Panos Terz, Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Ελλήνων του Εξωτερικού Ελληνική Γνώμη ( 1.7.2014 )

Αποκαλυπτική συνέντευξη στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ του διεθνώς γνωστού έλληνα πανεπιστημιακού ( Πανεπιστήμιο Λειψίας  και Universidad Santiago de Cali ) κ. Παναγιώτη  Δημητρίου  Τερζόπουλου ( Panos Terz ).

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

 

Ο κ. Τερζόπουλος, γεννήθηκε το 1938 στο Μακρύγιαλο των Πιερίων από πολύ φτωχή αγροτική οικογένεια. Από την πρώτη του Δημοτικού (1947) έως την περάτωση των πανεπιστημιακών σπουδών του (1964)  και κατόπιν κατείχε τα πρωτεία.

Σπούδασε

α) Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο , στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου,

β) Bάσεις της Φιλοσοφίας, της Εθνικής Οικονομίας , της Πολιτολογίας, της πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής, της  Διδακτικής , της Μεθοδικής/Μεθοδολογίας, της Ψυχολογίας , της Κοινωνιολογίας και του πανεπιστημιακού Managemant.

γ) Πέραν τούτου σπουδές λόγω γενικού ενδιαφέροντος στο Μαρξισμό-Λενινισμό, στην Μαρξιστική-Λενινιστική Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , στην Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού Κινήματος, στο Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, στην Θεωρία της Επανάστασης και στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα.

Οι πανεπιστημιακοί του κλάδοι είναι οι εξής :

Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Θεωρία, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, Γενική Μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών και προγνωστικών ερευνών. Το τελευταίο μόνον για την επιμόρφωση άλλων καθηγητών πανεπιστημίου.

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολείται από το 1960 ερασιτεχνικά, αλλά συστημαστικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με τη Μεσολιθική και τη Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας και  απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών.

Από το 2003 είναι συνταξιούχος.

 

Πού οδηγείται κ. Τερζόπουλε η Ευρώπη μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ κρατών, όπως συνηθίζεται να λέγεται;

Επί τη βάση της Θεωρίας των διεθνών  σχέσεων διαπιστώνουμε, ότι προ της ειρηνικής κατάρρευσης του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» επικρατούσε μέσω της «ισορροπίας του τρόμου»   ειρήνη υπό το νόημα της μη πολεμικής σύρραξης μεταξύ των δύο παγκοσμίων συστημάτων. Αυτή η ισορροπία επηρέαζε θετικά και τον βασικό κώδικα συμπεριφοράς των μεσαίων και μικρών δυνάμεων στις διεθνείς σχέσεις.  Είναι γεγονός , ότι ύστερα απο αυτήν την ριζική μετάλλαξη   σε  διαφορετικές καταστάσεις , στις οποίες επικρατούν οι ΗΠΑ ως μοναδική υπερδύναμη (Imperium Supremum Americanum ) έλαβαν χώρα επιθετικοί πόλεμοι  με πρωταγωνιστή τις ΗΠΑ και πέραν τούτου υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πολεμικών συρράξεων  σε χαμηλό επίπεδο ιδίως στην Ασία και στην Αφρική.

Αυξήθηκαν ή μειώθηκαν οι ανισότητες μεταξύ των κρατών και πολιτών;

Λαμβάνοντας υπ όψη την  ύπαρξη  του σοσιαλιστικού συστήματος, ήταν  οι καπιταλιστικές  δυνάμεις και ιδιαιτέρως ο τρισκατάρατος νεοφιλελευθερισμός  πολύ προσεκτικές έναντι της εργατικής τάξης.  Κατόπιν όμως,   έχει εξελιχθεί ο καπιταλισμός υπό την μορφή  του νεοφιλελευθερισμού σε αδάμαστο θηρίο, και κάτω από τέτοιες συνθήκες έχουν γίνει πιο έντονες οι ανισότητες μεταξύ  πολιτών  και μεταξύ χωρών. Σχετικά με τις ανισότητες μεταξύ των πολιτών  παραπέμπω στον Αριστοτέλη , ο οποίος έχει στο αθάνατο έργο του  «Πολιτική» εντατικά ασχοληθεί με τις ανισότητες στην κοινωνία και ειδικά με την σχέση μεταξύ της ισότητας και τηςδικαιοσύνης.  Ο αιώνιος Αριστοτέλης γράφει μεταξύ άλλων : Ήδη οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έγραψαν , ότι η κοινωνία αποτελείται από τάξεις ! Δηλαδή  οι ανισότητες είναι το αργότερο μέσω  της διάσπασης της κοινωνίας σε τάξεις προ περίπου 5 χιλιάδων ετών στην Σουμερία/Ακκαδία (Νότιο Ιράκ και Ιράν) κάτι το κανονικό. Μόνο η εκμετάλλευση  δεν επιτρέπεται να αγγίζει τα όρια της Υβρεως, ειδάλλως θα έπεται η Νεμεσις.

Μπορεί να αισθάνεται περισσότερο ασφαλής ο Ευρωπαίος πολίτης;

Γενικά μπορεί ο Ευρωπαίος πολίτης να αισθάνεται πιο ασφαλής σε πολιτικό επίπεδο. Σε ό,τι όμως αφορά την οικονομική διάσταση , πρέπει να αγωνισθεί φυσικά με ειρηνικά μέσα, γιατί δεν πρόκειται να του δωρισθεί τίποτα. Αυτό είναι μάλλον υπόθεση των συνδικάτων.

Εκτιμάτε ότι υπάρχει ο πλούσιος Βορράς όπως ορισμένοι αναφέρουν σε αναλύσεις τους και ο φτωχός Νότος; Ή τίποτα από αυτά δεν ισχύει; Μήπως όλα είναι θέμα κουλτούρας και αναπτυξιακών προτεραιοτήτων;

Στην Βόρεια Ευρώπη (Αγγλία) έχει δημιουργηθεί και εμπεδωθεί τον 19ο αι. ο Βιομηχανικός Καπιταλισμός. Από τότε υπάρχει ένα μεγάλο οικονομικό χάσμα μεταξύ του Βορρά και του σήμερα καθυστερημένου Νότου. Ιδιαιτέρως τα Βαλκάνια ζούσαν ούτως ή άλλως επί αιώνες σε άλλον αστερισμό και έχουν αποκοπεί από τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στην πραγματική Ευρώπη ( Αναγέννηση, Διαφωτισμός, αστική επανάσταση, σύγχρονο αστικό κράτος, ανθρώπινα δικαιώματα κ.π.). Στην κεντρική και Βόρεια Ευρώπη έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις, η βιομηχανία και οι επιστήμες.

Αλλά και στην εξελιγμένη Ευρώπη διαπιστώνουμε διαφοροποιήσει, οι οποίες έχουν συντελεσθεί   ύστερα από την κατάρρευση της αποικιοκρατίας και κατόπιν ύστερα από την κρατική επανένωση της Γερμανίας, η οποία έχει εξελιχθεί σε πραγματική οικονομική και βιομηχανική υπερδύναμη στην Ευρώπη, ενώ οι πάλαι τότε υπερδυνάμεις Αγγλία και Γαλλία πήραν την πολύπλευρη κατιούσα. Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι η Γερμανία είναι, ανεξάρτητα αν το επιδιώκει, η ηγετική μεγαλοδύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κλιματικές συνθήκες, η παράδοση και η θρησκεία έχουν επιδράσει σημαντικά και στην διαμόρφωση της διαφορετικής νοοτροπίας μεταξύ των Βόρειων και των Νότιων ευρωπαϊκών λαών. Εδώ αναφέρονται μόνον τα πιό καθοριστικά χαρακτηριστικά στοιχεία :

( Προτεσταντικός ) Βορράς : εργατικότητα εν μέρει τρόπος ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης, δυναμικότητα, αντοχή, ισχυρή θέληση, υπομονή, επιμονή, πειθαρχία, αυτοπειθαρχία, οργανωτικότητα, συστηματικότητα, μεθοδικότητα, αποτελεσματικότητα, κοινωνική, κρατική και νομική συνείδηση, συνείδηση της υπευθυνότητας για το σύνολο και  προτεραιότητα του γενικού έναντι του ατομικού συμφέροντος .

Νότος : Αρχή της απόλαυσης της ζωής, κανώνας της ήσσονος προσπάθειας, και  έλλειψη δυναμικότητας κλπ.( τα αντίθετα του Βορρά ).  Εν ολίγοις : Η νοοτροπία των Βορείων Ευρωπαίων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και του αστικού κράτους, ενώ η νοοτροπία των Νοτίων είναι σε γενικές γραμμές ιδανική για την απόλαυση της ζωής.

Πατριωτισμός, φιλοπατρία. Ένα πολυσύνθετο θέμα. Εκτιμάτε ότι στη σύγχρονη Ελλάδα αυτές οι έννοιες πέφτουν θύμα εκμετάλλευσης; Ποια η άποψή σας;

Το θέμα εμπεριέχει τις εξής διαστάσεις : γλωσσολογική, ιστορική, εθνική, πολιτική, κοινωνική και εθνολογική.

1. Γλωσσολογική διάσταση (ετυμολογία, σημασιολογία)

Αφετηρία δεν είναι η λατινική λέξη Pater , Patris (γενική, εξ ου και Patria, γαλλικά Patrie), αλλά η ελληνική λέξη Πατήρ, Πατρός και εξ αυτού Πατρίς. Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα δημιουργήθηκε η λέξη πατριώτης (καταγωγή από το ίδιο γένος) μετατράπηκε στα “απλά λατινικά” σε patriota (συμπατριώτης) και βραδύτερα στα γαλλικά patriote ( ΦΙΛΟΠΑΤΡΗΣ ).

Κάτι το παρόμοιο συνέβη και με το επίθετο πατριωτικός, μετατροπή σε patrioticus και σε patriotique. Σε αυτήν την βάση εμφανίσθηκε στα γαλλικά η έννοια patriotisme η οποία επέστρεψε στην πατρίδα της ως Πατριωτισμός.

Πατριωτισμός, σημασιολογικώς

Πρόκειται για την πολιτική τοποθέτηση επί τη βάσει μίας συναισθηματικής δέσμευσης στις αξίες, στην γλώσσα, στην παράδοση, στην θρησκεία και στον πολιτισμό ( τρόπος ζωής, λογοτεχνία, μουσική κ.λ.π.) ενός έθνους. Πολλές φορές είναι αυτή η τοποθέτηση συνδεδεμένη με υπερβολική υπερηφάνεια και αλαζονεία, γνωστό φαινόμενο στην Ελλάδα.

2.Ιστορική διάσταση

Η Marseillaise καλεί όλα τα παιδιά της Πατρίδας , να την υπερασπισθούν ( “Allons enfants de la Patrie…,”). Πρότυπο ήταν , όπως φαίνεται, ο παιάνας στην ναυμαχία της Σαλαμίνας ( ” Ίτε παίδες Ελλήνων…,” ).

3. Εθνική διάσταση

Οι Γάλλοι υπερασπίσθηκαν την Πατρίδα τους κατά ξένων εισβολέων. Ο Πατριωτισμός τους ήταν στενά συνυφασμένος με το γαλλικό έθνος και αυτό πάλι ήταν συνδεδεμένο με την νέα κατάσταση πραγμάτων. Δημιουργήθηκε μία δυνατή εθνική συνείδηση . Στην Ελλάδα υπήρχε επίσης μία ακραιφνής εθνική συνείδηση , δίχως σύνδεση όμως με τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του λαού. Επομένως λείπουν η κοινωνική και η κρατική συνείδηση.

4. Πολιτική διάσταση

Η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε ένα τελείως καινούριο πολιτικό και πολιτειακό σύστημα , το οποίο βασιζόταν στον πολίτη  (citoyen) με τα δικαιώματα καθώς και με τα καθήκοντά του ως κάτι το αυτονόηπο. Η αστική τάξη ήταν και είναι η καθοριστική. Ο πολίτης έχει κρατική και νομική συνείδηση.

Σε σύγκριση με την Γαλλία έπαιζαν στην Ελλάδα στην ουσία οι κοτζαμπάσηδες τον πιό αποφασιστικό ρόλο. Ακόμη και σήμερα δεν έχει η ελληνική αστική τάξη ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν ανήκει στην κατηγορία του πολίτου. Δεν διαθέτει ούτε κρατική, ούτε νομική, ούτε φορολογική  συνείδηση και δεν ανανωρίζει την αλληλουχία δικαιωμάτων και καθηκόντων. Η εθνική συνείδηση δεν κοστίζει απολύτως τίποτα. Δεν συμπίμπτουν το εθνικό και το πολιτικό στοιχείο του πατριωτισμού. Αυτό θα πεί, ότι ο ελληνικός Πατριωτισμός στηρίζεται μόνον στην εθνική συνείδηση, δηλαδή δεν είναι ευρωπαϊκος, αλλά βαλκανικός. Είναι ένας ανέξοδος, εύκολος και λεκτικός πατριωτισμός.

5. Κοινωνική διάσταση

Όταν λείπουν κρατική και νομική συνείδηση (όχι το γενικό και ανέξοδο αίσθημα δικαίου με πάμπολες ερμηνείες) , δεν δύναται να λειτουργήσει μία κοινωνία ανθρώπων. Το συμφέρον του συνόλου παραγκωνίζεται από ατομικιστικά συμφέροντα.

 

6. Εθνολογική διάσταση

Στο επίκεντρο τίθεται η νοοτροπία του Νεοέλληνα που σε γενικές γραμμές είναι ένα κράμα από βαλκανική πονηριά και ανατολίτικο ραχάτι.  Είναι πασίγνωστο, ότι η Ελλάδα δεν έζησε ούτε την Αναγέννηση, ούτε τον Διαφωτισμό, ούτε την αστική επανάσταση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε ότι αφορά την ιστορία της βρισκόταν κάτω από ξένη κατοχή ( έως τον 7ο αι., δηλαδή πάνω από 800 έτη η ρωμαϊκή κατοχή (Imperium Romanum) συν 400 έτη ο τούρκικος ζυγός. Πρόκειται για 1200 απολεσθέντα έτη, ενώ οι Ευρωπαίοι ζούσαν από εθνική άποψη σχετικά ελεύθερα και προόδευαν πάνω από 1400 έτη.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση μίας νοοτροπίας, η οποία εμποδίζει την εφαρμογή ενός γνήσιου και σύγχρονου Πατριωτισμού. Λείπουν αξίες, όπως π.χ., η ιδέα του γενικού συμφέροντος, η αξιοπιστία , η αυτογνωσία, η αντοχή και η δυναμικότητα. Λείπουν οι περισσότερες προϋποθέσεις για τον εκμοντερνισμό, τον εξευρωπαϊσμό και τον εξορθολογισμό.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για κάθε Έλληνα πατριώτη. Ας θυμηθούμε από καμιά φορά τους προγόνους μας. Ο Ησίοδος είπε προ 2.600 ετών κάτι το πολύ ενδιαφέρον : “Οι αιώνιοι θεοί του Ολύμπου έθεσαν προ της επιτυχίας τον ιδρώτα”.

Ένας οκνηρός ή ένας διεφθαρμένος δεν δύναται ποτέ να είναι καλός πατριώτης. Ο άμεσος συνδιασμός της εθνικής συνείδησης με τις παραπάνω κατηγορίες της συνείδησης είναι τελείως απαραίτητος.

Ποιος είναι για σας ο πολιτισμένος άνθρωπος;

Στα παρελθόντα χρόνια είχα πολλές φορές συζητήσεις με Έλληνες,με άλλους Ευρωπαίους καθώς και με μορφωμένους ανθρώπους από άλλους Κύκλους Πολιτισμού, π.χ. του Ισλαμικού, του Κονφουκιανικού και του Ινδουϊστικού.

Οι αντιλήψεις περί του πολιτισμένου ανθρώπου ήταν πολύ διαφορετικές, μόνο σε ένα σημείο , στην ευγενική συμπεριφορά υπήρχε μία βασική ομοφωνία.

Η Εικόνα του Ανθρώπου με τα συστατικά στοιχεία της, όπως π.χ. το άτομο, ο πολίτης , τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ο.κ. δεν παίζει στους μη Ευρωπαίους κανένα ρόλο.

Αλλά ποιά να είναι άραγε τα καθοριστικά στοιχεία ενός πολιτισμένου Ευρωπαίου , υποτιθέσθω ότι και εμείς οι Έλληνες ανήκουμε πολιτισμικά στην Ευρώπη και γενικότερα στον Δυτικό Κύκλο Πολιτισμου ;

1. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος είναι πρωτίστως ΑΤΟΜΟ, δηλαδή έχει δική του βούληση, ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτονομία , αυτοπεποίθηση, εγκράτεια, φιλοπονία, φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία, σεμνότητα και ιδιαιτέρως κοινωνική συνείδηση, η οποία σημαίνει ότι σέβεται την αξιοπρέπεια των συναθρώπων του, σκέπτεται το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, δεν είναι ατομικιστής και εγωϊστής και σέβεται τους γενικά αναγνωρισμένους πολιτισμένους κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς

2. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος πρέπει να είναι Πολίτης με τα εξής κύρια χαρακτηριστικά : αναγνώριση της αλλλοσύνδεσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και στους συμπολίτες, έχει νομική συνείδηση , δηλαδή σέβεται τους νόμους και εκτός τούτου έχει φορολογική συνείδηση που θα πει ότι πληρώνει κανονικά και εκουσίως τους φόρους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κοινωνικό κράτος.

3. Πρέπει να έχει μόρφωση και παιδεία και να ενδιαφέρεται για τις καλές τέχνες και την μουσική.

Διευκρίνιση: Τα αναφερθέντα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός κράτους, το οποίο δημιουργεί και προωθεί τον Πολιτισμένο Άνθρωπο.

 

 

 

 

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 8η

Νουλιάδα, 8η

Δεν ασχολούμαι πλέον με διεστραμμένους συκοφάντες και ψυχασθενή και φρενοβλαβή υποκείμενα, με παλιμπαιδιστές αποφθεγματολόγους , με υπερυποκριτές και γλοιώδεις ψευτοχριστιανούς και φαντασιακούς υπερπατριώτες, με σκοταδιστές και μεσαιονολάγνους που δεν έχουν σπουδάσει τίποτα και παριστάνουν  σύμφωνα με βαλκανολεβαντίνικα κριτήρια τον μορφωμένο και πολιτισμένο.

Χαιρετίσμαστα από τις επτά (7) ΝΟΥΛΙΑΔΕΣ που έχουν όλες δημοσιευθεί στην Καθημερινή και κατόπιν έχουν αναρτηθεί στο Μπλογκ μου ) . Οποιος θέλει μπορεί να διαβάσει μερικές από αυτές στο ιντερνέτ κάτω από το όνομά σου.

Ετοιμάζεται συστηματικά (ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΘΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΤΟΧΗ, ΕΠΙΜΟΝΗ, ΥΠΟΜΟΝΗ ) η κοινωνιολογική και εθνολογική μελέτη με τον τίτλο “ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ, ένα ενδιαφέρον βαλκανολεβαντίνικο κοινωνιολογικό και εθνολογικό φαινόμενο”.
Σοπός είναι να γίνει ο όρος ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ γνωστός στην διεθνή κοινωνιολογία. Φυσικά θα δημοσιευθεί και σε άλλες γλώσσες. Voila και τέλος.

Καθημερινή (24.7.16)

Normbilldungstheorie in den internationalen Beziehungen und im Völkerrecht, Theoretische Grundfragen des internationalen Normenbildungsprozesses

PANOS TERZ       ( Universtät Leipzig )

Die Normbildungstheorie (Eine völkerrechtsphilosophische,

völkerrechtssoziologische und völkerrechtstheoretische Studie)

ACTA UNIVERSITATIS SZEGEDIENSIS DE ATTILA JÓZSEF NOMINATAE , ACTA JURIDICA ET POLITICA Tomus XXXIV. Fasciculus 9 ,  SZEGED  1985

(Nachträgliche Bemerkungen : 1.  Die vorliegende Studie stellt das vorläufige Ergebnis jahrelanger Untersuchungen dar. Es folgten  in den nächsten Jahren mehrere Studien zu den Normbildungstheorie :  Normenbildung in den internationalen Beziehungen der Gegenwart, in : Wissenschaftliche  Zeitschrift der Universität Leipzig (Sondernummer „Normative Grundlagen für ein System der internationalen  Sicherheit“), Leipzig 5/1990, S. 443– 459 ;  For a modern theory of the creation of norms in the nuclearcosmic era, in: Miscellanea in honorem Demetrii S. Constantopuli, Aristoteles Universitas Thessalonicensis, Internationale Festschrift (Pax, Ius, Libertas), Vol. B, Thessaloniki 1990, pp. 1163– 1175, Uni Thessaloniki  ; Cuestiones teoricas fundamentales del proceso de formación de las normas internacionales, Universidad Santiago de Cali, 1999, ISBN 958-96666—0 (Höhepunkt und Abschluß der Untersuchungen).  2. Die Studie wurde mit Unterstützung des ungarischen  Fachkollegen  Dr. Laszlo Bodnar an der Universität Szeged veröffentlicht. Dies widersprach jedoch den damaligen DDR-Rechtsbestimmungen über Publikationen im Ausland. Ich wurde deswegen an der Universität  Leipzig disziplinarisch zur Verantwortung gezogen und mit Publikationsverbot belegt.

Ferner habe ich es gewagt, die herrschende Völkerrechtstheorie des führenden sowjetischen Völkerrechtlers Tunkin als falsch  zu widerlegen und zu demontieren, was damals  einem Sakrileg glaichkam,  weil Tunkin als sakrosankt galt . Leipzig, Juli 2016)

1. BEGRÜNDUNG DER THEMENSTELLUNG

Die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung, vor allem die Friedenssicherung, die zunehmende Rolle der Entwicklungsländer, insbesondere  ihre mit Vehemenz vorgetragene Forderung nach der Schaffung einer Neuen  Internationalen Wirtschaftsordnung auf der Basis der Gerechtigkeit, der Solidarität und der Nichtreziprozität und die wachsende Bedeutung

Die politisch-nichtrechtlichen Ergebnisformen des internationalen Willensbidungsprozesses, speziell die Resolutionen der UNO-Vollversammlung, werfen  normbildungstheoretische Fragen von eminenter Bedeutung auf.Hierdurch wird die Völkerrechtswissenschaft in den sozialistischen, den kapitalistischen und den jungen unabhängigen Staaten mit relativ neuen  Problemstellungen konfrontiert.

Es fehlt nicht an Versuchen,problemadäquate Lösungswege zu finden. Dabei drängt sich die Frage auf, ob die Mitte des 19.Jh.hauptsächlich von Triepelbegründeteund dann Mitte des 20.Jh. unter völlig anderen historischen Bedingungen von Tunkin weiterentwickelte Vereinbarungstheorie den komplizierten Anforderungen der Gegenwart gerecht wird.

2.  KOMPLEXITÄT UND GLOBALITÄT ALS  VÖLKERRECHTSMETHODOLOGISCHE GRUNDSÄTZE

Die bereits erwähnten und normbildungstheoretische Fragen aufwerfenden Faktoren zeichnen sich durch eine hohe Komplexität aus, denn sie weisen politische, ökonomische, philosophische, soziologische, psychologische, juristische (vor allem rechtstheoretische und völkerrechtliche) etc. Aspekte auf. Da sie im Grunde alle Kontinente und Staaten erfassen, werden sie außerdem durch Globalität charakterisiert. Die völkerrechtswissenschaftliche  Durchdringung dieser Probleme erfordert daher eine den Erfordernissen der  internationalen Beziehungen der Gegenwart adäquate Völkerrechtsmethodologie, deren wichtigsten Forschungsgrundsätze komplexer und globaler Natur  sein müssen. Natürlich müsste die sich auch auf die Normbildungstheorie erstreckende Völkerrechtsmethodologie speziell auf der philosophischen Methodologie als Leitlinie sowie auf der  allgemeinen rechtswissenschaftlichen Methodologie beruhen. Ein weiteres Fundament müsste die Völkerrechtstheorie sein, die sich ihrerseits größtenteils auf die Rechtstheorie stützt.

Direkter Bezugsgegenstand der Völkerrechtsmethodologie als einer Theorie von Forschungsmethoden sind m.E. alle sich auf das Völkerrecht in seiner Totalität erstreckenden Methoden, d.h. die Art und Weise des Herangehens an die Erforschung der Völkerrechtsrealität. Erst vermittels der Methoden gelangt die Völkerrechtsmethodologie zu ihrem indirekten Bezugsgegenstand, zu den eigentlichen völkerrechtstheoretischen, darunter zu den normbildungstheoretischen Fragestellungen.

Während letztere eine Widerspiegelung der Gegenstände an sich darstellen, erfolgt in der Methode, die stets theoriebezogen ist,die Gegenstandswiderspiegelung nur in Verbindung mit der Zielstellung des Forschungssubjekts.

Während sich die Komplexität im Rahmen der Völkerrechtsmethodologie auf alle essentiellen Determinanten der Völkerrechtsrealität erstreckt, kann durch die Globalität eine eurozentrische Betrachtungsweise vermieden werden.Hierdurch erhöht sich die Bereitschaft und die Fähigkeit, bestimmte Auffassungen von Völkerrechtlern aus jungen unabhängigen Staaten über den Normebildungsprozeß besser zu verstehen.

 

3. DIE DIALEKTIK DES NORMENBILDUNGSPROZESSES

 

3a) DAS VÖLKERRECHTSPHILOSOPHISCHE UND DAS VÖLKERRECHTSSOZIOLOGISCHE VOR- UND UMFELD DES NORMENBILDUNGSPROZESSES

Bei der Untersuchung der Normenbildungsprozeß-Problematik gilt es, einige ausschlaggebende Fakten in den internationalen Beziehungen der Gegenwart zu beachten. An erster Stelle ist die Tatsache zu nennen, dass sich international  große Wandlungsprozesse ereignen. Hieraus ergibt sich einerseits, dass der Grundwiderspruch zwischen den beiden Gesellschaftsordnungen der bestimmende ist, obwohl er in seiner Wirkungsweise durch das Auftreten der jungen unabhängigen Staaten leicht modifiziert wird, und andererseits, dass die friedliche Koexistenz nach wie vor das politische Grundprinzip ist.

Die Friedenssicherung stecht dabei in enger Verbindung mit der friedlichen Koexistenz, ist ihre wichtigste Seite, geht aber über die Beziehungen zwischen sozialistischen und  kapitalistischen Staaten hinaus und stellt eigentlich ein selbständiges politisches Prinzip dar, das m. E. an der Spitze der Hierarchie aller anderen politischen Prinzipien sowie der Völkerrechtsprinzipien steht und ihr Wesen durchdringt. Somit ist die Friedenssicherung die conditio sine qua non für die Untersuchung des internationalen Normenbildungsprozesses sowie für die Erarbeitung einer modernen Normbildungstheorie.

Von der Friedenssicherung  absetzend, sollten m.E. weitere Probleme der Menschheitsentwicklung (1) der  normtheoretischen

——————-

1. Zwischen der allmählichen Lösung der globalen Probleme der Menschheitsentwicklung ( z. B. der Versorgung der Weltbevölkerung mit Nahrungsmitteln,  der Erschöpfung der Naturessourcen, der Sicherung der Energieversorgung, der  Belastung der Umwelt durch die Intensivierung des Stoff-Wechselprozesses zwischen Gesellschaft und Natur und dem Wachstum der Bevölkerung) und der  Friedenssicherung besteht kein Gegensatz. Letztere ist im Gegenteil die wichtigste  Voraussetzung für die Bewältigung dieser Probleme.Vgl. in diesem Sinne auch  M.Maximowa, Wsemirnoje chosjaistwo, nautschno-technitscheskaja revoluzija in meschdunarodnyje otnoschenija, in: Mirowaja ekononiika i meschdunarodnyje otnoschenija, Nr.5, Moskwa, 1979, S.22.

2. Dabei geht es nicht um rechtliche Normen (Verträge, Konventionen) , wie J. G. Barsegow meint, sondern auch um politische Normen nichtrechtlichen Charakters , z. B. um Resolutionen. Meschdunarodno-prawowyje aspekty globalnych problem sowremennosti, in : Sowjeskoje gossudarstwo i prawo, Nr. 6, 1983, S. 83.

3. Der Autor stützt sich bei der Ausarbeitung der vorliegenden Studie über die Normbildungstheorie in erster Linie auf die  Publikationen der Leipziger ujnd Berliner Rechtstheoretiker.

4. Dabei sind die Produktionsverhälnisse  „die wirklichen, lebendigen Beziehungen der Menschen zueinander im Produktionsprozeß”. A.Bauer—H.Crüger— G.Koch—Chr.Zak (folgend : A.Bauer  et alt..), Basis und Überbau der Gesellschaft, Berlin 1974, S.16, 24—25, 62.

5. Karl Marx im Vorwort  „Zur Kritik der Politischen Ökonomie”,  in : K. Marx—F. Engels, Werke, Band 13,  S. 8—9.

————————-

Betrachtungsweise zugrunde gelegt werden, da ihre Regelungsbedürftigkeit  zur Schaffung  neuer  Normen (2) und Regelungsmechanismen führt.

Obwohl die souveränen Staaten die wichtigsten Teilnehmer am internationalen Willens- und Normenbildungsprozeß sind, seien sie nach der Friedenssicherung, d.h. an zweiter Stelle genannt, um zum einem den großen Unterschied zum 19. Jh. –damals  gab es die globalen Pobleme der Menschheitsentwicklung nicht- evidenter zu machen und zum anderen  nicht so sehr die Rollle des einzelnen Staates mit seiner besonderen Interessenlage, sondern die Beziehungen  zwischen den den souveränen Staatzen im Interesse der der Friedenssicherung  und das in Verbindung damit stehende staatliche Verhalten  in besonderem Maße zu unterstreichen. Das  Interesse des einzelnen  Staates ist, abgesehen davon , ein polydimensionales und multisynthetisches Phänomen, dessen Wesen  und Bandbreite  nur auf der  Basis des dialektischen  Materialismu richtig erfasst werden kann. Dies gilt auch für den sich auf das Staatsinteresse stützenden  Staaswillen . Somit handelt ess ich   hierbei um philosophische Fragestellungen, die auf  völkerrechtlich relevante Materien  konsequent angewandt , in der Perspektive zur erabeitung  einer Völkerrechtsphilosophie führen könnten. Zugleich geht es um rechtstheoretische Komponenten, die  nur unter Beachtung der neuesten Forschungsergebnisse  der Rechtstheorie (3) richtig erfasst werden können.

Staaatsinteressen  und Staatswille sind zutiefst materiell determiniert. Sie wurzeln   „in letzter  Instanz“ in den äußerst komplexen  materiellen  Existenzbedingungen  der Gesellschaft.  Es ist ein Axiom  der materialistischen Philosophie, dass  die ökonomischen  Verhältnisse die wichtigsten Umstände sind, „die den ideellen Motiven  das Gepräge geben“. Die Basis einer  Gesellschaft  als „die öokonomische Struktur der Gesellschaft , die von der Gesamtheit der jeweiligen  vom Willen der Menschen  unabhängigen  Produktionsverhältnisse einer Gesellschaftsformation  gebildet wird“, (4), ist die ausschlagende materielle Existenzbedingung jeder Gesellschaft und  jedes Staates. Hierauf erhebt sich „ ein juristischer und politischer Überbau“, (5) der sich aus Staatseinrichtungen, Rechtsanschauungen, Kunst, Moral, Religion  und sonstigen ideologischen Verhältnissen als Ausdruck der vorhandenen  Klasseninteressen zusammensetzt. (6)

Die ideologischen Verhältnisse sind nach dem neuesten Stand der philosophischen Forschung weder materiell noch ideell, sondern „objektiv-reale gesellschaftliche Beziehungen : Verhältnisse im Bereich des Politischen, Juristischen, Moralischen, Religiösen”.(7)

Zwischen den einzelnen Überbauelementen besteht ein enger Zusammenhang und es erfolgt eine Wechselwirkung. Gerade aus dieser Dialektik des Überbaus ergibt sich, dass die einzelnen Elemente und die darin existierenden Normen rechtlichen und moralischen Charakters eine widersprüchliche Einheit bilden. Daher bestehen im Überbau der kapitalistischen Gesellschaft Rechtsnormauffassungen und Moralnormen nicht nur der herrschenden Klassen, sondern auch der anderen  Klassen und Schichten. Auch letztere gewinnen Einfluß auf die internationalen Beziehungen sowie auf das Völkerrecht, (8) darunter ebenfalls auf den Normenbildungsprozeß. Basis und Überbau bilden eine dialektische Einheit, stehen in einem Wechselverhältnis, in dem jedoch die Basis bestimmend und primär ist. In ihr wurzeln „in letzter Instanz” (9) die im Überbau enthaltenen politischen, rechtlichen und anderen Anschauungen. Der Überbau wiederum reproduziert ideologisch die Basis, bildet sie ab und wirkt darüber hinaus aktiv auf sie ein.

Eines der wichtigsten Bestandteile des Überbaus in seiner Gesamtheit ist der juristische Überbau. Zu ihm gehören in erster Linie das Recht, aber auch die Rechtsauffassungen, die Rechtsverhältnisse, das Rechtsbewusstsein, die Rechtskultur etc. (10) Diese einzelnen Elemente des juristischen Überbaus besitzen ihre Besonderheiten und haben eine „originäre” Rolle und relative Selbständigkeit in der juristischen Überbaustruktur. In diesem Sinne weisen sie als Objekt „innere” Widersprüche auf,  (11) wobei zwischen ihnen ebenfalls innere Zusammenhänge bestehen.

Im Blickwinkel des Basis-Überbau-Verhältnisses betrachtet, kann konstatiert werden, dass zwischen den ökonomischen Verhältnissen und dem Recht als dem Kernstück des juristischen Überbaus „keine lineare Kausalbeziehung besteht, dass Rechtsnormen keine photographischen Abbilder objektiv-realer Verhältnisse sind”.(12) Es gibt vielmehr einen ganzen Vermittlungsmechanismus politisch-ideologischer Zwischenglieder. Erst durch sie erfolgt die Widerspiegelung der objektiv-realen Verhältnisse im juristischen Überbau und speziell im Recht. (13)  Es sei jedoch darauf hingewiesen, dass durch das ———————–

6.Vgl.A.Bauer et alt., Basis und Überbau in der Gesellschaft, a. a. O., S. 25, 83.

7. G. Stiehler, Die Grundfrage der Philosophie und die Unterscheidung materieller und ideologischer Verhältnisse, in : Deutsche Zeitschrift für Philosophie, Nr.

8, Berlin 1980, S. 951.

8.Vgl. U.—J. Heuer, Die aktive Rolle des Überbaus am Beispiel der Rechtsnormen, in : Deutsche Zeitschrift für Philosophie, Nr. 5, Berlin1980, S. 584.

9. Dieser Aspekt wurde von Friedrich Engels in seinem Brief an Joseph Bloch vom 21. 9. 1890 hervorgehoben. Vgl. in : K. Marx—F. Engels, Werke, Band 37, S. 463.

10. Vgl. I. Wagner, Sozialistisches Recht und juristischer Überbau, Zur Rechtskonzeption des entwickelten Sozialismus, Thesen zur zehnten wissenschaftlichen internationalen Konferenz, Karl-Marx-Universität, Leipzig, Juni1982, S. 24.

11.Vgl. I. Wagner, Recht und Widersprüche in der entwickelten sozialistischen Gesellschaft, in : Recht und Widerspruch (Sonderhef der Wissenschaftlichen Zeitschrift der Friedrich-Schiller-Universität Jena), Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe, Nr. 6, Jena1983, S. 718.

12. K. A. Mollnau, Einleitung zu : Probleme einer Rechtsbildungstheorie (Hrsg. K. A. Mollnau), Berlin1982, S.10. 13 Marxistisch-leninistische Staats- und Rechtstheorie, Lehrbuch, Berlin 1980, S.395.

