conf.29/11/Add. 2, p. 78.

147.  Hierbei handelt es sich um die NATO-Satzung in der Fassung des Protokolls zum Nordatlantikvertrag über den Beitritt Griechenlands und der Türkei vom 17. Oktober 1951. Diese Satzung trat am 15.2.1952 in Kraft. Die ursprüngliche Satzung vom 4. April 1949 trat am 24. August desselben Jahres in Kraft. See in : Völkerrecht, Dokumente, Bd. I, Berlin 1973, S. 292.

148.  Vgl. H. Briggs, The Law of Nations, London 1953, p. 452, A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 77 und P. Guggenheim, Traité de Droit international public, Tome I, Genéve 1967, p. 230.

149.  So z. B. Von W. Schurschalow, Die Grundlage der Gültigkeit …, op. cit., p. 121 und V. Pechota, Die Beendigung die Gültigkeit …, op. cit., S. 20. Er macht zutreffend darauf aufmerksam, dass die Entwicklung in der Zukunft in Bezug auf tiefgreifende Umwandlungen ein noch schnelleres Tempo haben wird, als nach dem zweiten Weltkrieg. Vgl. auch E. Chomiak, Die grundlegende Veränderung von Umständen im Völkerrecht, in: Panstvo i Prawo, Nr. 1, 1972, S. 90 (polnisch). Er begründet diese Ansicht mit dem Hinweis auf die rasche und gewaltige Veränderung der Umstände in der Gegenwart.

150. Als Beispiel aus der älteren Völkerrechtslehre seien genannt: D. Anzilotti, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, S. 470 ; F. Liszt, Das Völkerrecht systematisch dargestellt, Berlin 1898, S. 118. Aus der neueren Völkerrechtslehre seien erwähnt: G. Dahm, der die vorzeitige Lösung vom Vertrag in erster Linie für langfristige bzw. unbefristete Verträge bejaht: Völkerrecht, Bd. 3, Stuttgart 1961, S. 151; P. Reuter, Droit intenational Public, Paris 1958, p. 82; W. Wengler, Völkerrecht, Bd. I, Berlin, et alt. 1964, S. 375; E. Langen, Internationale Zahlungsabkommen, Tübingen 1958, p. 86.

Es wäre jedoch falsch, von diesen Beispielen ausgehend zu verallgemeinern, denn es gibt ebenfalls Juristen, die auch Verträge von begrenzter Dauer der „C. r. s. s.“ unterordnen möchten. So brachte Amado 1963 in der ILC seine Freude darüber zum Ausdruck, dass die Mehrheit der ILC diese Meinung vertrat. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 142. Vgl. auch I. Seidl-Hohenveldern, der meint: „Insbesondere schließt eine   B e f r i s t u n g   von Verträgen die Berufung auf die clausula nicht aus.“: Völkerrecht, 2. Ed., Köln, Berlin, et alt. 1969, S. 79.

151. A/CONF./39/27. „Eine grundlegende Veränderung der Umstände kann nicht als Grund für die Beendigung oder den Austritt aus ihm geltend gemacht werden, a) wenn der Vertrag eine Grenze festlegt“). Eine ähnliche Bestimmung enthält auch die VTK2.

Die Unantastbarkeit der Grenzverträge wird außerdem in der „Vienna Convention on succession of States in respect of treaties“ bekräftigt: (UN-Doc.A/F´CONF. 80/31).

152. A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 79.

153.     Vgl. E. Hambro, The Case Law of the International Court 1947 – 1958, Leyden 1966, p.163.

154. Bemerkenswert ist es, die bereits im vergangenen Jahrhundert von dem Völkerrechtler A. Rivier vertretene Auffassung, nach der die „C. r. s. s.“ auf Handels-, Schifffahrts-, Post-, Telegraphenverträge usw., aber nicht auf Grenzverträge angewandt werde. Er bezeichnete die Friedens- und Grenzverträge als Dispositivverträge, die auf „ewige Zeiten“ geschlossen werden : Lehrbuch des Völkerrechts, 2. Ed., Stuttgart 1899, S. 337.

G. Haraszti meint zu diesem Problem, dass der Grenzvertrag in dem Sinne weiter existiert, dass er die Rechtsgrundlage für den Staat darstellt, der die Souveränität auf dem jeweiligen Territorium ausübt. Der Grenzvertrag ist auf Grund der bereits erfolgten Erfüllung aufgehoben. Vgl. Some Fundamental Problems of the Law of Treaties, Budapest 1973, p, 395. H. I. Tobin vertrat bereits in den 30er Jahren diese richtige Ansicht : The Termination of Multipartite Treaties, New York 1933, pp. 50/51. Vgl. ferner P. Terz, Zu der Nichtanwendung der Clausula rebus sic stantibus und der Staatennachfolge auf Grenzverträge, in : Przeglad Stosunków Miedzynarodowych, Nr. 3, 1978, S. 49 ss. (polnisch).

155. A/CONF./39/27 „3. Wenn gemäß den vorangegangenen Paragrafen ein Partner eine grundlegende Veränderung der Umstände als Grund für die Beendigung eines Vertrages oder den Austritt aus ihm geltend machen kann, kann er diesen Grund auch für die Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages geltend machen“).

156. Zu dieser Schlussfolgerung gelangt auch G. Tunkin, der aber die Frage stellt, was der Inhalt der Rechte und Verpflichtungen sei, die sich aus diesem Völkerrechtsgrundsatz  ergeben könnten. In: ILC-Yearbook 1963, Vo. I, p. 145.

157. Der indische Jurist Pal meinte 1963, die „C. r. s. s.“ schiene gleichbedeutend zu sein mit dem Recht verschiedener Staaten, die eine wesentliche Veränderung von Umständen als Grund für die Aufhebung eines Vertrages betrachteten. Aber die „C. r. s. s.“ gäbe einem Staat   n u r   das Recht zu fordern, durch den Vertragspartner von den Pflichten befreit zu werden. Keinen Schritt weiter tun, hieße m. E., die Regel verneinen. In: ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 137.

158. Nach V. Pechota sind die Verhandlungen und die Verständigung zwischen den Vertragsparteien das Hauptmittel der praktischen Anwendung der Regel. Op. cit., S. 21. Grundsätzlich kann dieser Meinung zugestimmt werden. Es darf allerdings nicht vergessen werden, dass nicht selten von vornherein mit einem Scheitern der Verhandlungen zu rechnen ist.

159. Diese Auffassung wird vor allem von russischen Völkerrechtlern vertreten. So von W. Schurschalow, der die einseitige Beendigung des Vertrages bejaht, wenn Verhandlungen nicht möglich sind oder wenn die Gegenpartei Verhandlungen ablehnt : Die Grundlage der Gültigkeit …, op. cit., S. 319; G. Tunkin, in: ILC-Yearbook, Vol. I, p. 145.

160.  Anhänger der Theorie über die automatischen Vertragsbedingungen waren   v or de m   z w e i t e n   W e l t k r i e g   mehrere Juristen. Stellvertretend seien nur einige als Beispiele genannt: F. Williams, The Permanence of Treaties, in: AJIL 1928, p. 91. Nach ihm würde der Vertrag schon durch die Tatsache der grundlegenden Veränderung, d. h. ohne das Zutun der betreffenden Vertragspartei, seine Gültigkeit verlieren; A. Werth-Regendandz, Die Clausula rebus sic stantibus im Völkerrecht, insbesondere in ihrer Anwendung auf den Young-Plan, Göttingen 1931, S. 101.

Nach dem Zweiten Weltkrieg wurde die automatische Vertragsbeendigung von vielen Völkerrechtlern abgelehnt. So z. B. W. Schaumann, in: Wörterbuch des Völkerrechts, von Strupp-Schlochauer, Berlin, 1960, S. 310.

161. In erster Linie von diesem Aspekt ließen sich die Juristen Finnlands und Kanadas leiten, als sie für die Aufnahme der Aussetzung der Vertragswirksamkeit in den Art. 62, Ziffer 3, plädierten. Der kanadische Jurist Wershof, operierte ferner mit dem Argument, dass die Möglichkeit einer Aussetzung nur ausgeschlossen würde, dass eine grundlegende Veränderung mit einer unwiderruflichen, ständigen und unveränderlichen Veränderung identisch sei. Er verneinte natürlich eine solche Identität (A/Conf. 39/11, p. 366). Noch bis 1966 war jedoch die ILC anderer Meinung. Ausgehend vom Fehlen einer obligatorischen Gerichtsbarkeit bei der Anwendung der RgVU wurden die Vertragsbeendigung oder der Austritt aus dem Vertrag als Folgen vorgesehen. Die Aussetzung wurde abgelehnt. In : ILC-Yearbook 1966, Vol. II, p. 260.

162. Vgl. O. Lissitzyn, Treaties and changed circumstances (rebus sic. Stantibus), in : AJIL, Nr. 4, 1967, p. 910. P. 175/176.

163. Zum Verhältnis zwischen der Vertragstreue und der Norm sowie zu weiteren Aspekten, vgl. ausführlich P. Terz: Zur Bedeutung der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände in den internationalen Vertragsbeziehungen und zu ihrem Verhältnis zum Prinzip Pacta sunt servanda, Habilitation, Leipzig 1975; id., Zu der Abgrenzung der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände von einigen speziellen Bestimmungen der Wiener Vertragsrechtskonvention von 1969, in: Jogtudományi Közlöny, Nr. 3, 1977, S. 162 – 168 (ungarisch), id., Wesen und mögliche Auswirkungen von grundlegenden Veränderungen der Umstände auf die Gültigkeit zwischenstaatlicher Verträge, in : Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Opole 2/1978., S. 121 – 128 (polnisch).

164. Der Ausgleichscharakter des Verhältnisses zwischen der Regel und dem Prinzip der Vertragstreue wird, wenn auch indirekt, auch von M. Bartos bejaht. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 253.

165. Vgl. ählich auch : G. Haraszti, Treaties and the fundamental change of circumstances, in: RdC 146 (III) 1975, treaties, Leiden 1974, p. 128; M. Draghici, Principiul respectarii cu bunacredinta a obligatiilor international (Pacta sunt servanda), in: D. Popescu/A. Nastase. Ed. Sistemul principiilor dreptului international, Bucuresti 1986, p. 164.

166. Vgl. ähnlich auch G. Haraszti, ibid., p. 60, P. I. Rusu, The fundamental change of circumstances in the modern law of treaties, in : Revue Roumaine d´Etudes Internationales, Nr. 3, 1982, p. 183, und F. Przetacznik, The Clausula rebus sic stantibus, in: Revue de Droit International des Sciences Diplomatiques et Politiques, Nr. 2, 1978, pp. 118/119.

167. So sieht z. B. K. Gentzcke in der „C. r. s. s.“ das Gegenstück zur Pacta sunt servanda: Ausweich- und Katastrophenklauseln im internationalen Wirtschaftsrecht, Göttingen 1959, S. 172. Vgl. ferner E. Bogaert, Le sens de la clause „rebus sic stantibus“ dans le droit du gens, in: RGDIP, Nr. 1, 1966, p. 49, der den Widerspruch zwischen den beiden Prinzipien nur im Hinblick auf ihre Funktion sieht. Mindestens eigenartig ist die Meinung von Yankow. Nach Y. ist die Regel, dass Verträge für die Parteien bindend sind und von ihnen in gutem Glauben erfüllt werden müssen, eine Sicherheit gegen jegliche ungerechtfertigte Zuflucht zur „C. r. s. s.“, In : A/Conf. 39/5 (Vol. I) 1968, p. 174.

168. V. Pechota, Die Beendigung der Gültigkeit …, op. cit., p. 16.

169. W. Schurschalow bezeichnet daher bemerkenswerterweise die „C. r. s. s.“ als eine „vom Leben diktierte Ausnahme“. Vgl. Die Grundlage der Wirksamkeit, op.cit., S. 126.

 

 

 

Pactum de negotiando, Pactum de contrahendo, Vorvertrag, Zielstellungen, Punktationen, Absichtserklärungen (in Deutsch)

(Hierbei handelt es sich um die deutsche Fassung, die in ungarischer Übersetzung veröffentlicht worden ist und ebenfalls in diesem  Blog  wieder veröffentlicht wurde  :

Terz, Panos A Pactum de negotiando és Pactum de contrahendo lényege és jelentősége a nemzetközi jogban/JogtudomanyiKozlony_1982. , JOGTUDOMÁNYI KÖZLÖNY, 1982/XXXVII/4,  320-325, Zeitschrift des Ausschusses für Staats- und Rechtswissenschaften der Ungarischen Akademie für Wissenschaften )

Der Beitrag des Pactum de negotiando und des Pactum de contrahendo sowie von Absichtserklärungen zur dynamischen Stabilität

Zunächst ist zu unterstreichen, dass der altertümlich klingende Begriff “Pactum” eine Vereinbarung,ein Übereinkommen oder Vertrag bedeutet. 1 Bereits Thomas von Aquin operierte in seiner “Summa Theologia” (11.11.78.2c) mit diesem Terminus, wobei er zwischen dem Pactumexpressum und dem Pactum tactitum, also zwischen dem ausgedrückten und dem stillschweigenden Übereinkommen oder Bündnis unterschied. 2 Die Erkenntnis, dass Pactum eine Vereinbarung bedeutet, ist festzuhalten, da sie für die Bestimmung des Wesens und Charakters des Pactum de negotando (folgend: Pdn) vo ausschlaggebender Bedeutung ist.

Das eigentliche Wesen des Pdn besteht in der Verpflichtung der Partner, fair, ernsthaft und in gutem Glauben Verhandlungen zu führen. 3 Ob jedoch die Verhandlungen zu einer Einigung führen oder vielleicht nicht, ist eine andere Frage. Deshalb kann jener Auffassung nicht gefolgt werden, nach der die Verpflichtung zum Verhandeln auch das Erzielen einer Einigung zwischen den Partnern impliziert. 4 Eine Verpflichtung, Verhandlungen aufzunehmen und eine Einigung zu erreichen, würde  m. E. eher dem Wesen des Pdc entsprechen.

Das Pdn ist als ein Pactum im oben verstandenen Sinne ein völkerrechtlicher Vertrag 5 , aus dem sich Verpflichtungen völkerrechtlicher Art ergeben. Die zeitlich erste Pflicht der Partner ist nach Treu und Glaube zu verhandeln. 6 Eine weitere Verpflichtung bezieht sich darauf, dass die Partner “das Gebot eines verhandlungsfreundlichen Mindestverhaltens durch positives Handeln” 7 zu beachten haben. Das bedeutet konkret, dass sie während der Verhandlungen alles zu unterlassen haben, was diese erschweren könnte 8 und sich außerdem gegenseitig entsprechend informieren. Dabei setzt die Erfüllung dieser Pflichten die Bereitschaft voraus, früher eingenommene Standpunkte aufzugeben und der anderen Seite ein Stück entgegenzukommen, um schließlich “eine beiderseits befriedigende Kompromisslösung” zu finden, wie es im Punkt 62 des Urteils des Schiedsgerichtshofes vom 26. Januar 1972 zu dem im Geiste der Identitätsthese der BRD geschlossenen “Abkommen über deutsche Auslandsschulden vom 27. Februar 1953 betreffend griechische Entschädigungsforderungen gegen die Bundesrepublik Deutschland wegen Neutralitätsverletzung im ersten Weltkrieg” heißt. 9

Kommt es trotz gewissenhafter Verhandlungen zu keinem Ergebnis, so kann dennoch angenommen werden, dass die Verhandlungspflicht erfüllt worden ist. 10 So betrachtet, stellt das Pdn weder einen Vorvertrag 11 noch einen Rahmenvertrag dar, denn der Vorvertrag hat einen vorläufigen Charakter und wird durch weitergebende Präzisierungen seiner Bestimmungen konkreter und endgültig, was natürlich Revisionen nicht ausschließt. Der Rahmenvertrag erlangt erst mit dem Abschluss ihn ausfüllender Abmachungen praktische Wirksamkeit.

Aus den Dokumenten, in denen das Pdn seinen Niederschlag gefunden hat, lassen sich unter Zugrundelegung formaler Kriterien einige Arten dieses Instruments voneinanden unterscheiden. Wird als Unterscheidung die Art und Weise der Pflichtrealisierung in Betracht gezogen, so geht es erstens hauptsächlich um Pdn, in denen die Partner sich verpflichten, überhaupt Verhandlungen aufzunehmen und durchzuführen. So heißt es im Art. VI des “Vertrages über die Nichtweitergabe von Kernwaffen” vom 1. Juli 1968″: “Jeder Vertragspartner verpflichtet sich, im Geiste des guten Willens Verhandlungen über wirksame Maßnahmen zur Einstellung des nuklearen Wettrüstens in nächster Zukunft, zur nuklearen Abrüstung sowie über einen Vertrag zur allgemeinen und vollständigen Abrüstung unter strenger und wirksamer internationaler Kontrolle zu führen”. 12 Zweitens beinhaltet das Pdn die Pflicht, auf bestimmten Gebieten aufgenommene Verhandlungen meistens im Sinne der dynamischen Stabilität auf einer qualitativ höheren Ebene fortzusetzen. Eine derartige Pflicht wurde vor allem in multilateralen und bilateralen Verträgen zu Fragen der internationalen Sicherheit und der Rüstungsbegrenzung festgelegt. Gemäß Art. V des “Vertrages über das Verbot der Stationierung von Kernwaffen und anderen Massenvernichtungswaffen auf dem Meeresgrund und Ozeanboden und in deren Untergrund” vom 11. Februar 1971 verpflichten sich z. B. die Vertragsteilnehmer, "im Geiste des guten Willens die Verhandlungen über weitere Maßnahmen auf dem Gebiet der Abrüstung zur Verhinderung eines Wettrüstens auf dem Meeresgrund, dem Ozeanboden und in deren Untergrund fortzusetzen. 13

Die Verpflichtung, die Verhandlungen fortzusetzen, verleiht dem Verhandlungsprozess das Element der Kontinuität, wodurch dieser sich durch eine Dynamik auszeichnet.

Konsultationspflicht

Eine weitere Art des Pdn, möglicherweise verglichen mit den Verhandlungen der oben behandelten Art eine spezifische Form desselben, ist die in Verträgen vereinbarte Konsultationspflicht. So verpflichten sich z. B. gemäß Art. V der  “Konvention über das Verbot der Entwicklung, Herstellung und Lagerung von bakteriologischen (biologischen) und Toxin-Waffen und über ihre Vernichtung" vom 10. April 1972 die Teilnehmerstaaten”, bei der Lösung jener Probleme, die in Bezug auf das Ziel oder bei der Anwendung der Bestimmungen der vorliegenden Konvention auftreten können, einander zu konsultieren und zusammenzuarbeiten”. 14

In der diplomatischen Praxis kommt der umgekehrte Fall ebenfalls vor. So wurde im “Abschlusskommuniqué über die Konsultationen zur Vorbereitung der Verhandlungen über die gegenseitige Verminderung der Streitkräfte und Rüstungen und damit zusammenhängende Maßnahmen in Mitteleuropa” am 28. Juni 1963 in Wien folgendes vereinbart (Punkt 2) : “Im Verlauf dieser Konsultation wurde beschlossen, Verhandlungen über die gegenseitige Verminderung von Streitkräften und Rüstungen und damit zusammenhängende Maßnahmen in Mitteleuropa zu führen. 15

Aus der Staatenpraxis wird ersichtlich, dass im Verlaufe der 70er Jahre die Pdn zu Fragen des Rüstungsstopps und der Abrüstung überwiegen. Dies gilt für multilaterale sowie für bilaterale Verträge. Fast jede Abmachung von Bedeutung auf diesem Gebiet enthält ein Pdn. Wenn diesbezüglich Beispiele genannt werden, so darf dies keinesfalls zu einer Überbewertung des Pdn führen, weil es sich bei der Abrüstungsproblematik um eine überaus wichtige Materie handelt, die mit den Grundprinzipien des Völkerrechts und mit wichtigen internationalen Konventionen und bilateralen Verträgen in Verbindung steht. Genannt seien beispielsweise Art. XI des “Vertrages zwischen der damaligen Sowjetunion und den USA über die Einschränkung der Raketenabwehrsysteme” vom 26. Mai 1972 16 und der bereits behandelte Art. VI des “Vertrages über die Nichtweitergabe von Kernwaffen” vom 1. Juli 1968.

Aus diesen Dokumenten kann man die Schlussfolgerung ableiten, dass durch die Vereinbarung des Pdn die betreffenden Staaten, sicher ausgehend von ihren sicherheitspolitischen Interessen, an Verhandlungen beziehungsweise an weiteren Verhandlungen ernsthaft interessiert sind. Und gerade dies wird öffentlich bekannt gemacht. Daher kann M. Virally nicht zugestimmt werden, wenn er das Vereinbaren eines Pdn damit begründet, dass bei politisch wichtigen Verträgen die Partner eine Unterrichtung der Öffentlichkeit vermeiden wollen. 17 Auch bei der friedlichen Streitbeilegung, wo selbstverständlich das entsprechende Grundprinzip die ausschlaggebende Bedeutung besitzt, nimmt das Pdc an Bedeutung zu. Davon zeugt dieTatsache, dass dieses in mehreren Verträgen vereinbart wurde. Als Beispiel sei die Vereinbarung über die "Grundlagen der Beziehungen zwischen der damaligen Sowjetunion und den USA” vom 29. Mai 1972 erwähnt, in der es heißt : “Sie werden in ihren Beziehungen zueinander stets Zurückhaltung üben und bereit sein, zu verhandeln und Meinungsverschiedenheiten mit friedlichen Mittel zu regeln”.18

Hierbei taucht jedoch das Problem auf, ob es sich tatsächlich um ein Pdn handelt, da die Formulierung “sie werden…” ziemlich allgemein gehalten ist. Es steht einerseits außer Zweifel, dass dies kein Pdn der Art wie in den oben genannten Beispielen zu Fragen des Rüstungsstopps ist. 19 Andererseits besteht jedoch keine Veranlassung, derartigen Fällen jegliche rechtliche Relevanz abzusprechen und sie etwa in ihrer Bedeutung herunterzuspielen. Man könnte unter Umständen derartige Fälle als ein “schwaches” Pdn nennen, das sich auf alle Fälle von bloßen Absichtserklärungen 20 ,Programmsätzen und Wünschen unterscheidet, weil bei den letzeren in der Regel bei den Partnern die Bereitschaft fehlt, sich rechtlich zu binden. Daher liegt kein Pdn vor, wenn im gemeinsamen sowjetisch-amerikanischen Kommuniqué vom 30. Mai 1972 beide Staaten ihre Absicht äußern, “die aktiven Verhandlungen über die Begrenzung der strategischen Offensivwaffen fortzusetzen und sie im Geiste des guten Willens … zu führen”. 21

Die erzielten Untersuchungsergebnisse lassen folgende allgemeine Definitionen des Pdn als begründet erscheinen: Pdn ist die vertraglich vereinbarte Rechtspflicht der Staaten, über die sie interessierenden Fragen Verhandlungen bzw. Konsultationen aufzunehmen und zu führen oder bereits aufgenommene Verhandlungen bzw. Konsultationen fortzusetzen. Hiermit erstreckt sich das Pdn nicht auf die Pflicht, eine Vereinbarung zu treffen. die ist eher Aufgabe des Pactum de contrahendo.