———————

Basis-Überbau-Verhältnis die Totalität des gesellschaftlichen Lebens bei weitem nicht erfasst wird. Mit dem Begriff der Basis wollten die Klassiker des Marxismus die Produktionsverhältnisse aus der Gesamtheit der materiellen Lebensbedingungen des gesellschaftlichen Lebens, eben aus dem gesellschaftlichen Sein herausheben. Karl Marx spricht im Vorwort„Zur Kritik der Politischen Ökonomie” auch von der Produktionsweise, (14) zu der die Produktivkräfte ebenfalls gehören. Ein besonders wichtiger Teil des Systems der Produktivkräfte ist dabei die „materiell-technische Basis” als das„Gesamtsystem der gegenständlichen Produktionsbedingungen” der Gesellschaft. (15) Über die Produktivkräfte und die Produktionsverhältnisse geht offensichtlich Karl Marx in der eben erwähnten Schrift hinaus, wenn er vom „gesellschaftlichen Sein” spricht, das das gesellschaftliche Bewusstsein bedingt. Das gesellschaftliche Sein, eine philosophische Fragestellung von eminenter Bedeutung, umfasst begrifflich nach der gegenwärtigen Auffassung der marxistischen Philosophie „die Gesamtheit der materiellen Bedingungen des gesellschaftlichen Lebens : Existenz der Menschen selbst, einschließlich der materiellen Grundlagen ihres  Geschlechts- und Familienlebens, Dichte der Bevölkerung, gesellschaftlich wirksames geographisches Milieu, Produktivkräfte, Produktionsverhältnisse”.(16) Man sollte noch hinzufügen : Naturreichtümer, Fruchtbarkeit und Größe des Territoriums und klimatische Bedingungen.

Die einzelnen Faktoren der materiellen Lebens- bzw. Existenzbedingungen der Menschen sind aber nicht nur ökonomischen Charakters, wie hin und wieder behauptet wird.(17) Sie bedingen  in ihrer Gesamtheit das Bewusstsein, wobei natürlich die Produktionsverhältnisse  (Basis) die entscheidende Rolle spielen. Das Bewusstsein wiederum ist nicht unbedingt mit dem Ideellen gleichzusetzen, weil es zwar einerseits mit dem erkennenden Subjekt zu tun hat, andererseits jedoch in seiner geselschaftsgeschichtlichen, also der soziologischen Typik zu erfassen ist. Deswegen wird neuerdings von Philosophen eine dreigliedrige Beziehung vorgeschlagen : materielle Verhältnisse; ideologische Verhältnisse ; gesellschaftliche Bewusstseinsformen. Dabei sollen die ideologischen Verhältnisse und die gesellschaftlichen Bewusstseinsformen den durch die materielle Grundlage bedingten Uberbau bilden. (18) Die materiellen Verhältnisse führen zu Bedürfnissen, die wiederum die Basis für die Interessen bilden. Die ideologischen Verhältnisse sowie indirekt auch die Bewusstseinsformen spielen ebenfalls eine wichtige Rolle.

Die bisher angestellten Überlegungen speziell über das Basis-Uberbau- Verhältnis und über die materiellen Grundlagen der Lebens- bzw. Existenzbedingungen gelten für alle Staaten und zwar unabhängig von ihrer Gesellschaftsordnung. Sobald aber ein Konkreter Staat in das Gesamtsystem der internationalen Beziehungen gesetzt wird, sieht es etwas modifiziert aus, weil zusätzlich essentielle Faktoren hinzu treten, die nur indirekt mit der Basis des Staates zu tun haben und dennoch Interessen und Willen eines Staates beeinflussen.

————————-

14.Vgl. Karl Marx, Vorwort „Zur Kritik der Politischen Ökonomie”, in : K. Marx—F.Engels, Werke. Band 13, S. 8—9.

15. Die „materiell-technische Basis” erstreckt sich auf die Produktionsmittel sowie auf die technologischen Verfahren.

Vgl. A. Bauer et alt.  Basis und Überbau  der Gesellschaft, Berlin 1974, S.27.

16. Ebenda, S. 27.

17. So einseitig wird dies im Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin  1982, S.38  gesehen.

18.  Diesen vom Philosophen Gottfried Stiehler entwickelten interessanten Gedanken kann uneingeschränkt beigepflichtet werden. Vgl. seinen richtungsweisenden Beitrag „Die Grundfrage der Philosophie und…”, a.a.O., S.955, 962.

———————–

Zu diesen Faktoren zählen, um die wichtigsten zu nennen, das internationale Kräftverhältnis, die internationalen Wirtschaftbeziehungen, die Bündnisverpflichtungen, die bereits in einem anderen Zusammenhang erwähnten globalen Probleme der Menschheitsentwicklung, die objektiv bedingte gegenseitige Abhängigkeit der Staaten,(19) der Wille der Völker und die internationale öffentliche Meinung.

Hierbei handelt es sich um soziologische Fragestellungen, die nicht nur Gegenstand einer noch zu schaffenden Theorie und in diesem konkreten Fall einer Soziologie der internationalen Beziehungen (20), sondern auch einer Völkerrechtssoziologie sein können (21). In diesem Kontext ist daran zu erinnern, dass die Rechtskonzeption von Karl Marx als Bestandteil seiner gesamten Gesellschaftstheorie entwickelt wurde. Er lieferte die „erste auf dialektisch-materialistischer Grundlage fußende soziologische Rechtsbetrachtung” (22).

nteressen und Willen der Staaten werden in den internationalen Beziehungen von sozial-psychologischen Faktoren ebenfalls beeinflusst. Dabei geht es vor allem um die Psychologie der Klassen, den gewachsenen Selbsterhaltungstrieb angesichts der Gefahr eines thermonuklearen infernos— eine allgemeinmenschliche Frage— und das notwendig gewordene Klima des Vertrauens (23). Die Interessen wiederum beeinflussen das Verhalten eines Staates und nicht zuletzt das Auftreten von Regierungsvertreten auf Staatenkonferenzen und bei Verhandlungen.

Allein die knappe Behandlung der die Interessen und den Willen der Staaten beeinflussenden Faktoren macht evident, dass Interesse und Wille mehrdimensionale Phänomene sind, deren Wesen und Bedeutung nur im Blickwinkel des Basis-Überbau-Verhältnisses nicht erfasst und richtig gedeutet werden können.

Deswegen müssen zwangsläufig alle Versuche scheitern, sich auf eine Aussage von Karl Marx berufend, einen fast mystisch anmutenden Sonder-Überbau in den internationalen Beziehungen zu konstruieren. Er würde sich auf die internationalen Beziehungen als „abgeleitete Produktionsverhältnisse” stützen, die verglichen mit der Basis in jedem Staat sekundären Charakters wären (24).

——————–

19. Die so verstandene gegenseitige Abhängigkeit der Staaten z. B. in den Bereichen des Umweltschutzes, der Rohstoffpolitik etc. hat mit der These von der „Interdependenz” nichts zu tun. Vgl. hierzu auch M. Maximowa. Wsemirnoje chosjaistwo….a. a. O., S. 25—26. Zur gelungenen Kritik dieser These vgl. W. Kortunow, Neue Faktoren in den internationalen Beziehungen und die bürgerliche Politologie, in : Meschdunarodnaja schisn, Nr. 8, Moskva 1977, S. 113 ff. (russ.).

20. Auf diesem Gebiet gibt es seit längerer Zeit Untersuchungsergebnisse sowjetischer Spezialisten für internationale Beziehungen. An erster Stelle ist z. B. zu nennen D. Jermolenko, Soziologija meschdunarodnyje otnoschenija, in: Meschdunarodnaja schisn, Nr. 1. Moskwa1967, S. 20—27.

21. Die so aufgefaßte Völkerrechtssoziologie hat mit jener Huberscher Prägung nichts gemein, denn sie stützt sich auf den dialektischen Materialismus. Vgl. den repräsentativen Beitrag von Max Huber, Beiträge zur Kenntnis der soziologischen Grundlagen des Völkerrechts und die Staatengemeinschaft, in: Jahrbuch des öffentlichen Rechts der Gegenwart, Nr. 4, Tübingen1910.

22. H. Klenner, Rechtssoziologie, in: Wörterbuch der Soziologie, Berlin1977, S. 638 ff.

23. Vgl.ähnlich auch E.Kondakow, Rol Sozialnoj psychologii, in : Mirowaja ekonomika i meschdunarodnyje otnoschenija, Nr.11,Moskwa 1969, S.81—82.

24. So z.B. sehr detailliert bei G. W.Ignatenko, Ot kolonialnogo reshima k  nazionalnoj gossudarstwennosti, Moskwa 1966, S. 19,

——————–

Politischen Ökonomie” In einem bestimmten Zusammenhang gemachte Aussage lautet : „Sekundäres und Tertiäres, überhaupt abgeleitete, übertragene, nicht ursprüngliche Produktionsverhältnisse. Einspielen hier internationaler  Verhältnisse”(25). Zum einen ging es darum, die entscheidende Rolle der ökonomischen Verhältnisse in den internationalen Beziehungen, die umfangreicher als die ersteren sind, zu unterstreichen, zum anderen besteht kein Grund anzunehmen, dass der Dialektiker und Materialist Karl Marx an irgendeinen metaphysischen Überbau in den internationalen Beziehungen gedacht  hätte. Daher bedeutet m.E. dialektisch und historisch materialistisch die Welt untersuchen, nicht das bloße Zitieren der Klassiker des Marxismus-Leninismus, sondern die konsequente Anwendung ihrer Methode bei unbedingter Berücksichtigung der Besonderheiten in der Gegenwart und zwar sowohl in der Innen- und Außenpolitik der Staaten als auch in den internationalen Beziehungen.

Die Untersuchungsergebnisse bezüglich des völkerrechtsphilosophischen und völkerrechtssoziologischen Vor- und Umfeldes des Normbildungsprozesses lassen sich wie folgt zusammenfassen: In unserer  Epoche ist die friedliche Koexistenz das politische  Grundprinzip n den internationalen Beziehungen  : In dieser Epoche ist der Grundwiderspruch zwischen den beiden Gesellschaftsordnungen zwar bestimmend, wird jedoch in seiner Wirkungsweise durch die zunehmende Rolle der jungen unabhängigen Staaten in den internationalen Beziehungen etwas modifiziert ; Die Friedenssicherung ist ein selbständiges  politisches Prinzip, das an der Spitze der Hierarchie aller anderen politischen und völkerrechtlichen Prinzipien steht ; die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung beeinflussen den internationalen Normbildungsprozeß ; in den internationalen Beziehungen der Gegenwart kommt es auf das Verhalten der souveränen Staaten im Interesse der Friedenssicherung an; das Ziel der souveränen Staaten in ihren Beziehungen zueinander kann nur ein Interessenausgleich im Interesse der Friedenssicherung sein ; das Staatsinteresse und der sich auf dieses stützende Staatswille sind polydimensionale und multisynthetische Phänomene ; die zunehmende Bedeutung der philosophischen Komponente der Fragestellungen in den internationalen Beziehungen und speziell im Völkerrecht lässt die Erarbeitung einer Völkerrechtsphilosophie als angemessen und notwendig erscheinen ; Staatsinteresse und Staatswille sind zwar materiell determiniert, wurzeln jedoch „in letzter Instanz” in den materiellen Lebensbedingungen der Gesellschaft, die in ihrer Gesamtheit das gesellschaftliche Sein ausmachen (Produktionsverhältnisse, Produktivkräfte und darunter vor allem die „materiell-technische Basis”, Größe und Fruchtbarkeit des Territoriums, Naturreichtümer, gesellschaftlich relevante geographische Lage und klimatische Bedingungen ; Dichte der Bevölkerung etc.) ; der gesellschaftliche Überbau ist komplexer und widersprüchlicher Natur, zwischen den einzelnen Überbaulementen (Staatseinrichtungen, Rechtsanschauungen, Kunst, Moral und sonstigen ideologischen Verhältnissen) bestehen wechselseitige Zusammenhänge, der Überbau wirkt auf die Basis aktiv ein ; das Recht ist das Kernstück des juristischen Überbaus als eines Bestandteils  des gesellschaftlichen Überbaus; zwischen dem Recht und den ökonomischen

——————————

bei A.S. Gawerdowskij, Implementazija norm meschdunarodnogo prawa, Kiew 1980, S.15 und in Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin 1973  S. 41.

25. Karl Marx, Einleitung zur Kritik der Politischen Ökonomie, in : K. Marx— F. Engels, Werke, Band 13, S. 640.

————————-

Verhältnissen existiert keine lineare Beziehung, sondern es bestehen Vermittlungsmechanismen und politisch-ideologische Zwischenglieder; das Basis- Überbau-Verhältnis erfasst nicht die Totalität des gesellschaftlichen Lebens, das sich nicht nur auf die Basis  (Produktionsverhältnisse), sondern auch auf  andere Bestandteile des gesellschaftlichen Seins erstreckt ; aus den materiellen Lebens- bzw. Existenzbedingungen erwachsen Bedürfnisse, auf denen die Interessen beruhen, die wiederum die Grundlage des Willens darstellen ; Staatsinteresse und Staatswille werden von weiteren Determinanten beeinflusst, zu  denen in erster Linie das internationale Kräfteverhältnis, die Bündnisverpflichtungen, die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung, die objektiv bedingte gegenseitige Abhängigkeit, der Wille der Völker und die internationale öffentliche Meinung gehören ; um solche soziologische Fragestellungen theoretisch zu bewältigen, bedarf es der Erarbeitung einer Völkerrechtssoziologie ; Staatsinteresse und Staatswille werden außerdem von sozialpsychologischen Faktoren beeinflusst wie die Psychologie der Klassen, der gewachsene Selbsterhaltungstrieb der Menschen angesichts der Gefahr eines  thermonuklearen Infernos und das notwendig gewordene Klima des Vertrauens ; die Konstruktion eines Sonder-Überbaus in den internationalen Beziehungen ist weder materialistisch, noch dialektisch, sondern sie mutet eher  metaphysisch und mystisch an und ist auch deshalb für das Völkerrecht nicht hilfreich.

3b) RECHTSTHEORETISCHE ASPEKTE DES NORMENBILDUNGSPROZESSES

Die zwischen dem Völkerrecht und dem innerstaatlichen Recht (Landesrecht) ohne Zweifel vorhandenen Unterschiede vor allem bezüglich des Normenbegründungs- und Normverwirklichungsprozesses vermögen m.E. die Verwendung der allgemeinen rechtstheoretischen Erkenntnisse für die Zwecke  der Völkerrechtstheorie und speziell einer modernen Normbildungstheorie nicht auszuschließen. Im Gegenteil ist das Zurückgreifen auf die allgemeine Rechtstheorie unverzichtbar und eigentlich eine Selbstverständlichkeit. Abgesehen davon, stützen sich international die  Völkerrechtler ebenfalls auf die verschiedenen rechtsphilosophischen und rechtstheoretischen Richtungen. Dies ist bei den  IGH- und ILC-Mitgliedern ohne weiteres feststellbar. Die Verwertung der neuesten Erkenntnisse der  allgemeinen Rechtstheorie soll natürlich zielgerichtet  und selektiv erfolgen.

Im innerstaatlichen Normenbildungsprozeß beeinflusst die die Gesetzmäßigkeiten der Entwicklung ausdrückende objektive Realität über die subjektive  Wahrnehmung, Erkenntnis und Bewertung den Normbildungsprozeß (26). In der  objektiven Realität existieren die zu normierenden gesellschaftlichen Verhältnisse außerhalb des menschlichen Bewusstseins und stellen damit einen  außerrechtlichen Sachverhalt dar. (27)  Dabei existiert der Regelungsgegenstand  als die materielle Grundlage

————————–

6. Vgl. R. O. Chalfina, Die objektiven Faktoren der gesellschaftlichen Entwicklung, ihre Erkenntnis und Bewertung im Rechtschöpfungsprozeß, in : K. A.

Mollnau (Hrsg.), Komponenten der Rechtsbildung und ihr Einfluß auf die gesellschaftliche Wirksamkeit des Rechts, Berlin 1980, S. 35.

27. Vgl. K. A. Mollnau, Wie relevant ist der rechtliche Regelungsgegenstand  im sozialistischen Rechtsbildungsprozeß ?

—Thesen, in: ebenda, S. 22 und Marxistich—leninistische Staats-und Rechtstheorie, Berlin 1980, S. 474.

—————————-

der normierungsbedürftigen gesellschaftlichen Verhältnisse „weder als besonderer Ausschnitt im gesellschaftlichen Sein, noch ist er auffindbar irgendwo anders in der Gesellschaft als deren separates  Segment. Verwoben mit der Gesellschaft und all ihren Teilen, ist der Rechtliche Regelungsgegenstand eingebettet in die Totalität der gesellschaftlichen  Beziehungen.” (28) Gerade diese Komplexität und Dynamik des Regelungsgegenstandes machen das Erkennen der Regelungsnotwendigkeit, -Würdigkeit  und -möglichkeit schwierig.

Auf alle Fälle darf von der Existenz eines Normierungsgegenstandes nicht auf das Bestehen entsprechender Normen geschlossen werden, (29), denn „rechtliche Regelungsnotwendigkeit und rechtliches Geregeltsein gesellschaftlicher Verhältnisse sind zwei verschiedene Dinge.”(30 ) Die Transformation von Aussagen über die rechtliche Regelungsnotwendigkeit  in Rechtsnormen setzt außerdem mehrere Zwischenstufen voraus, die nicht ohne weiteres übersprungen werden können, zumal der Rechtserzeugungsprozeß ein mehrdimensionaler Vorgang ist, an dem eine Vielzahl sozialer Faktoren und Determinanten  materieller und ideeller, objektiver und subjektiver, politischer, ökonomischer, ideologischer, kultureller, (31) religiöser und  anderer Art beteiligt ist. Dabei besitzen die materiellen Determinanten gegenüber den ideellen Priorität.  Besonders erwähnenswert scheint bei den ideologischen und ideellen  Faktoren das Rechtsbewusstsein zu sein. Dieses existiert hauptsächlich in Gestalt von Rechtsanschauungen und rechtspolitischen Forderungen und widerspiegelt die „rechtsnormative Regelungsbedürftigkeit, -fähigkeit und -würdigkeit” gesellschaftlicher Verhältnisse.

Philosophisch betrachtet, ist das Rechtsbewusstsein ideelles Abbild zu normierender oder aber auch rechtlich Normierter Interessen. (32)

Das Rechtsbewusstsein übt im Normenbildungsprozeß folgende Funktionen aus ;

a) Die kognitive Funktion : Sie trägt zum Erkennen der  rechtlichen Normierungsnotwendigkeit gesellschaftlicher I Verhältnisse bei. Es  werden somit Erfordernisse und Interessen erfaßt ; b) Die axiologische Funktion : Sie bewertet die rechtliche Normierungsnotwendigkeit gesellschaftlicher Verhältnisse und die Realisierungsmöglichkeit ; c) Die normierende Funktion :  Sie besteht darin, dass Aussagen und Rechtsforderungen in Rechtsnormen transformiert werden. Sie ist im Grunde die Wirkungsrichtung des Rechtsbewusstseins im Normenbildungsprozeß. (33)

Das Rechtsbewusstsein wiederum ist  von seinem materiellen Widerspielungsgegenstand abhängig, wobei diese Abhängigkeit vermittelt erfolgt. Sein Inhalt wird beeinflusst von der Gesamtheit  der gesellschaftlichen Verhältnisse, darunter von den politischen Lebenverhältnissen, von der Tradition, der Kultur etc. (34 ) Das Rechtsbewusstsein spielt zwar beim Rechtsbildungsprozeß mittelbar eine wichtige Rolle, sollte jedoch in den Rechtsbegriff nicht einbezogen

—————————–

28. K. A. Mollnau, ebenda, S.14.

2.9.  Vgl. derselbe, Rechtliches Regelungsobjekt und gesetzgeberische  Entscheidung, in: K. A. Mollnau (Hrsg.), Probleme einer Rechtsbildungstheorie, Berlin 1982, S. 32.

30. Derselbe,  Implikationen des gesellschaftlichen Ansatzes zur Erforschung der Rechtsbildung, in: ebenda, S. 18.

31. Vgl. ebenda, S. 14. Derselbe, Einleitung zu : Probleme einer Rechtsbildungstheorie, Berlin 1982, S. 10.

32. Vgl. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtstheorie, Berlin 1980, S.  469—473.

33. Vgl. ebenda. S. 484—486.

34. Vgl. auch E. W. Nasarenko, Sozialistisches Rechtsbewusstsein und Rechtsschöpfung, Berlin 1974,S. 20.

——————————–

werden, weil  sonst die Gefahr bestünde, die Rechtsordnung nur auf der  Grundlage von Rechtsanschauungen (35) und rechtspolitischen Forderungen zu gestalten. Hieraus ergibt sich fast automatisch die Unterscheidung von Rechtsprinzipien und Prinzipien des Rechtsbewusstseins. Letztere bilden sich vor  dem Rechtsbildungsprozeß heraus. (36 ) Um die der gesellschaftlichen Notwendigkeit inhärenten rechtlichen Möglichkeit in Recht als System von Rechtsnormen zu verwandeln, (37) bedarf es der tatsächlichen Beherrschung der gesellschaftlichen Prozesse. Dies setzt  voraus, dass die real verlaufenden Prozesse in der Gesellschaft auf rechtlich  normierungsbedürftige Beziehungen hin analysiert werden, denn die „Untersuchung des rechtlichen Regelungsobjekts, seiner Struktur und Entwicklung  ist der Ausgangspunkt und der  weltanschauliche Eckpfeiler einer materialistisch fundierten Rechtsbildungstheorie und Gesetzgebungsmethodik. Wer dies nicht beachtet, lässt sich darauf ein, das Abbild vom Abgebildeten zu trennen.”(38)

Erst die genaue Kenntnis des Normierungsgegenstandes kann  die Garantie dafür bieten, dass das Recht dem Entwicklungsstand der Gesellschaft entspricht.(39) Kriterium für diese Adäquatheit des Rechts ist die gesellschaftliche Praxis. (40 )Es ist aber darauf hinzuweisen, dass das Recht die gesellschaftliche  Praxis und Realität nur partiell widerspiegelt, d.h. es werden nur jene Seitenwiderspiegelt, an deren Regelung die herrschende Klasse interessiert ist.(41 )

Gegenstand der rechtlichen Widerspiegelung sind „alle jene Erscheinungen,  die im Recht eine Widerspiegelung Erfahren haben oder erfahren werden,  alles das, was Rechtsnormen wirklich oder potentiell abgebildet wird.”(42) Das Wesen der rechtlichen Widerspiegelung liegt in der rationalen Reproduktion von gesellschaftlichen Bedingungen sowie „von entsprechenden erlaubten,gebotenen oder verbotenen Verhaltensweisen, die im Klasseninteresse  verbindlich sind.”(43) Die rechtliche Widerspiegelung ist volitiver Natur, denn  sie bringt den durch die Klasseninteressen bedingten Staatswillen in Rechtsnormen zum Ausdruck.

Sie besitzt ferner eine wertmäßige Komponente, weil  der Normeninhalt unter Zugrundelegung gesellschaftlicher Werte ausgewählt wird.

—————————

35. Dieser von I. Wagner vertretenen Auffassung ist vorbehaltlos zu folgen. Vgl. I. Wagner,  Sozialistisches Recht und juristischer Überbau, Thesen, Leipzig 1982, S.3.

36. Vgl. W. Grahn, Theoretische Probleme der rechtlichen Widerspiegelung  und ihrer Bedeutung—weltanschauliche, erkenntnistheoretisch-methodologische und rechtstheoretische Probleme (Thesen), in: I. Wagner (Hrsg.), Das Recht als  Widerspiegelung, Leipzig 1979, S.12.

37.  Vgl. I. Wagner, Recht und Widersprüche in der enwickelten sozialitischen  Gesellschaft, a. a. O., S. 718.  58.

38. K. A. Mollnau, Einleitung zu : Probleme einer Rechtsbildungstheorie, a.a.O.,S.7—8.

39. Vgl. K.A. Mollnau, Rechtsnormen und  Rechtsbewusstsein im Wirkungsprozeß des sozialistischen Rechts, in : K. A. Mollnau (Hrsg.), Objektive Gesetze,  Recht, Handeln— Studien zu einer Wirkungstheorie des sozialistischen Rechts, Berlin 1979,S.79ff.

40. Vgl. W. Grahn, Theoretische Probleme der  rechtlichen Widerspiegelung  …, a.a.O.,S.10.

41. Vgl. H. Klenner, Der Marxismus—Leninismus über das Wesen des Rechts,  Berlin 1974, S.110.

42. W. Grahn, Theoretische Probleme der rechtlichen Widerspiegelung…, a.a.O.,S.5.

43. W. Grahn, Widerspiegelungsprobleme in der Rechsbildung, in : K. A. Mollnau (Hrsg.), Komponenten der Rechtsbildung und ihr Einfluß auf die gesellschaftliche Wirksamkeit des sozialistischen Rechts, Berlin 1980, S. 125.

——————————–

wird, die wiederum durch die gesellschaftlichen Verhältnisse und die Klasseninteressen bedingt sind, und weil auch Moral, Religion, Tradition und öffentliche Meinung in gewisser Hinsicht in das Recht eingehen.Für die Normbildungstheorie dürften die bemerkenswerten Gedankengänge Werner Grahns  von großer Bedeutung sein: Die rechtswissenschaftliche Widerspiegelung „hat  auch eine theoretische Widerspiegelung der rechtlichen Widerspiegelung zu  sein und besitzt demnach den Charakter einer Meta-Widerspiegelung”.(44)

Die  völkerrechtswissenscfiaftliche Widerspiegelung ist insofern diffizil, weil aus  politischen und auch aus rechtsdogmatischen Gründen eine subjektiv gefärbte  Meinungsvielfalt möglich ist. Eine verzerrte Meta-Widerspiegelung vermag jedoch keinesfalls, Wesen  und Charakter des Rechts zu verändern, das nach übereinstimmender Auffassung in der Rechtstheorie folgende wesentliche Merkmale  aufzuweisen hat :

a) Es bringt die Interessen und den Willen der herrschenden Klasse zum Ausdruck, dessen Inhalt letztlich von deren materiellen Lebensbedingungen determiniert wird ;

b) Es ist ein System von allgemeinverbindlichen Normen, von Verhaltensregeln ;

c) Das Recht ist Regulator der  gesellschaftlichen Verhältnisse ;

d) Im Falle seiner Verletzung kann es durch  Zwang gewährleistet werden.(43)

Ein konkretes juristisches Recht besitzt die  Eigenart, eine staatlich garantierte und geschützte konkrete Verhaltensmöglichkeit eines Berechtigten zu sein.

Der Berechtigte kann dann im Rahmen  des von den Rechtsnormen eingeräumten Entscheidungsfeldes eigenverantwortlich über das konkrete Recht entscheiden.(46)

In der  Rechtstheorie wird über den Umfang des Rechtsbegriffs ein Meinungsstreit geführt. Hier wird der erweiterte Rechtsbegriff— er erstreckt sich auf die Rechtsnormen, die Rechtspolitik, die Rechtsprinzipien, die Anwendung, die Einhaltung und soll nicht nur eine juristische, sondern auch eine politische, ökonomische, ethische, kulturelle und psychologische Erscheinung sein. (47)— abgelehnt. Es ist vielmehr den Auffassungen über den „engen”  Rechtsbegriff beizupflichten, da sie das Recht, als normatives System betrachten, das aber allgemein in der objektiven Realität wurzelt. Insofern  schließt das Recht Soziales, Politisches, Ideologisches, Psychologisches, (48) Ethisches, Religiöses etc. ein.

Hinsichtlich seines Geneseprozesses und seiner Bedeutung kann man das Recht dennoch als Wert betrachten, ohne abstrakt den ethisieren und den Boden der Normativität verlassen zu wollen, (49) weil der Wert zwar etwas Ideelles, jedoch sein Inhalt

———————————-

44. Vgl. W.Grahn, Theoretische Probleme der rechtlichen Widerspiegelung…,  a. a. O.,S. 7—8

45. Vgl. Marxistisch—leninistische allgemeine Theorie des Staates und des Rechts, Band 1 (Grundlegende Institute und Begriffe), Berlin 1974, S.273; Marxistisch-leninistische Staats- und Rechtstheorie, Berlin 1980, S. 108,521.

46. Vgl. ebenda,S. 589.

47. Für den erweiterten Rechtsbegriff plädiert D.A.Kerimow,Verfassung  der UdSSR und politisch-rechtliche Theorie, Berlin 1981,S. 152, 156. Für einen  komplexen Rechtsbegriff—er soll den Gedanken der juristischen Ordnung sowie jenen der sozialen Organisation umfassen—tritt Ch. Rousseau ebenfalls ein. Vgl.  Droit International Public, Tome I,Paris1970, p.24.

48. So I.Wagner, Sozialistisches Recht und juristischer Uberbau, Zur Rechtskonzeption des entwickelten Sozialismus, a.a.O.,S.7—8.

49. Diesbezüglich kann der Kritik von K.A.Mollnau am abstrakten ethisieren zugestimmt werden :„Wo mit dem Wertbegriff rechtliche Phänomene als selbständige Wesenheiten vorgeführt und Werte als Instanzen ausgegeben werden,  die Grundlage, Ausgangspunkt und Orientierung für das Recht sein sollen, dort  wird die gesellschaftstheoretische Erklärung des Rechts verlassen und mit seiner moralisierenden Verklärung begonnen.” Einleitung zu : Probleme einer Rechtsbildungstheorie, a. a. O., S. 10.

—————————————

durch die Bedürfnisse und Interessen der betroffenen Subjekte bedingt wird und damit objektiver Natur ist. Die Bedeutsamkeit der in Frage kommenden Objekte für die Interessenbefriedigung „kann in Werten als Prinzipien oder als Werturteile abgebildet werden”(50) das Recht erheblich beeinflussen und in gewisser  Hinsicht in  dieses einfließen. Insofern kann das Recht als Wert, (51) vielleicht sogar als  einer der höchsten Werte der menschlichen Kultur (52) betrachtet werden.

Eines der erwähnten wesentlichen Merkmale des Rechts besteht darin, ein System von allgemein-verbindlichen Normen, von Verhaltensregeln zu sein. Hinsichtlich dieses Rechtsmerkmals stützt sich die sozialistische Rechtstheorie auf Karl Marx, der in der „Kritik des Gothaer Programms” schreibt: „Das Recht kann seiner Natur nach nur in Anwendung von gleichem Maßstab bestehen.”(53) Das bedeutet, dass das Recht Grenzen des Verhaltens setzt  und damit allgemeinverbindlich vorschreibt, was erlaubt, geboten oder verboten ist. Allgemeinverbindlich sein, heißt aber, „ungleiche, aber gleichartige  Handlungen mit dem gleichen Maßstab” messen. (54)

Die Dialektik dieser Problemstellung wurde von R. Schüsseler am besten erfasst und am überzeugendsten dargestellt : „Soweit die Subjekte als Repräsentanten bestimmter gesellschaftlicher Verhältnisse und Interessen gleiche oder korrespondierende Eigenschaften aufweisen und in dieser Beziehung einer einheitlichen Verhaltensbestimmung und -beurteilung unterliegen müssen, gelten für sie jeweils gleiche Rechte und Pflichten , wird ihr Tun oder Unterlassen an einem  Rechtsmaßstab gemessen, der für alle gleichartigen Sachverhalte verbindlich  ist.

Unter dem für juristisch relevant erklärten Gesichtspunkt bringt ein  Rechtsmaßstab für jede Verhaltensmöglichkeit des einen korrespondierende  Verhaltensanforderungen an andere Rechtssubjekte zur Geltung, verlangt er für jede Leistung eine gleichwertig Gegenleistung. Er wahrt die Unverbrüchlichkeit dieses Verhaltens und enthält für pflichtwidrige Aktionen eine  adäquate Reaktion.” (55)

Das Recht hat als „staatlich-verbindlicher gleicher Verhaltensmaßstab”(56) eine Reihe von Funktionen zu erfüllen wie :

a) Es werden Ziele sozialen Verhaltens gesetzt (zielsetzende Funktion) ;

b) Das gesollte Verhalten wird durch Gebote, Verbote und Erlaubnis  direkt vorgeschrieben (regulierende Funktion) ;

c) das Recht bewertet soziales  Verhalten (bewertende Funktion) ;

d) Es verknüpft das gesollte und nichtgesollte soziale Verhalten mit Sanktionen (Zwangsfunktion). (57)

—————————

50. Vgl. hierzu die sehr überzeugende Argumentation W. Grahns, Die Rechtsnorm— eine Studie, Leipzig, 1979, S. 101, 103.

51. Vgl. auch I. Wagner, Sozialistisches Recht und juristischer Überbau, Zur  Rechtskonzeption des Sozialismus, a. a. O., S. 8.

52. Vgl. E. A. Lukaschewa, Übe die neuen Richtungen der wissenschaftlichen Untersuchungen in der allgemeinen Theorie des Rechts, in : Aktuelle Probleme der Theorie des sozialistischen Staates und Rechts, Moskau 1974, S. 34 ff.

53. Karl Marx Kritik des Gothaer Programms in : K.Marx—F. Engels, Werke,  Band 19,S.21.  54.

54. Vgl. H. Klenner, Der Marxismus—Leninismus über das Wesen des Rechts, Berlin1954, S. 73.

55. R. Schüsseler, Zu den Grundfragen der Theorie des sozialistischen Rechts in Marx’ „Kritik des Gothaer Programms” in: Staat und Recht, Nr.5, Berlin 1975,S.21. 56.

56. .Wagner, Sozialistisches Recht und juristischer Überbau, Zur Rechtskonzeption des entwickelten Sozialismus, a. a. O., S.9. 57

57. Vgl. W. Grahn, Die Rechtsnorm, a. a. O.,S.11—15.

—————————–

 

Hieraus ergibt  sich, dass das Recht über das Verhalten auf die sozialen Bedingungen einwirkt. (58) Somit macht m. E. das normgerechte Verhalten aller Normadressaten das Wesen der Allgemeinverbindlichkeit des Rechts aus. Diese dialektische Verknüpfung von Recht und Verhalten berechtigt daher zu der Feststellung, dass  das Recht „das in der Gesellschaft herrschende Ordnungsgefüge und Verhaltensmuster” darstellt. (59) Das reale Verhalten der Rechtssubjekte wird aber von mehreren objektiven Faktoren bedingt, wozu u.a. Bräuche, Traditionen, Sitten etc. gehören.( 60 ) Das Verhalten der Normadressaten ist Inhalt der Rechtsverhältnisse, (61) die wiederum die Hauptbeziehungen sind, in denen die Rechtsnormen verwirklicht werden.

In diesem Kontext besteht das Spezifikum der Rechtsverhältnisse darin, dass die an ihnen beteiligte  Rechtssubjekte wechselseitig konkrete Rechte und Pflichten haben, die sich durch ihr Verhalten realisieren. Das Rechtsverhältnis ist nicht identisch mit dem faktischen Gesellschaftlichen Verhältnis und steht damit nicht alsKonkretisierungsstufe der Verhaltensmöglichkeit zwischen den Rechtsnormen und dem faktischen Verhältnis. Hieraus folgt, dass das Rechtsverhältnis nur bestimmte Seiten des  realen gesellschaftlichen Verhältnisses in juristischer Form zum Ausdruck bringt.

Das gesellschaftliche Verhältnis besteht also vor und nach der Schaffung des Rechtsverhältnisses. Da nun Rechtsverhältnisse der politisch-moralischen Bewertung unterliegen, bringen sie auch politisch-moralische Wertvorstellungen zum Ausdruck. (62 )

Die für die Erarbeitung einer Normenbildungstheorie in den internationalen  Beziehungen und speziell im Völkerrecht notwendigen und geeigneten Erkenntnisse der Rechtstheorie seien zusammengefasst : Der innerstaatliche Normenbildungsprozeß wird von der objektiven Realität über die subjektive Wahrnehmung, Erkenntnis und Bewertung beeinflusst ; der Normierungsgegenstand ist in die Totalität der gesellschaftlichen Verhältnisse eingebettet ; die Existenz eines Normierungsgegenstandes sowie dessen Normierungsnotwendigkeit,-würdigkeit und-möglichkeit kann nicht  bedeuten, dass enstprechende Normen bereits existieren ; der Normbildungsprozeß ist ein mehrdimensionaler Vorgang, denn an ihm sind verschiedene Faktoren (materielle und ideelle, objektive und subjektive, politische, ökonomische, ideologische, kulturelle, ethische, religiöse etc.) beteiligt, wobei den materiellen Faktoren der Vorrang gebührt ; das zu den ideologischen und ideellen Determinanten gehörende Rechtsbewusstsein existiert in Gestalt von

————————

58. Vgl .W. Grahn, Widerspiegelungsprobleme in der Rechtsbildung, a.a.O., S.130.

59. H. Klenner, Grundsatzprobleme im Vorfeld einer Rechtsbidungstheorie,  in : K. A. Mollnau (Hrsg.), Probleme einer Rechtsbildungstheorie, Berlin 1982, S.21.

60. Vgl. auch R. O. Chalfina, Die objektiven Faktoren, in : K.A.Mollnau (Hrsg.),  Komponenten der Rechtsbildung und ihr Einfluß auf die gesellschaftliche

Wirksamkeit des sozialistischen Rechts, Berlin 1980,S. 37.