Pactum de contrahendo (folgend : Pdc)

Das Wesen des Pdc besteht in der rechtlichen Verpflichtung der Partner, über einen Gegenstand einen Vertrag abzuschließen. Diese Auffassung wurde bereits Ende des 19. Jh. von A. Rivier vertreten : “… ein pactum de contrahendo bedeutet eine Verpflichtung, wonach die Parteien oder eine von ihnen sich verpflichten, einen Vertrag abzuschließen”.22 Diese Auffassung scheint auch in der Gegenwart vorherrschend zu sein. So wird das Pdc in dem “Dictionnaire de la Terminologie du Droit International” wie folgt definiert : Übereinkunft, die die Verpflichtung enthält, einen Vertrag über einen gegebenen Gegenstand abzuschließen, eventuell unter bestimmten Modalitäten”. 23 Dabei ist es eine Selbstverständlichkeit, dass dem Vertragsabschluss die Verhandlungsführung vorausgeht. Das entscheidende Element ist jedoch der Vertragsabschluss. Deshalb ist es überflüssig, auf die Aufnahme von Verhandlungen extra aufmerksam zu machen.

Eine konkrete Verpflichtung, Verträge abzuschließen, kann allgemein aus dem Völkerrecht, zum Beispiel aus dem Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit (Art. 1, Ziff.3, Art. 55 und 56 der UN-Charta und entsprechende Bestimmungen der UN- Prinzipiendeklaration von 1970) nicht abgeleitet werden. Erwähnenswert ist insbesondere Art. 1, Ziff. 3 der UN-Charta, in dem die friedliche internationale Zusammenarbeit sich im Wesentlichen auf die Lösung internationaler Probleme wirtschaftlicher, sozialer, kultureller oder humanitärer Art bezieht. Es ist im Prinzip nicht daran zu zweifeln, dass die Zusammenarbeit zwischen souveränen Staaten hauptsächlich auf vertraglicher Grundlage erfolgt.

Hieran ist eine hochinteressante Spezifik diese Prinzips hervorzuheben : Die Staaten sind völkerrechtlich verpflichtet, friedlich zusammenzuarbeiten, aber um dieser Verpflichtung nachzukommen, müssen sie sich des völkerrechtlichen Vertrages bedienen. Das soll allerdings nicht heißen, dass sie durch das genannte Prinzip rechtlich verpflichtet wären, über jede Materie, so wichtig sie auch sein mag, und mit jedem Staat Verträge abzuschließen. Das Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit sagt also nicht aus, wann, mit wem und worüber ein Staat Verträge abzuschließen hat.

Infolgedessen ist die konkrete Verwirklichung diese Prinzips jedem souveränen Staat überlassen. Ein Staat kann sich, wenn er es will, direkt durch Vereinbarungen oder indirekt verpflichten, über bestimmte Materien mit anderen Staaten zu kontrahieren. Gerade das ist für das Vorliegen eines Pdc entscheidend. Ein Pdc ergibt sich also nur aus konkreten Vertägen. 24

Eine Vergleichsanalyse infrage kommender internationaler Dokumente führt zur Schlussfolgerung, dass es im allgemeinen folgende Hauptarten des Pdc gibt: Erstens als eine in einem formgebundenen oder weniger formgebundenen völkerrechtlichen Vertrag fixierte Pflicht, über die die Staaten interessierende Fragen Verträge abzuschließen. So sind in der gemeinsamen amerikanisch-panamesischen Erklärung über die Grundsätze eines von beiden Staaten abzuschließenden neuen Panamakanal-Vertrages vom 7. Februar 1974 Bestimmungen enthalten, aus denen eindeutig hervorgeht, dass es sich um ein Pdc handelt und zwar von besonderer Art : Die gesamte Erklärung stellt eigentlich ein Pdc dar, denn es wurde vereinbart – das war der Sinn der gemeinsamen Erklärung – , den seit 1903 zwischen ihnen bestehenden Vertrag über die Panama-Kanalzone durch einen neuen Vertrag zu ersetzen :  “Auf folgende Prinzipien haben wir uns im Namen unserer jeweiligen Regierungen geeinigt : 1. Der Vertrag aus dem Jahre 1903 und seine Zusatzartikel werden durch den Abschluss eines vollkommen neuen Vertrages über den Kanal zwischen den beiden Meeren ersetzt”. 25

Zum Teil ähnlich gelagert ist jener Fall der gemeinsamen Deklaration vom 6. Juni 1950 zwischen der Delegation der Provisorischen Regierung der DDR und der Regierung der Republik Polen. In diesem Dokument wurde vereinbart, die Friedens- und Freundschaftsgrenze an der Oder und der Lausitzer Neiße zu markieren.

In Durchführung dieser Vereinbarung wurde beschlossen, innerhalb einer Monatsfrist die Markierung der festgelegten und bestehenden Grenze sowie andere Grenzfragen durch ein Abkommen zu regeln. 26 In einer zweiten Art des Pdc liegt weder eine eindeutige Verpflichtung noch eine Vereinbarung vor. Die Partner beschränken sich darauf zu unterstreichen, dass sie Verträge abschließen “werden”.

In der Staatspraxis sind relativ viele Beispiele dieser Art zu registrieren. Im “Freundschafts-, Handels- und Schifffahrtsvertrag zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Italienischen Republik vom 21. November 1957″ verpflichten sich beide Seiten, “Maßnahmen einzuleiten, um die geographischen Ursprungsbezeichnungen gegen den unlauteren Wettbewerb im Handelsverkehr wirksam zu schützen”. Es wird ferner in derselben Bestimmung (Art. 19, Punkt4) festgelegt : “Die Vertragsstaaten werden außerdem über diese Angelegenheiten ein Abkommen schließen”.27 Aus dem Kontext ist ersichtlich, dass die Partner sich rechtlich verpflichtet fühlen, ein neues Abkommen abzuschließen.

Zielstellungen

Davon sind die Fälle zu unterscheiden, bei denen es – das ergibt sich ebenfalls aus dem Kontext – um allgemeine Zielstellungen geht, denen der juristische Charakter fehlt. Eine derartige Zielstellung ist in der “Gemeinsamen Erklärung über die vereinbarten Prinzipien für Abrüstungsverhandlungen” als “Anhang” zum “Gemeinsamen Bericht der UdSSR und der USA an die UN-Vollversammlung über die Ergebnisse ihrer bilateralen Abrüstungsgespräche (Sorin-McCloy- Abkommen) vom 20. September 1961″ enthalten :  Die Staaten, die an den Verhandlungen teilnehmen, müssen so schnell wie möglich zur Erzielung und Durchführung einer umfassenderen Übereinstimmung gelangen”. 28

“Punctationen”

Solche gemeinsamen Erklärungen und Zielstellungen können unseres Erachtens als

“Punktationen” qualifiziert werden. Dabei ist aber zugleich zu beachten, dass es über sie unterschiedliche Aussagen gemacht werden. Während zum Beispiel bei L. Oppenheim unter

“punctationes” bloße Verhandlungen über die Gegenstände eines künftigen Vertrages “mere negotiations on the items of a future treaty”) verstanden werden, 29 begnügen sich andere damit, dass es lediglich um Erklärungen über den Inhalt eines in Aussicht genommenen Vertrages geht. 30 Zwischen den beiden Ansichten besteht dennoch eine Gemeinsamkeit : Die “punctationes” besitzen für die betreffenden Staaten keine rechtliche Verbindlichkeit.

Ausschlaggebend dürfte dabei nicht so sehr die Formulierung (“sie verpflichten sich

abzuschließen”, “sie werden abschließen”, “will” oder “shall conclude”), sondern die Feststellung des tatsächlichen Willens der Staaten sein, ob sie sich rechtlich binden wollen oder vielleicht nicht.

Was den Bezugsgegenstand eines Pdc anbelangt, kann festgestellt werden, dass die meisten sich auf Verwaltungsabkommen beziehen. Aber seit dem Beginn der 70er Jahre zeichnet sich allmählich eine andere Tendenz ab und zwar eine Orientierung auf Wirtschafts- und Wissenschaftsabkommen sowie teilweise auf Abkommen über den Rüstungsstopp bzw. die Abrüstung. Die Entwicklung in den zwischenstaatlichen Beziehungen hat inzwischen als ein objektiv bedingter Prozess dazu geführt, dass mitunter, man könnte sagen, eine “negative” Art des Pdc entstanden ist. Ihr Wesen ist, sich vertraglich zu verpflichten, auf bestimmten Gebieten keine Verträge abzuschließen.

In der völkerrechtlichen Fachliteratur werden über das Wesen des Pdc andere Meinungen in dem Sinne ebenfalls vertreten, dass diese auf die Verhandlungspflicht beschränkt wird. Der bekannteste Verfechter dieser Meinung ist  A. Miaja de la Muela, nach dem das Pdc in den internationalen Beziehungen die einfache Rechtswirkung erzeugt, in gutem Glauben zu verhandeln, ohne dabei die Konsequenzen auf die Verpflichtung zum Abschluss eines Vertrages auszudehnen : … das pactum de contrahendo in den internationalen Beziehungen erzeugt die einfache Rechtswirkung, in gutem Glauben zu verhandeln, ohne dass die Konsequenzen auf die Verpflichtungen zum Vertragsabschluss ausgedehnt werden können. 31 Nach ihm würde das Völkerrecht über diese Schlussfolgerung nicht hinausgehen.

Im Hinblick auf dieses Problem empfiehlt es sich, die vom Schiedsgerichtshof in seinem bereits erwähnten Urteil vom 26. Januar 1972 zum Abkommen der deutschen Auslandsschulden vom 27. Februar 1953 gegebene Orientierung zu berücksichtigen. Punkt 62 des Urteils bezieht sich auf Verhandlungen über Forderungen aus Sprüchen des westdeutsch-griechischen Schiedsgerichts. Darin wird zum Art. 19 des Abkommens klargestellt : Artikel 19 muss als ein pactum de negotiando verstanden werden. Die Übereinstimmung, zu der die Parteien im vorliegenden Fall gelangt sind, ist kein pactum de contrahendo, wie wir es verstehen. Diese Bezeichnung sollte jenen Fällen vorbehalten bleiben, in denen die Parteien schon eine rechtlich bindende Verpflichtung eingegangen sind,eine Vereinbarung abzuschließen. 32 Das Schiedsgericht ging dabei von der Verpflichtung der Parteien aus, über den Streit erneut zu verhandeln.

Der Standpunkt des Schiedsgerichts ähnelt in vielem jenem von McNair, der es ablehnt, das Pdc als Terminus auf den Fall von Verhandlungen anzuwenden. Er betont mit Nachdruck :  “Die Anwendung der Bezeichnung pactum de contrahendo dafür kann irreführend sein und sollte vermieden werden”. 33

Wenn nur das Pdc die Staaten rechtlich zu verpflichten vermag, dann kann man annehmen, dass es sich bei ihm um einen völkerrechtlichen Vertrag, 34 wenn auch von besonderer Art, 35 handelt. Daher kann die von D. F. Myers geäußerte Ansicht nicht akzeptiert werden, das Pdc stelle lediglich ein politisches Versprechen ohne Vertragsqualität dar. 36 A. P. Sereni kann ebenfalls nicht gefolgt werden, wenn er die Wirksamkeit eines Pdc ganz pauschal in Zweifel stellt : “Die Wirksamkeit eines Vertrages, durch den sich die Partner verpflichten, in der Zukunft übereinzukommen (agreement to agree), ist zweifelhaft”. 37

Das Pdc ist als ein völkerrechtlicher Vertrag anzusehen, der jedoch von den üblichen Verträgen insofern abweicht, da er im Grunde den Partnern nur bestimmte Verhaltenspflichten auferlegt, um das Zustandekommen des eigentlichen Vertrages nicht zu verhindern. So betrachtet, ist letzerer ein Endvertrag, der Rechte und Pflichten eindeutig materieller Art enthält. Dennoch kann Art. 18 der VTK1 von 1969 mit gewissen Einschränkungen auf das Pdc angewandt werden.

Das Pdc steht als Vertrag zum eigentlichen, zum “Endvertrag” in einem zwiespältigen Verhältnis. Einerseits ist er, wenn auch nicht im materiellen Sinne, ein selbständiger Vertrag, der gemäß pacta servanda sunt einzuhalten ist. Andererseits bereitet er aber den Boden für den Abschluss des eigentlichen Vertrages vor, wobei zwischen den Inhalten beider Verträge Sachzusammenhänge bestehen. Nur in diesem Sinne kann das Pdc als eine Art Vorvertragbetrachtet werden.

Vorvertrag

Löst man ihn aber von diesem Zusammenhang heraus, dann ist er ein durchaus selbständiger Vertrag. In der völkerrechtlichen Fachliteratur wird das Pdc undifferenziert vorwiegend als Vorvertrag 38 oder fast als solcher 39 angesehen. Es steht auf alle Fälle fest, dass das Pdc fürwahr eine “Mittelfigur zwischen den unverbindlichen Verhandlungen einerseits und dem Hauptvertrag andererswseits” 40 ist. Das Pdc ist des weiteren von völkerrechtlichen Rahmenverträgen abzugrenzen, die allgemein oder auch konkret einen Teil des Vertragsinhalts bereits vorwegnehmen. 41

Zusammenfassend kann das Pdc definiert werden als die vertraglich vereinbarte rechtliche Pflicht der Staaten, über die sie interessierenden Fragen einen völkerrechtlichen Vertrag abzuschließen.

Das Pdn und das Pdc vermögen, dem internationalen Vertragsprozess Dynamik und Stabilität auf höherer Ebene zu verleihen. Beziehen sie sich auf die Materie des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit, des Rüstungsstopps und der Abrüstung, dann steht ihr Beitrag zur Schaffung stabiler friedlicher Beziehungen außer Zweifel.

Absichtserklärungen

Eine ähnliche Funktion, wenn auch qualitativ auf niedrigerer Ebene, erfüllen auch die eigentlich erst in den 70er Jahren üblich gewordenen Absichtserklärungen. Aus der Fülle der Beispiele seien nur einige genannt. So bekunden die damalige Sowjetunion und die USA in der “Präambel des Vertrages über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26. Mai

1972″ ihre Absicht, “baldmöglichst eine Beendigung des nuklearen Wettrüstens zu erreichen und effektive Maßnahmen zur Reduzierung der strategischen Rüstung, zur nuklearen sowie zur allgemeinen und vollständigen Abrüstung einzuleiten”. 42  Diese Absicht wurde glücklicherweise für den Weltfrieden realisiert.

Es ist in der Geschichte der internationalen Vertragsbeziehungen beispielgebend, dass in dem SALT-II- Vertrag vom 18. Juni 1979 ebenfalls in der Präambel eine etwas konkretere Absichtserklärung derart verankert ist, dass der Faden der Kontinuität in den gemeinsamen Bemühungen der UdSSR und der USA, den Abrüstungsprozess zu forcieren, nicht abreißt. Die Absichtserklärung lautet : “… ihre Absicht bekundend, in nächster Zeit Verhandlungen über die weitere Begrenzung und Reduzierung der strategischen Offensivwaffen aufzunehmen …”

Diese gewichtige Absicht konnte erst acht Jahre später durch den Vertrag über die Liquidierung der Raketen mittlerer und kürzerer Reichweite vom 8. Dezember 1987 realisiert werden. Somit ist in der Praxis der Beweis für die zunehmende Bedeutung von politischen Absichtserklärungen geliefert worden.

In einem anderen Falle konnten Absichtserklärungen sogar eine wesentliche Qualitätssteigerung erreichen. Hierbei handelt es sich um die Absichtserklärungen des dritten Textteils der KSZE-Schlussakte von 1975, welchen im abschließenden Dokument des Wiener Treffens, des dritten KSZE-Folgetreffens, vom Januar1989 hohe politische Verbindlichkeit verliehen worden ist. So sind die Absichtserklärungen in der Lage versetzt worden, dem Entspannungsprozess ein hohes Maß an dynamischer Stabilität und Mobilität zu verleihen.

Anmerkungen
1. Vgl. H. Klotz, Handwörterbuch der lateinischen Sprache, Zweiter Band, Braunschweig 1857, S. 647.
2. Vgl. nach: Thomas-Lexikon, Sammlung, Übersetzung und Erklärung der in sämtlichen Werken des Thomas von Aquin vorkommenden Kunstausdrücke und wissenschaftlichen Aussprüche, herausgegeben von L. Schütz, Zweite Auflage,Paderborn 1859, S. 559.

Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Wesen und Bedeutung des pactum de negotiando und des pactum de contrahendo im Völkerrecht, in : Jogtumányi Közlöny, Nr. 4 1982, S. 320 – 325 (ungarisch).

3. Mit dieser Auffassung befinde ich mich mit vielen Völkerrechtlern in Übereinstimmung: M. Bennouna, Défi du développement et voluntarisme normatif, in : M. Flory, A. Mahiou/J.-R. Henry (Ed.), La formation des normes en droit international du développement, Paris et Alger 1984, p. 117; R. M. Besteliu, Prinzip der internationalen Zusammenarbeit, in : D. Popescu/A. Nastase (Ed.), System der Prinzipien des Völkerrechts, Bucuresti 1976, p. 81 (rumänisch). G. Dahm, Völkerrecht, Band II, Stuttgart 1961, S. 67; I. Seidl-Hohenveldern, Völkerrecht, Köln et alt 1974, S. 62; I. v. Münch, Völkerrecht in programmierter Form, Berlin 1971, S. 232; E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, München 1979, S. 76.

4. Diese Meinung wird vertreten vor allem von A. Verdross und B. Simma, Iniverselles Völkerecht, Theorie und Praxis, Berlin 1976, S. 275 und H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als völkerrechtliche Entscheidungsnorm, in: Außenwirtschaftsdienst des Betriebsberaters, Nr. 10, 1972, S. 491, 492.

5. Vgl. hierzu auch I. Lukaschuk, über Verpflichtungen aus einem Abkommen über

Verhandlungen in : SEMP 1962, Moskau 1964, S. 118 (russisch) sowie H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als …, op. cit., S. 493, 494 und E. Menzel/K. Ipsen, op. cit., S. 76.

6. Vgl. ähnlich auch M. Loic, La notion de "pactum de contrahendo&quot ; dans la jurisprudence internationale, in: RGDIP Nr. 2 1974, S. 351 ss.

7. Vgl. H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als …, op. cit., S. 493.

8. Vgl. auch Lukaschuk, über Verpflichtungen aus einem Abkommen über … op. cit.; S.118.

9. Das relativ umfangreiche Urteil ist im “Archiv des Völkerrechts”, 1974/1975, S. 339 abgedruckt.
10. Diesbezüglich vermag ich jener Auffassung nicht zu folgen, wonach die Verhandlungspflicht nur durch Erfüllung, das heißt durch das Erzielen einer Abmachung, erlöschen würde. Diese Auffasung wird von U Beyerlin vertreten : Pactum de contrahendo und pactum de negotiando im Völkerrecht, in: ZaöRVR, Nr. 1- 3 1976, S. 437.
11. E. Kron kann zugestimmt werden, wenn er die Verwendung des Begriffes

“Vorvertrag” für das Pdn als zu Verwirrung führend einschätzt: Pactum de contrahendo im Völkerrecht, Dissertation, Universität Köln, Köln 1971, S. 1.

12. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, Berlin 1978 322.

13. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1973, S. 1199. Eine ähnliche Fortsetzungsverpflichtung enthält auch der Vertrag zwischen der  Sowjetunion und den USA über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26.Mai 1972. In : ibid., S. 1357.

14. Abgedruckt in: Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit., S. 357.

15. In: ibid., S. 385.

16. In dieser Bestimmung verpflichten sich die Partner, “die aktiven Verhandlungen über die Einschränkung der strategischen Offensivwaffen fortzusetzen”. In: ibid., S. 364.

17. Vgl. M. Virally, Le Principe de réciprocité dans ledroit international contemporain, in : Rdc, 122 CIII 1967, p. 35.

18. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1973, S. 1365.

19. Für U. Beyerlin handelt es sich auch in solchen Fällen um Pdn. Vgl. Pactum de contrahendo und pactum de negotiondo …, ibid., S. 47.

20. Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Zu einigen Aspekten von Erklärungen, vor allem Absichtserklärungen und Empfehlungen in den internationalen Beziehungen, in : Przeglad Stosunków Miedzynarodowych, Nr. 3 1979, S. 35 (polnisch).

21. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit. S. 373.

22. A. Rivier, Principes du droit des gens, Paris 1895, Tome 2, p. 70.

23. Dictionnaire de la Terminologie du Deoit International, Paris 1960, p. 435. Weitere Völkerrechtler sind ebenfalls dieser Meinung. Als Beispiele seien genannt: G. Dahm,Völkerrecht, Band III, Stuttgart 1961, S. 66/67; F. A.v der Heydte, Völkerrecht, Ein Lehrguch, Bd. I, Köln 1958; E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, op. cit., S. 76; I. v. Münch, Völkerecht in programmieter Form, op. cit., S. 233; A. Verdross, Die Quellen des universellen Völkerrechts, Eine Einführung, Freiburg 1973, p. 43 sowie A.Verdross und B. Simma, Universelles Völkerrecht, op. cit., S.275.
24. Vgl. ähnlich auch: E. Oeser, Verhandlungen im Völkerrecht, in: B. Graefrath (Ed), Probleme des Völkerrechts, B. Graefrath, Berlin 1985, S. 189 – 218 (hier S.205/206).
25. Zitiert in : Archiv der Gegenwart, Bonn, et alt. vom 28. Februar 1974, S. 18 537.

26. In : Dokumente zur Außenpolitik der DDR, Band I, Berlin 1974, S. 332.

27. Abgedruckt in : Bundesgesetzblatt der BRD, Teil II, Bonn 1959, Nr. 38, S. 958.

Ähnlich geartet ist eine Verpflichtung im “Vertrag zwischen der Bundesrepublik Deutschland, Frankreich und Luxemburg über die Schiffbarmachung der Mosel” vom

27. Oktober 1956. Im Art. 56 heißt es : “Die Regierung der Vertragsstaaten werden durch zwei- oder mehrseitige Übereinkommen die Fragen regeln, die sich aus den durch die bestehenden internationalen Verträge gegebenen besonderen Rechtsverhältnissen des Mosellaufs an der Grenze zwischen … ergeben”. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumentensammlung, hrsg. von F. Berber, Bd. I, München 1967, S.1584.

28. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit., S. 245.

29. Vgl. L. Oppenheim, International Law of Treaties, Vol. I, London alt. 1955, p. 890.

30. Vgl. F. A. v. der Heydte, Völkerrecht, op. cit. S. 72/73 und R. Kron, Pactum de contrahendo im Völkerrecht, op. cit. S. 149.

31. A. Miaja de la Muela, Pacta de contrahendo en derecho International in : Revista Espanola de Derecho International, Nr. 2, 1968, p. 414. Bereits im 19. Jahrhundert sagte übrigens der deutsche Staatsmann Otto von Bismarcküber die möglichen Verhandlungen in Österreich wegen der Zollunion, “dass wir auf Verhandlungen in bestimmter Frist eingehen wollten. Ich hatte gegen ein solches

pactum de contrahendo keine Bedenken … Otto von Bismarck, Gedanken und Erinnerungen, Vollständige Ausgabe der drei Bände, München 1952, S. 275.

32. Abgedruckt in : Archiv des Völkerrechts, op. cit. S. 344.

33. Mc Nair, The Law of Treaties, Oxford 1961, p. 29.

34. Diese Einschätzung scheint vorherrschend zu sein. Vgl. beispielsweise in : Dictionaire de la Terminologie du Droit International, op. cit. p. 437; L. Oppenheim, International Law of Treaties, op. cit. pp. 890/891; E. Menzel, Völkerecht. Ein Studienbuch, München, Berlin 1962, S. 254; A. Verdross, Die Quellen des universellen Völkerrechts, op. cit., S. 43.

35. Vgl. F. A. v. der Heydte, Völkerrecht, op. cit., S. 73, B. Wabnitz, Der Vorvertrag in rechtsgeschichtlicher und rechtsvergleichender Betrachtung, Dissertation, Münster 1962, S. 1.

Λειψία, Πόλη του Πολιτισμού, της Μουσικής (Μπαχ), του Βιβλίου και της Επιστήμης

Λειψία, Πόλη του Πολιτισμού, της Μουσικής, του Βιβλίου και της Επιστήμης
Σπουδές και σταδιοδρομία στη Λειψία

Λειψία, πολύτιμες πληροφορίες
Ζω στην  Λειψία ακριβώς 55 έτη. Εδώ   σπούδασα και  πραγματοποίησα την ανώτερη επιστημονική σταδιοδρομία ( Ιδέ λεπτομέρειες  στο Βιογραφικό μου στα Ελληνικά  στον  Ιστότοπο μου ) .

Το Πανεπιστήμιό μας με ιστορία 600 ετών έβγαλε  πέντε Νομπελίστες  στην φυσική, ιατρική και χημεία.
Ακόμη περίπου 30 κατοπινοί Νομπελίστες σπούδασαν εν μέρει εδώ. Η Γερμανία έχει έως τώρα 86 Νομπελίστες. Το Πανεπιστήμιο ήταν το κέντρο της ατομικής φυσικής έως τα 30χρονα. Εδώ σπούδασαν οι περισσότεροι επιστήμονες κατασκευαστές της ατομικής βόμβας. Επίσης στη Λειψία σπούδασε ατομική φυσική και o “πατέρας”της υδρογονικής βόμβας, ο Ουγγαροαμερικανοεβραίος Τέλερ.

Γενικά το Πανεπιστήμιό της είναι γνωστό σε όλην την Γερμανία για την αυστηρότητά του. Εδώ δεν «χαρίζουν κάστανα». Για να σταδιοδρομίσει  ένας ξένος σε τέτοιο  Πανεπιστήμιο, πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο φορές καλύτερος από τους Γερμανούς.

Εως τις αρχές του 20ου αι. η Λειψία ήταν το διεθνές κέντρο μουσικών σπουδών και ιδαιτέρως της εκπαίδευσης των σπουδαιότερων μουσικοσυνθετών της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό συνεχίζεται εν μέρει και τώρα.

Επίσης στην Λειψία υπήρχαν έως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επί δεκαετίες τα μεγαλύτερα και πιό σύγχρονα τυπογραφεία του κόσμου. Εδώ εκτυπώθηκαν τα πρώτα ελληνικά σχολικά βιβλία. Ακόμη και το Κοράνιο έχει εκτυπωθεί επί πολλά χρόνια για όλες τις ισλαμικές χώρες στην πόλη μας.

Επίσης στην Λειψία εστιάζεται η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας ( περίπου 25 εκατομμύρια βιβλία) που είναι μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Οταν μπήκα σε αυτόν τον ιερό ναό της γνώσης για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη 1960 μέσα και είδα τόσα βιβλία, κόντεψα να τρελλαθώ από την χαρά μου. Στα 70χρονα δεν πρόσεξα και με κλείδωσαν μίαν ολόκληρη νύχτα μέσα. Καλά που ήταν καλοκαίρι. Εκτός αυτού έχει η υπερπλούσια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη μίαν ιστορία ακριβώς 600 ετών. Εν ολίγοις έπεσα κυριολεκτικά σε άφθονο μέλι της αιωνίας γνώσης.

Η Λειψία είναι στην Ευρώπη γνωστή ως πόλη του πολιτισμού, ειδικά της κλασσικής μουσικής , του βιβλίου και της επιστήμης. Οι κάτοικοί της έχουν σε όλην την Γερμανία σε σύγκριση με τους Γερμανούς άλλων πόλεων το υψηλότερο πολιτισμικό και μορφωτικό επιπεδο ( Bildungsbürgertum). Μέσω της περίφημης Δεθνούς Εκθεσης της Λειψίας σε συνδιασμό  εδώ και αιώνες με τις επαφές με άλλους λαούς έχει διαμορφωθεί μία νοοτροπία, η οποία δεν έχει τίποτα το παραδοσιακό γερμανικό. Οι κάτοικοι είναι ανοιχτόκαρδοι, πολύ ευγενικοί και έχουν ζεστό χαρακτήρα.

Η Λειψία είναι πέραν τούτου περίφημη σε όλην την Γερμανία ως πόλη με τις ωραιότερες γυναίκες , ένα γερμανοσλαβικό κράμα , αλλά λόγω της Διεθνούς Εκθεσης εδώ και μερικούς αιώνες της Λειψίας έλαβαν χώραν και άλλα εθνοτικά κράματα. Οταν ύστερα από τις γνωστές αλλαγές ήρθαν Γερμανοί από άλλες περιοχές στην πόλη μας έχουν θαμβωθεί απο τη ομορφιά των
γυναικών. Πολλοί πήραν στα γρήγορα διαζύγιο με τις γυναίκες τους, παντρεύτηκαν εντόπιες και ζούν για πάντα εδώ. Καθημερινή (Μάρτης  2016 )

——————————————————————————–

Sebastian Bach (Βαχ)  , Ορατόριο των Χριστουγέννων

Αυτό το υπέροχο Choral ανήκει στο περίφημο Weihnachtsoratorium (Ορατόριο των Χριστουγέννων ) του Johann Sebastian Bach και παίζεται κάθε χρόνο σε όλους τους προτεσταντικούς ναούς και ιδιαιτέρως στην Thomas-Εκκλησία της Λειψίας (πόλη μου) , στην οποία ο μουσουργός ήταν Cantor (υπεύθυνος για τη μουσική ) προ των Χριστουγέννων.

Αλλά τα σημαντικότερα έργα του είναι η Matthäus
Passion (ισχύει ως το ανώτερο μουσικοδραματικό έργο της παγκόσμιας μουσικής) και η h mol Messe, στην οποία έχει αφιερώσει ο κομμουνιστής Γιάννης Ρίτσος ολόκληρο ποίημα !

H Matthäus Passion είναι πιο σημαντική, πρόκειται για μουσικοδράμα. Για να την απολαύσουν κάθε χρόνο προ του Πάσχα στην Thomas -Kirche έρχονται κάθε χρόνο στην πόλη μας φίλοι της αθάνατης μουσικής του Μπαχ ακόμη και από την Αυστραλία, τον Καναδά και την Αμερική.
Ενας ανεψιός μου επιστήμονας στο Ελίτ Πανεπιστήμιο Stanford, ειδικός για την κλασσική μουσική και ιδιαιτέρως του Händel και του Bach άκουσε την Passion , συγκινήθηκε τόσο πολύ που έκλαψε. Καθημερινή (17.1.16)

 

Υπερδύναμη, Μεγαλοδυνάμεις, Μεσοδυνάμεις, Ισορροπίες Διεθνώς και στη Μεσόγειο, Ισορροπία και Συμφέροντα, Συμμαχίες, Διπλωματία,Ρωσία και Ευρωπαϊκή Ενωση , ΗΠΑ και Κίνα

 

Υπερδύναμη, Μεγαλοδυνάμεις, Μεσοδυνάμεις, Ισορροπίες Διεθνώς και στη Μεσόγειο, Ισορροπία και Συμφέροντα, Συμμαχίες, Διπλωματία,Ρωσία και Ευρωπαϊκή Ενωση

Υπερδύναμη, Μεγαλοδυνάμεις, Μεσοδυνάμεις

Σύμφωνα με την Θεωρία των διεθνών σχέσεων η Κίνα δεν ήταν  στο παρελθόν υπερδύναμη. Τώρα είναι μεγαλοδύναμη και προσπαθεί να εξελιχθεί σε υπερδύναμη.

Η Σοβιετική Ενωση ήταν από στρατιωτική και στρατηγική άποψη υπερδύναμη, ενώ τώρα είναι μεγαλοδύναμη μόνον στον στρατιωτικό τομέα ιδίως λόγω των ατομικών όπλων.

Η μόνη υπερδύναμη του παρόντος είναι οι ΗΠΑ, ενώ η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία είναι μόνον μεσοδυνάμες.

Η ΗΠΑ και η Ιαπωνία αποτελούν στον οικονομικό τομέα υπερδυνάμεις, ενώ η Ρωσία σχεδόν έχει ξεπέσει (εξαγωγή μόνον πρώτων υλών (sic) και οπλικών συστημάτων). Η Ρωσία δεν είναι σε θέση να διακδικήσει τέτοιο ρόλο, γιατί είναι οικονομικά και στις ειρηνικές υψηλές τεχνολογίες αδύναμη.
Εξάγει μόνον πρώτες ύλες (όπως οι τριτοκοσμικές χώρες ) και εξοπλιστικά συστήματα.
Προ μερικών ετών είπε ο Πούτιν είπε δημόσια το εξής λίαν ενδιαφέρον : Εχουμε μόνο 30 % της δυτικής οικονομίας. Πέραν τούτου υστερούμε και στις υψηλές τεχνολογίες.
Ας υπενθυμίσουμε ότι το βιοτικό επίπεδο των Ρώσων είναι σε σύγκριση με το δυτικό πολύ χαμηλό (Καθημερινή, 15.10.17).

Η Γερμανία αποτελεί από οικονομική άποψη στα πλαίσια της ΕΕ μία υπερδύναμη, ενώ η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παίζουν στον οικονομικό τομέα δευτερεύοντα ρόλο.

Εν τω μεταξύ αναδύεται η στο μέλλον τρίτη υπερδύναμη  και δη η Ινδία.

Για τους γερμανομαθείς ιδ.,. στο.Μπλογκ μου
)η δίμερη μελέτη “Gleichgewichtstheorie und Theorie von den Gegengewichten, Eine Völkerrechtssoziologische Abhandlung, Zwei Teile”.

Καθημερινή (18.9.16)

———————————————————–

Αλλαγή του διεθνούς σκηνικού, Ισορροπίες Υπερδυνάμεων

Σύμφωνα με την αμερικανική Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων (Theory of International Relations) έχουν οι ΗΠΑ μόνο ένα γνώμονα σε ό,τι αφορά την προσέγγιση σε διεθνή ζητήματα : το εθνικό συμφέρον (οικονομικό, στρατηγικό, διπλωματικό). Δεν είναι διατεθειμένες να λάβουν υπ όψη, ότι υπάρχουν και άλλα συμφέροντα, όπως π.χ.τα θεμιτά συμφέροντα ή τα συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Οταν υπήρχε η Σοβιετική Ενωση ως η άλλη υπερδύναμη, σημειωνόταν επί τη βάσει της “ισορροπίας του τρόμου” ένας αμοιβαίος σεβασμός των υπαρξιακών συμφερόντων. Υστερα όμως από την κατάρρευση του μεγάλού αντιπάλου δεν κατόρθωσαν οι ΗΠΑ να ανταπεξέλθον υπό την ιδιότητα της μοναδικής υπερδύναμης στα πολλαπλά διεθνή προβλήματα.

Εν τω μεταξύ άλλαξαν στον διεθνή στίβο οι συσχετισμοί των δυνάμεων , γιατί αναδύεται ακόμη μία υπερδύναμη , η Κίνα. Δεν μπορούν πλέον ΟΙ ΗΠΑ να αλωνίζουν στις διεθνείς σχέσεις, όπως θέλουν. Εχουμε λόγω να νομίζουμε, ότι οι ΗΠΑ έχουν αντιληφθεί το μεγάλο κίνδυνο. Γι αυτό θα ασχοληθούν πρωτίστως με την Κίνα. Οι αντιπαραθέσεις θα αρχίσουν με έναν εμπορικό πόλεμο. Ανεξάρτητα από το αν οι ΗΠΑ δεν συμπαθούν ιδιαίτερα την ΕΕ, την οποία αξιολογούν στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις ως μεγάλο ανταγωνιστή, σημειώνονται έντονες ενδείξεις , ότι η Κίνα εκτιμά και υποστηρίζει την ΕΕ.

Επίσης είμαι πεπεισμένος, ότι στα επόμενα έτη θα παίζουν οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ενωση, όχι όμως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία μέσω της οικονομικής ισχύος καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς σχέσεις. Η ΕΕ θα εστιάζεται μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας.
Η θέση της μικροσκοπικής Ελλάδας βρίσκεται μέσα στην ΕΕ. Εξω από αυτήν θα καταποντισθεί.

Καθημερινή (21.1.17)

=================================
Ισορροπία των Δυνάμεων

Θουκυδίδης  :  Αθηναίοι προς  Μιλησίους :”"Ειδότας ότι δίκαια μεν εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν”. (Θουκυδίδου Ιστορία, Βιβλίον Ε, 89).

“Αφού ξέρουμε και ξέρετε πως κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το αποδέχονται”. (Μετφ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος), γνωστό και   „ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του“

Σύμφωνα με την Θεωρία της ισορροπίας

των δυνάμεων ως τμήματος της γενικής Θεωρίας των διεθνών σχέσεων σημειώνονται μεταξύ γειτόνων συνήθως προβλήματα (αντιπαραθέσεις, διενέξεις, ενίοτε και συγκρούσεις), ενώ  οι σχέσεις  με τον γείτονα του γείτονα είναι παραδοσιακά καλές έως άριστες ( π.χ. στην πρώην Ευρώπη οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας ήταν κακές, το ίδιο ο σχέσεις μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας, αλλά οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Πολωνίας ήταν πάντα άριστες.  Το ίδιο ίσχυε και στις σχέσεις μεταξύ  Συρίας-Ιράκ, Ιρακ-Ιραν και  Συρίας-Ιραν.

Συμπέρασμα : Στο μέλλον θα είναι , όπως και τώρα, οι σχέσεις μεταξύ της σε μερικά χρόνια μεγαλοδύναμης (οικονομικά οπωσδήποτε υπερδύναμης)  Ευρωπαϊκής Ενωσης και της  μεγαλοδύναμης (μόνον στρατιωτική ισχή επί τη βάση ατομικών όπλων, οικονομικά σχεδόν τριτοκοσμική) Ρωσίας κακές, ενώ οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της υπερδύναμης Κίνας στηρίζονται σε αμοιβαία δυσπιστία.

Δεν αποκλείεται, στο μέλλον να διαμορφωθούν πολύ καλές σχέσεις  μεταξύ της ΕΕ και της Κίνας.  Ακριβώς αυτή είναι η απώτερη επιδίωξη των περισσότερων ισχυρών κρατών της ΕΕ και ιδιαιτέρως της Γερμανίας.  Αυτό θα οδηγήσει βαθμιαία στον διεθνή υποβιβασμό , ίσως και σην εξουδετέρωση της Ρωσίας.

Με αυτό το συναρπαστικό θέμα ασχολούμαστε στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια από χρόνια εντατικότατα.

Ιδέ εκτενέστατα για τους γερμανομαθείς τη μελέτη μου  «Gleichgewichtstheorie und Theorie von den Gegengewichten, Eine Völkerrechtssoziologische Abhandlung, Erster Teil ( Historisches), Zweiter Teil (Theoretisches). Πηγή : Ιστότοπος και Μπλογκ :  http://panosterz.de

———————————————————

Ισορροπία, Συμφέροντα, Διπλωματία, Μεσόγειος

Μία ορθολογιστική μελέτη των προβλημάτων της Ανατολικής Μεσογείου δέον να στηρίζεται στις γνώσεις της Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων και συγκεκριμένα σε άμεση σχέση με τα κρατικά συμφέροντα, με την ισορροπία των δυνάμεων, με τις συμμαχίες και με την διπλωματία.

Κρατικά συμφέροντα ΒΑΣΙΚΑ, ιδιαίτερως  ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ συμφέροντα)

Η ύπαρξη της Ελλάδας δεν απειλείται από κανέναν εχθρό. Επομένως δεν ανταποκρίνονται οι γνωστές κινδυνολογίες και συνωμοσιολογίες ούτε στην πραγματικότητα ούτε στην λογική.

Σε τελείως διαφορετική κατάσταση βρίσκεται το Ισραήλ, το οποίο πιστεύει ότι οι κίνδυνοι για τα υπαρξιακά του συμφέροντα βαθμιαία αυξάνουν.

Οι ΗΠΑ έχουν ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ συμφέροντα όχι όμως υπαρξιακού χαρακτήρα στην Μέση Ανατολή και διασφαλίζουν την κρατική ύπαρξη του Ισραήλ, στο οποίο στηρίζονται για να υλοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Έτσι υπάρχουν μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΠΑ  ΣΥΝΑΔΟΝΤΑ συμφέροντα .

Η Τουρκία έχει στην περιοχή αυτή δικά της συμφέροντα , τα οποία δεν έχουν τον χαρακτήρα ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ η ΣΥΓΚΡΟΥΟΜΕΝΩΝ συμφερόντων σε ότι αφορά τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και τα υπαρξιακά συμφέροντα του Ισραήλ.

Η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν στην Ανατολική Μεσόγειο ανταγωνιστικά η και αντικρουόμενα συμφέροντα της κατηγοριας ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΩΝ συμφερόντων.

Μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ υφίστανται αντικειμενικώς ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ συμφέροντα , τα οποία δεν επηρεάζονται καθοριστικά από τις εκάστοτε διακρατικές σχέσεις. Επειδή όμως οι σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο κρατων ήταν παραδοσιακά πολύ καλές , ουδόλως αποκλείεται , ότι σχετικά χρήγορα θα ξεπερασθούν τα προς το παρόν υφιστάμενα προβλήματα .

Μεταξύ των περισσοτέρων αραβικών κρατών και του Ισραήλ υπάρχουν παραδοσιακά συγκρουόμενα συμφέροντα ( Ιδέ εδώκαι  στο Μπλογγ μου τη μελέτη “Συμφέρον, Οφελος, Χρήσιμο, “ΧρησιμοΘηρία” και στο  Διαδίκτυο το θεωρητικό πόνημα “Interessentheorie…).

Ισορροπία δυνάμεων

Η εκρηκτική και πολυεπίπεδη ανάπτυξη της Τουρκίας ( οικονομία, βιομηχανία, παιδεία σε όλα τα επίπεδα, παραγωγή, ανταγωνιστικότητα και εξαγωγή ) έχει ανατρέψει την ισορροπία των δυνάμεων. Η ιλλιγγιώδης εξέλιξη της Τουρκίας την μετέβαλλε ήδη σε μία περιφεριακή ( Ανατολική Μεσογειος, Μέση Ανατολη) μεγαλοδύναμη.

Με τις τεράστιες πολυεπίπεδες ( οικονομία, βιομηχανία, ανταγωνιστικότητα, παραγωγή εξαγωγή, ριζικές μεταρρυθμίσεις όλης της παιδείας ) επιτεύξεις της μετέλλαξε η Τουρκία εκ των βάθρων τον συσχετισμό δυνάμεων σε σύγκριση με την Ελλάδα, της  οποίας η απελπιστική κατάσταση είναι πασίγνωστη.

Υπενθύμιση :Προ ολίγων ετών ετών η Τουρκία έχει δανισθεί  χρήματα από το ΔΝΤ , υλοποίησε χωρίς εξαίρεση όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις και εν τω μεταξύ έχει ξεχρεωθεί τελείως.

Συμμαχίες

Είναι απαραίτητες με σκοπό να αντιμετωπισθεί μία προκείμενη επίθεση. Κανένα κράτος δεν σκοπεύει να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας , η οποία ούτως η άλλως είναι όπως και η Τουρκία πολυετές μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Είναι προστατευμένη όπως όλα τα μέλη των δύο οργανισμών. Επί πλέον συμμαχίες θα ήταν ούτε απαραίτητες ούτε λογικές.

Ομώς το Ισραήλ έχει μόνον ένα σύμμαχο, τις ΗΠΑ. Στη μέση Ανατολή είναι το Ισραήλ απομονομένο. Ποιό όφελος θα απέρρεε άραγε για την Ελλάδα από μία “συμμαχία” με το Ισραήλ ;

Εκτός τούτου δεν είναι απαραίτητο για την Ελλάδα να επιδεινωθούν οι σχέσεις της με όλο τον τεράστιο ισλαμικό κόσμο. Είναι η Ελλάδα τόσο πεπεισμένη , ότι το Ισραήλ θέλει μία τέτοια “συμμαχία” ;

Διπλωματία

Στην Ευρώπη επιλύνονται οι διαφορές μεταξύ των κρατών με τα μέσα της διπλωματίας, που θα πεί με ειρηνικά μέσα, πράγμα που ούτως η άλλως προβλέπει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών. Η εποχή των ηρωϊκων απελευθερωτικών πολέμων με την βοήθεια συμμάχων έχουν ήδη παρέλθει.