61. Vgl. Marxistisch—leninistische allgemeine Theorie des Staates und des  Rechts, Band 1,Berlin 1974, S. 393.

62. Vgl. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtstheorie, Berlin 1980, S. 587, 581—582. In der Rechtstheorie der UdSSR ist eine Wandlung der Auffassungen zu beobachten. Hierüber informiert U. E. Tkatschenko relativ ausführlich. Er berichtet darüber, dass die sowjetischen Rechtstheoretiker früher das Rechtsverhältnis als ein durch Rechtsnormen geregeltes gesellschaftliches Verhältnis betrachteten. Jetzt würden sie aber das Rechtsverhältnis als Verbindung zwischen den  Subjekten durch Rechte und Pflichten ansehen.

—————————————–

63. Vgl. Metodologitscheskije woprossy teorii prawootnoschenij, Moskwa 1980,S. 94ff.

————————————-

M. E. steht einer Verbindung beider  Konzeptionen nichts entgegen. Rechtsanschauungen und rechtspolitischen Forderungen und widerspiegelt Klasseninteressen sowie die Regelungsbedürftigkeit, -fähigkeit und – würdigkeit gesellschaftlicher Verhältnisse ; das Rechtsbewusstsein hat eine kognitive, axiologische und normierungsbeeinflussende Funktion ; es gilt, zwischen den Prinzipien des Rechstbewusstseins und den Rechtsprinzipien zu unterscheiden ; die Normadäquatheit setzt die Beherschung der normierungsbedürftige gesellschaftlichen Beziehungen voraus ; die rechtliche Widerspiegelung ist partieller, volitiver und axiologischer Natur ; die Rechtswissenschaftliche Widerspielung der rechtlichen Widerspiegelung ist eigentlich eine Meta-Widerspiegelung, sie kann verzerrt und falsch sein ; die wichtigsten Merkmale des  Rechts sind : Ausdrücken der„letztlich” materiell determinierten Interessen und des Willens der herrschenden Klasse ; es  ist ein System von allgemeinverbindlichen Normen (Verhaltensregeln), d.h. das  Recht schreibt allgemein-verbindlich vor, was erlaubt, geboten oder verboten ist, misst ungleiche aber  gleichartige Handlungen mit gleichem Maß, schafft gleiche Rechte und  Pflichten für die Rechtssubjekte, ist damit allgemein-verbindlicher Maßstab  für alle Normadressaten und fordert für jede Leistung eine gleichwertige  Gegenleistung; es ist Regulator gesellschaftlicher Verhältnisse und schließlich kann im Falle der Verletzung durch Zwang gewährleist werden; der „enge”  Rechtsbegriff ist vorzuziehen, weil er die Normativität am prägnantesten zum  Ausdruck bringt, zugleich ist darauf hinzuweisen, dass der „enge” Rechtsbegriff in gewisser Hinsicht in der objektiven Realität wurzelt und damit Soziales, Politisches, Ideologisches, Psychologisches, Ethisches, Religiöses etc. einschließt ; das Recht kann als Wert betrachtet werden ; das Recht hat eine zielsetzende, verhaltensorientierende, regulierende, bewertende und eine Zwangsunktion und kann als „Ordnungsgefüge und Verhaltensmuster” angesehen  werden ; die Rechtsverhältnisse haben das Verhalten der Normadressaten zum Inhalt, sind die Hauptform der Rechtsnormenverwirklichung und beziehen  sich auf Rechte und Pflichten der Rechtssubjekte ; die Rechtsverhältnisse  unterliegen der politisch-moralischen Bewertung und bringen insofern politisch-moralische Wertvorstellungen zum Ausdruck.

3c) VÖLKERRECHTSTHEORETISCHE GRUNDFRAGEN DES

NORMENBILDUNGSPROZESSES

 

3ca) Die Bedeutung der  Staatsinteressen und des Staatswillens für den Normenbildungsprozeß

 

Die Staaten als„die historisch entstandene, sich geschichtlich entwickelnde  und vergängliche, aus der Gesellschaft herausgelöste   und durch ihre ökonomische  Ordnung  bedingte,  souveräne politische  Macht der herrschenden Klasse, die die gemeinsamen   Interessen der Eigentümer der grundlegenden   Produktionsmittel sichert, vertritt und durchsetzt”, (63) schaffen und verwirklichen das Völkerrecht. Sie lassen sich dabei von ihren in den eigenen Bedürfnissen wurzelnden Interessen leiten, die polydimensional und multisynthetisch sind, denn sie werden von  innerstaatlichen Determinanten, durch das  gesellschaftliche Sein als die Gesamtheit der materiellen Lebens- bzw. Existenzbedingungen (Basis,  Produktivkräfte, Größe und  Fruchtbarkeit   des Territoriums, Naturreichtümer,

—————————–

63. Marxistisch—leninistische Staats-   und Rechtstheorie,Berlin1980,   S. 95.

———————————

gesellschaftlich relevante geographische Lage und klimatische Bedingungen, Dichte der Bevölkerung  etc.,  ferner  durch die eigenen Überbauerscheinungen) und   von   Determinanten in den internationalen Beziehungen(internationales Kräftverhältnis, Bündnisverpflichtungen, globale   Probleme der Menschheitsentwicklung, objektiv   bedingte gegenseitige Abhängigkeit, Wille der Völker, internationale Öffentliche Meinung) sowie von sozialpsychologischen Faktoren (Psychologie der  Klassen, gewachsener   Selbsterhaltungstrieb angesichts der Gefahr eines  Kernwaffenkrieges und  notwendig gewordenes Klima des Vertrauens) beeinflusst.

Die Interessen besitzen unabhängig von  ihrem  Träger und vom Bezugsobjekt objektiven Charakter. So entspricht die  Friedenssicherung den objektiven  Interessen  aller Völker. Da jedoch die Interessen eine Vermittlung  zwischen dem Materiellen und dem   Ideellen (Motive, Absichten,Wünsche etc.) darstellen und  letztere auf die Gerichtetheit  der Tätigkeit  im Sinne der Interessenrealisierung zielsetzend, mobilisierend und organisierend, einwirken, kann man auch von subjektiven Interessen sprechen. (64) Die grundlegenden Klasseninteressen bestimmen ihrerseits Wesen und Charakter der wichtigsten Klassenziele bzw. Klassenaufgaben. (65)

Für die internationalen Beziehungen   ist ausschlaggebend, dass speziell die jungen Nationalstaaten selbstverständlich von   ihren Bedürfnissen ausgehend, die Beseitigung der Überreste des Kolonialismus und die Lösung der  akuten sozialen und   ökonomischen Probleme als ihre Hauptaufgabe  betrachten. Hierauf beziehen sich ihre innen-  und außenpolitischen Interessen. (66)

————————————–

64. Vgl.   in:   Philosophisches Wörterbuch(Hrsg.   G. Klaus—M. Buhr),   Band1, Leipzig   1974,  S. 583.

65.  Vgl.   hierzu ausführlicher    P. Terz,   Das Problem    der   Interessen in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen, in: Wissenschaftliche Zeitschrift der Karx-Marx-Universität Leipzig, Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe,    Nr. 1,  Leipzig,   1978,  S.   37 ff.

66. Vgl. hierzu   ausführlicher   P. Terz, Problematyka interesow   i   woli   w stosunkach  traktatowych wynikajacych z koegzystencji  orazw stosunkach miedzypanstwami wspolnoty    socjalistycznej, in : Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Nr.  2, Opole 1978, S. 121 ff.

————————

Somit treffen sich   in   den internationalen Beziehungen der Gegenwart Interessen der drei wichtigsten Staatengruppen. Es kommt nun darauf   an,   einen Interessenausgleich zu erreichen. Er ist nur auf der Grundlage  von gegenseitigen Kompromissen möglich. Der Interessenausgleich erfolgt aus  globaler Sicht  also  nicht mehr zwei-, sondern dreigliedrig.

Die Interessen bestimmen das Handeln der Individuen, der  Völker, der  Staaten  und  der Staatengruppen. „Stets  waren und sind es die Interessen,  die  das praktische   Handeln   leiten   und die   ökonomische mit der politischen Sphäre der   Gesellschaft verknüpfen. Den letztlich treibenden   Faktor   des   geschichtlichen Handelns bilden die ökonomischen Interessen,…” (67) In den  internationalen Beziehungen  geht es letzten Endes um   die Durchsetzung der   staatlichen Interessen. (68) Hierbei gilt es, einige Bedingungen zu erfüllen bzw. einige Aspekte zu beachten : keine Gefährdung des  Weltfriedens,  im Gegenteil Interessen -Verwirklichung   zur   Friedenssicherung; keine   Verletzung    der    Prinzipien, vor allem  der Grundprinzipien und der Normen des  Völkerrechts ;   keine Verletzung grundlegender   und   legitimer (völkerrechtsgemäßer) Interessen der  anderen Staaten. Letzteres besonders  zu  betonen,  ist  insofern erforderlich,   weil   in der   Fachliteratur mitunter   nur die Interessendurchsetzung des  einzelnen   Staates  und nicht  der Staaten  in ihren Beziehungen  und ihremVerhalten zueinander gesehen wird.  Wird  noch dazu das Interesse  als Vorteil (Profit,  Nutzen) (69) aufgefasst, dann muss man   darin Tendenzen   der Überbewertung der Staatinteressen auf Kosten   des Völkerrechts erblicken.

Da   jedoch  in  den  internationalen Beziehungen Interessenkollisionen   m.  E.  als  eine  normale Erscheinung zu betrachten sind,  kommt nur ein Interessenausgleich   in Frage, der  auf  der Basis entsprechender Normen erzielt werden  kann. (70)

——————————-

67. G. Stiehler,   Ökonomie-Staat-Recht als dialektisches Verhältnis,    in : Deutsche Zeitschrift für  Philosophie, Nr.10, Berlin  1982, S.   1242.

68.  Vgl. hierzu   auch: A.   A.  Jessajan,   K. woprossu o Charaktere meshdunarodnogo prawa,    in: Sowjetskij   jeshegodnik meshdunarodnogo    prawa 1958, Moskwa 1959, S.  501, der in  den  völkerrechlichen Abmachungen die gegenseitige Anerkennung der   Interessen   erblickt ;   W.   Wengler,   Der   Begriff des Politischen   im   internationalen   Recht,   in   Staat  und   Recht,    Nr. 189-190, Tübingen    1956, S.   32—35.Er   untersucht    die entscheidende    Rolle der Staatsinteressen auf    der III.-UNO-Seerechtskonferenz ; derselbe, Prolegomena    zur   einer   Lehre   von den Interessen im    Völkerrecht,   in:   Die Friedenwarte, Band 50, Nr.   2,   1950,   S.   108(der Gestaltung jedes Rechtssatzes liegen   menschliche   Interessen zugrunde) ; A.   P.   Sereni, Diritto Internazionale,    II. (Organizzazione Internazionale),   Milano1960, p. 172   (Befriedigung der gegenseitigen   Interessen) ;   O Nippold, Die Fortbildung   des Verfahrens   in   völkerrechtlichen Streitigkeiten, Leipzig   1907   (Schutz   gemeinsamer Interessen der  Staaten als  Aufgabe des   Völkerrechts H. Kraus,   Staatinteressen   im   internationalen Leben, in : Internationale Gegenwartsfragen,    Völkerrecht    — Staatenethik    —  Internationalpolitik, Ausgewählte kleine   Schriften   von   H. Kraus, Würzburg1963, S. 4,  346,    (die Nichtbefriedigung    wichtiger Interessen führt   zu   internationalen   Reibungen); G. Morelli, Nozioni di   diritto   internazionale, Padova1963,   p. 1   ff.  (dem  zwischenstaatlichenVerkehr   liegen   die  Staatsinteressen zugrunde) ; G.   Balladore  Pallieri, Diritto   Internazionale Pubblico, Milano   1962,  p. 35   (die   internationale   Ordnung dient der Interessenbefriedigung   aller   Staaten).

69. So z.  B.  M.  Bos,  Will and order  in  the  nation-state system,   Observations   on   Positivism and    Positive International    Law,    in  :  Netherlands International Law    Review,   Vol.  XXIX,  Iss.1,  Leiden1982,  p.13.

70. Vgl.   in   diesem Sinne auch   H.   Lauterpacht, Privat   Law sources   and   analogies   of International Law,   London   1927,   p. 81 ;  A.   Verdross—B. Simma ,Universelles Völkerrecht. Theorie  und Praxis, Berlin1976,  S. 656 ;  L.Nelson, Die   Rechtswissenschaft ohne  Recht  — Kritische    Betrachtungen    über die Grundlagen des Staats- und Völkerrechts …, Hamburg  1949 )1. Afl. 1917), S.178.

————————–

Dies entspräche allerdings nicht den Realitäten in den internationalen Beziehungen  der Gegenwart, wollte man im Grunde nur kollidierenden Interessen die Normierungswürdigkeit zuerkennen. (71) Die Interessen sind  die Grundlage des Willens und prägen ihn. (72) Es ist ferner eine unbestrittene Erkenntnis der Staats- und Rechtstheorie, dass der Staatswille die Grundinteressen der herrschenden Klasse zum Ausdruck bringt. (73)

Wird das Verhältnis von Interesse und Wille dialektisch betrachtet, so können im innerstaatlichen Normierungsprozeß die Interessen als die objektive, der Wille hingegen als die subjektive Seite des Prozesses betrachtet werden, weil sich nur im Prozeß der Erkenntnis der Klasseninteressen der Klassenwille entwickelt. (74) Der Wille stützt sich darüber hinaus auf das Rechtsbewusstsein der herrschenden Klasse (75) und wird in Rechstnormen umgesetzt, (76) d. h. als allgemeine Verhaltensmöglichkeit und -aufforderung formuliert.(77) Somit äußert sich in der Herbeiführung allgemeinverbindlicher Verhaltensweisen die Willensnatur des Rechts. Dabei erfasst  der Willensbegriff im Rahmen des Normbildungsprozesses Erkenntnis, Entscheidung und Handeln in ihrer Einheit.(78 )

Im Unterschied davon kann jedoch in den internationalen Beziehungen  nicht auf den Willen der einzelnen Staaten orientiert werden. (79) Vielmehr geht es hier darum, dass die Normen das Produkt des Willens mehrerer Staaten sind. ( 80)

——————————-

71. So z. B. H Kröger—H. Wünsche, Friedliche Koexistenz und Völkerrecht, Berlin 1975, S. 53—54. Nach der Auffassung von G. Morelli hingegen ist der Interessenkonflikt eine Möglichkeit für den Regelungsprozeß. Vgl. Nozioni di diritto internazionale, Padova1963, p. 48—49. H. Triepel sprach von der Befriedigung  entgegengesetzter Interessen bei den „Verträgen” und gemeinsamer oder gleicher Interessen bei der„Vereinbarung”. Vgl. Völkerrecht und Landesrecht, Leipzig 1899, S. 53. Der von G. Dahm, Völkerrecht, Band III, Stuttgart 1961, S. 9 an dieser nicht überzeugenden Unterscheidung geübten Kritik ist zu folgen.

72. Vgl. H.-G. Eschke, Friedrich Engels über das Verhältnis von Gesamtwillen und Einzelwillen in der Gesellschaft, in : Deutsche Zeitschrift für Philosophie, Nr. 10, Berlin1970, S. 1217.

73. Vgl. .T Schönrath, Nochmals zum Verhältnis von juristischen Rechten und von Rechtsnormen, juristisch konkreten Rechten und der Tätigkeit, in : I. Wagner(Hrsg.), Zum subjektiven Recht im Sozialismus, Leipzig1978, S. 151 ff.

74. Vgl. Marxistisch—leninistische allgemeine Theorie des Staates und des Rechts, Band1, Berlin1974, S. 271.

75. Vgl. ebenda.

76. Vgl. T. Schönrath, Juristische Rechte, Juristische Rechte und Pflichten und Demokratie im Sozialismus (Thesen), in : I. Wagner (Hrsg.), Zum subjektiven Recht…, a. a. O., S. 36.

77. Vgl. T. Schönrath, Nochmals zum Verhältnis von juristischen Rechten…,a.a.O., S.151 ff.

78 Vgl. W. Grahn, Recht als eine besondere Widerspiegelung der Gesellschaft, in : Staat und Recht, Nr. 2, Berlin1982, S. 165.

79. Nach E. Kaufman seien „der Wille und die Interessen der Staaten alleiniger Ursprung und Geltungsgrund des Völkerrechts”. Das Wesen des Völkerrechts und die Clausula rebus sic stantibus, Tübingen 1911, S.58. Der Wille der einzelnen Staaten wird von J. Buchmann, A la recherce d’un Ordre International, Paris 1957, p. 133, ebenfalls überbewertet. Genau der entgegengesetzten Auffassung ist T. Gihl : Der Staatswille sei nicht die Grundlage des Völkerrechts ; man sollte sich eher nach dem Verhalten der Staaten richten. Vgl. The legal Charakter and Sources of international Law, in : Scandinavian Studies in Law, Vol. I ,Uppsala 1957, p. 51.

————————–

3cb)  Der konsensuale Charakter des Normenbildungsprozesses

Faktoren, die innerhalb eines Staates sowie in den internationalen Beziehung wurzeln und die sich durch eine hohe Komplexität auszeichnen, zwingen die souveränen Staaten, miteinander in Beziehung zu treten und gemeinsam ihr Verhalten zu regeln.

Im Rahmen des Prozesses von Auseinandersetzung und Zusammenarbeit koordinieren sie die Interessen und schaffen gemeinsam allgemeinverbindliche Verhaltensregeln. Die unabdingbare Voraussetzung hierfür ist der Consensus (Konsens ), (81) der Staaten, sonst gäbe es die Gefahr von Subordinationsbeziehungen. Der Staatenkonsensus entsteht jedoch nicht automatisch und stellt keinen einmaligen Akt dar. Er besitzt vielmehr eine hohe Prozesshaftigkeit. Hieraus leitet sich, wie noch im Einzelnen nachzuweisen ist, der konsensuale und dialektische Charakter des Normenbildungsprozesses— unter Zugrundelegung des Staatswillens handelt es sich um einen Willensbildungsprozeß— in den internationalen Beziehungen ab.

Der konsensuale und dialektische Willens- bzw. Normebildungsprozeß beginnt damit, dass einige oder mehrere Staaten gleichzeitig oder zu einem unterschiedlichen Zeitpunkt zunächst bestimmte Gegenstände bzw.Probleme kognitiv erfassen. Es wird also zunächst (erste Phase) erkannt, dass bestimmte Probleme (z. B. die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung, bestimmte Fragen der internationalen Wirtschatfsbeziehungen) existieren. Hierüber entsteht allmählich und besteht ein allgemeiner Consensus (Consensus generalis) oder wenn er bei allen oder bei den meisten Staaten anzutreffen ist, ein Consensus omnium, wenn auch er von loser Natur ist. Bereits an der kognitiven Seite des Staatenconsensus beteiligen sich mehrere Determinanten (materielle und ideelle, ökonomische und ideologische, innerstaatliche und solche aus den internationalen Beziehungen) in ihrer Komplexität. Sie bedingen das Staatsinteresse.

Danach (zweite Phase) wird von einigen oder von mehreren Staaten natürlich aus ganz anderen Gründen— bei Staaten unterschiedlicher Gesellschaftsordnung können die Gründe mitunter von entgegengesetzter Natur sein— die Bedeutung des Problems erkannt. Hierüber können ebenfalls je nachdem ein Consensus generalis oder sogar ein Consensus omnium bestehen. (82) Der Bedeutungsgrad ist aber in erster Linie von der konkreten

——————————-

80. Vgl. auch D. Touret, Le principe de l’égalité souveraine des états ; fondement du droit international, in: Revue général de droit international public, No. 1, Paris 1978, p. 184.

81. Der Begriff Consensus wird im Sinne der Übereinstimmung, also als Konsens aufgefasst und verwendet. Vgl. L. Koep, Consensus, in : Reallexikon für Antike und Christentum, Band III. Stuttgart1957 S. 295 ; I. Stoer, Lexicon Iuridicum, M. D. XCINI, S. 267; R. Köstler, Wörterbuch zum Codex Iuris Canonici, Erste Lieferung, München1927, S. 88 ; P. G. Osborn, A Concise Law Dictionary London1964, p. 83; teilweise auch A. D’Amato, On Consensus, in: The Canadian  Yearbook of International Law, Vol. VIII, Vancouver1970, p. 107.

82. Nach M. I. Lasarew gibt es gegenwärtig eine übereinstimmende Auffassung darüber, dass die Menschen auf dem kleiner gewordenen Planeten Erde leben müssen. Vgl. Meschdunarodnoje prawo i nautschno-technitsheskaja revolucija, in  Sowjetskij jeshegodnik meschdunarodnogo prawa1978 , Moskwa1980, S. 60. E. Glaser begründet den allgemeinen Consensus damit, dass die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung nicht nur bestimmte Staaten, sondern die Gemeinschaft der Staaten als Ganzes betreffen. Vgl. La place du consensus dans les relations internationales contemporaines, in: Revue roumaine d’études internationales, VII, No. 1, Bucuresti1973, p. 56. V. v. Dyke wiederum macht auf das Spannungsverhältnis von ideologischen Differenzen und Consensus aufmerksam. Vgl. International Politics, New York 1957, p. 309, 417.

——————————

Interessenlage des jeweiligen Staates abhängig. So erkennen die Staaten, abgesehen von einigen kapitalistischen Mächten, die den Hochrüstungskurs forcieren, die Abrüstungsnotwendigkeit. aus weltanschaulichen, sozialökonomischen und sicherheitspolitischen Gründen betrachten die sozialistischen Staaten die Friedenssicherung und die Abrüstung als die dringendste Aufgabe der Gegenwart. Hauptsächlich aus sozialökonomischen Gründen entsteht bei den meisten Entwicklungsländern eine ähnliche Bewertungssituation. Sie verbinden dabei die Abrüstungsnotwendigkeit mit ihrer ökonomischen Entwicklung. Vor allem kleinere entwickelte kapitalistische Staaten erkennen teilweise ebenfalls die aus der Rüstungsforcierung erwachsenden Gefahren für die Menschheit.

In den70er Jahren wurde der Consensus zwischen den  Hauptmächten der beiden Weltsysteme relativ oft und ziemlich konkret in gemeinsamen Dokumenten konstatiert. Im Artikel I des Abkommens zwischen der UdSSR und den USA über die Verhütung eines Nuklearkrieges vom 22. 6. 1976 z. B. heißt es : „Die Sowjetunion und die Vereinigten Staaten von Amerika stimmen darin überein, dass das Ziel ihrer Politik die Verhütung der Gefahr eines Nuklearkrieges und der Anwendung von Kernwaffen ist.”(83) Bei einem weiteren Fall ist der Geltungsbereich des in diesem Stadium noch bedeutungsbezogenen Consensus ebenfalls eingeschränkt.

Ausgehend von ihren großen sozialen und politischen Problemen betrachten z. B. die meisten Entwicklungsländer die gegenwärtige internationale Wirtschaftsordnung für sie als unvorteilhaft und fordern mit Vehemenz die Schaffung einer „Neuen und gerechten internationalen Wirtschafsordnung”. Für sie besitzt diese Frage einen besonders hohen Stellenwert.

Aus anderen Motiven erkennen auch die sozialistischen Staaten die Bedeutung dieser Frage. Sie sind zwar bereit, die Entwicklungsländer zu unterstützen, wollen jedoch, dass bei der Gestaltung der internationalen Wirtschaftsbeziehungen auf der Grundlage der Völkerrechtsprinzipien keine Staatengruppe diskriminiert werden darf. (84)

Einzelne entwickelte kapitalistische Staaten erkennen allmählich aus ganz anderen Gründen und Motiven die wachsende Bedeutung einer „Neuen und gerechten internationalen Wirtschaftsordnung”.

Das Erfassen der in der objektiven Realität existierenden Probleme ist bezüglich ihrer Bedeutung mit einer Wertung verbunden, der in der materiellen Lebensbedingungen wurzelnden sowie im Überbau befindlichen Faktoren zugrunde liegen.

 

Über die Wahrnehmung, Erkenntnis und Bewertung der Probleme gelangen die Staaten zur Normierungsnotwendigkeit und -würdikeit (dritte Phase). Der Normierungsgegenstand existiert zwar unabhängig von den wahrnehmenden, erkennenden und wertenden Subjekten (Staaten),  die Normierungsfrage ist jedoch stark subjektiv gefärbt, weil sie durch die materiell bedingte Vorstellungswelt der Staaten hindurch geht.

An diesem Prozeß beteiligen sich in verstärktem Maße solche Faktoren, wie das Gerechtigkeitsempfinden und das Rechtsbewusstsein. Erkennen mehrere Staaten die (83) Normierungsnotwendigkeit, -würdigkeit und -möglichkeit, so kann hierüber das Bestehen eines Consensus generalis und wenn dies bei der übergroßen Mehrheit der Fall ist, ein Consensus omnium bejaht werden. In dieser Phase werden zwischen den interessierten Staaten Kontakte aufgenommen, um die anstehenden Probleme einer Regelung zu zuführen.

———————————–

83. Abgedruckt in: Dokumente zur Abrüstung 1917—1976, Berlin 1978, S. 382— 383. Im gemeinsamen sowjetisch—amerikanischen Kommunique vom 3. 7. 1974 über die gleiche Materie ist ein ähnlicher Konsensus anzutreffen : „Sie gelangten zu der einmütigen Meinung, dass die auf diesem Gebiet zwischen ihnen geschlossenen grundlegenden Abkommen nach wie vor ein wirksames Instrument zur allgemeinen Verbesserung der sowjetisch—amerikanischen Beziehungen und der internationalen Situation insgesamt sind.” Abgedruckt in : ebenda, S. 398.

84. vgl. hierzu ausführlicher W. Spröte, Im Kampf für demokratische Umgestaltung der internationalen Wirtschaftsbeziehungen, in : Einheit, Nr. 1, Berlin 1980, S. 24 ff.

——————————

In der vierten Phase erstreckt sich der Consensus auf die zu klärenden  Verfahrensfragen. Er wird durch Verhandlungen und gegenseitige Kompromisse erzielt.

Die fünfte Phase des konsensualen Prozesses bezieht sich auf die Regelung der substantiellen Fragen. Sie ist deswegen die wichtigste. In diesem Stadium spielen Wille, Interessenlage, Gerechtigkeitsempfinden und Rechtsbewusstsein die entscheidende Rolle. Die verschiedenen Sessionen der III. UNO-Seerechtskonferenz haben eindeutig den Beweis dafür geliefert, dass ökonomische, sicherheits-politische, geographische, entwicklungsmässige, ethische und andere Faktoren direkt oder indirekt von Bedeutung sind. Geht es um internationale Konferenzen der genannten Art oder um Tagungen der UNO-Vollversammlung, dann wirken diese Faktoren global.

Im Verhandlungsprozeß versuchen die Staaten, einen Interessenausgleich zu erzielen. Dabei hängt der Schwierigkeitsgrad des Interessenausgleichs von der zu regelnden Materie und vom politischen Standort der Verhandlungspartner ab. Die Verhandlungen zu Materien, die mit der Sicherheit der Staaten in Verbindung stehen, verlaufen in der Regel schwieriger. Dies gilt auch für ideologisch besonders wichtige Fragen, wie die allmähliche Erarbeitung der beiden Menschenrechtskonventionen von1966 gezeigt hat.

Bei den Verhandlungen zwischen Staaten unterschiedlicher Gesellschaftsordnung vollzieht sich in der Regel ein Zusammenstoß ihrer sozialpolitisch entgegengesetzt determinierten Interessen und der darauf fußenden Willen. I diesem Falle  erfolgt der Interessenausgleich zweigliedrig. Auf internationalen Staatenkonferenzen und im Rahmen der UNO-Vollversammlung treffen sich die Interessen der sozialistischen und der westlichen Staaten sowie der jungen unabhängigen Staaten. In diesem Falle erfolgt der Interessenausgleich dreigliedrig.

Der Geltungsbereich der Verhaltensnormen ist relativ breit. An der Interessenkoordinierung zwecks eines Interessenausgleichs auf  internationalen Staatenkonferenzen, im Rahmen der UNO- Vollversammlung  oder auf bilateraler Ebene bei Verhandlungen über eine wichtige Materie sind verschiedene Determinanten beteiligt wie die globalen Probleme der Menschheitsentwicklung, das internationale Kräfteverhältnis, unter Umständen die Bündnisverpflichtungen, die objektiv bedingte gegenseitige Abhängigkeit, der Wille der Völker, die internationale öffentliche Meinung, die weltanschauliche Position und der politische Standort der Staaten, die ökonomische Stärke, die geographische Lage, die innenpolitische Situation in einem Staat, die Rechtsanschauungen , das Rechtsbewusstsein, die Wertvorstellungen, das Gerechtigkeitsempfinden, die Erwartungshaltung etc. Diese materiellen und ideellen, innerstaatlichen Faktoren und solche in den internationalen Beziehungen wirken in der Regel— das ist abhängig von der Verhandlungsmaterie — komplex und meistens gleichzeitig. Sie stellen damit  einen dialektischen und widersprüchlichen Prozeß dar.

Im Verhandlungsprozeß koordinieren die beteiligten Staaten ihre Interessen und die darauf fußenden Willen. Das Ergebnis dieses Prozesses ist Ausdruck ihres inhaltsbezogenen Consensus, findet seinen Niederschlag in Verträgen bilateraler oder multilateraler Art, Resolutionen und Deklarationen der UNO-Vollversammlung, Konferenzschlussakten, Absichtserklärungen etc. und stellt aus normbildungstheoretischer Sicht Verhaltensregeln dar. Somit bezieht sich der Consensus der Staaten auf Inhalt und Form der angenommenen Instrumente. Über die Normativitätsart und den Charakter der verschiedenen konkreten Ergebnisformen des konsensualen Willensbildungsprozesses wird aber noch nichts ausgesagt.

Dies ist der nächsten, der sechsten Phase dieses Prozesses vorbehalten. Zunächst ist davon auszugehen, dass die Staaten als politische Organisation im Rahmen des einheitlichen internationalen Normenbildungsprozesses politische Verhaltensregeln, politische Normen schaffen. Sie entscheiden gemeinsam (Consensus) darüber, ob diese politischen Normen rechtlichen oder nichtrechtlichen Charakters sind. Ihre Absicht (intentio) bzw.  ihr Wille (voluntas) sind dabei ausschlaggebend. Geht es um die Absicht bzw. den Willen, völkerrechtliche Rechte zu begründen und Pflichten zu übernenmen und damit politisch-rechtliche Normen zu schaffen, dann seien die Termini intentio iuris generalis (allgemeine juristische Absicht) bzw. voluntas iuris (Rechtswille) und bei den internationalen Verträgen voluntas iuris generalis allgemeiner (Rechtswille) vorgeschlagen. Diese Termini vermögen m. E., die in Frage kommenden Sachverhalte in den internationalen Beziehungen am prägnantesten und am besten zu charakterisieren.

Gent es aber um die Absicht bzw. den Willen, politisch-nichtrechtliche  Normen zu schaffen, so eignen sich hierfür die hier vorgeschlagenen Termini intentio política (politische Absicht) und demnach bei den internationalen politisch-nichtrechtlichen instrumenten intentio politica generalis (allgemeine politische Absicht) bzw. voluntas politica und folglich bei den internationalen politisch-nichtrechtlichen Dokumenten voluntas politica generalis (allgemeiner politischer Wille).

Den politisch-nichtrechtlichen Dokumenten ist ferner eigen, allgemeine Meinungen (opinio communis) bzw. allgemeine politische Meinungen (opinio communis politica) zum Ausdruck zu bringen.(85) Sie sind außerdem Ausdruck eines natürlich sachbezogenen Consensus generalis oder gar eines Consensus omnium, der an den recht unterschiedlichen Motiven und Zielstellungen der Staaten nichts zu ändern vermag, vor allem wenn es sich um Staaten unterschiedlicher Gesellschaftsordnung handelt.

Den bisherigen Überlegungen lag die Annahme eines einheitlichen Willens- bzw. Normenbildungsprozesses zugrunde, bei dem  nicht voraus zu sehen war, welchen Charakter die Ergebnisformen haben würden, wie dies bei dem UNO-Projekt „Verträge zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen zwei oder mehreren internationalen Organisationen” der Fall ist.

Im Auftrage der UNO-Vollksersammlung befasste sich ab 1970 die ILC mit dieser Materie. (86) Elf Jahre später war jedoch auf der

————————————–

85. Vgl. hierfür auch: P. Terz. Für eine moderne Vereinbarungstheorie im Völkerrecht  . Thesen,in : Impact of International Organizations on Public Administration, Budapest 1982, p. 209 ff. ; P. Terz, Die Vereinbarungstheorie im Völkerrecht. Thesen zur Diskussion, in : Wissenschaftliche Zeitschrift der Karl-Marx- Universität Leipzig, Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe, Nr. 3, Leipzig, 1984, S. 328 ff. Meine in diesen Thesen enthaltene Position wird durch die vorliegende Studie wesentlich weiterentwickelt. Einige Aussagen erfahren dabei eine leichte Modifizierung.

86. Zur ILC-Arbeit vgl.: P. Terz—T. Ansbach, Zum Stand der Kodifikation des Vertragsrechts der internationalen Organisationen, in: Deutsche Außenpolitik, Nr. 7, Berlin1980, S. 70; P. Terz—T. Ansbach, Die Kodifizierung des Vertragsrechts der internationalen Organisationen— Theoretische Probleme, in : Wissenschaftliche Zeitschrift der Karl-Marx-Universität Leipzig, Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe, Nr. 4, Leipzig, S. 367.

————————————-

36. Tagung der UNO-Vollversammlung kurz vor Beendigung der zweiten Lesung der Artikelentwürfe nicht klar, ob daraus eine Konvention oder vielleicht eine Deklaration wird (87). Erst nach Abschluß der zweiten Lesung 1982 und damit ihrer Arbeiten zu diesem Projekt konnte die ILC der UNO-Vollversammlung vorschlagen, eine Kodifikationskonferenz einzuberufen. ((88)Auf der 37. Tagung der UNO-Vollversammlung wurde dann die Resolution37/112 ohne Abstimmung angenommen, in der für die Erarbeitung der „Konvention über das Recht der Verträge zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen internationalen Organisationen” plädiert wurde. (89)

In diesem Falle lag also über ein Jahrzehnt lang keine Entscheidung darüber vor, ob die Ergebnisform des Willens- bzw. Normbildungsprozesses politisch- rechtlichen oder politisch-nichtrechtlichen Charakters sein wird.

Aus der Dialektik dieses Prozesses ergibt sich jedoch prinzipiell, dass der Charakter der Ergebnisformen bereits zu Beginn der Verhandlungsführung bekannt sein kann. Dies ist eindeutig der Fall, wenn zwei Staaten verhandeln, um einen völkerrechtlichen Vertrag abzuschließen. Gleiches gilt auch, wenn eine Kodifikationskonferenz zur Erarbeitung einer Konvention einberufen wird. Auf derartige Konferenzen bezieht sich das UNO-Projekt „Review of the multilateral treaty-making process”, das1975 in Angriff genommen wurde. ( 90) Auch wenn hierin Resolutionen genannt werden, sind sie nur als Vorstufe zur Vertragserarbeitung aufzufassen. Über den völkerrechtlichen Charakter des angestrebten Instruments besteht aber kein Zweifel.

Hieraus ist ersichtlich, dass es sich nicht um einen einheitlichen, sondern eindeutig um einen politisch- rechtlichen Willens-bzw. Normenbildungsprozeß (demnach politisch-rechtliche  Ergebnisformen d. h. politisch-rechtliche Normen und um eine juristische Normativität bzw. Verbindlichkeit) handelt.

Besteht bereits zum Verhandlungsbeginn Klarheit darüber, dass das Ergebnis politisch-nichtrechtlicher Natur sein wird, dann handelt es sich unmissverständlich um einen politisch-nichtrechtlichen Willens- bzw. Normenbildungsprozeß (demnach politisch-nichtrechtliche Ergebnisformen, d. h.politisch-nichtrechtliche Normen und um eine politisch-moralische Normativität bzw. Verbindlichkeit).

Als wichtigstes Beispiel hierfür können politische Abkommen wie die KSZE-Schlußakte von1975, Resolutionen/Deklarationen der UNO-Vollversammlung sowie Deklarationen internationaler Staatenkonferenzen genannt werden, vorausgesetzt,

————————-

87. Vgl. A/CN. 4/353, p. 4/5.

88. Vgl. A/CN. 4/L. 344, p. 17—19, para. 45—50.

89. Die Resolution 37/112 wurde von einer Gruppe, bestehend aus Vertretern von 15 Staaten im Rechtskomitee als Doc. A/C. 6/37/L. 28 am 3.12.1982 erarbeitet. Das 1975 in Angriff genommene UNO-Projekt (UN-Doc. A/32/143 and Corr. 1) dient dem Zweck, die Methoden und Verfahren zur Erarbeitung multilateraler Verträge, d. h. sämtliche Aspekte des Normbildungsprozesses von der Verhandlungsaufnahme bis hin zur Registrierung beim UNO-Sekretariat vor allem im Interesse der Entwicklungsländer genau zu untersuchen und zu vereinfachen. Inzwischen (1982) wurde das zu diesem Projekt gehörende gesamte Material von der UNO herausgegeben(Legislative Series, ST/LEG/SER.B/21).