Οι καθοριστικοί αγώνες δίνονται στο παρόν πρώτα από ολα στην παραγωγή. Μεταρρυθμίσεις, παραγωγή, δημιουργικότητα, ανταταγωνιστικότητα, αυτά είναι οι καινούριες Θερμοπύλες και Αλβανίες. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν ! “Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα”. Δημοσιευθέν από το 2016 συχνά στον ηλεκτρονικό τύπο Καθημερινή, Το Βήμα)

——————————————————-

Ρωσία, Καθεστώς

1.Η σημερινή “καπιταλιστική” Ρωσία έχει ένα καθυστερημένο πολιτικό σύστημα με ισχυρές αυταρχικές τάσεις. Δηλαδή πρόκειται για μία δημοκρατικά υποανάπτυκτη χώρα.
2. Μεταξύ του σημερινού αυταρχισμού και του σοβιετικού ολοκληρωτικού συστήματος υπάρχει μία συνέχεια πολλών συμβόλων και της πολιτικής νοοτροπίας της κυβέρνησης και της πλειονότητας του λαού. Ακριβώς αυτό το στοιχείο θαυμάζουν στην Ευρώπη οι οπαδοί των άκρων πολιτικών κινημάτων και κομμάτων.
3.Οι θαυμαστές της πρώην Σοβιετικής Ενωσης δεν είναι ψυχολογικά διατεθειμένοι να συνειδητοποιήσουν, ότι αυτή έχει καταρρεύσει ανεπιστρεπτί. Στα κατάβαθα της ψυχής τους επιθυμούν μίαν ανάσταση του παρελθόντος καθεστώτος.Καθημερινή (10.4.15)

—————————————————————————-

Ρωσία και Ευρωπαϊκή Ενωση

Πολιτισμικός αυτοπροσδιορισμός. Είναι όντως πολύ ενδιαφέρον που μία σημαντική ρωσική πολιτική προσωπικότητα κάνει διαχωρισμό a priori μεταξύ της Ρωσίας και της Ευρώπης χρησιμοποιώντας τόσο έντονα τους δύο όρους.

Σχετικά με τον διαχωρισμό πρωτοστατεί από αιώνες η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία επισημαίνει την „ηθική“ ανωτεροτητά της ( μυστικοπάθεια και μεταφυσική ) απέναντι στην „αμαρτωλή « Δύση ( Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμός, ατομικότητα, ανθρώπινα δικαιώματα). Υπό  αυτήν την πυξίδα   η Ρωσία ποτέ δεν ανήκε στην Ευρώπη , αν και σε μερικά πεδία ( μουσική, λογοτεχνία, μερικοί επιστημονικοί κλάδοι ) έχει να παρουσιάσει αξιόλογες επιτεύξεις, οι οποίες αναμφιβόλως έχουν εμπλουτίσει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Είναι αντικειμενική αλήθεια και όχι βολονταριστική ερμηνεία , ότι η εικόνα του ανθρώπου του ρωσικού πολιτισμού, διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη της Ευρώπης του Διαφωτισμού. Στην ρωσική κοινωνία δεν έχει ακόμη ωριμάσει το άτομο. Η πανίσχυρη Εκκλησία συγχίζει σκοπίμως την ατομικότητα με τον ατομικισμό και με τον εγωϊσμό. Αυτονοήτωςο πολίτης απουσιάζει οποίος είναι η conditio sine qua non ( τελείως απαραίτητη προϋπόθεση ) για την δημιουργία ενός σύγχρονου αστικού κράτους που σημαίνει ενός κοινωνικού κράτους του δικαίου.

Βαθμιαία δημιουργούνται μεν μεμονομένα δημοκρατικά κινήματα, αλλά αυτά είναι δυστυχώς ανεπαρκή, για να μεταλλάξουν την πολιτικά καθυστερημένη κοινωνία. Ακόμη και τα περισσότερα ηγετικά στελέχη δεν έχουν μίαν ώριμη δημοκρατική συνείδηση. Οι απαιτήσεις και οι επιδιώξεις των είναι ασαφείς. Εν γνώσει του αντικειμένου πρεσβεύω την άποψη, ότι το „σύστημα Πούτιν“ είναι προς το παρόν το μόνο ρεαλιστικό. Το Βήμα ( 13. 10. 12 ).

——————————————————————————-

ΗΠΑ-Κίνα

Σύμφωνα με την Θεωρία των διεθνών σχέσεων υπάρχει παγκοσίως ένα τεράστιο κενό:

Από τις δύο υπερδυνάμεις ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση, όταν επί δεκαετίες επικρατούσε η , Ισορροπία των δυνάμεων  (balance du pouvoir ,balance of pοwer, bilancia di potenze, Gleichgewicht der Kräfte)  , έμεινε προς το παρόν μόνον μία , η οποία αντί να συμβάλλει στην επίλυση των γνωστών προβλημάτων του κόσμου, έχει επιδοθεί σε στρατιωτικές στην ουσία ιμπεριαλιστικές περιπέτειες.
Μόνον μέσω της ανερχόμενης δεύτερης υπερδύναμης της Κίνας θα εμπεδωθεί μία νέα ισορροπία των δυνάμεων και η Κίνα θα αναγκάσει τις ΗΠΑ να βάλλουν μυαλό και να έχουν , όπως κάποτε μία πιο ρεαλιστική πολιτική.
Οντως σήμερα ο Αμερικανός “πρόεδρος” αποτελεί ένα μεγάλο κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη. Λοιπόν το δημιουργηθέν κενό είναι άκρως επικίνδυνο.
Ας ευελπιστούμε, ότι οι Αμερικανοί θα βρούν σύντομα μία λύση του προεδρικού προβλήματος. Καθημερινή (7.1.2018

——————————————————————————————————–

Ιάπωνες

Παρέλαβαν προ δύο χιλιάδων ετών τα πάντα περί πολιτισμού και πρωτίστως την γραφή μεταβάλλωντάς την από τους Κινέζους, στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. νομοθεσία και μηχανολογία από τους Γεμανούς , και ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο υψηλές τεχνολογίες από τις ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ παράγουν και οι ίδιοι τέτοιες τεχνολογίες.
Κατά τα άλλα έχετε δίκιο. Είχα σπουδαστές από την Ιαπωνία με ακριβώς αυτή την συμπεριφορά. Ηταν κυριολεκτικά η προσωποποίηση της ευγενικότητας.
iefimerida (10.10.17)

———————————————————————————

 

 

——————————————————————————————————————————————————

Θουκυδίδου Ιστορίη Α’, 76.
(Μετάφραση του Γυμνασιάρχη μου, Τάσου Γεωργοπαπαδάκου, στο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης). Μιλούν οι Αθηναίοι, αντικρούοντας τα επιχειρήματα των Κορινθίων, προς τους Σπαρτιάτες.

Σεις, άλλωστε, Λακεδαιμόνιοι, ασκείτε την ηγεμονία σας πάνω στις πόλεις της Πελοποννήσου, αφού ταχτοποιήσατε τα πολιτεύματά τους σύμφωνα με το συμφέρον σας, κι αν τότε είχατε μείνει ως το τέλος ηγεμόνες των Ελλήνων κι είχατε γίνει απ’ αυτό μισητοί,όπως γινήκαμε εμείς,ξέρουμε καλά πως δε θα ήσαστε λιγότερο πιεστικοί απέναντι των συμμάχων και θα είχατε αναγκαστεί ή να ασκείτε την ηγεμονία σας με χέρι δυνατό ή να εκτεθείτε οι ίδιοι σε κίνδυνο. Έτσι κι εμείς δεν κάναμε τίποτε το παράδοξο ή αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση, αν δεχθήκαμε την ηγεμονία που μας προσφερόταν και τώρα αρνιόμαστε να τη αφήσουμε,εμποδισμένοι από τους εξής σπουδαιότατους λόγους : την τιμή, τον φόβο και το συμφέρον. Δεν είμαστε, άλλωστε, οι πρώτοι που εφαρμόσαμε τέτοια πολιτική, αλλά από πάντα έχει επικρατήσει ο κανόνας ο πιο αδύναμος να καταπιέζεται από τον πιο δυνατό.Ταυτόχρονα νομίζουμε πως το αξίζουμε αυτό,πράγμα το οποίο και εσείς το νομίζετε, ως τη στιγμή,που, λογιάζοντας το συμφέρον σας,προβάλλετε αρχές δικαιοσύνης, οι οποίες δεν εμπόδισαν ποτέ κανέναν, όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αποκτήσει κάτι με την βία, να το κάμει κι όχι να προτιμήσει την δικαιοσύνη. Κι είναι αξιέπαινοι όσοι, αφού ακολούθησαν την ανθρώπινη φύση και πέτυχαν ν’ αποκτήσουν εξουσία πάνω σ’ άλλους, δείχνονται ωστόσο πιο δίκαιοι απ’ ό,τι τους επιτρέπει η δύναμη ου διαθέτουν. Πιστεύουμε πως αν άλλοι έπαιρναν την θέση μας, θα αποδειχνόταν με το παραπάνω με πόση μετριοπάθεια ασκούμε την εξουσία μας.Κι όμως η επιείκειά μας αυτή, παράλογα, είχε σαν αποτέλεσμα να κερδίσουμε πιο πολύ την κατάκριση παρά τον έπαινο”.

Cuestiones teoricas fundamentales del proceso de formacion de las normas internacionales, Con especial analysis de las resoluciones de la ONU

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -1

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -2

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -3

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -4

 

 

Prinzipien und Normen des Völkerrechts, Ihr Verhältnis zueinander

Prinzipien und Normen des Völkerrechts, Ihr Verhältnis zueinander

Verhältnis von Prinzip und Norm im Völkerrecht als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Der Begriff „Prinzip“ bedeutet in der Rechtstheorie eine grundlegende Idee des Rechtssystems, eine normative Aufforderung und vor allem einen „Leitgrundsatz“ im Recht. In den Prinzipien kristallisieren sich heraus und vereinen sich die typischen Züge des jeweiligen Rechtstyps.

1 Dabei unterscheiden sich die Prinzipien des Rechts „von anderen ähnlichen gesellschaftlichen Kategorien, insbesondere von den Prinzipien der Rechtswissenschaft, des Rechtsbewusstseins…2  Weil der Begriff „Prinzip“ im

__________________________________________________
1. S. S. Aleksejew, allgemeine Theorie des sozialistischen Rechts, Swerdlowsk 1963, S. 3 150 und 151 (in Russisch).
2. O. W. Smirnow, Das Wechselverhältnis von Normen und Prinzipien im sozialistischen Recht, in: SGIP, S. 11 (in Russisch).

__________________________________________________
innerstaatlichen Recht eben etwas Grundlegendes per definitionem bedeutet, ist es nicht üblich, noch dazu den Begriff „Grundprinzip“ zu verwenden. Abgesehen davon, der Begriff „Grundprinzip“ wäre eine Tautologie und sogar bezüglich der Verwendung ein Pleonasmus. Die Prinzipien des Rechts besitzen Rechtsnormativität.

Die objektiven Erfordernisse in den internationalen Beziehungen finden über den consensus iuris generalis der Staaten ihre Widerspiegelung in entsprechenden grundlegenden und allgemeinanerkannten Prinzipien, die jedoch auch Rechtsgrundlage bei der Entscheidung konkreter Fälle sein können. Ein Prinzip des Völkerrechts ist wie jede Rechtsnorm eben eine normative Vorschrift. Seine typische Merkmale sind hoher Abstraktionsgrad, universelle Geltung, allgemeine Anerkennung und zwingender Charakter. Es bringt ferner grundlegende und konsensfähige internationale Werte zum Ausdruck und regelt das Verhalten ausnahmslos aller Staaten in ihrer Eigenschaft als Völkerrechtssubjekte.

Mit dem Ziel, in das gegenwärtige terminologische Chaos Ordnung zu bringen, ist in der UNITAR-Studie vom Oktober 1984 in Verbindung mit der Herausbildung von Prinzipien der Neuen Internationalen Wirtschaftsordnung der Versuch unternommen worden, den Begriff „Prinzip“ zu definieren. Dabei sind die Verfasser der Studie von der internationalen Praxis ausgegangen und haben insofern den Ist-Zustand eingefangen und beschrieben. Hiernach kann ein Prinzip folgendes sein: a) eine fundamentale Norm des Völkerrechts wie z. B. das Verbot der Gewaltandrohung und –anwendung; b) eine gut etablierte und tief verwurzelte Norm wie z. B. das Prinzip der Freiheit des offenen Meeres; c) eine Norm von allgemeiner Natur und größerer Reichweite als spezielle Normen.

Ausgehend von der Makrostruktur des Völkerrechtssystems könnte die Meinung vertreten werden, dass innerhalb dieses Systems sieben Prinzipien – sie sind in der UN-Prinzipien-Deklaration von 1970 genannt worden – und dazu noch zahlreichen Normen existieren. Einige Normen haben allgemeinen Charakter, ohne jedoch die Qualität der Prinzipien zu besitzen. Die meisten Normen sind jedoch spezieller Natur. Geht es dann um das Verhältnis zwischen den Prinzipien und den anderen Normen, so sind diese Unterschiede zu beachten. Hierdurch entsteht ein differenzierteres Bild, als im allgemeinen im Schrifttum angenommen wird. Zwischen ihnen kann in der Regel ein Wechselverhältnis bestehen. Auch ist es möglich, dass ein Prinzip Normen hervorbringt oder umgekehrt, d. h., es entstehen allmählich Normen, die sich eines Tages zu einem Prinzip verdichten.3  Prinzipien können von Normen spezifiziert werden. In diesem Falle gilt zwischen ihnen das Verhältnis von Allgemeinem (Prinzip) und Besonderem (Normen).4

Diese möglichen Beziehungen gelten jedoch nicht für alle Normen. Sie gelten z. B. nicht für Normen, die zwar allgemein und allgemein anerkannt sind, ohne jedoch Prinzipien zu sein. In einem solchen Fall kann nicht davon die Rede sein, dass die Normen die Prinzipien konkretisieren, ergänzen oder allmählich formen. Andererseits ist es durchaus möglich, dass Normen mit allgemeinem Charakter von speziellen Normen konkretisiert und ergänzt werden.
Der wesentliche Unterschied zwischen einem Prinzip und einer Norm besteht darin, dass erstere einen höheren Grad normativer Verallgemeinerung besitzen.

______________
3. UN-Doc. A/39/504/Add. 1, p. 34.
4. Siehe ähnlich auch V. Outrata,, Zum Begriff der allgemeinen und grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts, in: Cazopis pro mezinárodni právo, 1961 (3), S. 191 (in Tschechisch).

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrechtsnormen,Völkerrechtsnormen ,Charakter, Merkmale, Struktur, Bedeutung, Völkerrechtstheorie

Völkerrechtsnormen ,Charakter, Merkmale, Struktur, Bedeutung, Völkerrechtstheorie
Völkerrechtsnormen als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Charakter und Merkmale der Völkerrechtsnormen

Für die Zwecke der Normbildungstheorie im Völkerrecht ist jene Definition besonders geeignet, nach der die Rechtsnorm eine „allgemeinverbindliche, formalbestimmende allgemeine Verhaltensregel“1 ist. Eine ähnliche Auffassung wird von mehreren Völkerrechtlern vertreten.2  Als Verhaltensregel ist ferner die Rechtsnorm ein „allgemeinverbindlicher, gleicher Maßstab für das Handeln“ jedes Rechtssubjekts. Insofern besitzt jede Rechtsnorm Aufforderungscharakter. Demnach sind die Völkerrechtsnormen das allgemeinverbindliche Maß für das notwendige und mögliche Verhalten der Staaten innerhalb des Gesamtsystems der internationalen Beziehungen.

Die einzelne Rechtsnorm ist im Wesen nach „die kleinste sinnvolle Einheit des Systems des geltenden objektiven Rechts, für die die allgemeinen Eigenschaften des Rechts zutreffen“.3.  Dabei handelt es sich um folgende Eigenschaften des Rechts: a) Die Allgemeinheit (Generalität). Sie bedeutet in erster Linie, dass die Rechtsnormen für mehrfache Anwendung durch die Rechtssubjekte bestimmt sind und für ihr Verhalten gleiche Maßstäbe setzen. Es wird also von den konkreten Sachverhalten abstrahiert und es werden ungleiche, aber gleichartige Rechtssubjekte und Vorgänge am gleichen Maßstab gemessen.

Die Generalität bedeutet ferner, dass die in den Rechtsnormen fixierten Handlungsaufforderungen abstrakten Charakter besitzen. Die allgemeinen Verhaltensmaßstäbe können individualisiert werden. b) Die Rechtsnormen haben außerdem Aufforderungscharakter. Er kann von unterschiedlicher Intensität und Schärfe sein.

_____________________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich: UNITAR-Studie vom Oktober 1984 (A/39/504/Add. 1) unter Berufung auf das „Concise Oxford Dictionary“ (Norm als legitimiertes rechtlich vorgeschriebenes Verhalten).
2. Es seien beispielsweise einige genannt : I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der völkerrechtlichen Regulierung; Kiew, 1980, s. 27; D. B. Lewin, Das Völkerrecht, die Außenpolitik und die Diplomatie, Moskwa, 1981, S. 96 (beides in Russisch); G. Morelli, Nozioni di diritto internazionale, Padova, 1963, p. 60; H. Neuhold et alt., Österreichisches Handbuch des Völkerrechts, Band 1, Wien, 1983, (darin Herausgeber-Bemerkung: Normen als „Verhaltensmuster“), S. 2.
3. W. Grahn, Die Rechtsnorm – eine Studie, Leipzig, 1979, S. 6.

________________________________________________________________

Diese rechtstheoretischen Erkenntnisse können etwa modifiziert und differenziert von der Völkerrechtstheorie übernommen und verwendet werden. In einem hohen Abstraktionsgrad stellt die Rechtsnorm auch im Völkerrecht die kleinste sinnvolle Einheit und die „primäre Zelle“ dar.4 Während jedoch die Eigenschaften der Allgemeinheit, Allgemeinverbindlichkeit und Abstraktheit für allgemeine Prinzipien und Normen gelten, ist dies bei den konkreten Vertragsnormen nicht unbedingt der Fall. Die Eigenschaft hingegen, Verhaltensmaßstab zu sein, gilt für alle Rechtsnormen.

Ebenso stellt das Völkerrecht als Recht gleichen Maß für ungleiche Sachverhalte und Subjekte dar. Gerade diese Eigenschaft macht die Normativität des Völkerrechts aus. Dabei sind jedoch neuere Entwicklungen wie z. B. die bevorzugte Behandlung von Entwicklungsländern zu beachten. In diesem Falle gilt eher der Grundsatz ungleiche Maßstäbe auf ungleiche Rechtssubjekte anzuwenden.

Struktur der Völkerrechtsnormen

Nach gängiger Auffassung in der Rechtstheorie hat eine Rechtsnorm drei Bestandteile:

a) Prämisse (Hypothese). Sie gibt an, unter welchen Bedingungen eine Rechtsnorm verwirklicht werden muss. Sie legt ferner fest, unter welchen Umständen und Bedingungen für welche Rechtssubjekte Rechte und Pflichten entstehen.

b) Disposition (Erlaubnis, Gebot, Verbot). Sie legt das Verhältnis fest, das beim Vorliegen der Prämisse von den betreffenden Rechtsadressanten verbindlich gefordert wird. Sie enthält damit die eigentliche Verhaltensregeln.

c) Sanktion. Sie bestimmt die Rechtsfolgen, die für jeden Normadressaten eintreten, der die Disposition verletzt bzw. nicht verwirklicht.
Da es aber schwierig ist, in jeder Rechtsbestimmung diese Elemente zusammen zu finden, wird seit einiger Zeit von einzelnen Rechtstheoretikern vorgeschlagen, in einer Rechtsnorm nur zwei Elemente zu sehen: Tatbestandteil und ein Folgehandlungsteil (hauptsächlich Sanktionen) mit einem Operator. Für gleichartige Situationen und Bedingungen (Tatbestand) gebietet, verbietet oder erlaubt (Operator) sie ein angegebenes Verhalten (Folgehandlung).5  Dabei gestaltet der Operator („ist verpflichtet“, „darf“, „ist

__________________________________________________
4. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, (Anm. 154), S. 30.
5. W. Grahn, Recht als eine besondere Widerspiegelung der Gesellschaft, in: Staat und Recht, 1982 (2), S. 2.

_____________________________________________________

verboten“, „muss“), eindeutig Rechtsnormen von allgemeinen Aussagen, Werturteilen und Fragen zu unterscheiden.6 Gemäß der hier vorgestellten Zweigliederungs-Konzeption wird also jede Rechtsnorm betrachtet als eine durch einen deontischen (Gebots-, Verbots- oder Erlaubnis) Operator verknüpfte Beziehungen zwischen einem Tatbestand und einer Folgehandlung.

Im Prinzip kann dieser modernen Konzeption von der Rechtsnormstruktur von der Völkerrechtswissenschaft übernommen werden. Zugleich ist jedoch darauf hinzuweisen, dass die Sanktion nicht in jeder einzelnen Rechtsnorm, sondern vielmehr im Völkerrechtssystem und zwar im Institut der völkerrechtlichen Verantwortlichkeit enthalten ist. Ginge man von der Dreigliederungs-These aus, so wäre es kaum möglich, alle drei Elemente in einer Völkerrechtsnorm zu finden. Deshalb ist in der Völkerrechtstheorie diese überholte These abzulehnen.

Es kann somit festgestellt werden: Einerseits gehört die Sanktion zum Recht und ganz allgemein gesehen, auch zur Rechtsnorm,7 andererseits ist sie im Völkerrecht nicht unbedingt bei jeder Rechtsnorm als ein konkret ausgewiesenes Strukturelement anzutreffen, sondern im Gesamtsystem des Völkerrechts.

Es kann aber auch festgestellt werden, dass es inzwischen im Interesse von Entwicklungsländern Völkerrechtsnormen gibt, die nicht unbedingt Sanktionen vorsehen. Hierbei handelt es sich um Normen zur bevorzugten und nichtreziproken Behandlung von Entwicklungsländern. Versucht man jedoch nachzuweisen, dass auch Resolutionen der UN-Vollversammlung Rechtsnormen seien8  – sie sehen in der Regel keine Sanktionen vor – so ist dies nicht überzeugend. Die rechtliche Sanktion wird ferner ziemlich lato sensu so aufgefasst, dass Reaktionen der öffentlichen Meinung miterfasst werden. Im Völkerrecht sollte jedoch diese eminente Frage eher lege strictum betrachtet werden.