91. Vgl. hierzu P. Terz, Der Normenbildungsprozeß in den internationalen Beziehungen und speziell im Völkerrecht, in : I. Wagner (Hrsg.), Sozialistisches Recht und juristischer Überbau, Leipzig, 1982, S. 281 ff. Die in diesem Beitrag entwickelten Positionen werden in der vorliegenden Studie selbstverständlich weiter entwickelt.-

—————————–

dass sie nicht nur allgemeine politische Zielstellungen und Programmsätze, also punctationes enthalten.

Dialektisch, d.h. in ihrer Widesprüchlichkeit und Dynamik betrachtet, sind die konkreten Ergebnisformen des internationalen Willens- bzw. Normenbildungsprozesses Verhaltensnormen politischer Natur. Gerade diese Eigenschaft politisch zu sein,ist das Bindeglied zwischen den rechtlichen und den nichtrechtlichen Normen. Hieraus ergibt sich aber einerseits, dass zwar jede rechtliche Norm politischer Natur ist,jedoch nicht jede politische Norm juristischen Charakter besitzt.

Auf Grund des dialektischen Wechselverhältnisses ist es andererseits durchaus möglich, dass politisch-nichtrechtliche Normen juristische Elemente beinhalten (Vgl. 3cc).

Spätestens in diesem Abschnitt und speziell an dieser Stelle ist evident geworden, dass die in der vorliegenden Studie erarbeitete theoretische Konzeption sich von der von H. Triepel erarbeitete und von G. Tunkin, worauf noch einzugehen sein wird, weiterentwickelte Vereinbarungstheorie unterscheidet.

Folgend seien einige wesentliche Unterschiede zur Vereinbarungs-Theorie Tunkinscher Prägung unterstrichen :

Erstens stellt hier die Konzeption nicht den souveränen Staat, sondern die Beziehungen zwischen den souveränen Staaten und damit ihr Verhalten in den internationalen Beziehungen in den Mittelpunkt. Hierdurch erhöht sich die Dialektik und Dynamik der zwischenstaatlichen Beziehungen.

Zweitens geht sie von einem einheitlichen internationalen  Normenbildungsprozeß aus, der entweder zu unterschiedlichen Ergebnisformen (politisch-rechtliche und politisch-nichtrechtliche Verhaltensormen) führt oder unter Umständen in zwei Säulen (politisch-rechtlicher und politisch-nichtrechtlicher Normenbildungsprozeß) zerfallen kann. Während sich die Vereinbarungstheorie Tunkins auf die juristische Seite des Willensbildungsprozesses beschränkt, ist die hier entwickelte Normbildungstheorie breiter und komplexer. Das vereinbarte juristische Element wird nur als eine Säule des internationalen Normenbildungsprozesses angesehen.

Drittens werden die die Interessen und den Willen der Staaten beeinflussenden Faktoren in ihrer Komplexität erfasst.

Viertens vermag die Normbildungstheorie im Unterschied  zu Tunkins Vereinbarungstheorie den konsensualen Charakter des Völkergewohnheitsrechts und bestimmter besonders wichtiger internationaler Instrumente (Resolutionen, Deklarationen etc.) zu erklären.

Fünftens berücksichtigt die Normbildungstheorie die zunehmende Bedeutung der jungen unabhängigen Staaten, während es Tunkin nur um die Beziehungen zwischen den sozialistischen und den kapitalistischen Staaten ging und weiterhin geht.

Tunkin entwickelte seine vereinbarungstheoretische Konzeption in Auseinandersetzung mit bürgerlichen Auffassungen. Er stützte sich dabei vorwiegend auf die Vereinbarungstheorie H.Triepels, übernahm ihren rationalen Kern (souveräne Staaten schaffen durch Vereinbarung das Völkerrecht) und wies auf den sozialen Charakter (sozialistische und Staaten) des vereinbarten Rechts hin.

Die vorliegende normbildungstheoretische Konzeption wird auf der Basis der neuesten Erkenntnisse der Philosophie sowie der Staats- und Rechtstheorie und zwar in Auseinandersetzung mit anderen Völkerrechtlern erarbeitet. Es erfolgt ferner eine kritische Aneignung und Verwertung der vereinbarungstheoretischen Erkenntnisse Tunkins.

In der siebenten Phase des dialektischen Normenbildungsprozesses bezieht sich der Consensus der in Frage kommenden Staaten auf das Akzeptieren einer geschaffenen Verhaltensnorm als verbindlich (juristisch oder politisch- moralisch) . Da in den seltensten Fällen die Staaten dies expressis verbis tun, kommt es auf das Verhalten der Staaten während des gesamten Normenbildungsprozesses sowie auf den Inhalt und die Form der angenommenen Instrumente und der darin enthaltenen Verhaltensregeln an.

Diesbezüglich gibt es allerdings angesichts des aus der staatlichen Souveränität erwachsenden Willenselements keinen Automatismus, d. h. dass politisch-rechtliche Verhaltensnormen nicht automatisch juristisch verbindlich sind, wie die Staatenpraxis bei ratifikationsbedürftigen Konventionen zeigt. Erst nach dem Abschluß des vertraglich festgelegten Ratifikationsverfahrens, das oft über ein Jahrzehnt dauern kann, erlangt eine Konvention für die Teilnehmerstaaten juristische Verbindlichkeit.

Mit der siebenten hängt die achte Phase eng zusammen. In ihr erstreckt sich der Consensus auf die Bereitschaft der Staaten, sich nach den akzeptierten Verhaltensregeln politisch-rechtlicher oder politisch-nichtrechtlicher Art  zu richten d. h. die Bereitschaft, diese einzuhalten (Vgl. 3cd).

Hier bedart es jedoch einer Differenzierung : Während die rechtlichen Normen grundsätzlich einzuhalten sind, ist es bei den politisch-nichtrechtlichen Normen den souveränen Staaten überlassen, die aus ihnen erwachsenden Verpflichtungen zu erfüllen. In diesem Falle gilt somit der Grundsatz der Freiwilligkeit, so z. B. bei den Resolutionen/Deklarationen der UNO-Vollversammlung. Dabei richtet sich ein konkreter Staat in der Regel nach dem Verhalten der anderen Teilnehmerstaaten. Dies ist bei den politischen Abkommen (KSZE-Schlußakte) ohne weiteres festzustellen.

Der Gegenseitigkeitsfaktor scheint vorherrschend zu sein.

In der neunten Phase liegt ein Consensus darüber vor, dass die Verletzung der angenommenen rechtlichen Verhaltensnormen gemäß dem Grundsatz der völkerrechtlichen Verantwortlichkeit Sanktionen nach sich ziehen kann.

Ob die Verletzung politisch-nichtrechtlicher Normen zur Einleitung von Sanktionen eben politisch-moralischer Natur berechtigt, ist schwierig,bejahend oder verneinend zu beantworten. Es ist eher anzunehmen, dass in diesem Falle unter Beachtung des Grundsatzes der Freiwilligkeit einerseits keine Berechtigung vorliegt, gegen den betreffenden Staat konkrete Sanktionsmaßnahmen zu ergreifen. Andererseits ist aber damit zu rechnen, dass ein derartiges Verhalten nicht ohne negative Folgen für ihn bleiben wird. So könnte er z.B. in den internationalen Beziehungen an Glaubwürdigkeit verlieren und moralisch verurteilt werden.

Dies würde seinem Prestige und seiner Ehre Abbruch tun. Sollte ein Staat Sanktionen politischer Art doch für notwendig halten, so hat er dabei das Prinzip der Friedenssicherung und die völkerrechtlichen Grundprinzipien strikt zu respektieren.

Die hier erläuterten möglichen Phasen des Normenbildungsprozesses dürfen selbstverständlich nicht als Dogma und statisch betrachtet werden. Unter Umständen könnten sich aus den jeweiligen Inhalten und Bedingungen die Notwendigkeit und die Möglichkeit ergeben, diese oder jene Phase zu überspringen. Abgesehen davon, wurde hier die Phaseneinteilung vorwiegend aus methodischen Gründen vorgenommen.

Der Normenbildungsprozeß sollte in seiner Komplexität und Dialektik gesehen werden, um eben die sich real vollziehenden Prozesse in den internationalen Beziehungen adäquat und richtig widerspiegeln zu können.

In den internationalen Beziehungen erfolgt der Interessenausgleich zwischen den Staaten, wie bereits nachgewiesen, auf der Basis des Consensus zwischen den Staaten. Dabei    sind    die   politisch-rechtlichen Normen die konkretesten  und wichtigsten Ergebnisformen. Auf sie  kann  der traditionelle  Begriff der   Vereinbarung    nach   wie vor angewandt werden.

Gerade um die Vereinbarung ging  es im  19. Jh. bei H.Triepel, der zwischen dem Vertrag und der  Vereinbarung unterschied.  Der Vertrag   sei die „Vereinigung    mehrerer   Personen   von   verschiedenem, aber korrespondierendem Interesse    zu    inhaltlich   entgegesetzten, auf denselben äussern Zweck gerichteten Willensäußerungen”. Ausschlaggebend sei  nach H. Triepel, daß der  Willensinhalt der   Kontrahenten verschieden ist,  und daher könne der Vertrag keinen Gemeinwillen  bilden.   Nur   bei   der Vereinbarung  sei der   Willensinhalt der   Kontrahenten   identisch.

Er betrachtete also die  Vereinbarung als Verschmelzung     verschiedener aber inhaltlich  gleicher Willen.  Das Ergebnis der Vereinbarung  sei ein Gemeinwille, der  das Völkerrecht  schaffe :  „Ich  finde die  bindende Kraft des  Völkerrechts  einmal  darin begründet,   dass  in   dem Gemeinwillen, dessen   Inhalt dem  Staat   als  Norm   seines  Verhaltens  gegen   andere Staaten erscheint, ihm nicht ein durchaus fremder,  sondern  zugleich  sein eigener  Wille  entgegentritt…   Nicht  lediglich sein  eigener  Wille,  … aber doch nicht   schlechthin   ein fremder Wille.  Freilich,   der   Wille   des Staates, der   jenen   Gesamtwillen   mit begründet,  ist nicht  unwandelbar; er  kann sich  ändern  in  dem Sinne,  dass  der Staat   sich   jetzt    nicht   ebenso   an der   Gesamtwillensbildung beteiligen würde,  wie er  es  früher  tat.” (92)

Diese  Gemeinwille-Konzeption  wurde teilweise  von  K. Binding (93)  sowie von  D. Anzilotti, (94)  wenn   auch modifiziert,  ebenfalls  vertreten.   Auch als   „Gesamtwille”   ist   sie anzutreffen. (95) Diese„kollektiv-psychologische Erscheinung”(96)    stieß bei vielen    Völkerrechtlern auf Ablehnung.   G.  Morelli  z.B. kritisierte     an   der  Konzeption   die Ungeeignetheit,   ein  einheitliches   Völkerrechtssystem   aufzubauen. Es  gäbe eine große Anzahl von zwischenstaatlichen Vereinbarungen, die im   Grunde miteinander   nicht   verbunden wären.(97) Die  massivsten Angriffe gegen  die Triepelsche Gemeinwille-Konzeption,   soweit   überblickbar, werden von T.   Gihl   geführt.  Er  wirft  ihr  Mystizismus  vor, spricht  in  diesem Zusammenhang   von   einer  „unio mystica”  und  schätzt schließlich ein, dass  sie  zum Scheitern verurteilt ist. (98)   Einer gründlichen Kritik   unterzog diese   Konzeption   erst der sowjetische Völkerrechtler

——————————-

92. H.   Triepel, Völkerrecht   und   Landesrecht,   Leipzig   1899,   S.   26   ff.,   45,

50,   64  ff.,  75,  82.

93. Vgl.   K.   Binding.   Die   „Vereinbarung”.   Ihr   Begriff  —  ihreschöpferische   Kraft ;  Zum Werden   und  Leben der  Staaten,   München, Leipzig   1920,  S.   215,   217  :   Die   Vereinbarung   „geht   dahin :   durch die   Verabredung   eines gemeinsamen   Willens… entsteht  eine Willensmacht über die   Verabredenden,   der   alle   Teilnehmer   an  der Verabredung zu  entsprechen  haben”. Binding  erkannte  aber  die   Schwächen   dieser Konzeption : „sie  scheint   nicht  ganz  frei   von  einem  mystischen Element zu sein”  (s.  245).

94. Vgl. D.  Anzilotti,   Lehrbuch  des Völkerrechts,   Band   1,  Berlin, Leipzig   1929, S.  31,  38  ff.  Auch  er meinte,  dass  die  Vereinbarung Ausdruck  des   „Gesamtwillens”   sei   und   Normen schaffe.   D. Anzilotti orientierte jedoch   auf eine„Grundnorm”  (Pacta   sunt servanda),   die   die Staaten zur   Einhaltung völkerrechtlicher Verpflichtungen  verpflichtet. Durch  die  Grundnorm würde   Völkerrecht   entstehen.

95.  Vgl. insbesondere W.  Sauer, System   des  Völkerrechts,   Bonn   1952, S. 54.

96. Vgl.   F. Somló,   Juristische Grundlehre,   Aalen 1973   (Neudruck der   2. Auflage,  Leipzig1927),  S.  233.

97. Vgl.  G. Morelli,  Nozioni   di  diritto  internazionale, Padova1963,  p. 12/13.

98. Vgl.  T.  Gihl,  The legal Charakter and Sources  of  international  Law, a. a. O.,  p. 59   („the union   of   the  wills of   the  various   states into a collective will   in   the   Vereinbarung     is  pure  mysticism ;  this unio mystica has  the obvious  intent  of  making  the  rules  of  international law  emanate  from  a will”).

——————————

G.Tunkin.  Er  lehnt hauptsächlich das formelle  und dogmatische Herangehen  an  die Vereinbarungsfrage  und das  Vorbeigehen „an  den Prozessen des  Kampfes  und   der Zusammenarbeit”   bei der  Vörkerrechtsschöpfung ab. Tunkin   unterstreicht   zugleich   dem   rationalen   Kern der   Konzeption  H. Triepels,   „dass   die  Vereinbarung   zwischen den  Staaten  die einzige  Methode der Schaffung   der   Prinzipien und Normen  des Völkerrechts   darstellt”.(99). Einerseits   ist Tunkins Kritik  zu folgen. Andererseits  darf  man  jedoch  die  historische Wahrheit nicht übersehen,    dass der Positivismus,    darunter der Rechtspositivismus, seinen Siegeszug  antrat, nachdem  die  bürgerliche Klasse  ihre  „heroischen Ilusionen”  schon   längst über   Bord geworfen   hatte   und  es ihr   nur   um die Sicherung   ihrer   Macht ging.

Diesem   politischen   Ziel dienten   konkrete   Rechtsnormen. gesellschaftspolitische Erfordernisse  zwangen   die Positivisten,  das Recht   aus   den gesellschaftlichen    Verhältnissen    heraus    zu konstruieren. (100)    Deswegen    konnte H.Triepel  das  soziale  Wesen der  Vereinbarung  nicht  aufdecken.

Die  Bewältigung  dieser  Aufgabe  war unter völlig  anderen historischen Bedingungen (Existenz   sozialistischer und kapitalistischer Staaten) dem Marxisten  Tunkin  vorbehalten. Seine  vereinbarungstheoretische Konzeption  ist  zwar  nach wie  vor von  Bedeutung, entspricht jedoch den  höheren Anforderungen  in den internationalen Beziehungen  der Gegenwart nicht  mehr ganz, weil  durch  sie   eben soziale Prozesse wie die   juristisch   verbindlichen   Beschlüsse   von Plenarorganen internationaler  Organisationen   (z.  B.  Beschlüsse  der UNO-Vollversammlung  zu  Haushaltsfragen),  die zunehmende Bedeutung politisch- nichtrechtlicher Normen   und   übrigens auch die Entstehung des   Völkergewohnheitsrechts   nicht befriedigend gedeutet werden   können.   Eine   angemessene   Lösung   dieses für die internationalen Beziehungen    in    besonderem    Maße    wichtigen theoretischen Problems   kann   m.   E.   nur auf der   Grundlage der neuesten Erkenntnisse der  Philosophie,   der   Staats- und Rechtstheorie und der Theorie der  internationalen  Beziehungen, in ständiger  Auseinandersetzung ebenfalls  mit den neuen   bzw. neuesten Forschungsergebnissen anderer Völkerrechtsler und  unter  unbedingter Beachtung   der völkerrechtstheoretischen Positionen   der   sich sukzessiv    entwickelnden Völkerrechtswissenschaft der  jungen   unabhängigen     Staaten gefunden  werden.

In einem anderen Zusammenhang   wurde   angedeutet,   dass   der   Staatenkonsensus auch   juristische Aspekte aufweist. Dies   ist der Fall, wenn die   Staaten  darüber übereinstimmen, dass ein  von  ihnen gemeinsam geschaffenes  Instrument juristischen Charakter  besitzt.

Diesbezüglich   kann   auf   den   rationellen Kern  der  Consensus-Lehre   im Römischen  Recht zurückgegriffen  werden. Die  wichtigste  Grundlage  hierfür bildeten die  Digesten  (Ulpianus,  3 50  12 :  „Pactum  est  duorum consensus atque conventio”). Hieraus  ist  ersichtlich,  dass  Conventio  erklärter  Consensus,   d.  h.  die Erklärung des  Consensus  ist.   Nach   den Digesten setzt  sich  der  Vertrag  aus innnerer  Willenseinigung   (Consensus)   und   äußerer Erklärungsübereinstimmung (Conventio)   zusammen.   Consensus   bedeutet   also   im  Römischen   RechtWillensübereinstimmung, (101) ohne die   ein   Vertrag nicht  zustande  kommen   kann.

——————————–

99. G. Tunkin,   Das Völkerrecht   der  Gegenwart,   Berlin1963,  S.   131—135.

100.  Vgl.    auch    H.   Klenner,    Grundsatzprobleme im   Vorfeld einer Rechtsbildungstheorie,  in :  K.   A.   Mollnau    (Hrsg.),   Probleme einer  Rechtsbildungstheorie,    Berlin   1982,  S. 20  ff.

—————————

Einige  Autoren gehen  bei   der Interpretation des  Consensus darüber  hinaus, indem  sie auch die„übereinstimmende   Meinung der  Parteien   über  die wesentlichen   Vertragselemente,   besonders des   Typus   und die   Hauptgegenstände des Vertrags”   erfassen. (102)

Das   Wesen des   Consensus im Römischen   Recht   besteht darin,   dass  die Willensübereinstimmung  die   conditio   sine   qua   non   jedes   Vertrages   ist.   Die Willensübereinstimmung    bedeutet,    dass   die sachbezogenen     Meinungen   derKontrahenten   ebenfalls   übereinstimmen.    Dieser    hohe Abstraktionsgrad    kann natürlich  weder   das   soziale   noch das politische Wesen der   Willensübereinstimmung zum Ausdruck  bringen. Das  konkrete soziale und  politische Wesen  der Willensübereinstimmung ist  ohnehin nicht a  priori gegeben.

In den  internationalen  Beziehungen  und  speziell  im  Völkerrecht  kommt  es  bei dieser  Fragestellung  auf den politischen  Standort der Vertragspartner  an.  Während z.  B.  bei  einem  Vertrag zwischen  Staaten  einer Gesellschaftsordnung die  Willen juristisch und   politisch  übereinstimmen,  würde eine  wesensmäßige,  d.  h.  sich auf  klassenbedingte  Motive  und  Zielstellungen  beziehende politische Willensübereinstimmung   zwischen  einem sozialistischen  und einem kapitalistischen Staat   eine   regelrechte   contradictio   in   adiecto   bedeuten. Von einer   solchen   politischen  Übereinstimmung  ist  jedoch  eine Übereistimmung  der Meinungen und  Willen über  politische  Fragen  zu unterscheiden.

Letztere  ist  im  Rahmen des konsensualen politisch nichtrechtlichen     Willens-bzw. Normenbildungsprozesses  der  Fall.  Hinsichtlich der multilateralen Verträge universellen   Charakters   ist die   Willensübereinstimmung  evidenter.

Das  Ergebnis  der  Interessen- und  Willenskoordinierung, erzielt  im Verhandlungsprozeß, ist  einheitlich. (103) Während die Willenskoordinierung   ein Verfahren    darstellt, ist die Willensübereinstimmung  das  Ergebnis des Willensbildungsprozesses. Von der Willensübereinstimmung    im völkerrechtlichen    Normsetzungsprozeß spricht auch Tunkin.  Er  bezieht  dabei  die  Willensübereinstimmung auf   den  Inhalt   einer  Norm sowie   auf   ihre Anerkennung   als  Rechtsnorm.   Hinzu   kommt noch   die gegenseitige Bedingtheit der   Staatswillen.   Sie   äußert   sich   darin,   dass  die Zustimmung des  einen  Staates   zur Anerkennung   einer Norm als Völkerrechtsnorm nur  unter der Bedingung  gegeben wird, dass der andere bzw. die  anderen Staaten gleichfalls  die  Zustimmung   dazu  geben.  Nach  Tunkins  Auffassung sind damit die   Übereinstimmung   und die gegenseitige   Bedingtheit der   Willen die   zwei   wichtigsten Merkmale der   Vereinbarung als   Mittel    der   Setzung   von Völkerrechtsnormen. (104)

————————————

101. Vgl.   hierzu   sehr   ausführlich die aufschlussreiche Studie von    H.   Fritsche,Untersuchungen   über   die   Bedeutung   von   consensus   und   consentire in den Digesten, Dissertation,   Universität   Göttingen    1888,   S.   5—7,   17, 27—33,   59—69 und    99.  Nach   Fritsche   sei   bei den Digesten der Consensus   die   „psychologische   Thatsache der Congruenz   innerer Willen”(S.   69).   Nach   R.   Leonhard   meinten    die    Römer unter   „Consensus“ den  Willen  sowie  die  Erklärung, weil   sich  beide im Normalfall   bei den   Vertragsabschlüssen deckten. Vgl.   Consensus, in : Real-Encyclopädie der   Classischen     Altertumswissenschaft,     Siebender     Halbband,     Hrsg.     G. Wissowa,   Stuttgart1900, S.   902,   907.  Nach   S.  Brie lag   „der   gewohnheitsrechtlichen Uebung   nach   römischer   Anschauung   ein inneres Moment zugrunde”, das zuerst Varro, dann   Gellius,   Gaius und Ulpianus sowie   die   Institutionen Justinians   „Consensus”   nannten.   Vgl. Die   Lehre   vom Gewohnheitsrecht, Eine historisch-dogmatische Untersuchung,   Erster   Theil, Geschichtliche Grundlegung,   Breslau   1899,   Universitätsnächdruck, Frankfurt1968,  S.   16.

102.   M. Käser,    Handbuch    der   Altertumswissenschaft,    Das Römische Privatrecht,  Erster Abschnitt,  München1971, S.  237.

103. Vgl.   hierzu   auch   I.   I.   Lukaschuk,   Mechanism    meschdunarodno-prawowogo regulirowanija,   Kiew   1980,  S.  29.

———————————–

In neueren    Publikationen    Tunkins  und  anderer  sowjetischer Völkerrechtler  ist  aber nicht mehr  von der  Übereinstimmung,  sondern  nur von  der  Koordinierung  der Willen die Rede. (105).

Die  Konzeption   von  der  Willenskoordinierung   kann  jedoch rechtstheoretisch die Rechtsnorm als  ein für   die   Staaten   einheitliches     Modell verbindlichen Verhaltens nicht   erklären. Wird diese   Konzeption   konsequent   zu   Ende gedacht, so gäbe es  nach   dem Abschluß von  Vertragsverhandlungen zwischen  hundert Staaten  immer  noch  hundert unterschiedliche Staatswillen. Was  aber  in   einem solchen   Fall   die Staaten schaffen,   ist   „das   einheitliche Ergebnis ihresZusammenwirkens”. (106)

In  einer Publikation neueren  Datums  bekräftigt  Tunkin   seineVereinbarungskonzeption   aus   den 50er und   60er  Jahren und   versucht,   sie  teilweise weiterzuentwickeln. Als Demonstrationsobjekt   hierfür   nennt Tunkin die   im Artikel   38 des IGH-Statuts erwähnten   „Allgemeinen   Rechtsprinzipien”   („General   Principles   of   Law”),  die juristisch verbindlichen Beschlüsse   sowie   einen   empfehlenden   Charakter aber auch einzelne   rechtliche  Elemente besitzenden  Resolutionen  internationaler Organisationen. Die  in  seiner   Argumentation   auftretenden Probleme   logischer und   rechtstheoretischer Art  lassen die Schwächen  seiner vereinbarungstheoretischen Konzeption   relativ  leicht erkennen. Denn  es  gelingt  ihm  in  keinem  der drei Fälle überzeugend nachzuweisen,   dass  sie („Allgemeine Rechtsgrundsätze”  etc.) das Ergebnis von  juristischen Vereinbarungen zwischen den Staaten  seien. (107)

In der  westlichen Fachliteratur wird die Übereinstimmung   (Consensus,   consent), bezogen   auf  das Völkerrecht zum einen ganz  allgemein   aufgefasst :   Übereinstimmung der  Auffassungen  über  das System und  die Prinzipien   des   Völkerrechts bereits als Fakt (108) oder  als  etwas  Erstrebenswertes. (109) Zum anderen  wird  der Consensus

———————————-

104. Vgl. G.  I. Tunkin,  Das Völkerrecht der Gegenwart,  Berlin1963,  S. 135—137.

105.  Vgl. :   G.  I.   Tunkin, Soviet    theory    of sources    of    international    law,    in : Völkerrecht   und Rechtsphilosophie,   Internationale   Festschrift für   St.   Verosta zum

70.  Geburtstag, Hrsg.   P.   Fischer—H.   F.  Köck—A.   Verdross,   Berlin   1981, S. 68 ff.;

G.   I. Tunkin    (Hrsg.),   Meschdunarodnoje    prawo,   Moskwa 1982,   S. 45—48 ; Slowar meschdunarodnogo prawa,   Hrsg.   B.  M.   Klimenko—B.   F. Petrowskij—J. M.   Rybakow, Moskwa 1982,  S. 91 ;  D.   B. Lewin, Meschdunarodnoje prawo, wneschnaja politica   i diplomatija, Moskwa 1981,   S. 122 ;   D.   I. Feldman—G.   L.   Kurdjukow— W.  N. Lichatschow, O  sistemnom   podchode   w  nauke   meschdunarodnogo prawa.   In : Prawowedenije,   Nr. 6,  Leningrad   1980,   S.   43 ;   G. W.   Ignatenko—D.   B.   Ostapenko (Hrsg.),   Meschdunarodnoje   prawo,   M.   1978,   S.   7  und 30 ; S.   W.   Tschernitschenko, Normy   meschdunarodnogo   prawa,    ich    sosdanije i osobennosti    ich    struktury,    in: Sowjetskij   jeschegodnik   meschdunarodnogo prawa   1979, Moskwa   1980,   S.   48/49 ;Ju.   G.   Barsegow, Meschdunarodno-prawowyje   aspekty   gbobalnych   problem sowremennosti,  in :  Sowjetskoje gossudarstwo   i  prawo,   Nr. 6, Moskwa1983,  S.   85(er   spricht   vorwiegend    vor   der   Interessenkoordinierung). Vgl.   ähnlich    (Völkerrechtals das Ergebnis   abgestimmter      Willen   souveräner   und  völlig gleicher  Staaten),   P. I. Rusu,   The   fundamental change   of circumstances    in  the  modern law of    treaties, in :   Revue  Roumaine d’ Études  Internationales,   No.   3, Bucuresti   1982,  p.   177.

106. Vgl. hierzu   ausführlich I.    I. Lukaschuk,    Mechanism    meschdunarodno…,    a.   a.   O., S.   29,  der  als einer   der wenigen sowjetischen   Völkerrechtler   der Vereinbarungstheorie   Tunkinscher   Prägung  nicht   vorbehaltlos   folgt.

107. Vgl.  G.   I. Tunkin,  Soviet  theory of   sources  of…,   a.  a. O., p.   77.

108. Vgl.   beispielsweise :   D.   W.   O.   Coplin, The   Functions   of International   law : An  Introduction   to   the   Role   of   International  Law   in   the Contemporary World, Chicago 1966,   p. 185 ;   D.   I.   L. Brown, Public   International  Law,   London   1970, p.   270 ; W. C. Jenks,   Recht   und   sozialer   Umbruch,   in : Recht  und   sozialer Umbruch,   Ein   ökumenisches Symposium, Hrsg. Chr.   Walther,   Frankfurt/M. 1971, S. 77    (in    seiner   m.   E.  bekanntesten   Schrift   „The Common   Law   of Mankind”, London1958,   p. 3, warf   Jenks  hingegen die Frage auf, ob  in   der   Welt   ein ausreichender Consensus   über   allgemeine Rechtsgrundsätze   erreicht werden   könne).

————————————-

-dabei  sind Nuancen  nicht zu übersehen— allgemein als die einzige Quelle des Völkerrechts angesehen. Dies ist vorwiegend bei Völkerrechtlern aus dem deutschsprachigen Raum (110) sowie bei mehreren aus dem „angloamerikanischen Rechtskreis” (111) festzustellen. Bei den Letzteren darf aber der Consensus nicht mit der Konzeption von „Common consent” verwechselt werden, die zwar im Prinzip die gemeinsame Übereinstimmung als Grundlage des Völkerrechts betrachtet („Common consent“) is the basis of all law” (112) jedoch eine Majorisierung einiger Staaten zulässt, weil sie letzten Endes nicht die Zustimmung jedes Staates verlangt. (113)

Weitere Juristen erkennen ebenfalls die grundlegende Bedeutung des Consensus für das Völkerrecht  (114) und bringen seine Bedeutung mit der staatlichen Souveränität in Verbindung. (115) In einem Fall wird der Versuch unternommen, die Grundlagen der Völkerrechtsordnung den „natürlichen und soziologischen Gegebenheiten in der

——————————

109. So z. B.  A. Dean, The Importance of International Law in the Maintenance of Peace, in : International Law in a changing World, New York 1963, p. 71. I. M. Sinclair hingegen, The Vienna Convention on the Law of Treaties, Manchester1973, vermag einen Consensus über die internationale Rechtsordnung nirgends zu erkennen (p. 131).

110. Stellvertretend für andere seien hier paradigmatisch genannt : H. Huber, Weltweite Interdependenz, Gedanken über die grenzüberschreitenden gesellschaftlichen Verhältnisse und die Rückständigkeit des Völkerrechts, Bern1968, S. 29  (das Völkerrecht beruht auf dem Konsens der Staaten) ; A. Verdross—B. Simma, Universelles Völkerrecht, Theorie und Praxis, Berlin1976, S. 30 (alle Normen des Völkerrechts beruhen auf einem zwischenstaatlichen Konsens) ; H. Mosler, The international society as a legal community, in : Recueil de Cours, Académie de droit international, IV, 140, Den Haag, p. 90 (“The principal source of law is therefore the consensus of states”) ; H. Weber—V. Wedel, Grundkurs Völkerrecht, Das Internationale Recht des Friedens und der Friedenssicherung, Frankfurt am Main1977, S. 33/34 (das Völkerrecht kann nur „auf einen konsensualen Satzungsakt zurückgeführt werden”) ; besonders prononciert A. Bleckmann, Die Funktionen der Lehre im Völkerrecht, Materialien zu einer Allgemeinen Methoden- und Völkerrechtslehre, Köln, Bonn, München1981, S. 313 (der Konsens als Ausgangspunkt der Rechtsquellenlehre ; der Konsens kann zu einer „Grundnorm des Völkerrechts” werden).

111. Als Beispiel  seien genannt : L. Henkin, How Nations Behave, Law and Foreign Policy, London1968, p. 25 („General law depends on onsensus“ ; M. Akehurst, A modern introduction to international law, London1970, p. 9 ; W. D. Coplin, The Functions of International Law…, a. a. O., p. 170, 185, („international law and its related institutions provide a medium through which a consensus can be reached on the nature of the state system”).

112. Dieser prägnante Satz wurde von L. Oppenheim, International Law, Vol. I, London1955, p. 5, 11 geprägt.

113.  Vgl. L. Oppenheim, International Law a Treatise, New York 1920, p. 14 ff. Dennoch wird das Völkerrecht in der „Encyclopedia Americana, International Edition, Vol. 7, New York1966 uneingeschränkt wie folgt definiert : „International law, a term usually defined as that body of rules, principles, and standards to which independent states are bound by common consent” (p. 254).

114. Vgl. vor allem A. D’Amato, On Consensus, in : The Canadian Yearbook of International Law, Vol. VIII, Vancouver 1970, der im Grunde die Begriffe „Consensus” und „Völkerrecht” als Synonyme verwendet (der Consensus sei „merely a definition of what we mean by the expression international law”, p. 122). Vgl. ferner : O. Y. Asamoah, The Legal Significance of the Declarations of the General Assembly of the United Nations, The Hauge 1966 (der Consensus als die Grundlage für die Entwicklung des allgemeinen Völkerrechts, p. 57).

115. So J. P. A. Tammes, Soft Law, in: Essays on international and comparative law in honour of judge Erades, The Hague 1983, p. 188. Er zieht aus der Verbindung von Consensus und staatlicher Souveränität die zu unterstützende Schlußfolgerung, daß dritte Staaten ohne ihre Zustimmung nicht verpflichtet werden können.

—————————-

internationalen Gemeinschaft” und im  „Konsens der Staatengemeinschaft” zu erblicken. (116) Einerseits wird über die formaljuristische Betrachtungsweise anderer Völkerrechtler hinausgegangen, andererseits werden allerdings die dem Consensus zugrundeliegenden sozialen, politischen und anderen Faktoren nicht genannt.

Die kurz skizzierten Auffassungen über die grundlegende Bedeutung des Consensus für das Völkerrecht haben zwar einen rationalen Kern, dass nämlich die Übereinstimmung der Staaten die unabdingbare Voraussetzung für die Schaffung des Völkerrechts ist, sie sind jedoch mit mehreren Mängeln behaftet : Sie sind zu abstrakt, allgemein und absolut ; es wird

zwischen den bezüglich des Charakters unterschiedlichen Ergebnissen des Staatenconsensus nicht unterschieden ; sie stehen weder mit dem Interesse noch mit dem Willen der souveränen Staaten in Verbindung ; sie stellen summa summarum keine geschlossene theoretische Konzeption, sondern Gedankenfragmente dar.

Im Unterschied dazu konzentrieren sich andere Völkerrechtler— die wenigsten jedoch in der Zeit nach dem zweiten Weltkrieg— auf die Willensübereinstimmung als Entstehungsgrund des Völkerrechts. An erster Stelle stehen deutsche (117) und

italienische  (118) Juristen. Abgesehen von seltenen Ausnahmen, (119) wird allerdings die Willensübereinstimmungsproblematik zu allgemein und abstrakt behandelt. Es werden keine philosophischen, soziologischen, erkenntnistheoretischen undrechtstheoretischen Untersuchungen angestellt. Die entscheidende Tatsache, dass es gegenwärtig sozialistische, kapitalistische und junge unabhängige Staaten mit unterschiedlichen Interessenlagen und Willen gibt, wird dabei völlig übersehen.

Dies gilt in diesem Kontext teilweise auch für jene Juristen, die ansonsten eine globale Sicht an den Tag legen. (120) Gleiches kann auch hinsichtlich des Charakters des Völkerrechts konstatiert werden.

——————————-

116. Vgl. R. Bernhardt, Ungeschriebenes Völkerrecht, in : Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, Band 36 Nr. 1—3, Stuttgart 1976, S. 54.

117. Vgl. vor allem Th. Niemeyer, Völkerrecht, Berlin und Leipzig, 1923, der eine abgerundete Konzeption über die Willensübereinstimmung erarbeitete, wobei er sie mit Staatenkonsens gleichsetzte: „Das Völkerrecht besteht aus den durch übereinstimmenden Willen der Staaten für deren gegenseitige Beziehungen aufgestellten Rechtsnormen.” Ausgehend von der staatlichen Souveränität, betont er ferner, daß der Staatenkonsens die „einzige Quelle alles geltenden Völkerrechts ist” (S. 7, 11—15, 18/19). Vgl. ferner : A. Hold v. Ferneck, Lehrbuch des Völkerrechts, 2 Bände, Band I, Leipzig1930—32, (gegen den „Geheimwillen”; der über einstimmende Wille der Staaten ist die Grundlage des Völkerrechts), S. 110, 188; K. Strupp, Règles générales du droit de la paix; in: Recueil de Cours, Académie de droit internationale, Band47, Den Haag1934 (aus der Souveränität und der Gleichheit der Staaten ergibt sich, daß ohne Willensübereinstimmung kein Völkerrecht möglich ist), S. 301.