_________________________________________
6. Vgl. H. Klenner, Zur logischen Struktur sozialistischer Rechtsnormen (Thesen), in: Wissenschaftliche Zeitschrift der riedrich-Schiller-Universität Jena, 1966, S. 451 ff.
7. Vgl. auch M. Bos, will an order in: the nation-state system, in: Netherlands International Law Review, 1982 (XXIX – 1), p. 22.
8.So R.-J. Dupuy im Zusammenhang mit dem Entwicklungsvölkerrecht und dem Umweltschutz. Vgl. Droit déclaratoire et droit programmatoire: de la coutume souvage al la „soft law“, in: L´élaboration du droit international public, Paris, 1975, p. 147.

_______________________________________________________________

Bedeutung der Völkerrechtsnormen

Die Rechtsnorm ist das zentrale Element des Systems der rechtlichen Regelung,des gesamten rechtlichen Normenbildungs- und –durchsetzungsprozesses und damit das Kernstück des Völkerrechts. Dies gilt insbesondere für die Prinzipien und Normen mit einem ius cogens-Charakter.

Auf Grund ihrer volitiven Natur vermögen die Rechtsnormen nicht nur Interessen widerzuspiegeln, sondern auch gesellschaftliche Verhältnisse aufrecht zu erhalten und auch zu gestalten. D. h., dass die Rechtsnormen eine passive sowie eine aktive, eine statische sowie eine dynamische Funktion haben. Entstehen zwischen der Widerspiegelungs- und der Gestaltungsfunktion der Rechtsnormen irgendwelche Widersprüche, dann können diese nur durch die souveränen Staaten im Rahmen des komplexen Normenbildungsprozesses überwunden werden.

Dies bedeutet, dass angesichts der Existenz von souveränen Staaten die Rechtsnormen ex nihilo und automatisch weder entstehen noch vergehen. Es ist also so gut wie ausgeschlossen, dass sich über Nacht aus einer res necessaria (z. B. Entwicklung in der Dritten Welt) ein ius necessarium (z.B. ein „Recht auf Entwicklung“) herausbildet.

Nur durch das konsuale Wirken der souveränen Staaten und auf der Basis gegenseitiger Kompromisse können Rechtsnormen geschaffen werden.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrechtsprinzipien und Normen, Hierarchien

Völkerrechtsprinzipien und Normen, Hierarchien

Innerhalb des Systems des Völkerrechts bedingen sich Prinzipien und Normen gegenseitig. Hierdurch werden Aufgaben und Funktionen des Völkerrechts realisiert. Demnach kann man innerhalb der Völkerrechtsordnung eine gewisse Rangordnung erkennen. Sie widerspiegelt indirekt materielle Erfordernisse, Interessen und Willen. Die Hierarchie von Prinzipien und Normen ist nicht zufällig. Sie besitzt dem Wesen nach einen dreifachen Charakter

: a) Sie ist objektiv bedingt und wird durch die Willensübereinstimmung der Staaten geschaffen.

b) Sie ist Widerspiegelung der oben genannten Art sowie der Rechtsstruktur.

c) Sie stellt ferner eine Metawiderspiegelung dar, d. h. eine wissenschaftliche Widerspiegelung.

Rechtstheoretisch betrachtet, ergibt sich die Normenhierarchie aus der inneren Struktur, dem Begriff als eines Normensystems und aus der Makrostruktur des Rechts, aus der gegenseitigen Abhängigkeit der Normen, aus dem Normativitätscharakter und nicht zuletzt aus der besonderen Bedeutung von Prinzipien und Normen für die gesamte Völkerrechtsordnung sowie für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit.

Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass zum einen das Bestimmen der Hierarchie nicht willkürlich sein kann und darf und zum anderen, dass es konkreter Kriterien bedarf, um innerhalb des Völkerrechtssystems eine oder mehrere Rangordnungen aufstellen zu können.

Wird der Normativitätscharakter als Kriterium genommen, dann ist zwischen den ius cogens und den ius dispositivum Normen zu unterscheiden.1 168 Erstere besitzen Priorität. Legt man die Bedeutung der Normen für den internationalen Normenbildungsprozess zugrunde, so stehen die sieben Prinzipien an erster Stelle.

Wird die Bedeutung der Normen für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit zum Maßstab erhoben, dann entsteht eine andere hierarchische Ordnung :

a) Alle Prinzipien und Normen zur Erhaltung des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit und zur Abrüstung;

b) die Prinzipien und Normen zur Überwindung der Unterentwicklung; c) die Prinzipien und Normen zum Schutze der menschlichen Umwelt.

_________________________________________
1.  Hierauf machetn mehrere Autoren aufmerksam. Siehe beispielsweise R. Quadri, Diritto internazionale pubblico, Palermo, 1964, p. 86, et 87.

________________________________________

Hier handelt es sich offensichtlich um eine vertikale Struktur, die jedoch horizontale Strukturbeziehungen nicht ausschließt. Wird die Erhaltung des Weltfriedens zum entscheidenden Maßstab erhoben, dann sieht die vertikale Struktur etwas anders aus: An erster Stelle stehen die sieben Prinzipien

. An zweiter Stelle stehen Normen in den multilateralen Verträgen universellen Charakters. Unter ihnen genießen wiederum jene Verträge Priorität, welche echten Abrüstungsmaßnahmen enthalten, von den in Frage kommenden Staaten ratifiziert und in Kraft gesetzt worden sind.

Den dritten Platz könnten Normen bilateralen Charakters zwischen der Sowjetunion und den USA einnehmen. Danach würden unter Umständen jene ius cogens-Normen folgen, die nicht zu den sieben Prinzipien gehören. Schließlich würde man weitere ius dispositivum-Normen in Betracht ziehen.

Unabhängig von den jeweiligen Kriterien stehen die sieben Prinzipien an erster Stelle. In bezug auf die Verbindlichkeit mögen sie gleichwertig sein. Damit käme ein horizontales Verhältnis in Frage. Es ist jedoch legitim, unter ihnen etwas zu differenzieren :

Nimmt man als Kriterium das schwerwiegendste globale Problem der Menschheit, nämlich die Gefährdung des Weltfriedens, dann würde das Prinzip des Verbots der Gewaltandrohung und Gewaltanwendung den ersten Platz einnehmen. Wird das globale Problem der Unterentwicklung in Betracht gezogen, dann kämen in erster Linie die Prinzipien der friedlichen internationalen Zusammenarbeit und der souveränen Gleichheit in Frage.

Geht man insgesamt von den Erfordernissen des Zeitalters der Globalisierung aus, so würde sich folgende politische Gewichtung innerhalb des Systems der sieben Prinzipien ergeben:

Verbot der Gewaltandrohung und –anwendung, friedliche internationale Zusammenarbeit, souveräne Gleichheit der Staaten. Hieraus könnten hinsichtlich der staatlichen Souveränität schwerwiegende Konsequenzen erwachsen. Abgesehen davon, ist die politische Bedeutung auch der Prinzipien historisch bedingt. So stand z. B. in der Zeit des antikolonialen Kampfes das Selbstbestimmungsrecht der Völker im Mittelpunkt. In unserem Zeitalter wird dem Prinzip des Verbots der Gewaltandrohung und –anwendung Priorität zuerkannt. In der Persektive  wird bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Unterentwicklung und der Gefährdung der menschlichen Umwelt das Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit höchstwahrscheinlich die wichtigste Rolle spielen.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Zweige und Institute des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Zweige  und Institute  des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Zunächst sei die Bemerkung vorangestellt, dass fast ausschließlich Völkerrechtler der ehemaligen Sowjetunion sich der Zweigproblematik zugewandt haben, und dass es außerdem über die Zweitkriterien keine einheitliche Auffassung festgestellt werden kann. Werden die verschiedenen Meinungen kritisch und wertend zusammengefasst, so müssen die folgenden Kriterien vorliegen, damit von einem Völkerrechtszweig gesprochen werden kann :

a) Ein bestimmter Bereich der internationalen Beziehungen, in concreto ein spezieller Gegenstand;1.  b) Auf alle Fälle ein mit dem Gegenstand in enger Verbindung stehendes spezielles Ziel;  2.  c) Spezielle Rechtsnormen mit inhaltlich ebenso speziellen Rechten und Pflichten;3 d) Die Normengruppe stütz sich auf ein grundlegendes Völkerrechtsprinzip 4 und widerspricht keinem der sieben grundlegenden Völkerrechtsprinzipien; e) Die Zweigmaterie, also der Gegenstand ist von der Mehrheit der Staaten als wichtig und als normierungsnotwendig betrachtet worden; f) Möglicherweise liegt ein besonderes Rechtserzeugungsverfahren vor 5  wie z. B. bei der Internationalen Seerechtskonvention von 1982. Dagegen ist jedoch Einwand durchaus berechtigt, weil die Normierungsmethode bzw. der Regelungsmechanismus im Völkerrecht grundsätzlich einheitlich ist. Bedingt durch den Normierungsgegenstand kommt es allerdings zu Modifizierungen des einheitlichen

_____________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich z. B. I. T. Ussenko, das Prinzip des demokratischen Friedens – die Grundlagen des Völkerrechts, in: SEMP, 1973, Moskau, 1975, S. 34; L. A. Iwanaschenko, Internationales Sicherheitsrecht – Ein neuer Zweig des modernen Völkerrechts, in: SGPiP, 1985 (6), S. 99 ff; W. I. Margiew, Zum System des Völkerrechts, in: Prawowedenije, 1981 (2), s. 106; D. I. Feldmann (Anm. 107), S. 47 (alle Quellen in Russisch).
2. Vgl. ähnlich auch L. A. Iwanaschenko, ibid., S. 99 ff; I. T. Ussenko, ibid., S. 34.
3. Vgl. ähnlich auch J. A. Schibajjewa, Das Recht der internationalen Organisationen als Zweig des gegenwärtigen Völkerrechts, in: SGiP, 1978 (1), S. 105 (in Russisch); W. I. Margiew (Anm. 137), S. 107; M. B. Ramirez, El derecho internacional del desarrollo, nueva rama del derecho internacional publico, in: Bolletin Mexicano des Derecho Comparado, 1986 (57 – XIX), p. 859.
4. So I. T. Ussenko (Anm. 137), S. 34; L. A. Iwanaschenko (Anm.1)                                                                                  S. 99 ff.; M. B. Kotzew, Die allgemein anerkannten Prinzipien und Normen des gegenwärtigen Völkerrechts, Rechtswesen und Bedeutung, in: Prawna Misal, 1985 (2), S. 71 (in Bulgarisch).
5. Vgl. M. B. Ramirez (Anm. 1), p. 859.
_______________________________________________________

völkerrechtlichen Rechtserzeugungs- und Normenbildungsprozesses,6  der auf den Kodifikationskonferenzen im allgemeinen als treaty making process bekannt ist. Es liegt bereits eine Definition des Völkerrechtszweiges vor: „Gesamtheit der Rechtsprinzipien und Normen, die die spezifischen Beziehungen zwischen den Völkerrechtssubjekten auf einem bestimmten Gebiet ihrer gegenseitigen Beziehungen regeln sowie ein Rechtsregime einer bestimmten Sphäre festlegen“.7

Im Prinzip kann man dieser Definition zustimmen. Sie ist allerdings sehr allgemein. Daher soll hier versucht werden, auf der Grundlage der oben gewonnenen Erkenntnisse eine konkretere Definition zu formulieren: Der Völkerrechtszweig ist ein rechtlich geregelter, bestimmter Bereich der internationalen Beziehungen mit besonderen Normen sowie mit besonderen Rechten und Pflichten, der sich auf ein grundlegendes Völkerrechtsprinzip stützt, dessen Normen den sieben grundlegenden Völkerrechtsprinzipien nicht widersprechen, dessen Normierungsnotwendigkeit von der Staatenmehrheit akzeptiert worden ist und außerdem ein modifiziertes Rechtserzeugungsverfahren aufweist.

Will man die gegenwärtig tatsächlich vorhandenen Völkerrechtszweige aufzählen, so ist zunächst methodisch davon auszugehen, welche in den Völkerrechts-Lehrbüchern, international gesehen, normalerweise und traditionell Erwähnung finden. D. h. über sie liegt ein Consensus generalis doctorum et professorum vor: Diplomaten- und Konsularrecht, Humanitäres Völkerrecht („Ius in bello“), Internationales Verwaltungsrecht, Internationales Vertragsrecht (Völkervertragsrecht), Internationales Seerecht (Völkerseerecht), Internationales Luftrecht, Weltraumrecht, Völkerrechtlicher Schutz der Menschenrecht,

_______________________________________________________________
6. Vgl. Hierzu sehr ausführlich P. Terz,  1999). Cuestiones teóricas fundamentales del proceso de formación de las normas internacionales, Con especial análisis de las recoluciones de la ONU, Universidat Santiago de Cali, 1999 , speziell pp. 65 – 71, ss. Vgl. ferner: W. I. Margiew (Anm. 1), S. 106; I. W. D. Sorokon, Die Methode der rechtlichen Regelung, Moskwa, 1976, S. 118 (in Russisch).
7. So das sowjetische Standardlexikon des Völkerrechts („Slowar meshdunarodnowo prawa“), (hrsg.) von B. F. Petrowski/B. M. Klimenko/J. M. Rybakow), Moskwa, 1982, S. 142.

__________________________________________________________

Internationales Flüchtlingsrecht, Internationales Recht der Staatennachfolge, Internationales Strafrecht, Internationales Wirtschaftsrecht (größtenteils). Weitere Völkerrechtszweige sind hinzugekommen: Internationales Atomrecht, Internationales Sicherheitsrecht, Vertragsrecht der internationalen zwischenstaatlichen Organisationen, das „Entwicklungsvölkerrecht“ in statu nascendi sowie – bedingt durch den wissenschaftlich-technischen Fortschritt  8  – das Internationale Umweltschutzrecht und das Internationale Informations- und Kommunikationsrecht.

Während einige Völkerrechtler weitere Zweige nennen wie z. B. das Internationale Medizinrecht, das Internationale Meteorologische Recht, das Internationale Handelsrecht 9 , das Internationale Arbeitsrecht  10 , finden andere diese Sicht übertrieben 11 oder lehnen sogar die Zweigproblematik im Völkerrecht überhaupt schlicht weg ab. 12 150
Die Elemente, vor allem die Prinzipien und Normen eines Völkerrechtszweiges, machen dessen System aus. Die Wechselbeziehungen wiederum dieser Elemente untereinander stellen seine Struktur dar. Am perfektesten ist dies bei einigen Zweigen wie z. B. bei dem Völkerseerecht festzustellen, das einen gewaltigen Prinzipien- und Normenkomplex wie aus einem Guss bildet.

______________________________________________________
8. Vgl. ähnlich auch J. Azud, Die wissenschaftlich-technische Revolution und das Völkerrecht, in: Právny Obzor, 1980 (63 – 9), s. 769 ff. (in Tschechisch); M. I. lasaarew, Das Völkerrecht und die wissenschaftlich-technische Revolution, in: SEMP, 1978, Moskau, 1980, S. 41 ff. (in Russisch).
9. So beispielsweise S. A. Malinin, Friedliche Nutzung der Atomenergie, Völkerrechtliche Fragen, Moskwa, 1971, S. 6 – 9 (in Russisch).
10. Vgl. z. B. G. I. Tunkin, Ideologischer Kampf und Völkerrecht, Moskau, 1967, S. 117 (in Russisch).
11. So D. I. Feldmann  (1983). Das System des gegenwärtigen Völkerrechts, Moskau , 1983, S. 9.
12. Vgl. z. B. J. A. Schibajewa (Anm.1), S. 103.

_____________________________________________________________

6. Institute des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Weil die ausführliche Behandlung der relativ komplizierten Instituts-Problematik den Rahmen des vorliegenden Beitrages bei weitem sprengen würde, kann darauf nur knapp eingegangen werden. Auch bei dieser Problemstellung gilt die Festlegung, dass sich fast ausschließlich Völkerrechtler der ehemaligen Sowjetunion ihr zugewandt haben. D. I. Feldmann schätzt allerdings den Diskussionsstand in den 60er Jahren sehr kritisch ein: Das Institut werde häufig betrachtet als „zu umfassend, verschwommen und unbestimmt.13  Es herrscht in der Tat ein Begriffswirrwarr vor.
Deswegen erweist sich der linguistisch-semantische Weg ad fontes als absolut notwendig. Das lateinische Wort Institutum bedeutet „jede durch Sitte, Gewohnheit, Verfassung … Anordnung des häuslichen und bürgerlichen Lebens 14 oder – etwa konkreter – das „durch positives (gesetzlich verankertes) Recht geschaffene Rechtsgebilde (z. B. Ehe, Familie, Eigentum o. ä.).15 Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass erst durch das Recht ein Wort zum Rechtsbegriff wird. Aus der Rechtspraxis (Gesetzesbücher) lässt sich ableiten, dass zu einem solchen Institut mehrere und sogar zahlreiche Spezialnormen gehören, die in ihrer Gesamtheit ein Rechtsgebiet bzw. einen Rechtszweig wie z. B. Familienrecht, Arbeitsrecht, Polizeirecht etc. ausmachen.
Diese Erkenntnis kann auf das Völkerrecht angewandt werden: Ein Völkerrechtsinstitut ist ein durch internationale Konventionen geschaffenes Rechtsgebilde oder Rechtsphänomen. Aus Platzgründen seien hier nur einige Beispiele genannt wie z. B. Staatennachfolge, die insgesamt in zwei Konventionen umfassend geregelt wird: „Wiener

____________________________________________________________
13.  D. I. Feldmann, Die Anerkennung von Staaten im gegenwärtigen Völkerrecht, Kasan, 1965, S. 39 (in Russisch).
14.  K. E. Georges, Kleines Handwörterbuch, Lateinisch-Deutscher Teil (2734 S.), Leipzig, 1980, S. 1318.
15.  Duden, Das große Fremdwörterbuch, Herkunft und Bedeutung der Fremdwörter (1540 S.), Leipzig, et alt., 2000, S. 629.

____________________________________________________

Konvention über die Staatennachfolge in Verträge“ von 1978 und „Wiener Konvention über Staatennachfolge in Staatsvermögen, Staatsarchive und Staatsschulden“ von 1983. Es entstehen mehrere Institute. Ferner ist der Vertrag zu erwähnen, dessen Regelung in der „Wiener Konvention über das Recht der Verträge“ von 1969 sowie in der „Wiener Konvention über das Recht der Verträge zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen internationalen Organisationen“ von 1986 umfangreich erfolgt ist. Relativ viele Institute sind in der „Seerechtskonvention“ von 1982 enthalten wie z. B. Territorialgewässer, Anschlusszone, Meerengen, Festlandsockel, Offenes Meer und Meeresboden. Zu jedem dieser Institute gehören gleich geartete Normen, die ähnliche Materien regeln. Die Gesamtheit dieser Institute und Rechtsnormen bilden im Wesentlichen der Völkerrechtszweig Völkerseerecht.
Die Institute sind in den oben genannten Konventionen auf der Basis der grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts rechtlich geregelt bzw. verankert worden. Dies ist durch zahlreiche Rechtsbestimmungen, Rechtsnormen geschaffen worden. Hieraus folgt, dass das jeweilige Institut zwischen den grundlegenden Prinzipien und den Spezialnormen steht. Gerade in diesem Verhältnis liegt auch seine Funktion. Eine andere Schlussfolgerung besteht darin, dass zwischen den grundlegenden Völkerrechtsprinzipien und den Völkerrechtsinstituten ein vertikales Verhältnis besteht. Das Verhältnis jedoch zwischen den Instituten eines Völkerrechtszweiges sind eher horizontaler Natur. Dies gilt ebenso für die Beziehungen der zu einem Institut gehörenden Spezialnormen untereinander. Gehört aber dazu ein Prinzip, dann ist sein Verhältnis zu den Spezialnormen eindeutig vertikal. Weil aber Institute wichtige Elemente der jeweiligen Zweige sind, entsteht zumindest chronologisch eine interessante Kette: Grundlegende Völkerrechtsprinzipien – Völkerrechtsinstitute – Völkerrechtsnormen spezieller Natur – Völkerrechtszweige. In gnoseologischer Hinsicht sieht aber die Kette anders aus: Grundlegende Völkerrechtsprinzipien – Völkerrechtszweige – Völkerrechtsinstitute – Völkerrechtsnormen.16

____________________________________________________
16. E. A. Puschmin sieht eine „Struktur-Triade“: Norm – Institut – Zweig, Unter Anwendung der Dialektik betrachtet er ferner, ausgehend von dem Wechselverhältnis von Allgemeinem, Einzelnem und Besonderem, das Prinzip als das Allgemeine, das Institut als das Einzelne und die Norm als das Besondere. In Kenntnis seines Dialektik-Verständnis kann ich seinen interessanten Gedankengängen folgen und grundsätzlich zustimmen. Vgl. seinen stark theoretischen Beitrag „Über den Begriff …“ (Anm. 1), S. 81 – 82.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrecht, Hauptfunktionen, Völkerrechtstheorie

Völkerrecht, Hauptfunktionen, Völkerrechtstheorie

Unter Beachtung der durch die Allgemeine Rechtstheorie erarbeiteten Funktionen des Rechts soll folgend auf die Hauptfunktionen des Völkerrechts eingegangen werden. Dabei sind die Spezifika des Völkerrechts als einer internationalen Rechtsordnung gebührend zu berücksichtigen.

1. Ordnungsfunktion : Sie besteht in erster Linie darin, das Verhalten der Staaten so zu steuern, dass das friedliche Zusammenleben der Völker gesichert wird. Hierdurch wird in den internationalen Beziehungen völlige Anarchie verhindert. Die Ordnungsfunktion liegt im Interesse aller Staaten. 1

________________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich auch I. Seidl-Hohenfeldern , Völkerrecht, Köln et alt., 1987,   S. 7.

_______________________________________________________

2. Friedensfunktion : Gewährleistung der internationalen Sicherheit und des Weltfriedens als wichtige Voraussetzung für die Lösung vor allem der globalen Probleme der Menschheit sowie für das Wohlergehen aller Völker.2

3. Kooperationsfunktion : Förderung der Zusammenarbeit der Staaten auf allen relevanten Gebieten der internationalen Beziehungen durch entsprechende internationale Rechtsinstrumente3.

4. Stabilisierungsfunktion : Sie wird realisiert hauptsächlich durch die Schaffung stabiler ínternationaler Vertragsbeziehungen, vorausgesetzt, dass die Verträge auch tatsächlich erfüllt werden (Pacta sunt servanda).

5. Anpassungs- und Umgestaltungsfunktion : Zwischen ihr und der oben erwähnten Stabilisierungsfunktion besteht ein dialektisches Wechselverhältnis. Daher kann Michel Virally nicht beigepflichtet werden, wenn er schreibt: „Cést qu´on veut faire de lui instrument de changement, au lieu d´un instrument de stabilisation, ce qui lud confere une fonction vouvelle.4 Diese für die Weiterentwicklung des Völkerrechts unentbehrliche Funktion wird weder automatisch noch durch einzelne Staaten, sondern durch die hierfür vorgesehenen internationalrechtlichen Organe und Verfahren und ohne Zweifel auf der Grundlage von entsprechenden internationalen Konventionen realisiert.

6. Sicherungs- und Konfliktregulierungsfunktion : Es geht um die Sicherung der Prinzipien und Normen der gesamten Völkerrechtsordnung durch die dafür geeigneten Organe, Methoden und Maßnahmen.5  Hierdurch wird ein höheres Maß an Rechtssicherheit in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen erreicht.6 92

______________________________________________________
2.   Vgl. teilweise ebenso P. Fischer/H. F. Köck, Allgemeines Völkerrecht, Ein Grundriss, Eisenstadt, 1983, S. 10.
3.  Vgl. auch E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, Ein Studienbuch, München, 1979, S. 20.
4.  M. Virally, Panorama du droit international contemporain, in : RdC, 1983 (83-V), pp. 33/34.
5.  Vgl. ähnlich auch : E. Menzel/K. Ipsen E, Völkerrecht, Ein Studienbuch, München, 1979, S. 21.
6. Vgl. auch K. Ipsen, Völkerrecht, Lehrbuch, München, 1990, S. 44.

_______________________________________________

7. Gerechtigkeits- und Entwicklungsfunktion: Gewährleisten, dass ein Mindestmaß an Gerechtigkeit in den internationalen Beziehungen herrscht, was in einigen Konventionen (z. B. Staatennachfolge in Verträge, Seerechtskonvention) durch die sachbezogene bevorzugte und präferentielle Behandlung von Entwicklungsländern sowie durch die Anwendung des Grundsatzes der Nichtgegenseitigkeit beachtet worden ist.7

8. Legitimitätsfunktion: Es geht vorwiegend darum, dass Handlungen militärischen Charakters durch den UN-Sicherheitsrat gemäß Kapitel VII der UN-Charta legitimiert sein müssen. Aber gerade diese absolut notwendige völkerrechtliche Legitimation fehlte bei dem Krieg der USA gegen den Irak. Die verheerenden Folgen dieser völlig völkerrechtswidrigen Aktionen sind gegenwärtig nicht zu übersehen.

9. Sanktionsfunktion: Das Völkerrecht verfügt über viele, deren Anwendungen von dem konkreten Kräfteverhältnis abhängt. Es ist z. B. gegenwärtig nicht möglich, die USA für ihr völkerrechtswidriges Vorgehen gegen andere Staaten zur Verantwortung zu ziehen.

10. Schutzfunktion: Schutz hauptsächlich der kleinen und schwachen Staaten sowie der Menschenrechte.

_______________
7. Vgl. hierzu ausführlicher die Dissertationsschriften der ehemaligen Doktoranden und Mitglieder der von P. Terz geleiteten Forschungsgruppe „Normbildungstheorie/Neue und gerechte Internationale Wirtschaftsordnung“ sowie „Entwicklungsländer und Völkerrecht“:

R. Kossi, Normbildungstheoretische Aspekte der gleichberechtigten und bevorzugten Behandlung von Entwicklungsländern in den internationalen Beziehungen, Universität Leipzig, 1987;

K. Höhne, Die Bedeutung der Gerechtigkeit für das demokratische Völkerrecht. Eine normbildungstheoretische Untersuchung, Universität Leipzig 1986;

H. Rambinintsoa, Zum Verhältnis von Gegenseitigkeit und Nichtgegenseitigkeit im Völkerrecht, Universität Leipzig, 1990;

E. Pastrana, Die Bedeutung der Charta der ökonomischen Rechte und Pflichten der Staaten von 1974 zur Schaffung einer neuen internationalen Wirtschaftsordnung, Universität Leipzig 1995;

E. Pastrana, El principio de la no-reciprocidad  entre el deber ser y su regulación jurídica en el marco de las relaciones económicas internacionales y de cooperación,en : Papel 2005 (17) pp. 67 – 117.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Methodologie des Völkerrechts, Methodologie der Völkerrechtswissenschaft, Überblick

Methodologie des Völkerrechts, Methodologie der Völkerrechtswissenschaft, Überblick

1.Theorie, Philosophie und Methodologie sind Bestandteile der Wissenschaft. Bei der Theorie geht es um das „Was“ bei der Philosophie um das „Warum“ und bei der Methodologie um das „Wie“. 1. Die Theorie besitzt eigene Philosophie und eigene Methodologie. Die Philosophie hat eigene Theorie und eigene Methodologie.

2. Die Völkerrechtsmethodologie setzt sich aus der Methodologie des Völkerrechts als internationale Rechtsordnung sowie aus der Methodologie der Völkerrechtswissenschaft zusammen.

3. Die Methodologie des Völkerrechts als internationale Rechtsordnung stellt die Lehre über völkerrechtliche Methoden dar, um völkerrechtsspezifische Erkenntnisse zu erlangen sowie Problemlösungen zu erzielen. Zu diesen Methoden gehören vorrangig die Deskriptivität, die Normativität, der Geneseprozess (historische Methode), die Funktionalität, die Analyse, die Systemhaftigkeit, die Strukturalität, die Differenziertheit, die Komparativität, die empirische Methode, die Stabilität, die Veränderung und die Prognose. Darüber hinaus bestehen spezielle Methoden für Völkerrechtszweige sowie für Probleme mit Querschnittscharakter (z. B. Interpretationsmethoden).

4. Die Methodologie des Völkerrechts hat eigene Theorie („Was“) und eigene Philosophie („Warum“).

5. Die Methodologie der Völkerrechtswissenschaft besteht aus den Methodologien der Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft, vor allem aus der Methodologie der Völkerrechtsphilosophie und aus der Methodologie der Völkerrechtssoziologie.

6. Die Methodologie der Völkerrechtsphilosophie als Bestandteil der Völkerrechtswissenschaft sowie als Wissenschaftsgebiet in statu naschend ist die Lehre über Methoden, um völkerrechtsphilosophische Erkenntnisse zu erzielen. Sie besitzt eine Reihe von Methoden wie z. B. die Objektivität, die Komplexität, die Globalität, die Differenziertheit, die Systemhaftigkeit, die Analyse-Synthese, die Historizität, die Normativität, die Funktionalität, die Komparativität und die Prognose. Sie beziehen sich auf die Gegenstände der Völkerrechtsphilosophie, d. h., sie weisen einen spezifischen Inhalt auf.

7. Die Methodologie der Völkerrechtssoziologie stellt die Lehre über Methoden dar, um völkerrechtssoziologische Erkenntnisse zu erlangen. Sie weist eine Reihe von gegenstandsbezogenen Methoden auf, wie vorwiegend die Priorität des Völkerrechts gegenüber der internationalen Politik, die Priorität der Völkerrechtswissenschaft gegenüber der Lehre von den internationalen Beziehungen, die Objektivität, die Komplexität, die Differenziertheit, die Systemhaftigkeit, die Analyse-Synthese, die Historizität, die Normativität, die Funktionalität und die Komparativität.

8. Die Völkerrechtsmethodologie und speziell der Methodologie der Völkerrechtssoziologie benötigt nicht die von den Vertretern der „political scienses“ („Theory of International Relations“) entwickelten konzeptionellen Konstrukte.

Quelle : Panos Terz, Die Völkerrechtsmethodologie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Ad promotionem Gradus Investigationis Scientiae Iuris inter Gentes , In honorem illustris Parmenides, in: Papel Politico, 2007/12/1 , p.173-208 ,Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana

Völkerrechtssoziologie, Überblick

Völkerrechtssoziologie, Überblick

1.Die Völkerrechtssoziologie ist eine Wissenschaft in statu nascendi. Sie stützt sich in erster Linie auf die Soziologie, die Rechtssoziologie und die Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen. Sie besteht aus den folgenden Bestandteilen: Theorie, Methodologie, Dogmatik und Geschichte der Völkerrechtssoziologie.

2. Die wichtigsten Gegenstände der Völkerrechtssoziologie sind die folgenden: die globalen Herausforderungen der Menschheit; die Interessen der Menschheit, der Völker und der Staaten; der politische Wille der Staaten; die Macht, der Einfluss, das internationale Kräfteverhältnis und nunmehr das fehlende Gleichgewicht; die Problemstellungen der Stabilität, der Entwicklung und Veränderung in den internationalen Beziehungen; die geopolitischen und geostrategischen Faktoren; das Verhalten der Staaten; die internationale öffentliche Meinung; die Verhandlungen, die politischen Abmachungen und politischen Normen sowie ihr Verhältnis zu den Rechtsnormen; die politische Verbindlichkeit und die politische Verantwortlichkeit sowie die politischen Reaktivmaßnahmen; das Verhältnis zwischen der Völkerrechtswissenschaft und der Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen.

3. Die Völkerrechtssoziologie hat eine Reihe von methodologischen Grundsätzen mit spezifischem Inhalt wie Objektivität, Analyse/Synthese, Induktion, Komplexität, Systemhaftigkeit und Globalität. Bei dem internationalen Normenbildungsprozess gilt die „goldene“ Kette Bedürfnisse – Interessen – Wille – Normen – Verhalten. Dieser Prozess hat weitestgehend konsensualen Charakter. Durch ihn entstehen drei Normkategorien, namentlich die Rechtsnormen, die politischen Normen und die Moralnormen. Für die politischen Normen gilt der Grundsatz „ex consenso norma Politica oritur“.

4. Normen in Deklarationen/Resolutionen bringen einen consensus opinionis politicae generalis der Staaten zum Ausdruck. Politische Normen in konkreten Abmachungen politischen Charakters sind Ausdruck eines consensus voluntatis politicae der daran beteiligten Staaten. Aus politischer Normen erwachsen politische Verpflichtungen bzw. die politische Verbindlichkeit. Solche Verpflichtungen sind nach dem Grundsatz bona findes zu erfüllen. Andernfalls kommt es auf der Grundlage der politischen Verantwortlichkeit zu politischen Reaktivmaßnahmen. In diesem Falle sind vor allem die grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts sowie spezielle Grundsätze, wie die Verhältnismäßigkeit, zu respektieren. Politische Normen können sich zu Rechtsnormen entwickeln.

5. Die Völkerrechtssoziologie ist die absolut notwendige und auch die passende völkerrechtswissenschaftliche, völkerrechtsfreundliche sowie völkerrechtsverteidigende Antwort auf die vorwiegend völkerrechtsnihilistisch, völkerrechtsleugnerisch und mitunter auch völkerrechtszerstörerisch ausgerichtete, betriebene und wirkende Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen, insbesondere im Sinne des US-amerikanischen political sciences („Theory of International Relations“). Die Völkerrechtssoziologie weist weitestgehend die Vorzüge der Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen auf, ohne jedoch ihre Mängel zu enthalten.

6. Politische Normen werden in der Regel dann geschaffen, wenn die Zeit für Völkerrechtsnormen noch nicht reif ist. Sie weisen in hohem Maße Dynamik, Anpassungsfähigkeit und Flexibilität auf. Politische Normen können zum Vorläufer von Rechtsnormen werden.

7. Politische Normen besitzen Aufforderungscharakter. Ihre wichtigsten Merkmale sind die folgenden: Sie werden von der politischen Überzeugung sowie von den politischen Interessen der Staaten bestimmt; sie regeln gesellschaftliche Verhältnisse; bei Verletzung besteht die Möglichkeit, Reaktivmaßnahmen (Sanktionen) politischen Charakters einzuleiten.

8. Für die politischen Normen gilbt der allgemein gehaltene Grundsatz bona fides.

Quelle : Panos Terz, Die Völkerrechtssoziologie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen. Defensio Scientiae Iuris inter Gentes in : Papel Politico, Pontificia Universidad JAVERIANA, Facultad de Ciencias Politicas y Relationes Internacionales, Vol. 11, No. 1 , 2006, pp. 261-303 )

Völkerrechtsphilosophie, Überblick

Völkerrechtsphilosophie, Überblick

1.Durch die teilweise naturrechtlich ausgerichteten Forderungen von Entwicklungsländern haben philosophische bzw. rechtsphilosophische Fragen des Völkerrechts an Bedeutung gewonnen.

2. Die Völkerrechtsphilosophie versteht sich als die Wissenschaft von der Anwendung philosophischer bzw. rechtsphilosophischer Erkenntnisse auf völkerrechtlich bedeutsame Materien in den internationalen Beziehungen.

3. Die Völkerrechtsphilosophie kann nicht isoliert von den anderen Säulen der Völkerrechtswissenschaft, vor allem von der Völkerrechtstheorie und der Völkerrechtssoziologie betrieben werden: Es darf zu keiner Verwechslung von Idealität und Realität, von Moralität und Normativität, von Rechtsvorstellungen und Rechtsnormen kommen.

4. Die Völkerrechtsphilosophie setzt sich aus den folgenden Bestandteilen zusammen: Theorie, Methodologie, Geschichte.

5. Die Theorie der Völkerrechtsphilosophie untersucht in erster Linie Wesen und Bedeutung der Völkerrechtsphilosophie, das Verhältnis der Völkerrechtsphilosophie zu den anderen Bestandteilen der Völkerrechtswissenschaft und durchdringt theoretisch alle Gegenstände der Völkerrechtsphilosophie selbst.

6. Zum Gegenstand der Völkerrechtsphilosophie gehören vor allem: Werte, Gerechtigkeit und Billigkeit, Gleichheit/Ungleichheit, Commune bonum humanitatis, Solidarität/Hilfeleistung, Moral, Moralnormen, Verantwortung, Pflicht, Interessen der gesamten Menschheit, Rechtsbewusstsein, Rechtsgefühl, System/Struktur.

7. Zu den Hauptkategorien der Völkerrechtsphilosophie gehören insbesondere die Werte (Gerechtigkeit und Billigkeit, Gleichheit, Commune bonum humanitatis, Interessen der gesamten Menschheit, Solidarität/Hilfeleistung) und die Moralnormen.

8. Die in Resolutionen der UN-Generalversammlung enthaltenen konkreten Moralnormen sind Ausdruck eines consensus opinionis moralis. Die allgemeinen Moralprinzipien (Commune bonum humanitatis, Gerechtigkeit, Verantwortung, Pflicht) bringen einen consensus opinionis moralis generalis zum Ausdruck.

9. Während die Rechtsnormen moralische Elemente enthalten, weist nicht jede Moralnorm rechtliche Aspekte auf. Moralnormen können im Rahmen des Normenbildungsprozesses Ausgangspunkt für juristische Regelungen werden. Unter Umständen können konkrete Moralnormen in Rechtsnormen umgewandelt werden.

10. Die Moralnormen stellen Verhaltensaufforderungen dar. Deswegen sind sie von den Staaten zu respektieren.

11. Aus der obligatio moralis ergibt sich die moralische Verantwortung. Bezüglich der Verpflichtungen aus den Moralnormen gilt nicht das Prinzip pacta servanda sunt, sondern vielmehr der allgemeine Grundsatz bona fides. Die Verletzung von Moralnormen zieht moralisch ausgerichtete Reaktivmaßnahmen (Sanktionen) nach sich.

Völkerrechtstheorie , Überblick

Völkerrechtstheorie , Überblick

1. Die Völkerrechtstheorie ist ein Bestandteil der Völkerrechtswissenschaft sowie ein Wissenschaftsgebiet in statu nascendi. Sie stützt sich größtenteils auf philosophische und teilweise auch auf rechtstheoretische Grundkenntnisse. Sie hat allgemeinen Charakter (Allgemeine Völkerrechtstheorie).

2. Die Völkerrechtstheorie stellt eine systematisch-logisch geordnete Menge von Aussagen bzw. Erkenntnissen über die gesamte Völkerrechtsordnung sowie über das Verhältnis der Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft untereinander dar.

3. Zu den Gegenständen der Völkerrechtstheorie gehören vor allem das Wesen des Völkerrechts als Recht, das System und die Struktur des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft, die Prinzipien und Normen, das Völkergewohnheitsrecht, die „Allgemeinen Rechtsgrundsätze“, die Normenhierarchie, die Normenbildung und Normendurchsetzung, die Zweige und die Institute des Völkerrechts.

4. Die Völkerrechtstheorie besitzt empirische Durchdringungs-, analytische Ordnung-, Erklärungsnormative und prognostische Funktion.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrechtswissenschaft, Bestandteile, Überblick

Völkerrechtswissenschaft, Bestandteile, Überblick

Die Völkerrechtswissenschaft ist die Summe und das System von Kenntnissen, Erkenntnissen und Methoden über völkerrechtlich bedeutsame Materien. Ihr Gegenstand ist breiter als jener des Völkerrechts.

Die Völkerrechtswissenschaft hat folgende Bestandteile und zugleich Wissenschaftsgebiete in statu nascendi:

Völkerrechtstheorie, Völkerrechtsphilosophie, Völkerrechtssoziologie und Völkerrechtsmethodologie.

Weitere integrale Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft existieren bereits: Völkerrechtsdogmatik, Geschichte des Völkerrechts und Geschichte der Völkerrechtswissenschaft.

Quelle :   Panos Terz ,  Die Polydimensionalität der Völkerrechtswissenschaft oder Pro scientia lata iuris inter gentes, in :  Archiv des Völkerrechts 30. Bd., No. 4, (1992), pp. 442-481

Struktur und System des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft, als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Struktur und System des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Die Völkerrechtstheorie muss bei der Behandlung der Strukturproblematik des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft unbedingt auf den philosophisch-gnoseologischen Strukturbegriff zurück greifen., sonst bestünde die Gefahr, über das Niveau der einfachen Beobachtung, d. h. über den ersten Schritt, nicht hinauszugehen.

Fast einmütig wird in der philosophischen Literatur die Struktur als eine „Menge der die Elemente eines Systems miteinander verknüpfenden Relationen“ definiert 1. Hieraus lässt sich ableiten, dass die Struktur eines Systems drei wesentliche Merkmale aufweist: Zum einen besteht eine Menge; ein geordnetes Ganzes 2. Zum anderen existieren zwischen den Elementen des Ganzen wechselseitige Beziehungen, auf die es ankommt. Zum dritten macht erst die Struktur das System dynamisch 3. und damit entwicklungsfähig. Deswegen kann m. E. die Völkerrechtstheorie dieser gnoseologisch-dynamischen Strukturdefinition folgen und nicht einer ontologisch-statischen 4.

______________________________________________________-

1. In: Philosophisches Wörterbuch, Band 8, 1992 (4), G. Klaus, Stichwort „Struktur“.

2.  Vgl. ähnlich auch: A. Rapoport, General Systems Theory, in International Encyclopedia of the Social Sciences, 1967 (15), pp. 452 ss; Vgl. T. Eckhoff/N. K. Sundby, Rechtssysteme, Eine systemtheoretische Einführung in die Rechtstheorie, Berlin, 1988, S.18  (Sätze von Elementen und Beziehungen bilden ein „strukturiertes Ganzes“); M. Busse-Steffens, Systemtheorie und Weltpolitik, eine Untersuchung systemtheoretischer Ansätze im Bereich der internationalen Beziehungen, München, 1980, S. 13, 22.
3. Vgl. auch Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von M. Müller/A. Halder), Freiburg i. B. et alt., 1988, S. 299, ferner G. Klaus/H . Liebscher , Stichwort System ; in: Philosophisches Wörterbuch, Band 2, S. 1180.

4. Beispielsweise seine stellvertretend für mehrere genannt: E. Huber, Stichwort „Struktur“, in: Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von W. Brugger), Wien et alt., 1985, 381/382; F. Händle/S. Jensen (Hrsg.), Systemtheorie und Systemtechnik, München, 1974, S. 31 ff.

_____________________________________________________________

Es ist ein Verdienst der Rechtstheoretiker Karl. A. Mollnau und Hermann Klenner gewesen, bereits wesentliche Elemente einer Strukturtheorie innerhalb der Allgemeinen Rechtstheorie herausgearbeitet zu haben. Ihre Grunderkenntnisse können von der Allgemeinen Völkerrechtstheorie fast ohne Einschränkungen übernommen werden. Deswegen sollen hier ihre Untersuchungsergebnisse kurz vorgestellt werden. Mollnau stellt folgende Strukturebenen im makrostrukturellen Bereich fest:
a) Beziehungen zwischen den Zweigen sowie innerhalb von Rechtszweigen, was noch zu behandeln sein wird; b) Beziehungen zwischen Rechtsnormen verschiedener hierarchischer Stufen als Ausdruck verschiedener Rechtserzeugungsverfahren; c) Beziehungen zwischen Rechtsnormen gleicher oder hierarchischer Stufen, gleicher oder verschiedener Rechtszweige, horizontaler oder vertikaler Normenverknüpfungen; d) Beziehungen zwischen Rechtsnormen und Rechtsnormengruppen; e) Beziehungen zwischen Rechtsnormen verschiedener semantischer Stufen (z. B. zwischen Objekt- und Metanormen, strukturelle Bedeutung von Legaldefinitionen etc.) Er betrachtet dieses Beziehungsgeflecht als ein dynamisches Phänomen mit Übergängen zum Struktur-Mikrokosmos. Mollnau sieht ferner die Rechtsstruktur als eine „Momentaufnahme vom Veränderungs- und Entwicklungsprozess des Rechts“ und die Rechtsstruktur als „geronnene Rechtsentwicklung“ an 5. Klenner wiederum lehnt eine Beschränkung auf die Mikro- und die Makrostruktur eines Rechtssystems ab und plädiert für die Beachtung der Sozialstruktur des Rechts, vorausgesetzt, dass an ihr das Recht als „produziertes oder produzierenden Element“ unmittelbar beteiligt ist. Er unterscheidet außerdem zwischen der ontologischen (Rechtsnormen, Recht als Produkt und auch Produzierendes) und der gnoseologischen (Strukturtheorie des Rechtssystems, insbesondere der Rechtsnorm) Dimension 6.

__________________________________________________________
-K. A. Mollnau, Zum Charakter der Rechtsstruktur ,  in: id. (Hrsg.), Probleme einer Strukturtheorie des Rechts, Berlin, 1985, S. 49; T. Mayer-Maly, Rechtswissenschaft, München/Wien, 1988, S. 81; K. Larenz, Methodenlehre der Rechtswissenschaft, Berlin et alt., 1991,
-H. Klenner,   Systemstrukturen als Gegenstand von Rechtstheorie und Rechtsphilosophie, in: K. A. Mollnau (Hrsg.), Probleme einer Srukturtheorie des Rechts, Berlin, S. 38 – 40.