118. Vgl. in erster Linie T. Perassi, Teoría dominicata delle di norme giuridiche in diritto internazionale, in: Rivista di diritto internazionale, Milano 1917 („das wesentliche Moment der Vereinbarung ist die Willensübereinstimmung von zwei oder mehr Staaten”), p. 290 und M. Gulano, La communita internazionale e il diritto, Padova1950, p. 81.

119. Paradigmatisch ist hierfür Ch. Chaumont zu nennen, nach dessen Meinung die übereinstimmenden Willen ihre Ziele weiterhin nicht aufgeben. Er empfiehlt, Authentizität und Dauer der Willensübereinstimmung von konkreten, analysierbaren Faktoren abhängig zu machen und versucht dabei, eine dialektische Betrachtungsweise zu entwickeln („L’application de la méthode dialectique à l’analyse du droit et en particulier du droit international”).

Vgl. Methode d’ analyse du droit international, in : Revue belge de droit international, Tome XI, No.1, Bruxelles1975, p. 32—33.

———————————

Mehrere Völkerrechtler vertreten zwar die richtige Auffassung, dass das Völkerrecht einen Koordinationscharakter besitzt (121) bzw. eine Koordinationsordnung dar stellt. (122) Geht es aber um die politische Qualifizierung und Einordnung des Völkerrechts, dann beschränken sie sich auf Oberflächenerscheinungen. (123) Gerade die politische Einschätzung des Völkerrechts ist aber von besonderer Wichtigkeit, will man das Wesen, die Funktion und die Bedeutung des Völkerrechts erfassen.

In diesem Zusammenhang kann das Völkerrecht im Großen und Ganzen folgendermaßen beurteilt werden : Es gilt in unserer Epoche, in der die friedliche Koexistenz das politische Grundprinzip in den Beziehungen zwischen Staaten unterschiedlicher Gesellschaftsordnung darstellt ; die friedliche Koexistenz ist die allgemeinpolitische Grundlage des Völkerrechts, das somit einen allgemeindemokratischen Charakter besitzt ; (124) die wichtigste Aufgabe des Völkerrechts ist die Friedenssicherung, deshalb kann es als Friedensrecht betrachtet werden; es ist universell, d. h. es gilt für alle Staaten, wobei hier hauptsächlich die Grundprinzipien und die anderen Normen mit Jus-cogens-Charakter gemeint sind; es trägt zum sozialen Fortschritt vor allem durch die Schaffung günstiger äußerer Bedingungen für den nationalen und sozialen Befreiungskampf  bei ;

——————————

120. So z. B. O. Kimminich, der zu den wenigen deutschen Völkerrechtlern gehört, welche die neuesten Entwicklungen in den internationalen Beziehungen und im Völkerrecht einfangen und sich dazu äußern, wie u. a. sein Beitrag „Das Völkerrecht und die neue Weltwirtschaftsordnung”, in : Archiv des Völkerrechts, Band 20, Nr. 1, Tübingen1982, S. 2—39 eindeutig zeigt. Hierin schreibt er : „…denn die Ordnung des Völkerrechts gründet sich auf die Willensübereinstimmung und nicht auf den Willen einer globalen Diktatur” (S. 26).

121. Vgl. stellvertretend für andere : H. Mosler, Die Erweiterung des Kreises des Völkerrechtssubjekte, in : Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, Band22, Stuttgart 1962(„Das Völkerrecht ist que definitione ein Koordinationsrecht”), S. 38 ; W. Rudolf, Völkerrecht und deutsches Recht, Tübingen 1967, S. 1; E. Menzel—K. Ipsen, Völkerrecht, Ein Studienbuch, München 1979 (Nachteile des Völkerrechts als eines Koordinationsrechts : langsame Entwicklung, da abhähgig vom Kooperationswillen aller Mitglieder ; Vorteile : Beständigkeit und Nähe zur Wirklichkeit), S. 40 ; L. Delbez, Les principes généraux du droit international public, Paris1964, p. 28 ; indirekt auch R. Pinto, Le Droit des Relations Internationales, Paris 1972 (das Völkerrecht regelt die Beziehungen zwischen souveränen Staaten), p. 84, T. Gebrehana, Duty to Negotiate, An Element of International Law, Uppsala1978 (das Völkerrecht als „Recht der Koordinierung und Anpassung”), p. 35, H, Lauterpacht bezweifelt hingegen den Koordinationscharakter des Völkerrechts. Vgl. The Function of Law in the International Community, Hamden, Connecticut 1966, p. 418, 419; derselbe, International Law, collected Papers (Ed. b. E. Lauterpacht),Cambridge 1970, p. 196.  122 122. Vgl. paradigmatisch: A.P. Sereni, Diritto Internazionale, I, Milano 1956, p. 86 ; P. Vellas, Droit International Public, Paris 1967, p. 16 ; A. Verdross, Völkerrecht, Wien 1964, S. 17 ff.; P. Guggenheim, Lehrbuch des Völkerrechts, Band 1, Genf 1948, S. 3. 123.

123. So schätzt z.B. L. Delbez, Les principes généraux…,a.a.O., das Völkerrecht als ein „egoistisches Recht” ein, da es den Staaten nicht verbietet, ihre Eigenen Interessen zu befolgen und dadurch anderen Staaten zu schaden (p. 16) ; W. Friedman, The Changing Structure of International Law, New York 1966 (das  Völkerrecht verlangt als „kooperatives Recht” Gemeinsamkeit der Staateninteressen), p. 57. Von den genannten Autoren unterscheidet sich B. J. Theutenberg, der eine universalhistorische und globale Sicht entwickelt. Er sieht einen modus  vivendi zwischen der Rechts- und Völkerrechtsauffassungen der westlichen, der sozialistischen und der jungen unabhängigen Staaten. Vgl. Changes in the norms guiding the international legal system-history and contemporary trends, in : Nordisk Tidsskrift for international Ret, Acta scandinavica juris gentium, Vol. 50, No. 1—2, Kobenhavn 1981, p. 32, 39.

124. Vgl. auch G. W. Ignatenko—D. B. Ostapenko, Meschdunarodnoje prawo, Moskwa 1978, S. 30—35.

——————————

das Völkerrecht widerspiegelt in gewisser Hinsicht allgemein-menschliche Werte. (125)

Diese offenkundig unterschiedliche Auffassung über  den Charakter des Völkerrechts schließt wiederum nicht aus, dass

sozialistische und bürgerliche Völkerrechtler das Völkerrecht im Prinzip ähnlich definieren  und zwar als ein System (126) bzw. als einen Komplex von Rechtsnormen über die Regelung der zwischenstaatlichen Beziehungen. (127) Die Rechtsnormativität des Völkerrechts wird also im Prinzip bejaht. Es gibt aber auch andere Auffassungen. Soweit überblickbar, hat die „New Haven approach” ( McDougal) die normative Komponente des Völkerrechts am gründlichsten über Bord geworfen, indem das Völkerrecht als ein „Prozeß der Wertmaximierung” („maximization of values”) und als eine Abfolge autoritativer Entscheidungen („flow of decisions”) betrachtet wird. (128 )

Das Völkerrecht ist nicht nur ein System von allgemeinverbindlichen Verhaltensnormen und damit ein allgemeinverbindlicher Maßstab für alle Staaten, sondern auch ein Regulator gesellschaftlicher Verhältnisse in den internationalen Beziehungen. Es besitzt ferner eine zielsetzende, bewertende  sowie, zumindest theoretisch, eine Zwangsfunktion, deren Realisierung vom  konkreten internationalen Kräfteverhältnis abhängt. Seine typische Eigenschaft ist bei aller Bedeutung anderer Faktoren wie des Rechtsbewusstseins,  des Gerechtigkeitsempfindens etc. die Rechtsnormativität. (129) Somit wird hier  für einen „engen” Völkerrechtsbegriff plädiert. Dabei wird die Rechtsnormativität des Völkerrechts im Blickwinkel der Philosophie als das Maß betrachtet, das angibt „bis zu welcher unteren und oberen Grenze eine quantitative Veränderung stattfinden kann, ohne dass eine Qualitätsänderung eintritt. Überschreiten die quantitativen Veränderungen diese Grenze, so hört das Maß auf, Maß des gegebenen Gegenstandes zu sein. Es kommt zu einer qualitativen Veränderung des Gegenstandes.” (130)

Wird dieses  Maß verändert, dann hört das Völkerrecht auf, Recht zu sein. Deswegen ist  die Verteidigung der Völkerrechtsnormativität die ureigenste und Vornehmste Aufgabenstellung der Völkerrechtler.

———————————-

125. Bezüglich der allgemeinmenschlichen Werte vgl. W. I. Jewintow, Obschtscheprisnannyje normy meschdunarodnogo prawa i ideologitscheskaja borba,in :  Sowjetkoje gossudarstwo prawo, i Nr. 7, Moskwa 1983, S. 118.

126. Vgl. G. W. Ignatenko—D. B. Ostapenko, Meschdunarodnoje prawo, a. a. O., S. 7.

127. So G. Morelli, Nozioni di diritto internazionale, Padova 1963 (dieser Normenkomplex stellt die internationale Rechtsordnung dar), p. 6 ; R. Monaco, Diritto Internazionale, in : Grande Dizionario Enciclopédico, VI, Torino 1968, p. 383 und T. Gihl, The legal Charakter and Sources of international Law, in : Scandinavian Studies in Law, Vol. I. Uppsala 1957, p. 51. 128

128. Vgl. hierüber ausführlich : K. Krakau, Missionsbewußtsein und Völkerrechtsdoktrin in den Vereinigten Staaten von Amerika, Hamburg, Frankfurt/M.1967, S.461 ff ; H. Neuhold, Internationale Konflikte—verbotene und erlaubte Mittel ihrer Austragung, Wien, New York 1977, S.6 ff. ;K. B. Baum, Die soziologische Begründung des Völkerrechts als Problem der Rechtssoziologie, in : Jahrbuch für Rechtssoziologie und Rechtstheorie, Bielefeld 1970, S. 261 ff.

129. Die Völkerrechtsnormativität gegen verschiedene Verwässerungsversuche  („soft law” etc.) wird von P. Weil vehement und überzeugend verteidigt. Vgl. Vers une normativité relative en droit international ? in: Revue général de droit  international public, Tome 86, No.1, Paris 1982, p. 44—46.

130. G. Bartsch—G. Klimaszewski, Materialistische Dialektik—ihre Grundgesetze und Kategorien, Berlin 1975, S. 176—177.

————————————–

3cc) Politisch-rechtliche und politisch-nichtrechtliche Normen als unterschiedliche Ergebnisformen des Normenbildungsprozesses

3cca) Die politisch-rechtlichen Normen als Ergebnisform des  Normenbildungsprozesses

Auch in diesem Abschnitt gilt es, die neuen bzw. neuesten Erkenntnisse der Rechtstheorie zu berücksichtigen und sie natürlich unter Beachtung der Besonderheit des völkerrechtlichen Normbildungsprozesses für die Zwecke der Erarbeitung einer Normbildungstheorie zu verwerten.

Die einzelne Rechtsnorm steht im innerstaatlichen Recht mit dem Recht in einem Wechselverhältnis, „das Beziehungen zwischen Allgemeinem und Einzelnem ausdrückt”. Dabei umfasst das Recht nicht alle Besonderheiten der einzelnen Rechtsnorm ; die Rechtsnormen gehen „nicht vollständig im Begriff des Rechts auf”. (131) Die einzelne Rechtsnorm ist „die kleinste sinnvolle Einheit des Systems des geltenden objektiven Rechts, für die die allgemeinen Eigenschaften des Rechts zutreffen”. (132)

Es handelt sich um folgende Eigenschaften :

a) Die Allgemeinheit (Generalität). Sie bedeutet in erster Linie, dass die Rechtsnormen für mehrfache Anwendung durch die Rechtssubjekte bestimmt sind und für ihr Verhalten gleiche Maßstäbe setzen. Es wird also von den konkreten Sachverhalten abstrahiert und es werden ungleiche, aber gleichartige Rechtssubjekte und Vorgänge am gleichen Maßstab gemessen. Die Allgemeinheit bedeutet ferner, dass die in den Rechtsnormen fixierten Handlungsaufforderungen abstrakten Charakter besitzen. Sie existieren somit noch nicht als konkrete Rechte und Pflichten eines konkreten Rechtssubjekts. Die allgemeinen Verhaltensmaßstäbe werden individualisiert ;

b) die Rechtsnormen haben außerdem Aufforderungscharakter, der von verschiedener Intensität und Schärfe sein kann.Hieraus ergibt sich, dass die Rechtsnorm ein allgemeinverbindlicher und formalbestimmender allgemeiner Verhaltensmaßstab ist. ( 133) Diese rechtstheoretischen Erkenntnisse können m. E., etwas differenziert, auf das Völkerrecht angewandt werden.

In einem hohen Abstraktionsgrad stellt die Rechtsnorm auch im Völkerrecht die kleinste sinnvolle Einheit und die „primäre Zelle”(134 ) dar.

Während aber die Eigenschaften der Allgemeinheit, Allgemeinverbindlichkeit und Abstraktheit für alle Jus-cogens- Normen, vor allem für die Grundprinzipien gelten, ist dies bei konkreten Vertragsnormen nicht unbedingt der Fall. (135) Die Eigenschaft hingegen, Verhaltensmaßstab zu sein, gilt für alle Rechtsnormen. Ähnlich verhält es sich auch mit den Elementen einer Rechtsnorm, die nach gängiger Auffassung drei Bestandteile haben soll : a) Prämisse (Hypothese), die angibt, unter welchen

——————————-

131. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtsthehorie, Berlin1980, S. 521.

132 W. Grahn, Die Rechtsnorm— eine Studie, Leipzig 1979, S. 6. Seiner Kritik an der Beschränkung der Rechtsnorm auf die Begründung von Rechten und Pflichten ist zu folgen.

133. Vgl. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtstheorie, a.a.O.,  S.5 22, 589 und Marxistisch-leninistische allgemeine Theorie des Staates und des Rechts, Band 1, Berlin 1974, S. 253, 256.

134. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, Mechanism meschdunarodno-prawowogo regulirowanija, Kiew 1980, S. 30.

135. In der Fachliteratur werden jedoch diese Eigenschaften der Rechtsnormen oft undifferenziert behandelt. Vgl. u. a. : I. I. Lukaschuk, ebenda, S. 27—37 ;

K. Skubiszewski, Rechtscharakter der Resolutionen der Generalversammlung der Vereinten Nationen, in : Fünftes deutsch-polnisches Juristen-Kolloquium, Hrsg. R. Bernhardt—J. Delbrück—I. v. Münch—W. Rudolf, Baden-Baden 1981, S. 13 ; G. Morelli, Nozioni di diritto internazionale, Padova1963, p. 57 ; E. Yemin, Legislative powers in the United Nations and specialized agencies, Leyden1969, p. 5— 6. Die genannten Autoren wollen den Rechtsnormen die Eigenschaften Allgemeinheit und Allgemeinverbindlichkeit zuerkennen.

——————————–

Bedingungen eine Rechtsnorm verwirklicht werden muss und festlegt, unter welchen Umständen und Bedingungen für welche Rechtssubjekte Rechte und Pflichten entstehen ; b) Disposition (Erlaubnis, Gebot, Verbot), die das Verhalten festlegt, das beim Vorliegen der Prämisse vom betreffenden Rechtsnormadressaten verbindlich gefordert wird und enthält somit die eigentliche Verhaltensregel ; c) Sanktion. Sie bestimmt die Rechtsfolgen, die für jeden Normadressaten eintreten, der die Disposition verletzt oder nicht verwirklicht. Da es aber schwierig ist, in jedem Artikel und jedem Paragraphen diese Elemente deutlich zu finden, wird vorgeschlagen, etwas differenzierter vorzugehen :

Im Strafrecht sollte die Dreiteilung aufrechterhalten bleiben ; in den anderen Rechtsdisziplinen sollte nur eine Zweiteilung (Prämisse und Disposition) akzeptiert werden. (136 ) Die Dreiteilung bleibt nicht unwidersprochen, weil durch sie ohnehin nicht festgestellt werden kann, die Hypothese und Disposition meistens zu einem Element verschmelzen und weil eine Sanktion für mehrere Dispositionen in Frage kommt. (137)

Der schwerfälligen und nicht überzeugenden Dreigliederungskonzeption ist jene dynamische und logische vorzuziehen, nach der die Rechtsnorm aus einem Tatbestandteil und einem Folgehandlungsteil (hauptsächlich Sanktionen) mit einem Operator besteht. „Für gleichartige Situationen und Bedingungen (Tatbestand) gebietet, verbietet oder erlaubt(Operator) sie ein angegebenes Verhalten (Folgehandlung).” (138) Dabei gestattet der Operator („ist verpflichtet”, „darf”,„ist verboten”, „muss”), eindeutig Normen von allgemeinen Aussagen, Werturteilen und Fragen zu unterscheiden. (139) Im Prinzip kann diese moderne Konzeption von der Rechtsnormstruktur übernommen und auf das Völkerrecht angewandt werden. Zugleich ist jedoch darauf hinzuweisen, dass der Folgehandlungsteil (Sanktionen) nicht in jeder Rechtsnorm, sondern vielmehr im Völkerrechtssystem(Grundsatz der völkerrechtlichen Verantwortlichkeit) enthalten ist. Ginge man von der Dreigliederung aus, so wäre es m. E. kaum möglich, alle drei Elemente in einer Völkerrechtsnorm zu finden, weil die Mehrzahl der Völkerrechtsnormen nur eine Disposition enthalten.( 140) Deshalb ist im Völkerrecht die Dreigliederungsthese abzulehnen. (141 )

——————————-

136. Vgl. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtstheorie, a. a. O., S. 529— 530.

137. Vgl. H. Klenner, Grundsatzprobleme im Vorfeld einer Rechtsbildungstheorie, In : K. A. Mollnau (Hrsg.), Probleme einer Rechtsbildungstheorie, Berlin 1982, S. 27.

138. W. Grahn, Recht als eine besondere Widerspiegelung der Gesellschaft, in : Staat und Recht, Nr. 2, Berlin 1982, S. 162. Derselbe, Die Rechtsnorm— eine Studie. Leipzig1979, S. 5, 21

139. Vgl. H. Klenner, Zur logischen Struktur sozialistischer Rechtsnormen  (Thesen), in : Wissenschafliche. Zeitschrift der Friedrich-Schiller-Universität Jena,  Gesellschafts- und sprachwissenschaftliche Reihe, Jena1966, S. 451 ff.

140. Vgl. I. I. Lukaschuk, Mechanism meschdunarodno-prawowogo…, a. a. O., S. 30.

141. Sie wird von S. W. Tschernitschenko mit besonderer Vehemenz verteidigt. Er meint u. a., dass kein Element fehlen darf, sonst handle es sich um keine Völkerrechtsnorm. Vgl. Normy meschdunarodnogo prawa, ich sosdanije i osobennosti ich struktury, in : Sowjetskij jeschegodnik meschdunarodnogo prawa1979, Moskwa 1980, S. 54. Ähnlich auch N. W. Mironov, Meschdunarodnoje prawo : normy i ich juriditscheskaja sila, Moskwa 1980, S. 30.

—————————-

Unabhängig  von der Anzahl der Rechtsnormbestanteile  stellt die Rechtsnorm   eine einheitliche Verhaltensvorschrift und    ein    einheitliches Ganzes dar. (142)   Sie  hat  damit Widerspiegelungs- und  Gestaltungsfunktion. (143) Als  Verhaltensvorschriften realisieren sich die  Rechtsnormen  vorwiegend   in   Rechtsverhältnissen.   Hieraus  ist ersichtlich,da Rechtsnormen   und   Rechtsverhältnisse   einen unlöslichen Zusammenhang bilden. (144)

Das heißt aber  nicht, dass  die  Rechtsverhältnisse   in den Rechtsnormbegriff   einbezogen werden dürfen,  weil sie  sich auf die  Realisierungsseite   und  nicht auf  den Inhalt der Rechtsnorm erstrecken. Die  Rechtsverhältnisse sind vielmehr die Hauptform, in der das Völkerrecht  seine regulierende Funktion ausübt. (145) In der Rechtstheorie wird zwischen den Rechtsnormen und  den Rechtsprinzipien unterschieden. Durch die Rechtsnormen existieren die Rechtsprinzipien, deren  Besonderheit  darin besteht,  „dass  sie  unbestimmter  in  der Angabe des  gesollten Verhaltens  als viele  Rechtsnormen  sind, dafür aber von grundlegender Bedeutung. Hinsichtlich der  Bestimmtheit   der  Verhaltensaufforderung    und    der    Bedeutung der Aufforderung unterscheiden    sich    Rechtsnormen und Rechtsprinzip.” (146)  Diese rechtstheoretische Unterscheidung  kann für die Zwecke des Völkerrechts übernommen werden, weil  sie im Prinzip einleuchtet.  Das  würde dann  bedeuten, dass die  Prinzipien  sowohl hinsichtlich ihres Anwendungsbereiches wie   auch   hinsichtlich der   Anwendungssituation   sowie der von ihnen   vorgesehenen Rechte und   Pflichten allgemeiner,   umfangreicher  und  von  größerer Bedeutung als  die  Normen  sind,  die eigentlich  die Prinzipien  spezifizieren. Zwischen  ihnen gilt somit das Verhältnis  von Allgemeinem und Besonderem. (147) So ist es  beim völkerrechtlichen Prinzip   des   Selbstbestimmungsrechts  und  der Gleichberechtigung der Völker,   das  sich in vielen speziellen  Normen  realisiert. In diesem  Falle  geht  es  also  um  ein Verhältnis zwischen  unterschiedlich  wichtigen Erscheinungen, die  aber  im  Blickwinkel des   gesamten Völkerrechtssystems gesehen, rechtliche Normen darstellen, die dann unterschieden werden   können :   Grundnormen und   spezielle   Normen,   die   m.   E. als Synonyme   mit   den Begriffen Grundprinzipien und  spezielle Prinzipien   zu betrachten   wären.

Hiermit  entsteht das Normenhierarchieproblem    im Völkerrecht. Die Normenhierarchie ergibt  sich aus   der inneren Struktur des   Rechts,   aus dem Begriff des Rechts  als eines Systems von  Normen, aus dem  strukturellen  Begriff der Systemkategorie   als solcher und aus der Verbindung und gegenseitigen Abhängigkeit  der durch die Rechtsnormen erfassten  und  geregelten Bereiche   des gesellschaftlichen   Lebens. Somit ist die Normenhierarchie

——————————-

142. Das   ist   m. E. entscheidend   und nicht so sehr die   Frage,   ob   die Rechtsnorm eine Willenskoordinierung oder   eine Willensübereinstimmung   darstellt. Vgl ähnlich auch I. I.  Lukaschuk, Mechanism meschdunarodno-prawowogo…, a. a. O., S. 29.

143. Vgl.   auch O.   Kimminich, Völkerrecht im Atomzeitalter, Der Atomsperrvertrag und  seine  Folgen, Freiburg im Breisgau1969,  S.   309.

144.  Vgl. Marxistisch—leninistische    Staats- und   Rechtstheorie, Berlin1980,   S. 585.

145.  Vgl. auch   I. I. Lukaschuk, Otnoschénija mirnogo sosustschestwowanija    i méschdunarodnoje   prawo, Kiew1974,  S. 135.

146. W. Grahn, Die Rechtsnorm—  eine Studie,   a.a.O., S. 56—57

147. Eine ähnliche Auffassung vertreten mehrere Völkerrechtler : V.Outrata, K pojmu obecnych    a základnich    zásad mezinárodniho práva,   in : Casopis   pro mezinárodní právo,   Nr.   3, Praha 1961, S.191 ; N. N. Uljanowa,   Obstschi je mnogostoronnije dogowory w    sowremennych meschdunarodnych otnoschenijach,   Kiew1981,  S.   106—107 ; T. Gihl,   The legal Character and Sources of  international  Law, a. a. O.,  p.  91.

——————————-

das Ergebnis des dialektischen Aufbaus des   Rechts, seiner   Kategorien,   der Existenz   von   Strukturbeziehungen,    verschiedener Ebenen   und Ordnungen.

Die Hierarchie ist aber  nicht identisch mit der Subordination, weil  es  bei  der Hierarchie   um die Herkunft und die  Kategorie   der   Normen   geht,   während sich  die Subordination  auf das Prioritätsverhältnis zwischen  den  Normen  bezieht.

Dennoch besteht   zwischen der  Hierarchie   und   der Subordination von Normen ein  enges Verhältnis. Die  Normenhierarchie  gestattet  es, sich  bei der großen Anzahl der Normen zu recht zu   finden. (148) Die gründlichsten Rechtsnormenklassifizierungsversuche haben m.   E.   sowjetische Völkerrechtler   unternommen. (149) Die  Vielzahl der normierten  Bereiche der internationalen   Beziehungen   lässt mehrere und relativ   umfangreiche Rechtsnormenklassifizierungssysteme  entstehen, deren  praktischer  Nutzen  und theoretische Bedeutung  jedoch  nicht  in jedem Falle überzeugend  sind.

Es kommt vielmehr auf die  Bedeutung  einer  konkreten Völkerrechtsnorm für die Erhaltung   des  Weltfriedens an. Sind   bestimmte Völkerrechtsnormen für die Friedenssicherung   unabdingbar,   dann sollte   ihnen die   Qualität   der   Grundnormen (Grundprinzipien)   zuerkannt   werden,   um   eben   ihre   herausragende  Bedeutung gegenüber den anderen  Rechtsnormen zu unterstreichen. Diese  Unterscheidung scheint zweckmäßiger  zu sein als  jene übliche zwischen dem  Jus  cogens  und dem Jus dispositivum, weil  zu den   Jus-cogens-Normen   außer den Grundprinzipien  weitere Prinzipien gehören. (150)

——————————-

148.Vgl.   hierzu die gründlichen Untersuchungen von N. W. Mironow, Meschdunarodnoje prawo : normy i   ich   juriditscheskaja sila, Moskwa    1980,   S.    24—2638/39.

149.   I. I.  Lukaschuk,  Mechanism…, a. a. O., S. 38,  klassifiziert  die   Völkerrechts- normen   in   Großen   und Ganzen   nach   folgenden Kriterien : a)   nach   der juristischen Kraft (imperative, dispositive) ;   b)   nach   dem Geltungsbereich    (universelle, regionale,   lokale) ; c) nach der Teilnehmerzahl   (mulilaterale,   Gruppennormen,    bilaterale) ; d)   nach den Subjekten   (Staaten,   internationale Organisationen) ;   e)   nach dem Grad   der Verallgemeinerung    (allgemeine, spezielle)  ; f)   nach der   Art   und Weise der    Schaffung    und    der    Existenzform (vertragliche,    gewohnheitsrechtliche) ; g) nach   der   Regelungsmethode    (verpflichtende,   verbietende,    ermächtigende).    N. W. Mironow, Meschdunarodnoje prawo : Normy…, a.  a. O.,   S.   29, nimmt   eine   andere Normenklassifizierung   vor :   a) nach   der Natur   und   dem   Charakter    (imperative,dispositive,   empfehlende,   appellierende,   deklarative,   alternative, fakultative, ständige, zeitweilige)  ;  b)   nach dem   Geltungsbereich    (universelle,   allgemeine regionale) ;  c)   nach den zu   erfüllenden Funktionen :   (zunächst   materielle   und prozessuale   und dann weitere Unterteilung nach    der Realisierungsmethode empfehlende, schlichtende, ermächtigende, verpflichtende,    verbietende     usw.). Hierzu ist zu sagen, dass   „empfehlende”,    „appellierende” und„deklarative”   Normen eigentlich    politisch-nichtrechtliche   Ergebnisformen des Willens bzw. Normbildungsprozesses    sind. Man sollte   daher solche Adjektiva   nicht   unbedingt auf die Rechtsnormen anwenden. A.  S.  Gaverdowskij, der offenkundig Arbeitsergebnisse I.I. Lukaschuks   und  anderersowjetischer   Völkerrechtler umfangreich   verwertet,   hat zwar ein fast perfektes, jedoch    kaum    überschaubares Klassifizierungssystem    entwickelt.     Vgl. Implementazija   norm meschdunarodnogo   prawa,   Kiew    1980, S.20—21,   26—30, 47   Er  nennt   u. a. auch  die„empfehlenden” Normen   (S. 30).  Dieser   Meinung   kann   ebenfalls   nicht   zugestimmt werden. G.Morelli,   Nozioni   di diritto internazionale,   Padova   1963,   p. 54—66   klassifiziert die Völkerrechtsnormen   nach anderen   Kriterien :   Hinsichtlich   des   Kreises   derer, für die   die   Normen   gelten ; bezüglich   des Normgegenstandes ; bezüglich der jeweiligen  Position der Destinatare   etc.

150. Vgl.   P.   Terz, Zum Jus   cogens im demokratischen   Völkerrecht, in :  Staat   und Recht,   Nr.   7, Berlin   1978,  S. 617.  Zur Kritik entsprechender bürgerlicher Auffassungen Vgl. E. J. B. Koloma, Kritische Analyse   bürgerlicher Auffassungen   über   das  Jus  cogens im Völkerrecht der Gegenwart, Dissertation A, Leipzig 1981 und P. Terz,   Bürgerliche Auffassungen   über Grundprinzipien   und  jus cogens   im Völkerrecht,  in : Neue Justiz, Nr. 7, Berlin   1983, S. 279 ff.

—————————

Unter Zugrundelegung    der UNO-Prinzipiendeklaration    von    1970   kann   davon ausgegangen    werden, dass  es gegenwärtig sieben völkerrechtliche    Grundprinzipien gibt.   Zu den   wichtigsten Merkmalen   der Grundprinzipien  des  Völkerrechts  liegen zwar relativ viele Publikationen   hauptsächlich sowjetischer Völkerrechtler vor.   Es fehlen jedoch die der  überragenden   Bedeutung der Grundprinzipien adäquaten Systematisierungskriterien.

Hier soll daher der Versuch unternommen  werden,  die Bedeutung  der Grundprinzipien

nach bestimmten notwendigen Kriterien herauszuarbeiten. :

a)  Nach   ihrer   Bedeutung allgemein    in den internationalen Beziehungen stellen :  eine Widerspiegelung der Hauptziele der internationalen Zusammenarbeit, der  grundlegenden   allgemeinen Interessen und der ideologischen  Hauptrichtungen  des gesamten Systems  der internationalen Beziehungen  und  einen  Garant  der  legitimen  Rechte  und Interessen der Völker  dar. (151)

b)  Nach   ihrer   Bedeutung speziell   für das Völkerrecht : die Grundprinzipien   sind Hauptkern   und   normative Eckpfeiler des Völkerrechts, Ausdruck   der inneren   Grundlage des gesamten Völkerrechtssystems   und des Hauptinhalts des Völkerrechts ; (152)   sie  stellen weiter orientierende  Richtlinien für  die Weiterentwicklung   des   Völkerrechts dar und   zeigen   überhaupt   die Hauptrichtungen der Entwicklung des  Völkerrechtssystems  an ; (153)  sie  können  in der  Tat  bezüglich der  überragenden  Bedeutung  mit den  Verfassungsprinzipien  im  „innerstaatlichen   Recht“ verglichen   werden ; (154) sie sind ein   „Mindeststandard   jeder   rechtmäßigen Gestaltung   internationaler   Beziehungen”, (155)   ein   stabiler   Faktor der internationalen zwischenstaatlichen   Beziehungen, (156) sie   besitzen   eine funktionale   und   strukturelle Rolle im Völkerrechtssystem und   sind   in   diesem   Rahmen   unabdingbar   für   das normale und effektive   Funktionieren   des völkerrechtlichen   Regulierungssystems ; (157)sie sind   derart unentbehrlich in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen, dass ihre Negierung der Leugnung des Völkerrechts gleichkäme ; (158) sie   können ferner als eine   wichtige  Grundlage  für  die Mobilisierung  der Volksmassen zur  Durchsetzung des Völkerrechts  betrachtet  werden. (159)

——————————

151. Vgl. auch   I.I. Lukaschuk, Mechanism…, a. a. O., S. 40, 56, 60,162. Vgl.   auch : Meschdunarodnoje prawo,   Moskwa   1974, S.152 ;  A.S. Gawerdowskij,  Implementazija  norm…, a.  a. O.,  S.  22 ; A. N. Talalajew, Juriditscheskaja priroda meschdunarodnogo dogowora, Moskwa1963,  S.   171; Völkerrecht,   Lehrbuch,   Teil   1, Berlin1981, S. 109 ; E.  A. Puschmin, O  ponjatii osnownych   prinzipow   sowremennogo obstschego meschdunarodnogo   prawa,   in : Sowjetskij   jeshegodnik meschdunarodnogo    prawa, in :   Sowjetskij jeschegodnik meschdunarodnogo    prawa    1978,  Moskwa 1980,   S.   83 ; R.   R.   Bobrow, Sowremennoje meschdunarodnoje   prawo (objektiwnyje   predpossylki   i sozialnoje   nasnatschenije), Leningrad   1962, S. 71.

153. Vgl. auch : B. Graefrath,    O   meste    prinzipow w    sisteme  sowremennogo meschdunarodnogo prawa, in :  Prawowedenije,   Nr.   2, Leningrad 1969, S.   113 ;   E. A. Puschmin, O  ponjatii   osnownych   prinzipow…, a.   a. O., S. 76.

154.  Vgl.  auch   R. L. Bobrow,   Sowremennoje meschdunarodnoje    prawo…,     a.  a.  O., S. 76.

155. Vgl.   auch   Völkerrecht,   Lehrbuch,   Teil1, Berlin   1981,   S.   106.

156. Vgl.   auch :   B. Graefrath, Zur Stellung der Grundprinzipien   im gegenwärtigen Völkerrecht, Berlin1968, S. 24 ; G. W. Ignatenko, Meshdunarodnoje prawo   i   obstschestwennyi progress,   Moskwa1972, S.75.

157.  Vgl.  Auch : E.  A. Puschmin, O ponjatu osnownych prinzipow…,   a. a. O., S. 83 ; D.   I. Feldman—G.I. Kurdjukow—W. N.Lichatschow, O sistemnom podchode   w  nauke meschdunarodnogo prawa ,  in : Prawowedenije,   Nr. 6,  Leningrad   1980, S. 46 ;  I. I.  Lukaschuk,  Mechanism…, a.  a.  O.,  S. 28, 56.

158. Vgl. auch  N. W. Mironov, Meschdunarodnoje   prawo : Normy…,   a. a. O., S. 89.

159. Vgl.    auch K.   Becher, Die   Grundprinzipien    des   demokratischen    Völkerrechts und ihre Bedeutung für das Völkerrechtssystem, in : Deutsche Außenpolitik, Nr. 1, Berlin 1982, S. 92.

160. Vgl. auch E.A. Puschmin, O ponjatii osnownych prinzipow…, a.a.O., S. 83 ; Meschdunarodnoje prawo, Moskwa 1974, S. 152.

161. Vgl. auch  I.I.Lukaschuk, Elementarnyje normy wsaimootnoschenij sozialistitscheskich i i kapitalistitschechkich gossudarstw, in : Westnik Kiewskogo Universiteta, ser. Meschdunarodnyje otnoschenija i meschdunarodnoje pravo, Nr. 10, Kiew 1980, S.20.