________________________________________________________

Ein jahrzehntelanges systematisches Studium der völkerrechtlichen Literatur hat gezeigt, dass die Strukturproblematik ziemlich stiefmütterlich behandelt worden ist. Eine wohltuende Ausnahme bilden mehrere Völkerrechtswissenschaftler der ehemaligen Sowjetunion, die sich dieser Problematik sowie weiteren „weißen Flecken“ der Völkerrechtswissenschaft zugewandt haben. Völkerrechtler anderer Länder haben sich zur Strukturfrage des Völkerrechts entweder nur sporadisch und oberflächlich 7 oder äußerst ontologisch-statisch 8 geäußert.

Unter den Völkerrechtlern des ehemaligen Imperium Sovieticum Absolutum sind in Sonderheit zwei zu nennen, die interessanterweise nicht im Zentrum des Imperiums, sondern in der Peripherie tätigen D. I. Feldmann (Kasan) und E. T. Rulko (Kiew) hervorzuheben. Gestützt auf philosophische Erkenntnisse, haben sie eine Strukturposition erarbeitet, der man grundsätzlich folgen kann. Beide, und zwar unabhängig voneinander, gelangen zu der Feststellung, dass die Wechselbeziehungen zwischen den einzelnen Elementen des Völkerrechtssystems seine Struktur darstellen.9

_______________
7. So beispielsweise: J. Stone, Poblems confrotning sociological enquires concerning international law, in: RdC 1956 (89-I), pp. 68, 101, 124; g. Moca, Dreptul International, Bucuresti, 1983, p. 28.
8. Vgl. beispielsweise A. Bleckmann, Zur Strukturanalyse im Völkerrecht, in: Rechtstheorie, 1978, S. 151 – 154. Andererseits ist zu bemerken, dass  B. fast als einziger Völkerrechtler innerhalb der nach wie vor stark rechtspositivistisch ausgerichteten deutschen Völkerrechtswissenschaft sich mit völkerrechtstheoretischen Fragestellungen gründlich befasst hat. Sein rechtstheoretisches Verständnis ist jedoch größtenteils in der Tat ontologisch statisch. Es fehlt die absolut notwendige Anreicherung der Völkerrechtswissenschaft durch philosophische Grunderkenntnisse. Dies entspricht vollauf der Tradition fast der gesamten deutschen Rechtswissenschaft, spätestens seit der Gründung des Deutschen Reiches 1871. Die wenigen Naturrechtler haben, abgesehen von einer kurzen Zeit nach dem Zweiten Weltkrieg, kaum eine entscheidende Rolle gespielt.

9. D. I. Feldmann, , Das System des gegenwärtigen Völkerrechts, Moskau, 1983 S. 54, 10/11, ,S. . E. T. Rulko, Der Begriff der Struktur des Völkerrechts, Methodologische Aspekte, in: Westnik Kiewskowo, Universiteta, 1980 (10), S. 74 ff. Vgl. teilweise auch, wenn auch sehr lapidar. L. A. Alexidxe, Die Stellung und Rolle des jus cogens im Völkerrechtssystem, in: SEMP, 1969, Moskwa, 1970, s. 127 ff (alle drei Quellen in Russisch).

_________________________________________________________

Bei beiden Völkerrechtlern fehlt jedoch eine tiefer gehende Behandlung der Beziehungen zwischen den Systemelementen. Unter Anwendung der in erster Linie von dem Rechtstheoretiker Karl A. Mollnau herausgearbeiteten Beziehungskriterien innerhalb des Rechtssystems und bei gebührender Beachtung des Völkerrechtssystems mit seinen Charakteristiken soll hier der Versuch unternommen werden, das ziemlich komplexe Beziehungsgeflecht der Völkerrechtsstruktur zu analysieren. Dabei kommt es auf das jeweilige Kriterium bzw. auf die jeweilige Ausgangsbasis an.
a) Wird der Aufbau – absichtlich wird der philosophische Strukturbegriff nicht verwendet – zugrunde gelegt, so gibt es zwischen den Zweigen wechselseitige Beziehungen horizontaler Art.
b) Werden die grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts als Kriterium für die Rechtsnormen verwendet, dann gibt es hauptsächlich hierarchisch-vertikale Beziehungen im gesamten Normensystem des Völkerrechts.
c) Werden die Rechtsnormen in ihrer Gesamtheit in Erwägung gezogen, so bestehen Beziehungen zwischen ihnen. Derartige Beziehungen existieren ebenso zwischen den Rechtsnormen eines einzigen Völkerrechtszweiges.
d) Geht es nur um Völkervertragsnormen, dann werden sowohl vertikale als auch horizontale Beziehungen bejaht.
e) Bei den Völkervertragsnormen können ebenso vertikale sowie horizontale Relationen festgestellt werden.
f) Zwischen Völkervertragsnormen und Völkergewohnheitsnormen sind gleichfalls Beziehungen vorhanden.
g) Die „Allgemeinen Rechtsgrundsätze“ stellen ebenso ein System (Subsystem) dar, welches seine eigene Struktur besitzt. Zwischen ihm und den anderen Subsystemen (siehe d) und e)) stellt man ebenso Beziehungen fest etc.
h) Bisher sind hauptsächlich Beziehungen im Rahmen des Makrokosmos des Völkerrechtssystems erwähnt worden. Es gibt aber auch Beziehungen innerhalb des Normenmikrokosmos, z. B. die mikrostrukturellen Beziehungen innerhalb einer Norm, und zwar unabhängig von der Normenart.
Nicht zuletzt sind die Beziehungen zwischen den Rechtsnormen des Völkerrechts auf der einen Seite und den politischen sowie den Moralnormen auf der an anderen Seite unbedingt zu berücksichtigen, die – philosophisch betrachtet – zu der politischen und der sozial-ethischen „Umgebung“ des Völkerrechtssystems gehören. Derartige Umgebungs- oder Umfeldbeziehungen sind möglich, weil alle drei Normensysteme namentlich die Völkerrechtsnormen, die politischen Normen und die Moralnormen einen sozialen Charakter besitzen und daher „offen“ sind. In diesen Normenmakrokosmos existiert ein äußerst lebendiges, dynamisches, wandlungs- und entwicklungsfähiges, äußerst komplexes Beziehungsgeflecht in den internationalen Beziehungen. In solchen internationalen Dimensionen und Zusammenhängen betrachtet, stellt das Völkerrechtssystem ein Subsystem des Hauptsystems der internationalen Beziehungen dar. Diese hierarchische Sicht ist allerdings nur gnoseologisch und formal-logisch gemeint. Eine ontologische Betrachtungsweise führt zu einem anderen Ergebnis: Das Normensystem des Völkerrechts steht im Mittelpunkt der internationalen Beziehungen, denn es ist ohne Zweifel älter und vor allem wichtiger als das System der politischen Normen und das System der Moralnormen.

Zwischen den bereits erwähnten Bestandteilen (Elementen) der Völkerrechtswissenschaft als System erster Ordnung, namentlich der Völkerrechtsphilosophie, der Völkerrechtstheorie, der Völkerrechtsmethodologie, Völkerrechtssoziologie, Völkerrechtsdogmatik und Geschichte der Völkerrechtswissenschaft, die in ihrem Verhältnis zu dem System der Völkerrechtswissenschaft als System zweiter Ordnung bzw. als Teilsysteme zu betrachten sind, gibt es Verzahnungen, Querverbindungen, ja dialektische Wechselbeziehungen, die in ihrer Totalität die Struktur der Völkerrechtswissenschaft bilden.
Ähnlich ist es auch bei den Elementen eines Teilsystems, z. B. der Völkerrechtsphilosophie, Theorie, Methodologie, Dogmatik und Geschichte. Sie sind in ihrem Verhältnis zu dem Teilsystem Völkerrechtsphilosophie Systeme der dritten Ordnung, dem Wesen nach Subsysteme. Ihre Beziehungen untereinander machen die Struktur der Völkerrechtsphilosophie aus.
Unabhängig davon, ob es sich um ein ontologisches oder um ein gnoseologisches System handelt, erlangt dieses durch die sich dynamisch abspielenden dialektischen Prozesse eine neue Qualität, die über die Qualität der einzelnen Bestandteile weit hinausgeht. Hieraus können neue Erkenntnisse erwachsen, die gleichermaßen für die Völkerrechtspraxis sowie für die Völkerrechtswissenschaft von eminenter Bedeutung sind.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana

Spannungsfeld von Stabilität und Veränderung in Philosophie, Theorie der Internationalen Beziehungen und im Völkerrecht Stabilität und Veränderung in den Internationalen Beziehungen und im Völkerrechtsowie das Verhältnis von Pacta sunt Servanda und Clausula rebus sic Stantibus

Spannungsfeld von Stabilität und Veränderung

Obwohl es sich hierbei nicht um eine philosophische Abhandlung handelt, erweist es sich als nützlich, auf den philosophischen Begriff der Stabilität zurück zu greifen:
„Eigenschaft oder Zustand eines Systems der zufolge das System in der Lage ist, gegenüber einer Störung oder einer Klasse von Störungen sein Gleichgewicht zu wahren oder die Störung in der Weise zu bewältigen, dass es selbsttätig in den Zustand eines Gleichgewichts zurückkehrt.“13

Zunächst ist die philosophische Erkenntnis festzuhalten, dass das Gleichgewicht zur Wesensbestimmung der Stabilität gehört. Diese Erkenntnis kann etwas modifiziert, auf die internationalen Beziehungen angewandt werden. In der politologischen Literatur wird der Stabilitätsbegriff verwirrend verwendet, worauf J. Frankel zu Recht aufmerksam macht: „Stability is a frequently explored aspect of international systems. It ist sometimes confusingly applied either to structural stability i. e. the continuation across time of the essential variables of the system without major change, or to dynamic stability which denotes a tendency to move towards an equilibrium following disturbances”.14

Hiermit werden einige theoretische Fragen aufgeworfen: Genannt sei vor allem jene nach dem eigentlichen Wesen der Stabilität: Ist sie statisch oder vielleicht dynamisch aufzufassen? Die Beantwortung dieser Frage ist insofern diffizil, da Statik und Dynamik ebenfalls sehr interpretationsfähige Begriffe sind. Die Statik hat z. B. in der Politik (Innen- und Außenpolitik) sowie im Recht (Landes- und Völkerrecht) zwei Hauptzüge aufzuweisen: Zum einen ist das Beharren einer politischen Erscheinung in einem Zustand, der in seiner

_______________

13 Klaus, G. (1969), Stichwort „Stabilität“ in: Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von G. Klaus/M. Buhr), Band 2, Leipzig, S. 117. Ähnlich lautet die soziologische Stabilitätsdefinition: „Eigenschaft eines Systems bei Abweichung von einem Gleichgewicht aufgrund von Störungen (externer Impulse) zu einem Gleichgewichtszustand zurückzukehren. Der Bereich von Abweichungen um einen bestimmten Gleichgewichtspunkt, innerhalb dessen das System zum Gleichgewicht zurückkehrt, heißt Souveränitätsbereich“. Wienhold, H. (1995), Stichwort „Stabilität“ in: Lexikon zur Soziologie (hrsg. von W. Fuchs-Heinritz et alt.), Opladen, s. 638/639.

14 Frankel, J, (1973) , Contemporary international theory and the behaviour of state , Oxford/New York, pp. 10/1 ss.

Wesenheit schlecht oder gut, progressiv oder konservativ sein kann. Dies gilt für die Politik genauso wie für das Recht. Zum anderen gehört im Recht die Rechtssicherheit.
Die Praxis der internationalen Beziehungen zeigt jedoch, dass vielfältige Entwicklungen die Schaffung neuer Normen des Völkerrechts notwendig machen (Kodifikation des Völkerrechts).
Die Dynamik hingegen impliziert a priori Entwicklung und Veränderung, was zumindest begrifflich der Stabilität widersprechen würde. Hierbei gilt es, ein Kriterium zu finden, das die dynamische Stabilität stützen würde. Ein solches Kriterium wäre z. B. die Gewährleistung des Weltfriedens. Legt man ihn den angestellten Überlegungen zugrunde, so würde die Stabilität in den internationalen Beziehungen in erster Linie die Aufrechterhaltung des Weltfriedens bedeuten.
Dies wiederum erfordert weitere Schritte, um den Weltfrieden sicherer zu machen. Sie würden zu einer weiteren Verbesserung die Stabilität auf einer höheren Ebene und damit zu einer Qualitätswandlung führen. Diese friedensbejahende Stabilität wird gegenwärtig durch die oben erwähnten Abrüstungsverträge zwischen den USA und Russland erreicht. Dies gilt auch für eine bessere Kontrolle von Atommaterial, auch mit dem Ziel, dass es nicht in die Hände von Terroristen fällt.

Die Stabilität in den internationalen Beziehungen erstreckt sich hauptsächlich auf stabile friedliche Beziehungen, die den Grundinteressen aller Völker entsprechen.15 Dies kann sich auch auf das Gebiet der nuklearen Abrüstung erstrecken. Gerade dieser Aspekt wurde in relativ vielen Dokumenten unterstrichen.
In diesem Zusammenhang taucht die Formulierung der „strategischen Stabilität“ auf. So heißt es z. B. in der Präambel des SALT-II-Vertrages vom 18. Juni 1979: „In Anerkennung der Tatsache, dass die Stärkung der den Interessen der Seiten und den Interessen der internationalen Sicherheit entspricht…“.16 Raymond Aron betrachtet eine Lage als militärisch stabil („militärische Stabilität“), wenn keiner der beteiligten Staaten versucht, Gewalt anzuwenden „und zwar auch dann nicht, wenn er mit dem status quo nicht zufrieden ist“.17 Dieser Auffassung kann man uneingeschränkt

_______________

15 Vgl. ähnlich auch Stupak, R./Gilman, S. (Anm. 8, p. 139).
16 Dokument in: Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1980, S. 1070.
17 R. Aron (Anm. 9, S. 207).
___________________________

zustimmen. Eine unerlässliche Voraussetzung der strategischen Stabilität ist das „strategische Gleichgewicht“. In der „Gemeinsamen Erklärung über die Prinzipien und die Hauptrichtungen künftiger Verhandlungen über die Begrenzung der strategischen Rüstungen zwischen der UdSSR und den USA“ vom 18. Juni 1979 bekunden beide Atommächte ihre Entschlossenheit, „um die Gefahr des Ausbruchs eines Kernwaffenkrieges zu verringern und anzuwenden, weiterhin nach Maßnahmen zur Festigung der strategischen Stabilität, unter anderem durch die Begrenzung der strategischen Offensivwaffen, die das strategische Gleichgewicht destabilisieren … zu suchen“.18

Von der strategischen Stabilität ist die politische Stabilität im Sinne der Aufrechterhaltung des sozialpolitischen Status quo in der Welt zu unterscheiden. Wie der friedliche Zusammenbruch des „sozialistischen Weltsystems“ deutlich gezeigt hat, kann es eine derartige Stabilität nicht geben.

Davon wiederum ist die Stabilität im Sinne des Völkerrechts zu unterscheiden. Sie ist hauptsächlich als Rechtssicherheit aufzufassen. Sie setzt die unbedingte Achtung der Prinzipien und Normen des Völkerrechts voraus.19 Dies gilt in besonderem Maße für das Prinzip der Vertragstreue (Pacta sunt servanda), denn eines der Ziele der internationalen Vertragsabschlüsse ist, im Interesse der Aufrechterhaltung des Weltfriedens und der internationalen Sicherheit stabile und beständige internationale Beziehungen zu schaffen.20 Konkret bedeutet dies, dass auch die Verträge auf dem Gebiet der Rüstungsbegrenzung und der Abrüstung strikt einzuhalten sind.

_______________

18 Dokument in: (Anm. 16, S. 1079 ff.
19 Dies wird von E. Menzel und K. Ipsen unter der „Ordnungsfunktion“ des Völkerrechts subsummiert. Vgl. Völkerrecht, Ein Studienbuch, München 1979. S. 15.
20 Theoretische Fragen der Vertragsstabilität wurden hauptsächlich in folgenden Arbeiten behandelt:Bourguin, M. (1938). Stabilité et mouvement dans l` ordre juridique international, in: Recueil des cours de l` Academie de dreit international de la Haye, II, Vol. 64 p. 347 ss, und Bolintineanu, A. (1969). Stabilitatea tratatelor-problema esentiala a codificarii dreptului tratatelor, in: Revista romana de drept 1, p. 66, Bucuresti. Zum Teil gilt dies auch für S. Myslil, S. (1974), Kodifikace smluvniho prava, in: Gasopis pro mezinarodni prave, XV, Nr. 2 Praha S. 183. M. Virally, M (1966), betrachtet bereits den völkerrechtlichen Vertrag als ein Mittel, um die Beziehungen der Staaten “auf einer stabilen Basis zu regeln”. Vgl. Reflections sur le „jus cogens“, in: Annuaire Francais de Droit International, XIII, Paris p. 10.
————————————–

Die im philosophischen Sinne vorhandene engste Beziehung zwischen der Stabilität und dem Gleichgewicht gilt ebenso in den internationalen Beziehungen und speziell für die Materien der Abrüstung. Darauf ist bereits seitens einiger Politologen hingewiesen worden.21 Der Auffassung hingegen von R. Aron kann nicht gefolgt werden. Er schlägt vor, den Begriff „Gleichgewicht“ durch jenen der „Stabilität“ zu ersetzen. Dies würde in der wissenschaftlichen Beschäftigung mit komplizierten Gegenständen zu großen Unschärfen führen.

In direktem Verhältnis zur Stabilität steht der status quo. Dabei kommt es auf den konkreten Bezug an. Geht es um den sozial-politischen Zustand, so ist eine Abmachung darüber so gut wie ausgeschlossen.
Davon wiederum ist die grundsätzliche Respektierung der sozial-politischen Ausrichtung eines Staates zu unterscheiden, vorausgesetzt, dass die grundlegenden Menschenrechte respektiert werden.
Handelt es sich um den militärstrategischen Zustand, so sind konkrete Abmachungen über das Festschreiben dieses Zustandes normal und notwendig. Dies ist der Fall bei einem Moratorium der Rüstungen. Verglichen damit ist jedoch eine Rüstungsreduzierung, d. h. Dynamik auf einem niedrigeren Niveau oder sogar die Abrüstung friedensbejahender. Somit läge ein dynamischer status quo vor.22 Die militärstrategische Komponente ist allerdings eine unter mehreren wie z. B. die Wirtschaftskraft, der Industrie und Technologiestand etc. Eine wesentliche Veränderung dieser Komponenten könnte unter Umständen zu einer Störung des Gleichgewichts führen.
Sogar innerhalb des militärstrategischen Gleichgewichts sollte zwischen den konventionellen Waffensystemen und den Kernwaffen unterschieden werden. Veränderungen dieser Elemente würden unweigerlich zu einer Störung des Gleichgewichts führen, was die relativ schnelle Schaffung von Gegengewichten herbeiführen könnte.

_______________

21 Vgl. Beispielsweise die folgenden Autoren : Morgenthau, H. (Anm. 4, S. 146). Das Gleichgewicht ist ein „wesentliches Element der Stabilität“, Schwarzenberger, G. (1955), Machtpolitik, Eine Studie über die internationale Gesellschaft („A Study of International Society“, New York, 1951), Tübingen 1955, S. 113: „Koalitionen, Gegenkoalitionen können unter günstigen Bedingungen zu einer begrenzten Stabilisierung der internationalen Beziehungen führen. Eine solche Konstellation bezeichnet man als Gleichgewicht der Kräfte“; Kissinger, H. (1969), Amerikanische Außenpolitik, Düsseldorf/Wien, S. 135 betrachtet es als Dilemma für die USA, „dass es keine Stabilität ohne Gleichgewicht gegen kann“.

22 A. Nussbaum betrachtet Sa Mächtegleichgewicht, das auf eine Aufrechterhaltung des status quo abzielt an und für sich als „ein Axiom der hohen Diplomatie. Dieser Verabsolutierung kann nicht gefolgt werden. Er unterscheidet ohnehin nicht zwischen dem sozial-politischen und dem militärstrategischen Gleichgewicht. Vgl. Geschichte des Völkerrechts in gedrängter Darstellung, München/Berlin, 1960, S. 153. Im Unterschied dazu kann der Ansicht von W. Grewe (Anm. 1, S. 17) zugestimmt werden: Die damaligen Supermächte waren speziell an einem militärisch-strategischen Gleichgewicht interessiert. Der friedliche sozial politische Wandel sei weiterhin ein Ziel des Westen gewesen.
—————————————

Den Gegenpol der Stabilität bilden die Veränderungen in den internationalen Beziehungen. Derartige Veränderungen besitzen einen vorrangig objektiven Charakter. Zu ihnen gehören in erster Linie die Zuspitzung der globalen Herausforderungen der Menschheit. Eine weitere Veränderung mit gewaltigen Konsequenzen für die internationalen Beziehungen ist das allmähliche Wachsen Chinas zu einer Supermacht.

Auch im Völkerrecht vollziehen sich Veränderungen, die jedoch das Ergebnis der vobuntas iuris der Staaten sind, obwohl die tieferen Ursachen objektiv bedingt sind.
Das Völkerrecht ist nicht statisch, sondern dynamisch. Hierauf hat bereits einer der Väter der Völkerrechtswissenschaft, der berühmte spanische Jurist und Theologe Francisco Suarez hingewiesen: Er meinte, „dass das Völkerrecht, soweit es von menschlicher Übereinkunft abhängt, veränderlich ist.“23 Dies bedeutet in concreto, dass das Völkerrecht Veränderungen unterworfen ist.24 Diese Aussage gilt jedoch für sämtliche ius cogens Prinzipien und Normen des Völkerrechts nur bedingt.

Bei den Veränderungen des Völkerrechts geht es der Zielstellung nach um eine Anpassung des Völkerrechts an veränderte Bedürfnisse der internationalen Staatengemeinschaft. Je schneller diese Anpassung erfolgt, umso vollkommener ist das Rechtssystem in den internationalen Beziehungen. In der völkerrechtlichen Fachliteratur hat vor allem Wilfred Jenks immer wieder das Anpassungserfordernis unterstrichen, das er offenkundig als Bestandteil des von ihm entworfenen „common law of mankind“ ansieht.25 In diesem Sinne ist das Völkerrecht tatsächlich Ausdruck eines konkreten Kräfteverhälsnisses.26

______________

23 Ausgewählte Texte zum Völkerrecht, Band IV („Die Klassiker des Völkerrechts in modernen Übersetzungen“). hrsg. von W. Schätzel, Tübingen 1965, S. 75.