—————————–

c) Nach ihrer Bedeutung  speziell für die anderen Prinzipien und Normen des Völkerrechts : Die Grundprinzipien   bestimmen   den Inhalt   der   anderen   völkerrechtlichen Prinzipien und   Normen und sind Maßstab,   an dem   die   Völkerrechtsmäßigkeit anderer   Prinzipien und   Normen gemessen wird und   auch   unentbehrlich   für ihre Auslegung. (160) Infolgedessen   haben   die anderen   Prinzipien und Normen mit den   Grundprinzipien   in Übereinstimmung zu stehen   (Artikel   103 der UNO-Charta), andernfalls   sind   sie   von Anfang an (ab initio, ex   tunc) rechtsungültig   (Artikel   53 der Wiener   Vertragsrechts-konvention von  1969).

d)  Unter Berücksichtigung     ihres Charakters :    Die Grundprinzipien   besitzen im Völkerrecht die höchste  politische, moralische  und vor allem juristische Kraft (161) und stehen damit an der Spitze der Prinzipienhierarchie ; (162) sie besitzen    einen    allgemeinen bzw. allgemeindemokratischen Charakter ; (163) sie stellen allgemeinanerkannte,   allgemeinverbindliche Normen mit   einem   unbegrenzten Adressatenkreis (164)   dar ; siesind verpflichtende   und verbietende Normen ; (165) die Grundprinzipien besitzen ferner einen Jus-cogens-Charakter,  d. h. sie  sind für  alle  Staaten  zwingend  verbindlich  und von  ihnen darf daher nicht abgewichen  werden. Hierbei handelt es sich  um  ein Nichtabweichen  im  doppelten  Sinne :  Einmal darf  ein Staat ein Grundprinzip  für  sich selbst auch  durch  ausdrückliche  Erklärung  oder  durch  konkludentes  Verhalten nicht ausschließen.  Zweitens  dürfen  Grundprinzipien   auch nicht freiwillig durch  Verträge zwischen  den  Staaten aus ihren  Beziehungen zueinander ausgeschlossen werden. Durch den Jus-cogens-Charakter der Grundprinzipien   werden die  Einhaltung des  Aggressions- und Annexionsverbotes, die Förderung  der friedlichen   internationalen   Zusammenarbeit, die   Entwicklung freundschaftlicher Beziehungen zwischen   den   Staaten   und ein interventionsfreies Zusammenwirken der  Staaten bei   der   Lösung   der verschiedenen Probleme   gewährleistet ; (166)   die   Grundprinzipien   stellen schließlich,   obwohl   jedes einzelne von   ihnen  eine  relative  Selbständigkeit  besitzt,   ein einheitliches Ganzes, also ein  System   dar. (167)  Daher  ist das  wesentliche   Merkmal des Systems   der völkerrechtlichen    Grundprinzipien ihre Abgeschlossenheit   und    Koordiniertheit. (168)

————————

162. Vgl.   auch   K. Becher, Die Grundprinzipien des demokratischen    Völkerrechts…,a. a.   O., S. 92.

163. Vgl. auch :  G. I.    Tunkin, Woprossy     teorii meschdunarodnogo     prawa,   Moskwa 1962,  S. 157 ; W.  A.   Masow, Prinzipy Chelsinki i  meschdunarodnoje prawo,   Moskwa 1980, S. 19.

164.  Vgl.   auch :  D.  I. Feldmann—G.  I.  Kurdjukow—N. Lichatschow,   O sistemnom podchode…, a. a. O., S. 46 ; E. A. Puschmin, O ponjatii osnownych prinzipow…, a. a. O., S. 83.

165. Vgl.   auch R. L.  Bobrow, Sowremennoje meschdunarodnoje prawo,   a. a.   O., S. 73.

166.  Vgl. Völkerrecht,   Lehrbuch,   Teil 1, Berlin   1981,  S. 104.

167. Vgl. auch Meschdunarodnoje   prawo, Moskwa   1974, S.   152 und Völkerrecht, Lehrbuch,   a.   a.   O., S. 103—104.

168. Vgl.   E.  T.  Rulko, Ponjatije   structury meschdunarodnogo   prawa (metodologitscheskije   aspekty),   in : Westnik Kiewskogo   universiteta, a.   a. O., Nr. 10, Kiew 1980, S. 27  ff.

———————————-

Aus dem Systemcharakter der Grundprinzipien   ergibt sich   ihre   rechtliche   Gleichwertigkeit. Dies schließt,   m. E. aber nicht   aus,   dass  unter bestimmten historischen Bedingungen eines der   sieben Grundprinzipien in den   Mittelpunkt der Aufmerksamkeit   rückt, eine prononciert aktuelle Bedeutung gewinnt und,   so betrachtet, etwas   wichtiger als die   anderen Grundprinzipien   sein kann. Während z.  B.  in den 60er  Jahren im Rahmen  der weltweiten  Bestrebungen   zur  Beseitigung des  Kolonialismus das  Grundprinzip der Gleichberechtigung und  des Selbstbestimmungsrechts der Völker   und  Nationen   im   Zentrum  der  internationalen Klassenauseinandersetzung   stand, spielt   gegenwärtig das Grundprinzip des Gewaltandrohungs- und   -anwendungsverbots   angesichts der akuten  Friedensbedrohung eine dominierende Rolle. (169)

Die Grundprinzipien  zeichnen sich  genauso wie  das gesamte  System des   Völkerrechts durch eine  hohe Dynamik und Anpassungsfähigkeit   aus. Hieraus  ergibt sich, dass sowohl die bereits vorhandenen Grundprinzipien weiter entwickelt   und konkretisiert werden,   als  auch sukzessive neue Grundprinzipien  entstehen können. Entscheidend ist dabei, dass ein solcher Prozeß sich auf  der Grundlage zwischenstaatlicher Vereinbarungen universellen Charakters,   so etwa im Sinne der Artikel   53   und 64 der Wiener Vertragskonvention   vollzieht. So könnte in der Zukunft als   Ergebnis gesellschaftlicher Bedürfnisse   und  Notwendigkeiten das  Grundprinzip der Abrüstung entstehen,   das immer  noch einen   politisch-moralischen   Charakter   besitzt. Hierzu   bedarf   es allerdings weiterer harter Auseinandersetzungen zwischen den Staaten der beiden Weltsysteme, deren Zustimmung zu  einem   neuen   Grundprinzip   unabdingbar   ist.

Dies ergibt   sich  konsequenterweise aus  der  friedlichen  Koexistenz und dem Kompromisscharakter   des Völkerrechts. Meines Erachtens sollte jedoch nicht   so  sehr auf die rasche Entstehung neuer  Grundprinzipien   orientiert werden. Es geht vielmehr um  die unbedingte Durchsetzung   der  bereits vorhandenen   Grundprinzipien. Abgesehen davon, könnte durch   eine Flut neuer Grundprinzipien der politische  und  juristische Wert der sieben  Grundprinzipien  erheblich herabgemindert werden.

Die konkreteste   juristische   Ergebnisform des Normenbildungsprozesses   ist   der völkerrechtliche     Vertrag,   durch den völkerrechtliche Rechte und  Pflichten  begründet bzw. übernommen  werden.   Er  ist das  juristische   Hauptinstrument   zur   rechtlichen Regulierung der Beziehungen zwischen   den Völkerrechtssubjekten, d.  h. in erster Linie zwischen  den Staaten aber  auch  zwischen  den  internationalen  staatlichen Organisationen.

Der völkerrechtliche Vertrag wird vor allem dadurch gekennzeichnet, dass er   durch   das Völkerrecht bestimmt wird  und  die  Staaten in erster linie durch  ihn  neues Völkerrechtschaffen. (170)

Eine  besondere  Kategorie des völkerrechtlichen Vertrages,   der  multilaterale     Vertrag universellen   Charakters,    ist  durch  seine  große  Bedeutung für den  Weltfrieden,   die internationale   Sicherheit   und die friedliche internationale Zusammenarbeit sowie durch seine Akzeptierung und Annahme durch die internationale Staatengemeinschaft charakterisiert. (171)

——————————–

169. In der Schrift von   K. Meier, Herausbildung,   Inhalt und    Weiterentwicklung des völkerrechtlichen Gewaltverbots im Zusammenhang mit Rechtsfragen  der   Rüstungsbegrenzung und    der Abrüstung, Dissertation B (Habilitation),   Leipzig 1983 wird aus   der gelungenen Verbindung des Gewaltverbotsprinzips mit der Abrüstungsmaterie d.  h. mit einem globalen   Problem der Menschheitsentwicklung eindeutig klar,  dass dieses Prinzip  auch auf Grund seiner Nähe zum politischen Grundprinzip der Friedenssicherung an der Spitze der Hierarchie der völkerrechtlichen Grundprinzipien steht.

—————————-

170.Vgl. ausführlicher P. Terz,   Die Rolle   des völkerrechtlichen Vertrages in   der Gegenwart,  in: Neue  Justiz, Nr. , Berlin1980,  S. 106  ff.

—————————-

Eine spezifische Kategorie des multilateralen Vertrages universellen Charakters ist wiederum der Kodifizierungsvertrag, durch den der internationale juristische Willens- bzw. Normenbildungsprozeß zielgerichtet vorangetrieben und realisiert wird. Diese Vertragskategorie zeichnet sich durch die Universalität des zu regelnden Objekts und die Einheitlichkeit der juristischen Regulierungsbestimmungen aus.

Weitere Ergebnisformen des juristischen Normenbildungsprozesses und zugleich eine juristische Vereinbarung sui generis sind das Pactum de negotiando (Verpflichtung zum Verhandeln), d. h. die vereinbarte Rechtspflicht der Staaten, über sie gemeinsam interessierende Fragen Verhandlungen zu führen oder bereits aufgenommene Verhandlungen fortzusetzen und das Pactum de contrahendo (Verpflichtung zum Vertragsabschluß), d. h. die vereinbarte Rechtspflicht der Staaten, über sie gemeinsam interessierende Fragen einen Vertrag abzuschließen. (172)

Die ebenfalls zu den juristischen Ergebnisformen des Normbildungsprozesses gehörenden Völkergewohnheitsrecthsnormen weisen bezüglich der Entstehung und dann der allmählichen Erweiterung ihres Geltungsbereichs gegenüber den anderen Rechtsnormen einige Besonderheiten auf. Zunächts ist z. B. darauf hinzuweisen, dass sie von relativ wenigen Staaten als solche akzeptiert und anerkannt werden. Dies erfolgt auf konsensueller Basis. Die erste Phase des Consensus bezieht sich auf das Vorliegen einer Gewohnheit. Hierbei geht es also um einen Consensus über die Auffassungen über das Bestehen einer Gewohnheit. Die Auffassungen wurzeln in gleichgearteten Bedürfnissen, die wiederum die Grundlage für ähnliche Interessenlagen bilden. (173) In der zweiten Phase erstreckt sich der Consensus der Staaten auf den Inhalt der Gewohnheit.

In der dritten Phase geht es beim Staatenconsensus um die Bedeutung der Gewohnheit, d. h. dass sie überhaupt von Bedeutung ist. Der Bedeutungsgrad kann dennoch unterschiedlich sein. Erst in der vierten Phase wird ein Consensus darüber erzielt, dass die Gewohnheit bereits die Qualität einer Rechtsnorm erreicht hat. Dieser Prozeß ist dialektischer Natur, denn er vollzieht sich allmählich und impliziert zwei sich wechselseitig bedingende Elemente, nämlich ein stabiles Verhaltensmuster (Übung, Praxis)

Der betreffenden Staaten und die ihren Willen zum Ausdruck bringende Rechtüberzeugung (opinio iuris). Die Staaten verhalten sich in gleicher Weise.(174) d. h. der Censensus kommt durch übereinstimmendes Verhalten zustande. (175)

——————————

171. Vgl. hierzu vor allem N. N. Uljanowa, Obstschije mnogostoronnije dogowory w sowremennych meschdunarodnych otnoschenija, Kiew 1981.

172. Vgl. hier zu : M. de la Muela, Pacta de contrahendo en Derecho internacional Público, in : Revista Española De Derecho Internacional, Vol. XXI, Num. 2, Madrid 1968, p. 392 ; M. Loic, La notion de „pactum de contrahendo” dans la jurisprudence internationale, in : Revue général de droit international Public,

Vol. 78, No. 2, Paris 1974, p. 351; P. Terz, A pactum de negotiando és pactum de contrahendo lényege és jelentosége a nemzetközi jogban, in : Jogtudományi Közlöny, Nr. 4, Budapest 1982, S. 320. system-history

173. Vgl. teilweise auch B.J. Theutenberg, Changes in the norms guiding the international legal and contemporary trends, in : Nordisk Tidsskrift for international Ret, Acta scandinavica juris gentium, Vol. 50, No. 1—2, Kobenhavn 1981, p. 29.

174. Vgl. auch L. A. Podesta Costa—J. M. Ruda, Derecho Internacional Publico, 1, Buenos Aires 1979, p. 15.

——————————-

Da keine Verhandlungen stattfinden, erfolgt der Interessenausgleich in indirekter Form.

In der fünften Phase liegt zwischen den Staaten ein Consensus darüber vor, dass sie sich nach der nun existierenden Gewohnheitsrechtsnorm richten werden.

Bisher ging es um den Entstehungsprozeß einer Völkergewohnheitsrechtsnorm. Normbildungstheoretisch entstehen aber einige Probleme, wenn eine solche Norm bereits existiert und ihr Geltungsbereich erweitert werden soll. In seltenen Fällen erkennen andere Staaten eine Gewohnheitsrechtsnorm expressis verbis an. Vielmehr bringen sie in erster Linie durch ein bestimmtes Verhalten ihr Einverständnis (Zustimmung) mit ihr zum Ausdruck. In einem solchen Falle wird der Consensus auf indirektem Wege erreicht, d. h. sie konsentieren mit dem Ergebnis des Consensus der die Norm schaffenden Staaten. Hier bleiben irgendwelche Verhandlungen ebenfalls aus.

Bei den Völkergewohnheitsrechtsnormen entsteht somit das theoretische Problem der Willenskoordinierung bzw. -übereinstimmung nicht. Spätestens an dieser Stelle ist klar geworden, dass das Wesen der Gewohnheitsrechtsnormen vermittels der Tunkinschen vereinbarungstheoretischen Konzeption nicht erfasst werden kann. (176) Es ist auch deutlich geworden, dass hier die in der Fachtliteratur verbreitete Trennung von Praxis („objektiv”) und opinio iuris („subjektiv”)  (177) als schematisch abgelehnt wird.

Da es bei den Gewohnheitsrechtsnormen um die Zustimmung von souveränen Staaten geht, kann letzten Endes die durch ihr Verhalten zum Ausdruck gebrachte Rechtsüberzeugung das entscheidende Element bei der Herausbildung und beim Akzeptieren einer Völkergewohnheitsrechtsnorm sein. (178) Dem konsensualen Charakter des Völkergewohnheitsrechts widerspricht die bereits Mitte der 60er Jahre entstandene These von einem „instant customary law” („spontan entstehendes Gewohnheitsrecht”), (179) das sehr an das „diritto spontaneo” (180)  der italienischen Völkerrechtslehre erinnert, und in der Völkerrechtsliteratur teilweise eine positive Einschätzung findet. (181)

In der in der vorliegenden Studie erarbeiteten normbildungstheoretischen ist ferner für ein „revolutionäres Gewohnheitsrecht” („coutume révolutionnaire”)  (182) ebenfalls kein Platz.

————————————-

175. Vgl. auch A. J. P. Tammes, Soft law, in : Essays on international and comparative law in honour of judge Erades, The Hague 1983, p. 194.

176. G. I. Tunkin ist sich dieses Problems bewußt, wenn er schreibt : „Das Wesen des Prozesses der Herausbildung einer Gewohnheitsnorm des Völkerrechts besteht nicht in Verhandlungen, sondern… in der Herausbildung einer Vereinbarung zwischen den Staaten…”. Vgl. Das Völkerrecht der Gegenwart, Berlin 1963, S. 136. Die „Vereinbarung” ist aber ein feststehender juristischer Terminus  Technicus, der m. E. nicht ohne weiteres auch für konsensuale Prozesse ohne Verhandlungen angewandt werden kann. (177)

177. Paradigmatisch seien genannt : M. S. Vázquez, Derecho Internacional Público, Mexico 1979, p. 70 ; G. R. Moncayo—R. E. Vinuesa—H. D. T. Gutiérrez Posse, Derecho Internacional Publico, Tomo I, Buenos Aires1981, p. 82.

178. Ähnliche Überlegungen stellt auch A. Bleckmann an, Vgl. Die Praxis des Völkergewohnheitsrechts als konsekutive Rechtssetzung, in : Völkerrecht

als Rechtsordnung, Internationale Gerichtsbarkeit, Menschenrechte, Festschrift für H. Mosler, Hrsg. R. Bernhardt (W. K. Geck) u. a., Heidelberg 1983, vor allern S. 89—92.

179. Urheber dieser These soll Bin Cheng, in : The Indian Journal of Inter national Law, Bombay 1965, p. 23 gewesen sein. Vgl. bei E. J. Aréchaga, El Derecho Internacional Contemporáneo, Madrid 1980, p. 31.

180. Der Begriff wurde nach K. Lenk, Beiträge der italienischen Rechtswissenschaft zur Entwicklung der Völkerrechtsdoktrin seit 1945, Dissertation Heidelberg, 1969, S. 40, von Ago geprägt.

181. Nach R.—J. Dupuy sei dieses Sofortgewohnheitsrecht „inspiratoire”,„incitatoire” und „programmatoire”. Vgl. in : L’élaboration du droit international public, Paris1975, p. 170. 43

——————————–

3ccb) Die politisch-nichtrechtlichen Normen als Ergebnisform des Normbildungsprozesses

Im Blickwinkel der Rechtstheorie ist das Recht nicht der einzige normative Faktor. Es gibt weitere normative Systeme, wie z. B. die Normen der Moral und der gesellschaftlichen Organisationen. Sie stellen in ihrer Gesamtheit soziale Normen dar und sind für die Verhaltensregulierung wichtig. (183) Dabei werden die Moralnormen inhaltlich ebenfalls durch objektive Interessen bestimmt. (184) Das Typische der Moralnormen besteht darin, dass sie keiner besonderen Institution bedürfen, die ihre Einhaltung erzwingen muss. Ihre Kraft beruht auf der Überzeugung, der öffentlichen Meinung, der moralischen Autorität etc. (185)

In den internationalen Beziehungen wird der moralische Aspekt von den politisch-nichtrechtlichen Normen miterfasst, wobei inhalts- und sachbezogene Nuancierungen nicht zu übersehen sind. Wollte man eine Hierarchie der politisch-nichtrechtlichen Normen schaffen, so müsste das Prinzip der Friedenssicherung an der Spitze stehen. Die Rangstellung aller anderen politisch- nichtrechtlichen Normen müsste sich dann nach dem wichtigsten Kriterium richten : ihr Beitrag zur Friedenssicherung.

Von dieser Prämisse ausgehend, können das Prinzip der Abrüstung— bei ihm bilden sich allmählich rechtliche Elemente heraus—und das Prinzip des militätisch-strategischen Gleichgewichts zwischen den Staaten des Warschauer Vertrages und der NATO genannt werden. Mit diesen hängt inhaltlich das Prinzip der Gleichheit und gleichen Sicherheit zusammen. (186)

Von diesen Grundnormen politischen Charakters sind konkrete, in politischen Abkommen, wie z. B. in der KSZE-Schlußakte vereinbarten Verhaltensnormen abzusetzen, die aber teilweise auch rechtliche Aspekte aufweisen.

———————————

182. Diese Auffassung wird von M. S. ad- Daqqaq vertreten, Vgl. Nahwa qanun duwwali  li-t-tanmiya ila Cadam al-musawat at-ta Cwidiya (Für ein Völkerrecht der Entwicklung von der präventiven Gleichheit zur kompensatorischen Ungleichheit), in : al-Magala al-misriya li-qanun ad duwwalli (arab. Teil der Revue egyptienne de droit international), Vol. 34, Le Caire1978, p. 91.

183. Vgl. Marxistisch—leninistische Staats- und Rechtstheorie, Berlin 1980, S. 400, 534

184. Vgl. auch K.—H. Thieme, Interessen und moralische Triebkräfte des Leistungsstrebens…in : Deutsche Zeitschrift für Philosophie, Nr. 1, Berlin 1984, S.2.

185. Vgl. Marxistisch—leninistische Saats- und Rechtstheorie, a. a. O., S. 534.

186. J. Gilas, Miedzynarodowe normy polityczne, in: Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Nr. 3, Opole 1978, S. 20 ff. hat eine relativ breite Palette von grundlegenden politischen Normen wie die Anerkennung legitimer Interessen, das Einverständnis mit der territorialen Abgrenzung des Sozialismus und Kapitalismus in Europa, das Bestreben nach Entspannung, die wachsende Aufmerksamkeit gegenüber den globalen Menschheitsproblemen usw. entwickelt.I. I. Lukaschuk zählt zu den „elementaren”, also zu den grundlegenden politischen Normen, ferner die Nichtzulassung von „Überraschungen” in den Beziehungen zwischen den Blöcken, die Angemessenheit beim Einsatz der Macht usw. Diese  „Prinzipien“ können aber nicht unwidersprochen bleiben. Vgl. Elementarnyje normy wsaimootnoschenij sozialistitscheskich i kapitalistitscheskich gossudarstw, in : Westnik Kiewskogo Universiteta, Nr. 10, Kiew 1980, vor allem S. 17, 21—26.

—————————

Solche Ergebnisse des politischen Normbildungsprozesses vermögen mitunter, die Ziele der Staaten umfassender zu widerspiegeln, als dies bei völkerrechtlichen Verträgen der Fall wäre. (187) Sie gehören bereits zu den die internationalen Beziehungen, wenn auch partiell, regulierenden politischen Instrumenten. Sie besitzen eine politisch-moralische  Normativität, eine Frage, die eigentlich erst in den70er Jahren aktuell wurde, während bis dahin in ähnlichen Fällen von „non-binding agreements” die Rede war. (188) Neue Erscheinungen in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen wurden also ausschließlich unter Zugrundelegung des völkerrechtlichen Vertrages eingeschätzt. Hierdurch wurde der Weg für Überlegungen in eine andere Richtung versperrt.

Verglichen damit, verlief die internationale Fachdiskussion zum Charakter der Resolutionen/Deklarationen der UNO-Vollversammlung völlig anders. Jahrzehntelang ging es um die Frage, ob sie rechtlich verbindlich oder nichtverbindlich sind.

Von der überwiegenden Mehrheit der Völkerrechtler wurde die Auffassung vertreten, dass die Resolutionen— gemeint sind nicht jene rechtlich verbindlichen zu Haushaltsproblemen— empfehlenden Charakter besitzen. Erst im Zusammenhang mit den zahlreichen Resolutionen zur„Neuen internationalen Wirtschaftsordnung”, zur Abrüstung und zum Umweltschutz wurde diese Fragestellung viel differenzierter betrachtet. Gerade in diesem Kontext wurden vorwiegend von britischen und französischen Juristen zwar schillernde, jedoch wissenschaftlich und speziell normbildungstbeoretisch nicht überzeugende Termini geprägt, die ihren Siegeszug durch die Völkerrechtsliteratur antraten, inzwischen aber bei einzelnen Juristen auf Ablehnung stoßen.

Pseudowissenschaftliche Begriffe wie„schwaches Recht” („soft law”), „grünes Recht”(„green law”), „Sofortrecht”(„instant law”), „Vor-Recht”(„pré-droit”), „Fast-Recht”  („para-droit”), „Pseudo-Recht” („pseudo-droit”)„Vor-juristisch” (pré-juridique”), „deklaratorisches Recht” („droit déclaratoire”), „empfehlendes Recht”  („droit recommandaire”), „programmatisches Recht” („droit programmatoire”, „droit programme”),„direktives Recht” („droit directif”),„wackliges Recht”  („droit fragile”), „aufforderndes Recht” („droit incitatif”),„unsichere Normen”(„normes précaires”), „weiche Verpflichtung”(„soft obligation”, „soft liability”) u. dgl. m. geistern in der Fachliteratur herum.

Im folgenden soll auf die verbreitesten Wortschöpfungen dieser Art eingegangen werden. Unter „soft law” verstehen einige Autoren zwei unterschiedliche Sachen. Zum einen rechnen sie dazu völkerrechtliche Instrumente, die aber den Rechtssubjekten Bewegungsfreiheit bezüglich der Erfüllung des Inhalts einer Direktive geben. Nur die Erzielung eines bestimmten Ergebnisses wird  unabhängig von den benutzten Mitteln und Wegen gefordert. Sie zählen dazu z. B. das Pactum de contrahendo, wobei das Resultat der Direktive von sekundärer Bedeutung sei, die Hauptaufgabe sei die Forderung einer Haltung beständigen und ernsthaften Bemühens um Zusammenarbeit zur Erreichung einer Übereinkunft.

—————————-

187. Vgl. ähnlich auch I. I. Lukaschuk, Meschdunarodnyje polititscheskije normy w uslowijach rasrjadki naprjashonnosti, in : Sowjetskoje gossudarstwoi  prawo, Nr. 8, Moskwa1976, S. 107, 113.

188. Diese theoretische Frage spielte z. B. bezüglich des sowjetisch-österreichischen „Moskauer Memorandums” vom August 1955 eine große Rolle. Das Dokument wurde von einigen Völkerrechtlern als eine unverbindliche politische Erklärung qualifiziert. Vgl. F. Ermacora, Österreichs Staatsvertrag und Neutralität, Frankfurt/M., Berlin 1957, S. 106 ff. und A. Verdross, Die österreichische Neutralität, in : Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, Band 19, Stuttgart 1958, S. 515.

——————————–

Zum anderen bezieht sich das „soft law” auf in vielen internationalen Instrumenten z. B. Resolutionen zu den Menschenrechten, zum Umweltschutz, in Kodizes und in der KSZE-Schlußakte enthaltenen Verhaltensmodellen. Zwischen dem „soft law” einerseits und dem Völkergewohnheitsrecht sowie dem Moralrecht andererseits wird unter schieden. (189) Gegen die These vom „soft law” wenden sich einige Juristen, die es nicht für ein Recht halten. (190) Durch diese These werden der juristische Charakter der Rechtsquellen und die Rechtsnormativität des Völkerrechts stark gefährdet. Diese „Aufweichung” des Völkerrechts ist daher unbedingt zurückzuweisen.

Ähnlich verhält es sich auch mit dem „green law”, (191) dem „pré-droit”(192) dem  „droit directif”(193) und dem „droit programmatoire”. Für letzteres tritt vor allem Dupuy ein, das er dem „soft law” vorzieht. Er versteht darunter normatives Recht, das auf der Ebene von Zielstellungen und Prinzipien liege, ohne die Ebene einer detaillierten Regelung zu erreichen.In bestimmten UNO-Resolutionen(„résolutions programmatoires”) käme nach Dupuy bereits Recht zum Vorschein. (194)

—————————

189. Vgl. die von J. P. A. Tammes, Sotf law, in : Essays on internationale and …, aufgezählten Möglichkeiten des „soft law” (p. 189—190, 192, 194). Zum„Soft law” in Verträgen ökonomischen Charakters vgl. ausführlich J. Gold, Strengthenning the soft international law of exchange arrangements, in : The American Journal of International Law, No. 3, Washington1983, p. 443—456.

190. M. R. J. Dupuy, Droit déclaratoire et droit programmatoire : De la coutume sauvage a la „soft law”,in : L’élaboration du droit international public ( Société Française pour le Droit International, Colloque de Toulouse 1974), Paris 1975, p. 132—134, 139—145, erblickt in dieser These eine Gefährdung  der Reinheit der traditionellen Völkerrechtsquellen. Nach Dupuy soll der Begriff „soft law” von McNair auf einem Kolloquium der Haager Akademie (14.—16.August1973) geprägt worden sein. Dupuy habe sich schon damals gleich dagegen gewandt (p. 139). Das „soft law” liege auf der Ebene der Ethik (p. 145). Die Rechtsqualität des „soft law” wird von G. Schwarzenberger, The Dynamics of International Law, Oxon 1976, ebenfalls stark bezweifelt (p. 9). Den Generalangriff  auf diese These führte P. Weil, Vers une normativité relative en droit international ? in : Revue général de droit international public, Tome 86, No. 1, Paris1982, p. 5—47. Weil unterzieht die These vom„soft law” einer vernichtenden Kritik und verteidigt den rechtsnormativen Charakter des Völkerrechts.

191. M. R. J. Dupuy, Droit déclaratoire…, a. a. O., ist bereit, dem „green law” nur die Qualität von juristisch unverbindlichen Absichtserklärungen zu zuerkennen (p. 147).

192. Diese These wird vertreten von einigen französischen Völkerrechtlern : C.—A. Colliard, Institutions des relations internationales, Paris1974, p. 276 ; M.  Virally, in: Pays en voie de développement et transformation du droit international (Société Française pour le Droit International, Colloque d’Aix-en-provence 1973), Paris1974, p. 307; P. Buirette-Maurau, La Participation du Tiers-Monde a L’Élaboration du Droit International, Paris 1983. Sie betrachtet das „pré-droit” im Rahmen des Völkerrechtsbildungsprozesses als Ausgangspunkt und Etappe für künftige Normen (p. 72). Im Prinzip kann ihr zugestimmt werden. Der Begriff  „pré-droit” ist jedoch m. E. hierfür nicht unbedingt erforderlich. Er schafft nur Verwirrung.

193. Das  „droit-directif“ würde eine Richtung bestimmen und den Rahmen für künftige Handlungen abstecken. Vgl. hierzu I. F. Prévost, Observation sur la nature juridique de l’Acte Final la conférence sur la sécurité et la coopération en Europe, in: Annuaire Francais de Droit International, Paris1975. Als Beispiel für das„droit directif” nennt er undifferenziert die Normen der KSZE-Schlußakte (p. 142).

———————————-

Von diesem Verständnis ist jenes einiger sowjetischer Völkerrechtler zu unterscheiden, die nicht von einem „programmatischen Recht”, sondern vielmehr von „programmatischen Normen” sprechen, die rechtlicher oder nichtrechtlicher Art sein können. Kriterium hierfür ist der Normeninhalt. (194) Dieser differenzierten Betrachtungsweise kann grundsätzlich beigepflichtet werden.

Die oben kurz skizzierten Thesen und Begriffe stehen inhaltlich hauptsächlich mit Resolutionen/Deklarationen der UNO-Vollversammlung in Verbindung, die zu den wichtigsten politisch-nichtrechtlichen Ergebnisformen des internationalen Willens-bzw. Normenbildungsprozesses gehören. Aus der Realität der internationalen Beziehungen und speziell im Rahmen der UNO-Vollversammlung geht hervor, dass in den seltensten Fällen ein resolutionsbezogener Consensus omnium vorliegt. Größtenteils ist es so, dass einzelne oder mehrere Staaten zusammen, ausgehend von ihren Interessen, Resolutionsentwürfe einbringen, die dannje nach Materie mehr oder weniger kontrovers beraten werden. Während die sozialistischen Staaten, unterstützt von vielen Entwicklungsländern, zu den Fragen der Friedenssicherung und der Abrüstung zahlreiche Resolutionsentwürfe vorlegen, beziehen sich ähnliche Aktivitäten der Entwicklungsländer auf das komplexe Problem der  „Neuen Internationalen Wirtschaftsordnung” (NIWO). Die Staaten lassen sich dabei von ihrer konkreten Interessenlage und von anderen Faktoren in der Innenpolitik sowie in den internationalen Beziehungen leiten (vgl. 3ca und 3cb) . Da in den meisten Fällen die Staatsinteressen konträrer Natur sind, wird der Interessenausgleich unter komplizierten Bedingungen erzielt. Zu beachten ist in diesem Zusammenhang der Fakt, dass bei der Abstimmung führende kapitalistische Staaten entweder sich der Stimme enthalten oder sogar gegen die Resolutionen zu Fragen der NIWO und der Abrüstung stimmen. Das Ergebnis der Beratungen kann daher ein Consensus generalis sein. Der Consensus omnium und damit die opimo communis sind in bestimmten Fällen dennoch nicht ausgeschlossen.

Es soll hier nicht auf die verschiedenen Resolutionskategorien eingegangen werden. (196) Vielmehr ist zunächst ihre allgemeine Bedeutung zu unterstreichen : Sie widerspiegeln den Charakter der Beziehungen verschiedener Staaten und weisen auf die neuesten und wichtigsten Probleme der internationalen Beziehungen hin; sie vermögen, obwohl rechtlich nicht verbindlich,

————————–

194. Vgl. M. R. J. Dupuy, Droit déclaratoire…, a. a. O., p. 132, 134, 144—145. Nach der Meinung von P. M. Martin, Le Nouvel Ordre Économique International, in : Revue général de droit international public, Tome 80, No. 2, Paris1976, p. 535, stelle die gesamte NIWO ein „droit programmatoire” dar.

195. Vgl. vor allem I. I. Lukaschuk, Mechanism meschdunarodno-prawowogo regulirowanija, Kiew1980. Als Beispiel für solche Normen nennt er das Selbstbestimmungsrecht, das urprünglich als ein Programm verkündet wurde und sich allmählich als Rechtsnorm herausbildete und den Artike l2 der  Konvention über sozial-ökonomische Rechte von1966. Der programmatische Charakter dieser Bestimmung sei offensichtlich, da viele Staaten nicht in der Lage sind, solche Rechte gleich zu realisieren  (S. 41—43). Nach A. S. Gawerdowskij, Implementazija norm meschdunarodnogo prawa, Kiew1980, schließen sich die rechtlich verbindlichen „programmatischen Normen” nach Umfang und Inhalt andie allgemeinen Völkerrechtsnormen an (S. 22—24).

196. Vgl. hierzu die von J. E. Aréchaga, El Derecho Internacional Contemporáneo, Madrid 1980, p. 42 und vonG. R. Moncayo—R. E. Vinuesa—H.D. T. Gutiérrez Posse, Derecho Internacional Publico, Tomo I, Buenos Aires1981, p. 164—165 vorgenommene Unterscheidung zwischen den wichtigsten Kategorien von Resolutionen

—————————-

das Verhalten der Staaten zu beeinflussen ; sie sind oft Ausdruck des Rechtsbewusstseins und der Gerechtigkeitsvorstellungen der Staaten. So sind die zahlreichen Resolutionen der UNO-Vollversammlung zur Schaffung einer NIWO im Grunde ein Vehikel, um bestimmte Grundwerteforderungen (Gerechtigkeit, Solidarität etc.) der Entwicklungsländer in die internationale Diskussion hineinzutragen und ihnen nach Möglichkeit die Qualität positivrechtlicher Normen verleihen zu lassen. (197)

Die von den Juristen aus den Entwicklungsländern hierüber sporadisch entwickelte Argumentation lässt sich in völkerrechtsphilosophischer Sicht folgendermaßen zusammenfassen : Die in den internationalen Beziehungen herrschende juristische Gleichheit zwischen den Staaten sei angesichts der großen Unterschiede (klein, groß, reich, arm usw.) ungerecht.

Sie wenden sich daher gegen die ungerechte Gleichheit und fordern eine gerechte Ungleichheit, die aber dem Wesen nacheine gerechte Gleichheit sei. Sie fordern die Nichtreziprozität in den internationalen Wirtschaftsbeziehungen, um die gerechte Gleichheit zu erreichen. Die Reziprozität als eine Völkerrechtsnorm würde nämlich bedeuten : Gleiches auf Ungleiches angewandt, führt letzten Endes zur Ungleichheit. Deswegen würde der Wunsch nach bevorzugter Behandlung bedeuten : Ungleiches ungleich behandeln, führt zur gerechten Gleichheit. Derartige Vorstellungen und die darauf fußenden Forderungen spiegeln sich allerdings, abgesehen von seltenen Ausnahmen (Seerechtskonvention von1982 und GATT-Abkommen), vorwiegend in Resolutionen der UNO-Vollversammlung wider. Sie aber besitzen nach der UNO-Charta einen empfehlenden Charakter. (198 ) Eine rechtliche Verbindlichkeit können sie erst erlangen, wenn die voluntas iuris generalis vorliegt. Ohne den Consensus über einen möglichen Rechtscharakter von UNO-Resolutionen sind sie weiterhin als Ergebnisformen des politischen Normbildungsprozesses und ihre Inhalte als politisch-nichtrechtliche Verhaltensnormen zu betrachten. Andernfalls käme es hinsichtlich der Inhalte vonResolutionen zu einer Verwischung des Unterschieds von Rechtsprinzipien und Prinzipien des Rechtsbewusstseins bzw. des Gerechtigkeitsempfindens. Zwischen ihnen sind dennoch die Grenzen mitunter fließend.

3ccc) Das Verhältnis zwischen den politisch-rechtlichen und den politisch-nichtrechtlichen Normen

Zwischen den beiden unterschiedlichen Ergebnisformen des internationalen Normenbildungprozesses besteht keine chinesische Mauer. Ihre gemeinsamen materiellen und ideellen Wurzeln ermöglichen im Rahmen des dynamischen konsensualen Normenbildungsprozesses unter Umständen die Umwandlung der politisch-nichtrechtlichen in rechtliche Verhaltensnormen.

—————————-

197. Vgl. hierzu stellvertretend für andere Völkerrechtler aus Entwicklungsländern : I.Jazairy, Discours sur le nouvel ordre international et le droit, in : The new international economic order and developing countries, Beograd1980, p. 137; T. Nawaz, Equity and the New International Economic Order : A Note, in: Hossain Kamal (Ed.), Legal Aspects of the New International Economic Order, London, New York 1980, p. 113 ; O. B. Rivero, New Economic Order and International development Law, Oxford etc. 1980 ; R. P. Anand, Legal Regime of the Sea-Bed and the Developing Countries, Leyden1976, p. 261.

198. Vgl. in diesem Kontext N. Horn, Normative Problems of a New International Economic Order, in : Journal of World Trade Law, Vol. 16, 1982, speziell p. 347—348.

——————————–

Dieser Prozeß ist jedoch nicht glatt, etwa im Sinne der These vom „formlosen Konsens”,(199) sondern vielmehr dialektisch-wiedrsprüchlich und komplex. Insgesamt ist die völkerrechtliche Bedeutung der in Resolutionen verankerten politischen nichtrechtlichen Verhaltensnormen unter folgenden Gesichtspunkten zu sehen :

Erstens bringen sie bestimmte Tendenzen der Völkerrechtsentwicklung zum Ausdruck, zeigen notwendige Änderungen des Völkerrechts an und üben zugleich einen orientierenden Einfluß auf die Weiterentwicklung des Völkerrechts aus. (200) Unter bestimmten Bedingungen können Resolutionen zu einem entscheidenden Faktor im Prozeß der Völkerrechtsentwicklung werden. So war die Deklaration (Resolution1514 (XV) von1960 über die Gewährung der Unabhängigkeit an die kolonialen Länder und Völker eine Konkretisierung und Interpretation des Grundprinzips des Selbstbestimmungsrechts der Völker. Die UNO-Prinzipiendeklaration von 1970 hat die Grundprinzipien des Völkerrechts bekräftigt und authentisch interpretiert. Zweitens können Resolutionen im Rahmen des einheitlichen Normbildungsprozesses den Ausgangspunkt für die Schaffung von rechtlichen Normen bilden. (201) Dies erfolgt am konkretesten durch jene Resolutionen, die im Grunde den Inhalt der späteren Konvention bereits darstellen  (Vertragsresolutionen).(202) Drittens kann auf der Basis von Resolutionen Völkergewohnheitsrecht entstehen, vorausgesetzt, dass die unerläßliche opinio iuris vorliegt. ( 203 )

—————————-

199. Diese These wurde Mitte der 70er Jahre von B. Simma aufgestellt. Vgl. Methodik und Bedeutung der Arbeit der Vereinten Nationen für die Fortentwicklung des Völkerrechts(Thesen), in : W. Kewenig(Hrsg.), Die Vereinten Nationen im Wandel, Referate und Diskussionen eines Symposiums („Entwicklungslinien der Praxis der Vereinten Nationen in völkerrechtlicher Sicht”), Kiel, Berlin 1975, S. 71—101. Simmas Auffassung stößt aber auf Ablehnung : So Steiger bereits während des Symposiums, S. 122 ;  H. Ballreich, Wesen und Wirkung des „Konsens” im Völkerrecht, in : Völkerrecht als Rechtsordnung, Internationale Gerichtsbarkeit, Menschenrechte, Festschrift für H. Mosler, Hrsg. R. Bernhardt u. a., Heidelberg1983, S. 23—24 und K. Skubiszewski, Rechtscharakter der Resolutionen, der Generalversammlung  der Vereinten Nationen, in : Fünftes deutsch-polnisches Juristen-Kolloquium, Hrsg. R. Bernhardt u. a., Baden-Baden1981, S. 34—35 Diese ablehnende Haltung veranlasste Simma, seine ursprüngliche Konzeption etwas zu modifizieren : „So zeigt sich, dass die Völkerrechtserzeugung durch formlosen Konsens bei Gelegenheit der Generalversammlung bis heute in der Praxis kaum je eine Rolle gespielt hat. In der Theorie dagegen läßt sich diese Rolle nicht leugnen, und was die Praxis anbetrifft, so kann sie sich ändern”.Vgl. Zur völkerrechtlichen Bedeutung von Resolutionen der UN-Generalversammlung, in: Fünftes deutsch-polnisches Juristen-Kolloquium, a. a. O., speziell S. 57—67 (Zitat auf S. 64).

200. Hierzu seien aus der Vielzahl von Veröffentlichungen einige repräsentative paradigmatisch erwähnt : G. I. Tunkin—V. M. Schischkin, O meschdunarodno-prawowych prinzipach nowogo meschdunarodnogo ekonomitscheskogo porjadka, in : Sowjetskoje gossudarstwo i prawo, Nr. 9, Moskwa 1980,S. 88—96; I. I. Lukaschuk, Méchanism…,a. a. O., S. 142; H. Mosler, Völkerrecht als Rechtsordnung, in : Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, Band 36, Nr. 1—3, Stuttgart 1976, S. 23 ; U. Scheuner, Zur Auslegung der Charta der Generalversammlung, Die Erklärung über freundschaftliche Beziehungen und Zusammenarbeit der Staaten, in : Vereinte Nationen, Nr. 4, Koblenz 1978, S. 112.

201. In diesem Sinne können sie schon als Inspirationsquelle” betrachtet werden. Vgl. O. B. Rivero, New Economic Order and…,a. a. O., p. 122.

202. Vgl. auch Report of the Working Group on the „Review of multilateral treaty-making process”, Doc. A/C. 6/37/L. 29, 3 Dec. 1982, p. 4/5, para. 20. Vgl. indirekt auch G. Arangio-Ruiz, The normative role of the General Assembly of principles of friendly relations, in : Recueil de Cours, Académie de droit international, III, 137, Den Haag 1972, p. 486—487.

——————————–

3cd) Zur Einhaltung der politisch-rechtlichen und der politisch- nichtrechtlichen Normen im Interesse der Friedenssicherung

Es wurde bereits angedeutet (vgl. 3cb), dass während auf die rechtlichen Ergebnisformen des internationalen Normenbildungsprozesses der Grundsatz der Vertragstreue (Pacta sunt servanda) anzuwenden ist, es für die politisch- nichtrechtlichen Ergebnisformen keinen adäquaten Grundsatz gibt und in dieser Form nicht geben kann. Die Achtung des Grundsatzes Pacta sunt servanda ist außerordentlich wichtig für die Schaffung stabiler internationaler Beziehungen (204) und eines Klimas des gegenseitigen Vertrauens. Das ist wiederum eine günstige Vorbedingung, um im Interesse der Friedenssicherung und der Vertiefung der friedlichen internationalen Zusammenarbeit auf einer qualitativ höheren Ebene neue Verträge abzuschließen.

Demgegenüber verursacht die Verletzung dieses Grundsatzes Unzufriedenheit bei den anderen Vertragspartnern und untergräbtdas Vertrauen. Ähnliche Folgen könnte die Nichtrespektierung der politisch-nichtrechtlichen Normen ebenfalls haben, obwohl ihre Einhaltung eher auf freiwilliger Basis erfolgt. Natürlich ist dabei zwischen den eindeutig politischen Abmachungen(z. B. der KSZE-Schlußakte) und den in Resolutionen der UNO-Vollversammlung enthaltenen Verpflichtungen zu unterscheiden.

——————————-

203. Vgl. auch G. R. Moncayo—R. E. Vinuesa—H. D. T. Gutierrez Posse, Derecho International Publico,as.as.O., p. 90 und G. Arangio-Ruiz, The normative role…,a. a. O., p. 478—479. Vgl. indirekt ebenfalls : L. A. C. Podesta—J. M. Ruda, Derecho Internacional Publico,a.a.O., p.22 ; M. Virally,The Sources of International Law, in : Max Sorensen (Ed.), Manual of Public International Law, London, New York 1968, p. 162 ; P.Visscher, Observations de l’Assamblée générale de l’Organisation desNations Unies, in : Festschrift für R. Bindschedler, Hrg. E. Diez—J.Monnier u. a.,Bern1980, p. 176—177 ; M. Mendelson, The legal  Charakter of General Assembly Resolutions : Some. Con-siderations of Principle, in: Hossain Kamal (Ed.), Legal Aspects of the…, a. a. O., p. 99—101.

204. Vgl. zum Verhältnis von Verträgen und Stabilität vor allem: A. Bolintineanu, Stabilitatea tratatelor-problema esentiala a kodificarii dreptului tratatelor, in : Revista romana de drept, Num. 1, Bucuresti1969, p. 66; M. Potocny, umluva o smluvnim pravu in : Casopis pro mezinârodni prâvo, Nr. 1, Praha1970, S. 5 ff.

 

 

Ευρωπαϊκή Ενωση , Γενική και Νηφάλια Θέαση

ΕΕ, Μία συστηματική και νηφάλια θέαση χωρίς φθηνούς συναισθηματισμούς , ιδεοληπτικές και υπερεθνικιστικές παρωπίδες

1. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ( ΕΕ ) είναι προς το παρόν το μοναδικό μεγάλο πείραμα και δη επιτυχές τέτοιου είδους σε διεθνή κλίμακα. Η σημερινή ΕΕ είναι το αποτέλεσμα μίας μακράς και εντατικής διαδικασίας, η οποία εμπεριέχει μία μεγάλη δυναμικότητα και ικανότητα μεταλλαγής και εξέλιξης .Οι αντίπαλοι της ΕΕ, αν και πολύ θορυβώδεις, είναι στην μειοψηφία. Οι ΛΑΟΙ ( όχι υπό την έννοια
του ΣΥΡΙΖΑ ) θέλουν και εκτιμούν την ΕΕ. Ολα τα άλλα είναι μάλλον για ανεγκέφαλους, φανατικούς της άκρας Αριστεράς και της άκρας Δεξιάς σε όλην την Ευρώπη και για τους αδαέστατους.

Εχει έως σήμερα να αναδείξει επιτυχίες και αποτελέσματα, τα οποία ονειρεύονται και άλλες περιοχές του κόσμου. Εδώ αναφέρουμε μόνον το
ενιαίο νόμισμα Ευρώ, πιό ισχυρό από το δολλάριο. Ας αναφερθεί και η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών ύστερα από την εξαφάνιση των εθνικών συνόρων. Ποιός θα μπορούσε να τα φαντασθεί αυτά ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ;

Το πιό σπουδαίο όμως από όλα είναι το γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, ότι στην Ευρώπη, στην
ήπειρο των πολυάριθμων πολέμων και ιδαιτέρως των δύο παγκοσμίων πολέμων επικρατεί εδώ και σχεδόν 70 χρόνια ειρήνη. Είναι λοιπόν τυχαίο που η Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε μαγνήτη των κατατρεγμένων και δυστυχισμένων όλου του κόσμου ; Διατί δεν πάνε άραγε στον «παράδεισο» του Πούτιν ;

2. Η ΕΕ είναι πρότυπο μίμησης και για άλλες περιοχές του κόσμου, ιδιαιτέρως για την Λατινική Αμερική, η οποία άρχισε ήδη να στρέφεται προς την Ευρώπη και ταυτόχρονα να απομακρύνεται από τις ΗΠΑ. Ηδη έχουμε στα ευρωπαϊκά αλλά και σε λατινοαμερικανικά πανεπιστήμια συστηματικά
προετοιμάσει ειδικούς από την Λατινική Αμερική για την επιστημονική στήρηξη και προώθηση της ενωτικής διαδικασίας εκεί. Αυτοί οι ειδικοί είναι
περιζήτητοι στην Λ.Α.

3. Εως σήμερα δεν έχει κανένα μέλος της ΕΕ εκφράσει επίσημα ως κυβέρνηση ( το τί λέγουν η εκάστοτε αντιπολίτευση, οι ανεγκέφαλοι εξτρεμιστές και οι γελοίοι πατριδοκάπηλοι, δεν ενδιαφέρει ουδένα) την πρόθεσή του να την εγκαταλείψει. Τουναντίον προσπαθούν όχι μόνον και άλλα ευρωπαϊκά κράτη και η Τουρκία (διακαής πόθος) να γίνουν μέλος της ΕΕ, αλλά έχουν ήδη εκφράσει παρόμειες επιθυμίες και χώρες του Καυκάσου ( Αρμενία, Γεωργία και ιδιαιτέρως το Αζερμπαϊτζάν με τις αστείρευτες πετρέλαιοπηγές !). Ολες οι βορειοαφρικανικές χώρες επιθυμούν να
συσφίξουν τις σχέσεις με την ΕΕ σε πολλά σημαντικά επίπεδα και επιθυμούν επίσης διακαώς να αποκτήσουν ένα ιδιαίτερο status.

4. Είναι γεγονός, ότι η Ελλάδα δεν παίζει στα πλαίσια της ΕΕ ουδένα ρόλο, έχει μόνον απαιτήσεις. Γι αυτό δεν πολυενδιαφέρει η γνώμη της Ελλάδας και των δημοσιογράφων της στην Ευρώπη ουδένα. Ακόμη και εδώ στη σελίδα σημειώνεται μία τελεία έλλειψη της
νηφάλειας και λογικής σκέψης, γιατί οι περισσότεροι έχουν σαν μοναδική αφετηρία
της θέασης την κρίση, η οποία δεν υπήρχε πάντα στην Ευρώπη. Ηδη άρχισαν οι οικονομικά ισχυρές χώρες να ξεπερνούν βαθμιαία την οικονομική κρίση. Αλλά άλλο η τωρινή κρίση και άλλο η ΕΕ
. Και όμως, οι τρισκατάρατοι αριστεροί και δεξιοί λαϊκιστές τα συγχίζουν για μικροπολιτικούς λόγους σκοπίμως.

5. Στα πλαίσια της βαθμιαίας εμβάθυνσης της
ενωτικής ευρωπαϊκής διαδικασίας θα συμβούν στο μέλλον τα εξής, τα οποία συστηματικά προετοιμάζονται ήδη από δεκαετίες μέσω βασικών ερευνών καθώς και πολυάριθμων διατριβών ( διδακτορικά και υφηγεσίες ) . Κάτι τέτοιο είναι στην χώρα του υπερεξυπνακισμού της τσαπατσουλιας και της επιπολαιότητας μάλλον αδιανόητο. Εδώ
συντελείται η επίτευξη της επίλυσης πάντων  πολυποίκιλων και πολύπλοκων προβλημάτων εν μία νυκτί και εν ριπή οφθαλμού, δηλαδή με μαγικό τρόπο.

α) Τα κράτη-μέλη ης ΕΕ θα εκχωρήσουν περισσότερα κυριαρχικά δικαιώματα στον ΔΙΚΟ τους οργανισμό. Ας υπενθυμίσουμε, ότι η ΕΕ έχει μία τεράστια, υγιέστατη και αξιοθαύμαστη βάση ,το
Ενωτικό δίκαιο (Ευρωπαϊκό Δίκαιο) μοναδικό σε όλον τον κόσμο και σημαντικότατα όργανα, όπως π.χ. το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.τ.λ.

Στο απώτερο μέλλον θα αντικατασταθεί η ΕΕ με τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”, δηλαδή με μίαν ομοσπονδία και έτσι θα
υλοποιηθεί βαθμιαία η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ, το όραμα των δημιουργών μίας καινούργιας Ευρώπης. Η Ελλάδα μας δεν έχει ουδόλως
συμβάλλει σε αυτήν διαδικασία, αλλά έχει λάβει τα τεράστια πακέτα της Ευρώπης και τα έφαγε όλα, αντί να δημιουργήσει σύγχρονες οικονομικες δομές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ουδόλως, ότι οι βόρειοι “Μύρμηγκες” θα ταίζουν αιωνίως τους νότιους
“Τζίτζικες” !

β) Θα δημιουργηθούν μεγαλύτερα πανευρωπαϊκά κέντρα επιστημονικών ερευνών, όπου θα
συγκεντρωθεί το επιστημονικό άνθος όλης της Ευρώπης με επιδίωξη να φθάσει η Ευρώπη ίσως και βαθμιαία να ξεπεράσει τις ΗΠΑ στα βραβεία Νομπέλ.

γ) Δημιουργία μίας ενιαίας ιθαγένειας για
όλους τους πολίτες της ΕΕ.

δ) Δημιουργία μίας ενιαίας αστυνομίας.

ε) Δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού στρατού.

ζ) Η Ευρώπη είναι ήδη , αλλά θα θα εξελιχθεί ακόμη πιό εντατικά σε παγκόσμιο κέντρο του
πολιτισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων . Στο πεδίο του πολιτισμου και της κουλτούρας δεν είναι οι ΗΠΑ σε θέση να ανταγωνισθούν την Ευρώπη.

η) Η Ευρώπη θα εξελιχθεί στο μέλλον σε μία δεθνή μεγαλοδύναμη , ίσως και σε μίαν
ειρηνική υπερδύναμη στον οικονομικό, πολιτικό και διπλωματικό τομέα. Ετσι θα αλλάξει καθοριστικά ηο συσχετισμός των δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα. Οι ΗΠΑ άρχισαν ήδη να ανησυχούν λόγω αυτής της ευρωπαϊκής προοπτικής και στην ουσία
παρενοχλούν την πρόοδο της ΕΕ.

θ) Δεν αποκλείουμε, ότι κάποτε θα χτυπήσει και κατά τα άλλα καθυστερημένη η Ρωσία με τις τεράστιες πρώτες ύλες τις πύλες της ΕΕ, αλλά θα μπορέσει να γίνει μέλος της ΕΕ μόνον ύστερα από τον απαραίτητο εκδημοκρατισμό  και εξευρωπαϊσμό. Τότε θα ανήκειη ΕΕ σε όλα τα πεδία στις τρεις υπερδυνάμεις του κόσμου.

Το μέλλον της Ελλάδας είναι στενότητατα συνδεδεμένο με την περαιτέρω εξέλιξη της ΕΕ. Επομένως πρέπει να πραγματοποιηθούν επί τέλους ο εκσυγχρονισμός και ο εξευρωπαϊσμός της Ελλάδας επί τη βάσει της ευρωπαϊκής ratio ( σκέψης) και ας απαγκιστρωθεί από μεσαιωνικές κοσμο- και ανθρωποαντιλήψεις. Τα πρώτα βήματα να υλοποιηθούν στα δημοτικά
σχολεία με σκοπό να δημιουργηθεί μία ευρωπαϊκή νοοτροπία. Η εποχή της καθυστερημένης βαλκανικής νοοτροπίας έχει πλέον παρέλθει. Η Ελλάδα έχασε πολλές δεκαετίες, ίσως και δύο αιώνες. Ιδού η Ρόδος , Ιδού και το πήδημα !

Δημοσιευθέν επανειλλημμένως φυσικά επεξεργασμένο στον ηλεκτρονικό τύπο , σε όλες τις κεντρικές εφημερίδες.

Persische Namen, Περσικά Ονόματα

Persische  Namen

Persische Aussprache

 

Dareios : Darius, Darayavahusch ( Dariuvahusch )

Xerxes : Chshayarscha ( Khschaiyarscha, Xayarscha )  : „Herrscher über Helden“

Kambyses : Kambushya

Artafernes : Rtafarnah

Kyros : Kurusch

Atossa : Hutautha, Frau  des Dareios

Paradeisos : Pairidaeza

Roxana : Rauchjschna

Achämediden : Hachamanisch

Ekbatana : Hagmadana ( Hamadan )

Satrap : Khsathrapavan : Hüter des Reiches

Medien : Mada

Parthien : Parthava

Ionien : Yauna

Baktria :  Balch

Armenia : Armina

Samarkand : Marakanda

Arabien : Arabaya

Thrakien : Skudra

Hindusch : Hind, Sind

Απόλυτο, Ανέφικτη Ουτοπία

Το ΑΠΟΛΥΤΟ είναι ανέφικτη ΟΥΤΟΠΙΑ

α) Το ΑΠΟΛΥΤΟ (απόλυτη αλήθεια, απόλυτη δικαιοσύνη, απόλυτη ελευθερία, απόλυτη δημοκρατία κτλ.) είναι στενά συνδεδεμένο με τα ολοκληρωτικά συστήματα (οχι μόνον ιδεολογικοπολιτικά, αλλά και θρησκευτικά) και με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες τους.

β) Ο εμπεδωτής του ΑΠΟΛΥΤΟΥ στην Ευρώπη ήταν ο Πλάτων και στην Ασία ο Κονφούκιος.

γ) Ξέρω λόγω συστηματικών σπουδών προ μισού αιώνα , ότι ο Διαλεκτικός Υλισμός (ΔΥ) αναγνωρίζει την σχετικότητα και την ιστορικότητα της γνώσης και της αλήθειας.
Ο Λενινισμός και το εκάστοτε κομμουνιστικό κόμμα όμως έχουν αναβιβάσει τον Μαρξισμό (πρωτίστως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό, ΙΥ) σε ύψιστη και απόλυτη γνώση και αλήθεια.

δ) Σήμερα έχουν ο Μαρξισμός και ιδιαιτέρως ο ΔΥ και ο ΙΥ μόνον μία σχετική μεθοδολογική σημασία.

Καθημερινή (20.5.16)

Καλβινισμός, Ενάρετος, Κέρδος

Καλβινισμός, Ενάρετος, Κέρδος

Ειναι μέλλον ζήτημα της προσέγγισης.
Σύμφωνα π.χ. με τον Καλβινισμό αποτελεί η επίτευξη κέρδους μεγάλη χριστιανική ηθική ΑΡΧΗ : Οποιος αποκτά κέρδος εστιάζεται ήδη στα πρόθυρα του παραδείσου. Στην ουσία πρόκειται για μά γενική τοποθέτηση vs της φυγοπονίας, η οποία θεωρείται μεγάλη αμαρτία.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στην Ολλανδία έχει εμπεδωθεί ο ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ.
Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι λείπουν οι γενικές ηθικές αρχές στην κοινωνική ζωή.

Συμπέρασμα : Τεμπελειά και κέρδος αποτελούν μία contratictio in adiecto (οξύμωρον).

Καθημερινή ( 17.4.16)

Αίσθηση Δέους και Ευλάβειας

Αίσθηση Δέους και ευλάβειας

Αισθάνομαι δέος και ευλάβεια, όταν ακούω την h mοll Messe και την Matthäus Passion του Sebastian Bach ιδιαιτέρως στην περίφημη Thomas Kirche στη Λειψία, την 9. Συμφωνία, το Konzert für Violine D-dur op. 61 ( Yehudi Menuhin) και τον Egmont του Beethoven, το Lobgesang του Γερμανοεβραίου Felix Mendelssohn -Bartholdy ή το Ορατόριο Juditha triumphans του Vivaldi ή το Canto General του Pablo Neruda , μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη κτλ.

Οταν βλέπω την ανθισμένη φύση την Ανοιξη αισθάνομαι επίσης ευλάβεια, θαυμασμό και απέραντι ευγνωμοσύνη έναντι της Φύσης, της αιώνιας και απλόχερης θεότητας.

Καθημερινή (27.4.16)

Πρωταγόρας, Ανθρωποκεντριστής

Πρωταγόρας ανθρωποκεντριστής |

Ο σοφιστής Πρωταγόρας έχει διατυπώσει την ακόλουθη κοσμοϊστορική άποψη : „ Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος “.

Δική μου ερμηνεία ( Σύγγραμμά μου στην Ολλανδία,1990 ) :
α ) Αντικατάσταση του θεοκεντρικού με ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα.
β ) Ο άνθρωπος είναι ένα ενεργόν ον, το οποίο μεταβάλλει το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον του.
γ ) Μεταξύ του περιβάλλοντος και του ανθρώπου υπάρχει αλληλοεπίδραση.
δ ) Ο άνθρωπος κατακτά το περιβάλλον του και εξελίσσεται σε μέτρον του.
ε ) Ο άνθρωπος είναι το μέτρον , με το οποίο αξιολογούνται η κοινωνία, οι κανόνες, οι νόμοι και οι συνήθειες.
ζ ) Το απόφθεγμα εκφράζει κριτική τοποθέτηση έναντι της θρησκείας.
η ) Διευκρινίζεται, ότι οι νομικοί κανόνες του κράτους και οι ηθικοί κανόνες της κοινωνίας είναι σχετικοί.

Το Βήμα (4.5.16)

Ατομικότητα και Δημιουργικότητα

Ατομικότητα, Δημιουργικότητα

Ομόφωνη γνώμη των Ευρωπαίων ειδικών ιστορικών :
Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ήταν ένα από τα “μυστικά” για τις κοσμοϊστορικές πολύπλευρες επιτεύξεις των αρχαίων Ελλήνων.

Είναι και τώρα μία από τις καθοριστικές προϋποθέσεις για την ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ (π.χ. συγκλονιστικές επιτεύξεις των αμερικανών ερευνητών στις υψηλές τεχνολογίες).

Στην Ελλάδα γίνεται σύγχιση μεταξύ της Ατομικότητας και του Ατομικισμού (Εγωϊσμού).

Οι μεγαλύτεροι εχθροί της Ατομικότητας είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Θεολόγοι της καθώς και το ΚΚΕ.
Διεθνώς μισούν την Ατομικότητα ο Καθολικισμός (όχι όμως ο Προτεσταντισμός), Ο Κονφουκιανισμός και ιδιαιτέρως το Ισλάμ.

Καθημερινή (4.5.16

A körülmények alapvető megváltozása szabályának elhatárolása az 1969. évi bécsi egyezmény néhány rendelkezésétől,

Terz, Panos A körülmények alapvető megváltozása szabályának elhatárolása az 1976. évi bécsi egyezmény néhány rendelkezésétől,

JOGTUDOMÁNYI KÖZLÖNY,1977/XXXII/3, 162-169

A Magyar Tudományos Akadémia Állam- és Jogtudományi Bizottságának folyóirata

Zeitschrift des Ausschusses für Staats- und Rechtswissenschaften der Ungarischen Akademie für Wissenschaften

Periodical of the Legal and Administrative Sciences Committee 6f the Hungárián Academy of Science

 

Az államközi szerződések egyik legfonto-

sabb feladata, hogy tartós nemzetközi kapcsola-

tokat teremtsenek. A nemzetközi kapcsolatok

dinamikája azonban azt eredményezi, hogy a

viszonylag gyors változások következtében a

szerződések meghaladottakká válnak. A szerző-

dések elavulása új helyzetek kialakulásához ve-

zet, hiszen a jog alapját képező viszonyok sem

időtlenek, hanem folyamatosan változnak. Ebből

a tényből a nemzetközi szerződések jogára le-

vonható a következtetés, hogy a meghaladott és

az új feltételeknek már nem megfelelő szabályo-

kon történő túllépés az, ami a megváltozott kö-

rülmények között biztosítani képes a szerződé-

sek további létezését.

1

Erre már csak azért is

szükség van, mert az alapvető változások nyo-

mán olyan ellentmondások keletkeznek a meg-

haladott szerződési kötelezettségek és az új vi-

szonyok illetve körülmények között, amelyek az

állaimközi kapcsolatokban feszültséget és veszé-

lyes helyzetek kialakulását eredményezhetik. Az

ilyen jellegű ellentmondások megoldásának

egyik eszköze a körülmények alapvető megvál-

tozásának szabálya, amely ebben az értelemben

és ebben a funkciójában rendkívüli kisegítő eszköz

2

és amely biztonsági szelepként is felfogható.

Az azonban elképzelhetetlen, hogy valamely ál-

lam számára, amely részese számos, a világbéke

és a nemzetközi biztonság megőrzését szolgáló

egyetemleges és többoldalú egyezménynek,

ezekből a tagsági viszonyokból ilyen jellegű te-

her szármázhassák. így aligha található olyan

nyomós érv, amely következtében a körülmé-

nyeik alapvető megváltozásának szabálya az

ilyen jellegű egyezményekre alkalmazást nyer-

ne. Ezért ezeknél nem érvényesülhet a körülmé-

nyek alapvető megváltozásának szabálya, hanem

— kivételes esetekben — a szerződésben meg-

határozott kilépési lehetőségekkel lehet élni.

A nemzetközi szerződések jogáról szóló bé-

csi konvenció 62. cikke feljogosítja a feleket ar-

ra, hogy a szerződés megkötésekor fennálló kö-

rülményeknek a későbbiek során történő

alap-* (Clausula rebus sic stantibus —

Szerk.)

1

Tunkin, G. I. szovjet nemzetközi jogász bizonyos

fokig általánosítva ezt a problémát, rámutatott arra,

hogy amennyiben egy jogszabály ellentétbe kerül a

társadalmi fejlődéssel, akkor a jogszabály nem akadályozhatja meg e fejlődési folyamatok illetve erők érvényre jutását. Yearbook of the International Law Comission (ILC-Yearbook), 1963, Vol. I. 145. old.

2

A körülmények alapvető megváltozása szabályá-

nak ezt az aspektusát az ENSz Nemzetközi Jogi Bizottsága (ILC) kommentárjában abból a szempontból emelte ki, hogy ez a szabály ösztönzésként is használható,amellyel a másik szerződő felet kompromisszumra lehet késztetni. United Nations Conference on the Law of Treaties, Official Records, Vienna 1968/1969, A/Conf.

39/11/Add. 2, 78. old.

Vető és előre nem

látható megváltozása esetén

a szerződést megszüntessék, attól visszalépjenek

vagy alkalmazását felfüggesszék. Egy ilyen lé-

pés azonban csak akkor tehető, ha ezeknek a

körülményeknek a fenntartása képezte a lényegét

annak, hogy a felek a szerződés kötelező ha-

tályát magukra nézve elismerték, és ha a válto-

zás hatására alapvetően megváltozik a szerződés

alapján még teljesítendő kötelezettségek mérté-

ke. Ugyanezen cikk 2. b. pontja azonban ki-

mondja, hogy a körülmények alapvető megvál-

tozására nem lehet hivatkozni, ha a változások

az erre hivatkozó fél magatartása miatt követ-

keztek be. Ezáltal érvényre jut a venire contra

factum proprium elve, tehát az, hogy egyik fél

sem juthat előnyhöz saját jogellenes magatartá-

sa folytán. Azoknál a szerződéseknél, amelyek

határvonalat állapítanak meg, ugyancsak nem

alkalmazható a körülmények alapvető megvál-

tozásának szabálya (2. a. pont.)

3

. Az Egyesült Nemzetek Szervezetének Nemzetközi Jogi Bizottsága (ILC) a korábban szokásos „Clausula rebus sic stantibus” formulát azzal a megokolással vetette el, hogy a múltban ezt hallgatólagosan a szerződések résziének tekintették

4

, amely viszont önkényeskedést tett lehetővé. Ennek, a nemzetközi kapcsolatok fejlődése által megha-

ladottá vált szubjektív doktrínának a veszélye

abban rejlett, hogy bármely szerződést meg-

szűntnek lehetett tekinteni pusztán azon az ala-

pon, hogy változások következtek be. Az ILC to-

vábbá arra törekedett, hogy a körülmények

alapvető megváltozásának elvét alkalmazási te-

rületének körülhatárolásával objektívebbé tegye.

A körülmények alapvető megváltozásának el-

ve csak kivételesen alkalmazható, amit különö-

,sen a szocialista államok képviselői hangoztattak

az ILC-ben folyó munka során

5, de a szakirodalomban is kialakult ilyen álláspont

6

. Ez a norma nem csodaszer, amely segítségével a fennálló szerződéseket felül lehetne vizsgálni és amenynyiben szükséges, meg lehetne szüntetni. Az ál-

lamközi szerződéses kapcsolatokban lehetőség

van más eszközök alkalmazására is, amelyek se-

gítségével a megfelelő előfeltételek megléte ese-

tén a szerződések megszüntethetők

7

.Következésképpen elhibázott lenne ennek a normának

3

2) jegyzet, 297. old.

4

2) jegyzet 78. old.

5

Így pl. a szovjet képviselő 1968-ban. UN-DOC.

A/Conf. 39/11, 368. old.

6

Példaként különösen Haraszti említhető.

Haraszti György: Somé Fundamental Problems of the Law of Treaties, Budapest 1973. 402. old.

7

Tunkin,G. I. 1963-ban az ILC-ben e norma je-

lentőségét viszonylagossá tette, amennyiben rámutatott,

hogy ez csak kiegészítő eszköz a szerződések felülvizs-

gálatához. ILC-Yearbook, 1963. Vol. I. 155. old.

1977. március hó változásának viszonylag csekély valószínűségű

előfordulását. Másrészt nem hagyható figyelmen

kívül, hogy kizárt a teljes jövőbeli fejlődés és az

összes eshetőség pontos előrelátása, amit különö-

sen hosszúlejáratú szerződések feltételeznek. En-

nek következtében lehetséges kellene hogy le-

gyen, hogy a szerződéses rendelkezésekkel

fel nem ölelt jövőbeli változásokra a körülmények

alapvető megváltozásának szabálya mégis alkal-

mazásra kerüljön.

A bécsi konvenció 62. cikk 3. pontja lénye-

gében negatív módon fogalmazza meg az 54.

cikka) pontjában foglalt szabályt, amely lehe-

tővé teszi, hogy a szerződés rendelkezéseinek

megfelelően a szerződés megszűnjék, vagy hogy

attól valamelyik fél visszalépjen. Itt szerződés-

ben megszabott feltételekről’ van szó, amelyek

összefüggésben állhatnak valamilyen határidő-

vel, általában egy meghatározott esemény vagy

akár meghatározott változások bekövetkeztével.

Az említett visszalépési vagy megszűnési

feltételektől megkülönböztetendő a gazdasági

jellegű szerződésekben található eltérési zára-

dék, amely egyetlen következménye a szerződés

felfüggesztése, tehát nem általános megkérdő-

jelezése. Ez azt jelenti, hogy a záradék hatása

magában a szerződésben körülhatárolt, kivételes

helyzetekre korlátozódik. Példaként említhető

az 1947. október 30.-án kötött Általános Vám-

és Kereskedelmi Egyezmény (GATT) XII. és

XIV. cikkelye. A XII. cikkely a fizetési mérleg-

ről rendelkezik. Kimondja, hogy kivételes hely-

zetekben külföldi pénzügyi helyzete és kifizetési

mérlege megóvása érdekében bármelyik szerző-

dő fél korlátozhatja a bevitelre engedélyezett

áruk mennyiségét vagy értékét, amelyek esetén

az ilyen korlátozás megengedett: éspedig hogy

„(i) valutatartalékai jelentős csökkenésének ve-

szélyét megelőzze, vagy a csökkenést megállít-

sa; vagy (ii) ha a szerződő fél igen alacsony va-

lutatartalékkal rendelkezik, biztosítsa a tartalé-

kok növekedésének méltányos ütemét”

19

. A  XIV. cikkely egy olyan eltérési záradékot tartal-

maz, amely kimondja, hogy a nemzetközi keres-

kedelmi és fizetési forgalom egyensúlyának lé-

nyeges és általános zavara esetén bármely szer-

ződő fél, amely a XII. cikkely alapján korláto-

zásokat alkalmaz, e korlátozásokon enyhíthet, és

eközben eltérhet a XIII. cikkely rendelkezései-

től oly mértékben, amely szükséges ahhoz, hogy

kontingensen felül pótlólagos behozatalra kerül-

hessen sor (a szerző kiemelése).

Míg az eltérési záradék

általában a szerződéses rendelkezések felfüggesztéséhez vezet, addig

a

szükséghelyzetre vonatkozó záradék a szerző-

dés megszűnését eredményezi. A nemzetközi

szerződéses gyakorlatban viszonylag gyakran

használják fel a szükséghelyzetet, mint olyan al-

kalmat, amely mentesít a szerződéses kötelezett-

19

Berber,F.: Völkerrecht, Dokumentensammlung,

Bd. I. München, 1967, 1198. old. 20

19) jegyzet, 1204. old.  ségek alól. Példaként említhető a nemzetközi

polgári repülésről 1944. április 7.-én aláírt

egyezmény, amelynek 89. cikke kimondja: „Há-

ború esetén az Egyezmény rendelkezései nem

érinthetik a Szerződő Államok cselekvési Sza-

badságát, akár hadviselő felek, akár semlegesek.

Ugyanez az elv vonatkozik arra a Szerződő Ál-

lamra, amely szükséghelyzetben

lévőnek nyilvánítja magát, és ezt a tényt a Tanács tudomására

hozza.”(a szerző kiemelése).

Az a felfogás, hogy a szerződés megszűné-

séről, felfüggesztéséről, valamint a szerződéstől

való visszalépésről rendelkező szerződéses kikö-

tések még akkor sem tartoznak a körülmények

alapvető megváltozása szabályának alkalmazási

területéhez, ha változásokkal vannak összefüg-

gésben, a nemzetközi jogban nem egyértelmű-

en elfogadott. így pl. W. M. Sursalov szerint

a clausula rebüs sic stantibust a nemzetközi köz-

jogi szerződésekben eleve feltételezik és hatása

bizonyos feltételektől függ

22

.Elsősorban burzsoá  jogászok beszélnek a szerződésileg rögzített fel-

tételeknél egy „intézményesített”vagy „jogszabályba foglalt”

24

clausula rebus sic stantibusról. Ennek az elvnek ilyen felfogását összefüg-

gésbe hozzák azzal a néhány szerződésben rög-

zített eljárással, amely azt célozza, hogy a szer-

ződés alkalmazásával vagy értelmezésével kap-

csolatos vitás esetet a felek egy választott fórum

elé terjesszék. Egy ilyen eljárás a clausula rebus

sic stantibusra történő hivatkozást kizárná

25

.Példaként említhető többek között a Benelux

Gazdasági Unióról szóló egyezmény 44. cikke,

amely kimondja, hogy amennyiben valamely vi-

ta a Miniszteri Bizottság keretében nem oldható

meg, akkor akár a felek közös megkeresése, akár

egyoldalú kérelem alapján az ügyben választott-

bíróság dönt.