24 In dieser Beurteilung stimmen wir mit Röhling, B. (1960), International law in an expanded world, Amsterdam, p. 87, überein. G. Morelli meint zu dieser Problematik, dass bei einer Nichtanpassung des Völkerrechtssystems an die veränderte Welt ein Widerspruch entsteht. Vgl. Nozioni di diritto internazionale, Padova, 1963, pp. 46 ss.

25 Ihm ist vorbehaltlos zu folgen, wenn er schreibt: “The law of nations, like the common law, must grow out of and reflect the expansing and changing needs of life in society. The common law of mankind must be an expression of and response to human need …” Jenks, W. (1965), Unanimity, The Veto, weighted voting, in: Cambridge Essays in International Law, London/New York, p. 63.

26 Vgl. ähnlich auch Chemillier-Gendreau, M. (1975), A´propos de l effectivité en Droit International, en : Revue belge de droit international, 1/II, p. 41. Es wird zugleich zu Recht darauf hingewiesen, dass Rechtsnormen auch über mögliche Veränderungen des Kräfteverhältnisses ihren Charakter behalten müssen (p. 43).
———————————-

Veränderungen in den realen internationalen Beziehungen wirken sich auf die zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen aus. Dies findet seine Widerspiegelung in der „Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände“ (dem Wesen nach die alte Regel „Clausula rebus sic stantibus“).
Nach dieser Norm kann unter bestimmten Bedingungen eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber jenen, die zur Zeit des Vertragsabschlusse bestanden und die von den Vertragspartnern nicht vorausgesehen werden konnten, als Grund für die Beendigung des Vertrages oder den Austritt auf ihm geltend gemacht werden.27 In diesem Zusammenhang stellt sich die Frage nach dem Verhältnis zwischen der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände und der Pacta sunt servcanda.

Zwischen ihnen besteht ein großer qualitativer Unterschied: Während erstere eine Regel des internationalen Vertragsrecht ist, stellt die Pacta sunt servanda in der Ausformulierung der UN-Charta ein grundlegendes Prinzip dar. Diese Klarstellung ist für die Verträge zu den Materien des militärstrategischen Gleichgewichts von eminenter Bedeutung. Die Priorität der Vertragstreue erweist sich auf diesem Gebiet als betont friedenserhaltend.

Insgesamt sollten Veränderungen in den internationalen Beziehungen nicht leichtfertig zu Vertragsverletzungen führen. Die Vertragserfüllung schafft hingegen stabile und friedliche internationale Beziehungen, die der Friedenserhaltung dienen.28 Aus der Sicht des Völkerrechts ist entscheidend, ob durch die Stabilität und die Veränderungen bestehende und geltende Rechtsnormen verletzt werden. So kann zwar einerseits die Stabilität nicht bedeuten, dass Rechtsnormen weiterhin existieren, obwohl sie von der Entwicklung der internationalen Beziehungen völlig veraltet geworden sind. Andererseits können jedoch erfolgte Veränderungen nicht automatisch bestehende Normen und Verträge außer Kraft setzen. Im Völkerrecht geht es allgemein um ein ausgewogenes Verhältnis von Stabilität (Achtung der

_______________

27 Vgl. hierzu ausführlicher Terz, P. (1979), Wesen und mögliche Auswirkungen von grundlegenden Veränderungen der Umstände auf die Gültigkeit zwischenstaatlicher Verträge, in: Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Nr. 6, S. 115 – 130 (in Polnisch).

28 Ein ähnlicher Gedanke klingt an auch bei Frankel, J. (1973), Contemporary intenational theory and the behaviour of states, Oxford/New York, p.173, Er meint, dass unter „Umständen“ die Veränderung die Stabilität erhöhen kann, indem Elemente der Instabilität vermindert werden.
—————————————

grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts, stabile zwischenstaatliche Vertragsbeziehungen) und Veränderung (Weiterentwicklung des Völkerrechts in erster Linie auf vertraglicher Grundlage bei gleichzeitiger Respektierung des ins cogens). Es wäre allerdings unkorrekt, von einem ausgewogenen Verhältnis zwischen Pacta sunt servanda und der Clausula rebus sic stantibus zu sprechen29, weil sie zwei völlig unterschiedliche Ebenen des Völkerrechts zum Ausdruck bringen.

Εθνος , Εθνική Συνείδηση, Εθνική Ταυτότητα, Κρατική Συνείδηση, Λαός, Οχλος

Εθνος, Εθνική συνείδηση , Εθνική ταυτότητα, Λαός

Η εθνική συνείδηση είναι μεν απαραίτητη για την ύπαρξη ενός έθνους, αλλά μόνη της δεν αρκεί για να στηρίξει το κράτος που έχει εμπεδωθεί στην Ελλάδα στα μέσα του 19ου αι. Στην Ελλάδα η εθνική παραγκωνίσει έχει ευθύς εξ αρχής την κρατική συνείδηση , η οποία όμως είναι ακρως συγκεκριμένη,γιατί βασίζεται στην διαλεκτική αλληλοεξάρτηση μεταξύ του κράτους και του πολίτου. Από την κρατική συνείδηση απορρέουν μεταξύ άλλων η νομική, η φορολογική και η περιβαλλοντική συνείδηση.
Στην δεκαετία του 40 μας έχουν διδάξει στο Δημοτικό το εξής εθνικό :»Ελλην είναι το όνομά μου υπερήφανο τρανό, μάνα την Ελλάδα έχω και γι αυτήν θα πολεμώ». Γιατί όχι, «Ελλην… και γι ατήν θα εργασθώ» ;

Σύμφωνα με την διεθνή Πολιτολογία (Πολιτική Επιστήμη) και το Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο ο όρος ( terminus scientificus) Εθνος σημαίνει το εξής :

1. Μία ομάδα ανθρώπων έχει την πεποίθηση, ότι τα μέλη της έχουν κοινά εθνοτικά, πολιτισμικά, γλωσσικά, ιστορικά, γεωγραφικά και επίσης πολιτικά χαρακτηριστικά .
2. Μέσω αυτών των κοινών χαρακτηριστικών διαφέρουν από άλλες ομάδες ανθρώπων που αναδεικνύουν επίσης τα δικά τους κοινά χαρακτηριστικά όπως παραπάνω.
3. Αλλά εξαρτάται από το κριτήριο :
α) Συνδυασμός με το ήδη υπάρχον κράτος ( Κρατικό Εθνος), αν και φυσικά υφίσταται διαφορά μεταξύ του Εθνους και του Κράτους, γιατί μερικά κράτη είναι πολυεθνικά , και μερικά έθνη δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικό τους κράτος.
Στην περίπτωση του “Κρατικού Εθνους” συμπίπτουν η εθνική και η κρατική συνείδηση (προηγμένη Ευρώπη ) ή σημειώνεται μόνον η εθνική συνείδηση, ενώ δεν υπάρχει η κρατική συνείδηση ( ανεξαιρέτως όλες οι βαλκανικές χώρες) ως ένδειξη πολιτισμικής και πολιτικής καθυστέρησης.
Γενικά το κράτος μέσω της κυβέρνησης εκπροσωπεί διεθνώς το έθνος.
β) Συνδυασμός με τον πολιτισμό που σημαίνει, ότι το καθοριστικό στοιχείο ενός έθνους είναι ο κοινός πολιτισμός.
Εδώ η εθνική συνείδηση παίζει έναν σημαντικό ρόλο, ενώ η κρατική συνείδηση παραγκωνίζεται κάπως ή και λείπει εντελώς.
Οι Ελληνες που ζούν ανά τον κόσμο, θεωρούνται ως μέλη του ελληνικού έθνους, ανεξάρτητα από το αν κατέχουν και την ξένη ιθαγένεια ή μόνον την ιθαγένεια του κράτους , όπου ζουν.
Οι Τούρκοι π.χ. σε ευρωπαϊκά κράτη θεωρούν τον εαυτό τους ως μέλη του τουρκικού έθνους αν και πολλοί από αυτούς κατέχουν δίπλα στην τουρκική ήδη και την ιθαγένεια άλλων κρατών. Οι Τούρκοι ιθαγενείς της Γερμανίας π.χ. , έχουν μίαν ακραιφνή τουρκική εθνική συνείδηση.

Για τους Ελληνες εξαρτάται, από το α) έάν πρόκειται για την έννοια Ελλην σε συνδυασμό με την ιθαγένεια ως έκφανση της κρατικής συνείδησης ή β) εάν πρόκειται για την έννοια Ελλην ως εθνικός προσδιορισμός. Στην περίπτωση αυτή ο Ελλην μπορεί να κατέχει μεν την ιθαγένεια άλλου κράτους, αλλά να έχει εθνική ελληνική συνείδηση. Η εθνική συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο σε περιπτώσεις που πρέπει να αποφασισθεί σε ποιό κράτος ανήκουν πληθυσμιακές ομάδες. Οταν π.χ. επρόκειτο να αποφασισθεί σε ποιο από τα δύο κράτη Ουζμπεκιστάν και Καζαχστάν ανήκουν πληθυσμιακές
ομάδες, έθεσαν ως βάση για την απόφαση αποκλειστικά την ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

4. Η εθνική ταυτότητα αποτελείται από ένα σύνολο κοινών πεποιθήσεων, τρόπων συμπεριφοράς και συναισθημάτων που συνδέουν άτομα ή και ομάδες ανθρώπων που αισθάνονται ότι ανήκουν σε ένα έθνος αν και μπορούν να ζουν σε διαφορετικά κράτη και συνήθως δεν αλληλογνωρίζονται.

Πηγές
α) Εθνος
-Benedict Anderson, Die Erfindung der Nation. Zur Karriere
eines folgenreichen Konzepts, Frankfurt a.M./New York 2005, ISBN
978-3-593-37729-2.
-Eric J. Hobsbawm, Nationen und Nationalismus: Mythos und
Realität seit 1780, Frankfurt a.M. 2005-
-Karl W. Deutsch: Nationenbildung, Nationalstaat,
Integration. Düsseldorf 1972, ISBN 3-571-09087-X.

β) Εθνική ταυτότητα
-Joseph Jurt, Sprache, Literatur und nationale Identität,
Die Debatten übeρ das Universelle und das Partikuläre in Frankreich und
Deutschland, Berlin 2014, ISBN 978-3-11-034036-5.
-Michael Metzeltin, Wege zur Europäischen Identität, Individuelle,
nationalstaatliche und supranationale Identitätskonstrukte,
Berlin 2010, ISBN 978-3-86596-297-3.
Συχνά δημοσιευθέν στην Καθημερινή,τελευταία φορά
στις 2.4.17.Το θέμα ήταν επί πολλά έτη αντικείμενο πανεπιστημιακών διλέξεων. Εδώ πρόκειται για περίληψη.

———————————————-

Η ΕΘΝΙΚΗ συνείδηση είναι προϊόν του 19ου αι. !

ΟΙ Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαn τον όρο gens (Φύλο, Γεν. : gentis, Πληθυντ. gentes, gentium ) . Εκαναν διαχωρισμό μεταξύ του Ius civilis ( Δίκαιο των
(Ρωμαίων) πολιτών) και του Ius gentium (Δίκαιο των φύλων).
Οι “Πατέρες ” της επιστήμης του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου οι Ισπανοί Νομικοί και Θεολόγοι Francisco de Vitoria (15oς/16ος αι.) και Francisco de Suarez (16ος/17ος αι.) ονόμαζαν αυτό το δίκαιο Jus inter Gentes (Δίκαιο μεταξύ των Φύλων).

Τον 19οαι. έχει εμπεδωθεί ο επιστημονικός όρος Droit INTERNATIONAL Public ( Αγγλ.INTERNATIONAL Public law, Ισπαν. Derecho INTERNACIONAL Publico, Ιταλ. Diritto INTERNAZIONALE PUBBLICO, Γερμ. INTERNATIONALES Öffentlicheς Recht ).

Στην ελληνική γλώσσα προηγήθηκε η λέξη Εθνος, αλλά με την σημασία των Φύλων. Ετσι έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο πρόβλημα. Υπάρχουν και άλλα αυτού του είδους.
Το “Ιτε παίδες Ελλήνων” δεν έχει ουδεμία σχέση με την σύγχρονη εθνική συνείδηση. Ο παιάν εκφράζει μερικά κοινά (μυθολογία, θρησκεία, αξίες, ήθη
και έθιμα, και εν μέρει πολιτικές αντιλήψεις).
Το επίγραμμα του λυρικού ποιητού Σιμωνίδη του Κείου, αφιερωμένο στον Λεωνίδα και στους 300 πεσόντες μαχητές στις
Θερμοπύλες εκφράζει κάτι το κοινό :
“Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε // κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι
πειθόμενοι” .
Δεν έγινε όμως ποτέ λόγος για την Ελλάδα, αλλά υπήρχαν
άλλα φυλωνύμια ( ελληνικά φύλα, “εθνωνύμια”) όπως Αθηναίοι,
Σπαρτιάτες, Θηβαίοι, Μακεδόνες κτλ. , μεταξύ των οποίων επικρατούσε συχνότατα ΠΟΛΕΜΟΣ. Πικρές αλήθειες.
Υπενθυμίζουμε, ότι το γνωστό λατινικό γνωμικό bellum omnia contra omnes (πόλεμος όλων κατά όλων ) είναι ματάφραση από τα Ελληνικά και αντικατοπτρίζει τις σχέσεις μεταξύ των ελληνικών Πόλεων .
Ας λάβουμε επί τέλους την ιστορική αλήθεια υπ όψη και ας παρατήσουμε τις φαντασιώσεις αδαέστατων και ημιαμόρφωτων ελληναράδων.
Καθημερινή (4.9.16)

———————————————

Η  καθυστερημένη νεοελληνική Αριστερά έχει συστηματικά διαστρεβλώσει και την σημαντική έννοια Λαός., με την οποία εδώ έχουμε ήδη ασχοληθεί .  Βλέπε παρακάτω :
Λαός
α) Υπό το πρίσμα της ιστορίας :
Στην αρχαία Ελλάδα έχει επικρατήσει η έννοια Δήμος, το σύνολο των ελεύθερων πολιτών (οι σκλάβοι ήταν στην πλειονότητα) και η βάση της Δημοκρατίας.
Στην Ρώμη η έννοια Populus (ιστορικά ετρουσκικής προέλευσης) αφορούσε μόνον τους Patricii (Πατρίκιους, Αριστοκράτες), αλλά κατόπιν όλους τους ελεύθερους  Ρωμαίους. Για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα χρησιμοποιείτο
περιφρονητικά η έννοια Plebs (απλοί άνθρωποι).
Στα αρχαία Ιλλυρικά, Κελτικά και Γερμανικά χρησιμοποιείτο η έννοια Teuta με την σημασία «οπλισμένος λαός». Εξ αυτού και το εθνωνύμιο Teutones (Τεύτονες).
Η τελευταία βασίλισσα των Ιλλυρίων , την οποία νίκησε ο Ρωμαίος στρατηλάτης Πομπήιος, ονομαζόταν Teuta.

Η έννοια Λαός έπαιξε στα πλαίσια της Αστικής Γαλλικής Επανάστασης
σημαντικό ρόλο, γιατί le peuple de Paris (ο λαός του Παρισιού) έχει
αγνωνισθεί κατά του Ancien regime ( Παλαιού συστήματος), το οποίο
αυτονοήτως δεν ανήκε στο Λαό. Από εδώ ξεκίνησε και η σημαντικότατη
έννοια «κυριαρχία του λαού» ( «souverainete du peuple») ως ένα νέο και
προοδευτικό πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο.
Στα πλαίσια της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 ήταν συνήθεια να χρησιμοποιείται η έννοια  Λαός ως κάτι το καταπιεσμένο και επαναστατικό. Ο Λένιν έχει αποτανθεί σε ένα διαγγελμά του «προς όλους τους λαούς».

Στα «σοσιαλιστικά –κομμουνιστικά» κράτη έχει επισημανθεί εντόνως ο ρόλος του λαού (π.χ. «Λαϊκή Δημοκρατία»), αν και επρόκειτο για την Δικτατορία του προλεταριάτου, στην ουσία δικτατορία του κόμματος.  Σύμφωνα με την ορολογία του απολιθωμένου ΚΚΕ στο λαό ανήκουν πρωτίστως η εργατική τάξη και η αγροτιά. Κάποτε έχει εμφανισθεί και το ενδιαφέρον υποκοριστικό «λαουτσίκος» ως έκφραση της «στοργής» του κόμματος για τους απλούς
ανθρώπους.

β) Υπό το πρίσμα της Εθνολογίας και της Κοινωνιολογίας :
Πρόκειται για μία μεγάλη ομάδα οργανωμένων ανθρώπων ομόγλωσσων, με την ίδια ιστορία την ίδια προέλευση και τον ίδιο πολιτισμό.

γ) Υπό το πρίσμα του Δημοσίου Δικαίου :

Ολοι οι κάτοικοι ενός κράτους που έχουν την ιθαγένεια του αποτελούν
ανεξάρτητα από την εθνοτική προέλευση, τον πολιτισμό, την παράδοση και
την θρησκεία τον λαό ως βάση της υπόστασής του. Στα Γερμανικά
σημειώνεται η επιστημονική έννοια “Staatsvolk” (Κράτος-Λαός).
Στα δημοκρατικά κράτη ο λαός είναι το φονταμέντο της δημοκρατίας.
δ) Υπό το πρίσμα του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου :
Ο λαός συμπίπτει σε μονοεθνικά κράτη με το έθνος.

Ενώ ο λαός έχει στο εσωτερικό το δικαίωμα της κυριαρχίας, το έθνος
είναι φορέας του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Το κράτος εξασκεί το
δικαίωμα της κυριαρχίας στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις. Προ της
ανεξαρτησίας των αποικιών ο ΟΗΕ έχει επισημάνει σε πολυάριθμες
διακηρύξεις το δικαίωμα των εθνών (και των λαών), γιατί υπήρχαν μεν από
πολιτική άποψη λαοί, αλλά δεν είχαν ακόμη το δικό τους κράτος.
Ενώ στην Ευρώπη τα έθνη έχουν δημιουργήσει δικά τους κράτη (έθνος-κράτος) , έχουν στις πρώην αποικίες πρώτα εμπεδωθεί τα κράτη  στηριζόμενα στο λαό
τους , και στα πλαίσια του κράτους άρχισε να δημιουργείται βαθμιαία μεν
το έθνος, αλλά σε πολλές περιπτώσεις υφίστανται ακόμη πολλά φύλα
(τριμπαλισμός).
Αυτός είναι ο λόγος που σε πολλά αφρικανικά κράτη δεν υπάρχει εθνική συνείδηση, γι αυτό τα υπάρχοντα φύλα αλληλοτρώγονται.
Τα θέματα ήταν επί πολλά έτη αντικείμενο πανεπιστημιακών διαλέξεων. Εδώ πρόκειται για περιλήψεις.Καθημερινή ( 5.3.17, 21.1.18, 31.8.18)

———————————————————————

Οχλος

Θουκυδίδης (Ιστ.6.89) πολύ υποτιμητικά για την μάζα : “όλοι δ ήσαν και επί των πάλαι και νύν οι επί το πονηρότερο εξήγον τον όχλον”.
Πλάτων :”ουκούν προς πολύν όχλον και δήμον ούτοι λέγονται οι λόγοι”.
Γαληνός πολύ έντονα : “ειπών προς τον όχλον απαιδεύτων δηλονότι πλήθος ανθρώπων ουκ ειδάτων” .
Βλέπε και οχλοκρατία, οχλαγωγία , οχλοβοή κτλ.
Πηγή : Γ. Μπαμπινιώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2010, 1012.

Στην αρχαία Ρώμη είχαν την έννοια  plebs ή και  plebeius, ενώ για τον λαό υπήρχε η έννοια  ή populus. Καθημερινή (8.2.18)

——————————————————————————-

Ελλάδα. Εθνος κράτος
(Αλέξης Παπαχελάς ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ (αρχισυντάκτης)
Λαμπρό έθνος, άχρηστο κράτος”,

Η Ελλάδα αποτελεί ένα Εθνος-Κράτος που σημαίνει, ότ το ελληνικό Εθνος έχει εμπεδώσει ως πραγματοποίηση της αυτοδιάθεσής του το δικό του κράτος, το οποίο ανταποκρίνετα πλήρως στο πολιτισμικό του επίπεδο.
Εν ολίγοις : Ενα βαλκανικό έθνος έχε δημιουργήσει το δικό του βαλκανικό κράτος, το οποίο διαφέρει πολύ από τα κανονικά ευρωπαϊκά κράτη.
Ας υποθέσουμε , ότι στην Ελλάδα θα ζούσε το ολλανδικό έθνος με το δικό του κράτος. Τότε θα ήταν η Ελλάδα όχι ένα βαλκανικό , αλλα ένα υπερεξελιγμένο ευρωπαϊκό κράτος.

Οι Ολλανδοί θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε ένα πλούσιο και ευνομούμενο κράτος, σε έναν πραγματικό παράδεισο.
Λοιπόν το πρυτανεύον πρόβλημα είναι ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ.
Αυτά τα περί “λαμπρού έθνους” είναι σε ό,τι αφορά την ύπαρξή του εδώ και 200 έτη, όχι μόνον περιττές , αλλά και γελοίες φαντασιώσεις. Θα ήταν τουναντίον προτιμότερο, να κάνουμε αντικειμενικό και όχι τεθλασμένο αντικατοπτρισμό της πραγματικότητας.
Ας παρατήσουμε λοιπόν τον εθνοναρκισσιστικό αυτοβαυκαλισμό. Καθημερινή (29.7.18)

 

 

Βυζάντιο, Ρωμαίοι και Ελληνες, Αρχαίος Πολιτισμός, Νεοέλληνες, Λαοί στη Μικρά ΑΣία

Το Imperium Romanum Orientalis (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η έκφραση “Βυζαντινή Αυτοκρατορία” έχει διατυπωθεί τον 19ο αι. και αποτελεί έναν terminus scientificus) αποτελείτο σύμφωνα με την ιστορική επιστήμη στην Ευρώπη από τα εξής συστατικά στοιχεία :
α) Πολυεθνική.
β) Ελληνικός πολιτισμός σε συνδυασμό με τον Χριστιανισμό.
γ) Η Ελληνική γλώσσα ως επίσημη αυτοκρατορική γλώσσα ( έως τα μέσα του 6ου αι. η Λατινική γλώσσα).
δ) Ρωμαϊκή αυτοκρατορική διοίκηση .
ε) Ρωμαϊκό Δίκαιο : Jus Romanum ( πρωτίστως Codex Iustinianus , αργότερα Corpus civilis ).
ζ) Romani (Ρωμαίοι, αργότερα στον ελλαδικό χώρο Ρωμιοί) ως υπήκοοι. Καθημερινή (6.5.18)

———————————————————————————̵