26

A körülmények alapvető megváltozásának

szabályát vizsgálva ezt a normát elhatároltuk a

21

19) jegyzet, 97. old. A szükséghelyzetet, mint a

szerződéses kötelezettségek alól mentesítő okot, a szovjet nemzetközi jogászok is elismerik. Ld.:

Sadorosny,G.: Békés egymás mellett élés és a nemzetközi jog (orosz

nyelven), Moszkva ,1964, 273. old. továbbá

Filippov,S.: A nemzetközi szerződés kikötései az elméletben és a

gyakorlatban (orosz nyelven) Moszkva, 1958, 81. és 85.old. Sursalov

V. M.: A nemzetközi szerződések ha-

tékonyságának feltételei (orosz nyelven) Moszkva, 1957, 123. old.

22Sursalov,V. M.: A nemzetközi szerződések ha-

E.van Bogáért.Törekvései arra irányulnak, hogy e

norma egyoldalú alkalmazását elkerülje. Véleményem szerint ezáltal a körülmények alapvető megváltozásának szabálya a szerződés revíziójával válik azonossá.

Ld.: Le sens de la clause „rebus sic stantibus” dans le droit du gens, Revue Générale de Droit International Public, 1966, No. 1., 49. old. így pl.

Gentzcke,B. K. monográfiájában: Aus-

weich- und Katastropheraklauseln im internationalen Wirtschaftsrecht, Göttingen, 1959, 173—177. old. Véleménye szerint az eltérési klauzula célja a clausula re-

bus sic stantibus pontosítása, meghatározott alkalmazási esetekre tartalmának világos körülhatárolása és ezáltal normába foglalása.

25

23)jegyzet, 71. old.

26

19) jegyzet, 602. old.

166

visszalépés és a megszűnés szerződésben megha-

tározott eseteitől. Itt nyert ismereteink teljes

egészében alkalmazhatók a körülmények alap-

vető megváltozásának szabálya és a felmondás

közötti viszonyra is, kiváltképpen, hogy utóbbi

túlnyomórészt szerződéses kikötésként szerepel,

így a bécsi konvenció 54. cikke szerint egy nem-

zetközi szerződés rendelkezéseivel összhangban

felmondással is megszüntethető. Sőt az 56. cikk

értelmében lehetséges az egyoldalú és elfogadás-

ra kötelezett akaratnyilatkozat formájában meg-

jelenő felmondás a szerződés kifejezett rendel-

kezése hiányában is. Ennek mindenesetre előfel-

tétele, hogy a szerződő felek a felmondás lehető-

ségét meg kívánták adni, vagy hogy a felmon-

dás joga a szerződés természetéből és olykor a

szerződéskötés körülményeiről is következzék.

Szerződéselméleti szempontból érdekes kér-

dést jelent a bécsi konvenció 56. cikk 1. a) pont-

ja. amely a szándék megállapítása esetén lehető-

vé teszi a felmondást. Először is ez a rendelkezés

bizonyos vonatkozásban kiegészíti a 62. cikk 1.

pontját, mert míg utóbbi a körülmények előre

nem látható meigváltozásából indul ki, addig

előbbinél a felmondási klauzula hiánya esetére

a felmondási szándék szolgál a felmondás lehe-

tőségének alapjául. Itt abból a megfontolásból

kell kiindulni, hogy a szerződő feleknek szándé-

kukban áll a felmondás, tekintettel arra, hogy

— mégha csak egészen általában is — olyan

meghatározott események, tehát változások be-

következtével számolnak, amelyek az ilyen jel-

legű felmondásnál nem feltétlenül bizonyulnak

alapvetőnek. Másodszor a felmondással élő szer-

ződő fél az 56. cikk 2. pontja szerint felmondási

szándékát legalább tizenkét hónappal korábban

köteles tudtul adni. Ezzel kapcsolatban elfogad-

ható az a vélemény, hogy itt nem lehet szó szük-

séghelyzetről

27

. Harmadszor a felmondás sem

mint kifejezett rendelkezés, sem mint szándék,

nem zárhatja ki a körülmények alapvető meg-

változása szabályának alkalmazását

28

. Kizárás csak azzal kapcsolatban lehetséges, amire a fel-

mondás vonatkozik vagy vonatkozhat. Negyed-

szer a hallgatólagos felmondásra vonatkozó ren-

delkezésből következtetni lehet arra, hogy a

szerződés stabilitásának nincs abszolút jellege.

A szerződéstől való visszalépésre vagy a

szerződés megszűnésére vonatkozó klauzulák

adott körülmények között általános fenntartá-

sok formájában is létrejöhetnek. Ez a lehetőség

indirekt módon levezethető a bécsi konvenció 19.

27

Liszitzin,O. J.: a felmondási határidőből kiin-

dulva, a szükséghelyzet alkalmazását kizárja. Ld.: Treatise and Changed Circumstances (Rebus sic stantibus),

American Journal of International Law, 1967, No. 4.

920. old.

28

Wengeler,W. ezzel ellentétes véleményt képvi-

sel: egy felmondás, különösen ha össze van kötve a

szerződés revíziójára irányuló tárgyalásokkal, kizárj a clausula rebus sic stantibusra történő hivatkozást.

Ld.: Völkerkecht, Bd. I. Berlin (West) 1964, 375. old.

Hasonló véleményen van D. Anziíotti is. Lehrbuch des Völkerrecnts, Bd. 1., Berlin und Leipzig 1929, 357. old.

cikk

b) pontjából. Az államközi szerződéses kap-

csolatokban olykor közvetlenül a szerződések-

ben élnek fenntartásokkal. Példaként említhető

a nemzetközi légi járatok átmenő forgalmáról

1944. december 7.-én aláírt egyezmény I. cikké-

nek 5. szakasza, mely szerint: „Mindegyik Szer-

ződő Állam fenntartja magának azt a jogot, hogy

megtagadja vagy visszavonja a másik Állam lé-

giközlekedési vállalatának adott hozzájárulást

vagy engedélyt, ha nincs meggyőződve arról,

hogy a tulajdon túlnyomó többsége vagy a tény-

leges ellenőrzés a Szerződő Állam állampolgárai-

nak kezében van . . ,”

29

. Hasonló jellegű fentartást tartalmaznak az

olyan rendelkezések is, mint a stratégiai táma-

dófegyverek időleges korlátozásáról 1972. május

26.-án kötött szovjet—amerikai egyezmény

VIII. cikke, amelyben rögzítették a szerződő fe-

leknek azt a jogát, hogy visszalépjenek a szerző-

déstől, amennyiben rendkívüli körülmények or-

száguk „létfontosságú érdekeit” veszélyeztetik

30 Ezek a kvázi fenntartások nem cserélendők

össze a tulajdonképpeni, valódi fenntartásokkal,

amelyek egy szerződés aláírásakor, ratifikációja-

kor, elfogadásakor, jóváhagyásakor vagy az ah-

hoz való csatlakozáskor tehetők.

Mindenekelőtt megállapítható, hogy a fenn-

tartás és a körülmények alapvető megváltozásá-

nak szabálya között lényeges különbség van: a

fenntartás a bécsi konvenció 19. cikke

a) pontja értelmében a szerződésben kizárható. így pl. az atomfegyverek Dél-Amerikában történő alkal-

mazásának tilalmáról, 1967 február 14.-én kötött

szerződés 27. cikke kimondja, hogy: „Ehhez a

szerződéshez fentartások tétele nem megenge-

dett”.

31

Ezzel szemben a körülmények alapvető

megváltozásának szabályát nem lehet kiizárni,

mert ennek alkalmazásáról nem lehet lemondani.

Itt azt kell világosan látni, hogy nincs olyan ál-

lam, amely önként lemond a jövőbeli változá-

soknak más államokkal kötött szerződéseire gya-

korolt befolyásáról, tekintettel arra. hogy egy

ilyen jellegű szerződéses lemondás adott körül-

mények között elviselhetetlen terhet jelenthet

az állam számára, sőt előfordulhat, hogy létét is

fenyegetheti. A körülmények alapvető megvál-

tozásának szabálya, az előbb mondottaktól füg-

getlenül is elsőbbséget élvez olyan szerződéses

kikötésekkel szemben, amelyekkel a felek az

esetleges jövőbeli változásoknak a megkötött

szerződésekre gyakorolt hatását kívánják kizárni

32

. Ha ennek a normának a kizárása egy, az

államközi szerződéses kapcsolatok szempontjá-

ból fontos szerződésben, nevezetesen a bécsi

29

19) jegyzet, 1924. old.

30

16) jegyzet, 1362. old.

31

16) jegyzet, Bd. 2. 961. old.

32

Ld. ehhez, ha kissé módosítva is,

Berber,F. álláspontját, aki szerint egy olyan értelmű ígéret, hogy

a fél nem hivatkozik a clausula rebus sic stantibusra,

a maga részéről ismét csak a clausulának van alávetve.

Lehrbuch des Völlkerrechts, Bd. I. München 1960 462 old.

167 konvencióban nem is volt lehetséges, akkor

ugyanez, egy speciális szerződésben éppen olyan

kevéssé lesz léhetséges.

Kiemelendő továbbá, hogy fenntartással a

körülmények alapvető megváltozása nemzetközi

jogi szabályának hatását a fenntartással nem

érintett kérdésekre nem lehet kizárni. A nem-

zetközi jogi irodalomban

33

a körülmények alapvető megváltozásának szabályát némelykor hall-

gatólagos fenntartásnak tekintik. Ez a felfogás

nyilvánvalóan arra a meghaladott szubjektív el-

méletre támaszkodik, mely szerint a clausula re-

bus sic stantibus minden szerződésben benne-

foglaltatik; éppen ezért ezt a felfogást el kell

utasítani.

A körülmények alapvető megváltozásának

szabálya megkülönböztetendő továbbá a szerző-

dések módosítására (revíziójára) és felülvizsgá-

latára vonatkozó rendelkezésektől. A szerződő

felek érdekeik védelmének figyelembevételével

a jövőben is vesznek fel szerződéseikbe módosí-

tást lehetővé tevő rendelkezéseket. E rendelke-

zéseknek az a feladatuk, hogy az állandóan vál-

tozó objektív realitáshoz való igazodás céljából

lehetővé tegyék a szerződések megváltoztatását

és kiegészítését. Néhány szerződés ilyen jellegű

rendelkezéseiben kifejezetten figyelemmel

vannak a várható változásokra. A Németor-

szágról szóló szerződés 10. cikke például kifej-

ti, hogy „az aláíró államok e szerződés és a ki-

egészítő szerződések rendelkezéseit felülvizsgálják:

b) minden olyan helyzetben, amikor az ösz-

szes aláíró állam felfogása szerint az e szerződés

hatálybalépésekor fennálló körülményeikhez ké-

pest alapvető jellegű változások következtek be.”

34Az ilyen jellegű revíziós klauzula és a kö-

rülmények alapvető megváltozásának szabálya

között azonosság fedezhető fel: mindkét rendel-

kezés érvényesítésének előfeltétele alapvető vál-

tozások bekövetkezte. Az itt idézett szerződés 10,

cikke egy szerződésben meghatározott revíziós

rendelkezés, amellyel a körülmények alapvető

megváltozásának objektív jellegű normája nem

zárható ki. Ez még fokozottabb mértékben áll

azokra a revíziós klauzulákra, amelyék a legki-

sebb mértékben sem utalnak változásokra. A

fent elmondottak fényében nem követhető az a

néhány jogász által képviselt álláspont, mely

szerint azokra a szerződésekre, amelyek revíziós

vagy választottbírósági klauzulát tartalmaznak,

semmilyen kiegészítő clausula rebus sic stanti-

bus nem vonatkozhat, mivel az előbbiek amúgy

is magukban foglalják az esetleg előforduló le-

hetséges eseteket

33

.3:1Példaként említhetők: Jogi szakszótár (orosz

nyelven) 2. kötet, második kiadás, Moszkva, 1956, 319.old.,Lewin—Kaljusnaja:Völkerrecht, Lehrbuoh, Berlin, 1987, 105. old.,Sauer,W.: System des Völkerrechts,Bonn, 1952, 389. old.

Fauchille,F.: Traité de droit intern a tional public, Paris, 1926, t. I. 384. old.

3,1

16) jegyzet Teil 2, 555. old.

3″‘ E nézet védelmezői közül kiemelendők:

Connel, D. O.: International Law, Vol. I. London 1965, 297. old.és Fleischhauer,aki az NSZK képviselője volt a bécsi

A körülmények alapvető megváltozásának

szabály a-és a szerződésben meghatározott vagy

általában megállapodáson nyugvó revíziós lehe-

tőségek között három vonatkozásban állapítható

meg eltérés. Először is a revízió lehetősége a

szerződő felek egyetértésén alapszik, mégpedig

konkrét szerződéses rendelkezés vagy a felek kü-

lön megállapodása formájában. Ezáltal a szerző-

dés revíziója feltételezi a másik fél hozzájárulá-

sát. Néhány szerződésben kifejezett utalás tör-

ténik a másik fél hozzájárulására, mint pl. az

1959. december l.-i Antarktisz szerződés XII.

cikkében. Eszerint a rendelkezés szerint a szer-

ződés mindenkori megváltoztatása vagy kiegé-

szítése „a szerződő felek egyhangú határozatá-

tól” függ

36

.

Ezzel szemben a körülmények alapvető

megváltozásának szabálya alkalmazása során

nem követeli meg feltétlenül a másik fél hoz-

zájárulását, mivel ellenkező esetben ennek a

normának az államközi szerződéses kapcsolatok-

ban nem lenne létezési jogosultsága. Másodszor

a szerződésben meghatározott revíziós rendel-

kezések a legtöbb esetben közvetlenül kapcso-

lódnak egy viszonylag átfogó eljárási mechaniz-

mushoz, mint pl. az ipari tulajdon védelmére

1883. március 20.-án kötött Párizsi Uniós Egyez-

mények 1967. július 14.-i szövege, amely igen

aprólékos revíziós rendelkezéseket tartalmaz

37 Ezzel szemben a körülmények alapvető megvál-

tozásának szabályára történő hivatkozáshoz

nincs szükség az ilyen jellegű eljárási szabályok

figyelembe vételére. Harmadszor eltérések van-

nak a következmények tekintetében is. Míg a

körülmények alapvető megváltozására történő

hivatkozás a szerződés megszűnéséhez, az attól

való visszalépéshez, vagy alkalmazásának felfüg-

gesztéséhez vezet, addig a revíziós rendelkezé-

sek egyedüli következménye egy szerződéses

rendelkezés megváltoztatása, illetve új rendel-

kezéssel történő felváltása, ami a szerződésnek

az új adottságokhoz való hozzáigazítását célozza.

Elhatárolandó továbbá a körülmények alap-

vető megváltozásának szabálya a szerződés tel-

jesítésének hirtelen lehetetlenülésétől, amit a bé-

csi konvenció 61. cikke szabályoz. Ennek a ren-

delkezésnek a lényege abban áll, hogy: a lehe-

tetlenülés „a szerződés végrehajtásához elenged-

hetetlenül szükséges tárgy tartós eltűnése vagy

megsemmisülése folytán következett be.”

38

Ez az előfeltétele annak, hogy egy szerződő fél a

szerződés teljesítésének lehetetlenülésére, mint

a szerződés megszűnésének, az attól való vissza-

lépésnek vagy alkalmazása felfüggesztésének in-

dokára hivatkozhasson.

szerződésjogi konferencián. Álláspontját ld.: United Nations O’cmference on tíhe Law of Treaties, Second session, Vienna, 9. April—22. May 1969, Officiail Records.

119. old.

36 18) jegyzet, Teil 2. 689. old.

37 16 jegyzet, Teil 1. 45. old.

38 2) jegyzet 297. old.

168 A gyakorlatban a konvenció e rendelkezé-

se szempontjából többek között számításba jö-

hetnek a következő esetek: egy folyó kiszáradá-

sa, egy sziget elsüllyedése, egy gát vagy egy erő-

mű megsemmisülése, feltéve, természetesen

hogy ezek a szerződés teljesítéséhez elengedhe-

tetlenek. Valamely terület eltűnésére példaként

lehet említeni a Szicíliától 25 mérföldre délre

fekvő sziget, Grechema elsüllyedését, ami éppen

akkor történt, amikor arról folyt a vita, hogy a

sziget mely állam tulajdonát képezi. Egy másik

esetben Trinidad közelében süllyedt el egy kis

sziget, amelyen pár nappal korábban vonták fel

a brit lobogót

39  Itt nyilvánvalóan olyan esetek-

ről van szó, amikor a szerződés teljesítésének

lehetetlenülése abszolút abban az értelemben,

hogy a szerződés tárgya megsemmisült és pót-

lása lehetetlen.

Feltételezhető, hogy az ilyen események

általában az „erőhatalom”, másszóval valami-

lyen természeti katasztrófa következményei (or-

kán, villám, zivatar, szárazság stb.). Az „erőha-

talom” intézménye különben számos nemzetkö-

zi szerződésben említésre kerül, mégpedig eo

nominae vagy közvetett módon, mint „termé-

szeti katasztrófa”. A parti tengerről és a csatla-

kozó övezetről 1958. április 29,-én aláírt egyez-

mény 14. cikk 3. pontja szerint valamely parti

állam felségvizein történő békés áthaladás csak

akkor foglalja magában a tartózkodást és a hor-

gonyzási, ha „ez a normális hajózáshoz tartozik

vagy erőhatalom, illetve tengeri veszély ezt

szükségessé teszi.”

40 Gyakran történnek utalások nemzetközi szerződésekben „természeti ka-

tasztrófákra” vagy „természeti eseményekre”,

mint pl. az 1868. október 17.-én kötött mannhel-

mi revideált Rajnahajózási Akta 1963. novem-

ber 20.-i szövegének 9. cikkében

41 az 1936. szeptember 20-án aláírt montreux-i Tengerszoros egyezmény 16. cikkében

42, valamint a Nemzet-

közi Gabonaegyezmény revíziójáról és kiterjesz-

téséről 1953. április 13.-án aláírt megállapodás

X. cikk 1. pontjában

43

. Ilyen értelmű utalások bilaterális szerződésekben is találhatók, mint pl.

az NDK és az NSZK kormányai között a polgá-

ri személyek és javak NSZK és Nyugat Berlin

közötti tranzitforgalma tárgyában 1971. decem-

ber 17.-én kötött egyezmény 13. cikk 3. pontjában

44 és az NDK és az NSZK közötti forgalom

kérdéseiről 1972. május 26.-án kötött egyezmény

33 Filippow; 21) jegyzet, 78. old.

40 16) jegyzet, Bd. 2. 656. old.

41

Amennyiben útközben természeti események

vagy más elkerülhetetlen véletlen következtében szükségessé válik a rakomány megváltoztatása, és e célból

a zár felnyitása, a hajó kapitányának ezt megelőzően

a legközelebbi vámhivatalnokhoz kell fordulnia, és be kell várnia annak tájékoztatását.”

Berber,F. 19. jegyzet, 1503. old.

42 „Hajókár vagy tengeri veszély esetét kivéve a

tengerszorosokban hadihajók nem tartózkodhatnak

hosszabb ideig, mint amennyi az áthaladáshoz szükséges.”

Berber,F. 19) jegyzet, 1473. old.

43 Bundesgestzblatt, 1953. Teil II, Nr. 12, 221. old.

44 16) jegyzet, Teil 3., 1280. öld.

19. cikk 2. pontjában. Utóbbi rendelkezés a szer-

ződésben megállapítottakon kívül pontosan kö-

rülírt kivételes esetekben megengedi a más he-

lyeken történő utazásmegszakítást és az útról

való letérést, mégpedig olyképpen, hogy ki-

mondja: „Amennyiben szálláshelyek előírásra

kerültek, rendkívüli események, mint pl. balese-

tek, üzemzavarok, megbetegedések vagy termé-

szeti katasztrófák bekövetkeztekor.. . utazás-

megszakítás és útról való letérés más, erre al-

kalmas helyeken is megengedett.”

45 Az itt felsorolt esetekben az „erőhatalom”

illetve a „természeti katasztrófa” szerződéses

rendelkezés tárgyát képezi. Éppen ezért az érin-

tett szerződő fél nem hivatkozhat a bécsi kon-

venció 61. cikkére, hanem csak általában az 54.

cikkre, valamint ha létezik megfelelő szerződé-

ses kikötés, akkor erre az utóbbira. Ha például

a Nemzetközi Gabonaegyezmény revíziójáról és

kiterjesztéséről 1953. április 19.-én kötött megál-

lapodás X. cikk 1. pontjában megjelölt rossz ter-

més következik be, akkor a gabonát exportáló

országnak nem kell a bécsi konvenció 61. cik-

kére hivatkoznia. Elegendő, ha az említett Gabo-

naegyezmény X. cikk 1. pontjára támaszkodva

indítványozza a Tanácsnál, hogy „a szóban forgó

aratási évre kötelezettségei alól teljes mérték-

ben vagy részben mentesítsék.”

46 Az „erőhatalom” lényegénél fogva a kö-

rülmények lényeges megváltozását okozza, mi-

által bizonyos hasonlóságok állapíthatók meg a

szerződés teljesítésének hirtelen bekövetkező le-

hetetlenülése és a körülmények alapvető meg-

változása között. Mindkettő lényeges változások-

ra vezethető vissza. Ez az oka annak, hogy az

államok gyakorlatában és a nemzetközi válasz-

tottbíráskodásban gyakran nem tesznek különb-

séget a két intézmény között. Ez történt a svájci

Szövetségi Bíróság 1954. december 22.-én hozott

választottbírósági ítéletében is, amellyel Görög-

ország és a svéd Alsing Trading Co. Ltd. nevű

társaság közötti ügyben döntött úgy, hogy ala-

pos vizsgálat után egyenlőségjelet tett a clausula

rebus sic stantibus elve és a szerződés teljesíté-

sének lehetetlenülése között

47 Helyesebbnek látszik azonban, ha elválasztjuk egymástól a két in-

tézményt, még akkor is, ha vannak határesetek,

amelyeknél a tartalmi átfedések eleve nem zár-

hatók ki. A megkülönböztetés legfontosabb kri-

tériumának véleményem szerint az tekinthető,

hogy míg a körülmények alapvető megváltozá-

sa esetén még mindig lehetséges ugyan a szer-

45 16) jegyzet, Teil 3., 1339. old.

46

43) jegyzet.

47 A vita lényege az volt, hogy a háború következ-

tében több évre megszakadt szállítások miatt a szerződő feleik kötelezettségeinek fenntartása az 1926. évi szerződés alapján indokolt-e vagy sem. A választottbíróság azt a felfogást tette magáévá, hogy a háború

után kialakult új körülmények nem voltak előre láthatók, és hogy ezek a változások az egyik szerződő fél részére lehetetlenné tették kötelezettségeinek további tel-

jesítését. International Law Reports 1956, 633. old. 1954. december 22.-i ítélet.

ződés teljesítése, csak az nem elvárható és értel-

metlen, addig a szerződés teljesítésének hirtelen

bekövetkező lehetetlenülésekor ugyanez kizárt,

még akkor is, ha az egyik szerződő fél kész len-

ne a további teljesítésre. A különbséget egy el-

képzelt esettel illusztráljuk. 1973-ban a kataszt-

rofális méreteiket öltő aszály mint „erőhatalom”

Etiópiában az állatállomány több mint nyolcvan

százalékának elhullásához és egy sor kisebb

helység megsemmisüléséhez vezetett

48

. Tegyük fel, hogy Etiópia más államokkal szerződést kö-

tött hús szállítására. Etiópia elvileg a katasztró-

fa után is, amely hangsúlyozzuk, a körülmények

előre nem látható alapvető megváltozását jelen-

ti, abban a helyzetben van, hogy szerződéses kö-

telezettségeit teljesíteni tudja. Csakhogy ebben

az esetben saját lakosságának hússal való ellátá-

sát veszélyeztetné jelentősen, kiváltképp miután

ebben az országban az export leállítása ellenére

is éhinség tört ki. így a szerződés teljesítése

Etiópiától nem lenne elvárható és lehetősége

nyílna arra, hogy a körülmények alapvető meg-

változásának szabályára hivatkozzon. Ezzel

szemben az állatállomány teljes megsemmisü-

lése esetén, ami a bécsi konvenció 61. cikke ér-

telmében a szerződés tárgyának megsemmisü-

lését jelenti, a szerződés teljesítése mindenkép-

pen lehetetlen lenne. Ezáltal a szerződés telje-

sítésének hirtelen lehetetlenülése jön szóba. El-

méletileg tehát a körülmények alapvető meg-

változása szabályának alkalmazása az aszály

48 Archiw der Gegenwart, 1973. október 24—26.

1870. old.

sújtotta Szahel övezet államai számára min-

denképpen lehetséges.

49 A bécsi konvenció 61. cikk 1. pontja a szer-

ződés alkalmazásának felfüggesztését írja elő,

amennyiben a lehetetlenülés időleges termé-

szetű. Feltételezhető, hogy a lehetetlenülésnek

ez a speciális esete a szerződés tárgyának lé-

nyegével a legszorosabb összefüggésben áll. A

szerződés alkalmazásának felfüggesztése pl,

Etiópiában, az állatállomány megsemmisülése

esetén nem nagyon jöhetne szóba, hiszen éppen

a szerződés tárgya veszett el. Lehetséges lenne

viszont elekromos energia szállításakor, ha az

érintett erőműnek természeti katasztrófa követ-

keztében bizonyos időre fel kell hagynia az

energia előállításával. Az „erőhatalom” okozta

károk felszámolása után viszont az elektromos

energia további szállítása és ezáltal a szállítási

szerződés teljesítése lehetséges lenne.

Befejezésül ismételten utalni kell arra,

hogy a körülmények alapvető megváltozásának

szabálya nem csodaszer, amellyel meg lehet

szüntetni fennálló szerződéseket. Sokkal inkább

egyike az e célból rendelkezésre álló számos le-

hetőségnek. Alkalmazása semmi esetre sem ve-

szélyeztetheti vagy zavarhatja a nemzetközi

békés együttműködést.

Terz, Panos

 

A Pactum de negotiando és Pactum de contrahendo lényege és jelentősége a nemzetközi jogban ,

 

Terz, Panos A Pactum de negotiando és Pactum de contrahendo lényege és jelentősége a nemzetközi jogban , JOGTUDOMÁNYI KÖZLÖNY, 1982/XXXVII/4,  320-325

A Magyar Tudományos Akadémia Állam- és Jogtudományi Bizottságának folyóirata

Zeitschrift des Ausschusses für Staats- und Rechtswissenschaften der Ungarischen Akademie für Wissenschaften

Periodical of the Legal and Administrative Sciences Committee 6f the Hungárián Academy of Science

 

A nemzetközi kapcsolatok fejlő-

désével időnként lényegesen meg-

változik egyes nemzetközi jogi in-

tézmények jogi és politikai jelen-

tősége. Ez a megállapítás feltétle-

nül igaz a pactuim de negotiando

és a pactum de contrahendo eseté-

ben. Mindkét jogintézmény ismert

volt már korábbi időszakokban is

— erre később még visszatérünk —,

de igazi jelentősége a hatvanas

évek végén, hetvenes évek elején,

a hidegháborúról az enyhülésre való

átmenet korszakában bontakozott

ki. így például ha különböző je-

lentőségűek is a felhozott példák,

számos pactum de contrahendo és

pactum de negotiando található a

szocialista államok és az NSZK kö-

zött kötött, ún. keleti szerződések-

ben, illetve a Szovjetunió és az

USA között folytatott SALT-tár-

gyalások, illetve szerződések köré-

ben. Az enyhülési folyamat előre-

haladásával egészen a hetvenes

évek végéig újabb pactum de ne-

gotiandókat és pactum de contra-

hendókat találunk különféle nem-

zetközi szerződésekben. E folyamat-

tal együtt járt a kölcsönös szándé-

kokra utaló közös nyilatkozatok el-

terjedése is, melyeknek hasonlósá-

ga az említett pactumokkal feltét-

lenül említést érdemel. Ezzel kap-

csolatban is bizonyos elméleti kér-

dések vetődnek fel, amelyek továb-

bi vizsgálatot érdemelnek. A most

következő fejtegetések azt a célt

tűzik maguk elé, hogy az államközi

megállapodások és más dokumen-

tumok, illetve a nemzetközi jogi

irodalom alapján a felvetődő kér-

désekre megoldást keressenek. Bár

a két pactum között lényeges ha-

sonlóságokat fedezhetünk fel, azaz

álláspontunk, hogy két különböző

jogintézményrő

;1lévén szó, helye-

sebb őket külön-külön megvizs-

gálni.

1. A pactum de negotiando lényege,

jellege és a jelentősége

a nemzetközi jogban

Először is utalnunk kell arra,

hogy az ókorian hangzó „pactum”

fogalma megegyezést, egyezményt

vagy szerződést jelent.

1

Már Aqui-

1

H.Klotz: Handwörterbuch der la-

teinischen Sprache, Zweiter Band,

Braunschweig, 1857. 647. old.

nói Szent Tamás is használta ezt

a kifejezést a „Summa Theologiae”-

ben (II. II. 78. 2c), ahol is „pactum

expressum” és „pactum tacitum”,

vagyis kifejezett vagy hallgatóla-

gos megállapodás vagy szövetség

között tesz különbséget.

2 Lényeges az a felismerés, hogy a pactum

egyezséget, megállapodást jelent,

mert ez a körülmény a pactum de

negotiando lényegének és jellegé-

nek meghatározásában döntő jelen-

tőségű.

A pactum de negotiando lényege

abban áll, hogy a partnerek kötele-

zik magukat fair és jóhiszemű tár-

gyalások folytatására.

3 Az azonban, hogy ezek a tárgyalások megálla-

podásihoz vezetnek vagy sem, egé-

szen más kérdés. Éppen ezért nem

tudjuk követni azokat a felfogáso-

kat, melyek szerint a tárgyalási kö-

telezettség a megállapodás elérésé-

nek kötelezettségét is magában foglalja.

4 Véleményünk szerint a

tárgyalások folytatásának és a (meg-

állapodás elérésének kötelezettsége

a pactum de contrahendo lényegét alkotja.

A fenti értelemben vett pactum

de negotiando nemzetközi szerződés

5 amelyből nemzetközi jogi kö-

telezettségek származnak.

6 Időben az első ilyen kötelességmint

már említettüka fair, jóhisze-

mű és tisztességes tárgyalások foly-

tatása. További kötelezettség a

szerződő felek számára az, hogy a

pozitív magatartás egy bizonyos

minimumával elő kell segíteniük a

tárgyalások folytatását.

7 Ez konkrétan azt jelenti, hogy a tárgyalá-

2 Thomas Lexikon, herausgegeben

von L. Schütz, 2. Auflage, Paderborn,

1895, 559. old.

3 Ezzel a véleményünkkel sok nem-

zetközi jogász egyetért. Példaképpen

említsük meg a következőket: G.

Dahm: Völkerrecht, Band II. Stuttgart, 1961. 67.

old.; Seidl Hohenveldern: Völkerrecht,

3. Auflage, Köln, Bonn, München, 1974.

62. old.; v. Münch : Völkerrecht In pro-

grammierter Form, Berlin (West)—New

York, 1971. 232. old.; E.Menzel es K.Ipsén:

Völkerrecht, Ein Studienbuch,München, 1979. 76. old.

4 Ezt az álláspontot képviseli minde-

nekelőtt A.Verdross és B.Simma:

Uni-verselles Völkerrecht, Berlin , 1976.

275. old. és H. J.

Hahn: Das pactum de negotictndo als völkerrechtliche Entscheidungsnorm, Aussenwirtschaftdienst des Betriebsberaters, 1972. Nr. 10. 491,492. old.

5 Ld. még I.Lukasuk: A tárgyalási

megállapodásokból származó kötelezett-

ségek, Szovjetszkij Jezsegodnyik mezs-

dunarodnovo Prava, 1962. 118. old. (oro-

szul), illetve H. J.Hahn : i. m. 493, 494. old. és

Menzel es Ipsén: i. m. 76. old.

6 Hasonlóan M. Loic : La notion de „pactum de contrahendo” dans la jurisprudence Internationale, RGDIP, 1974. 398. old.

7 H. J. Hahn: i. m. 493. old. 1982. február hó sok ideje alatt a feleknek tartóz-

kodniok kell minden olyan maga-

tartástól, amely a tárgyalásokat nehezítené,

8 továbbá, hogy egymást kölcsönösen tájékoztatniuk

kell. Emellett e kötelezettségek tel-

jesítése feltételezi, hogy „a felek

korábban elfoglalt álláspontjukat

feladni hajlandók, és hogy a má-

sik félnek bizonyos engedmények-

kel elébe menni készen állnak”,

hogy végül is „mindkét felet kielé-

gítő kompromisszumos megoldást”

találjanak, mint ezt az 1953. feb-

ruár 27-i, a Német Szövetségi Köz-

társasággal szemben támasztott gö-

rög kártérítési követelésekről szóló

egyezmény kapcsán 1972. január

26-án kelt választott bírósági ítélet

62. pontjában megfogalmazza.

9 Amennyiben a felek lelkiismeretes

tárgyalások ellenére sem jutnak

eredményre, arra a következtetés-

re kell jutnunk, hogy tárgyalási

kötelezettségüket teljesítették.

10 Innen nézve látható, hogy a pactum

de negotiando nem tekinthető sem

előszerződésnek,

11 sem pedig keretszerződésnek, mivel az előszerződés

átmeneti jellegű és további ponto-

sítások révén konkretizálódik és

válik végérvényessé, nem zárva ki

természetesen az esetleges módosí-

tásokat sem, a keretszerződés pedig

a rendelkezéseket kitöltő további

megállapodások révén érvényesül a

gyakorlatban.

A pactum de negotiandót tartal-

mazó dokumentumok alapján kü-

lönféle fajtájú pactumokat külön-

böztethetünk meg bizonyos formá-

lis jegyek figyelembevételével.

Amennyiben a kötelezettség teljesí-

tésének módját vesszük a megkü-

lönböztetés alapjául, megkülönböz-

tethetünk egyrészt olyan pactum

de negotiandót, amelyben a felek

arra kötelezik magukat, hogy ál-

talában tárgyalásokat kezdjenek és

folytassanak. Így például a nukleá-

ris fegyverek elterjedésének meg-

akadályozásáról szóló, 1968. július

s Lukasuk: i. m. 118. old.

9 A viszonylag terjedelmes ítéletet

ld.: Archív des Völkerrechts, 1974—75.

339. old.

10 Ezzel kapcsolatban nem tudjuk kö-

vetni azt a íelfogást, hogy a tárgyalási

kötelezettség csupán a megállapodás

létrejöttével szűnik meg, amint azt U.

Beyerlin vallja: Pactum de contrahendo

und pactum de negotiando ím Völker-

recht, ZaöRV Band 36. (1976) 437. old.

11 Egyet kell értenünk E.

Kronnal, aki szerint „az előszerződés” fogalmá-

nak használata a pactum de negotian-

dora félrevezető. Vö.: Pactum de cont-

rahendo ím Völkerrecht, Köln, 1971. 1.old.

1-én kelt szerződés 6. cikke a kö-

vetkezőképpen hangzik: „E szerző-

dés minden egyes részese kötelezi

magát, hogy jóhiszemű tárgyaláso-

kat folytat a nukleáris fegyverke-

zési verseny mielőbbi megszünte-

tése és a nukleáris leszerelés érde-

kében hozandó hatékony intézke-

désekről, valamint egy szigorú és

hatékony nemzetközi ellenőrzés

mellett megvalósítandó általános és

teljes leszerelési szerződésről”.

12 Másodszor megkülönböztethe-

tünk olyan pactum de negotiandót,

amely meghatározott területen

megkezdett tárgyalások folytatásá-

ra kötelezi a feleket rendszerint

minőségileg magasabb szinten.

Ilyen kötelezettségeket mindenek-

előtt a nemzetközi biztonságot és

fegyverzetkorlátozást érintő két-

és többoldalú szerződésekben talá-

lunk. Az 1971. február l.i „A

nukleáris és más tömegpusztító

fegyverek tengerfenéken és óceán-

fenéken, valamint ezek altalajában

való elhelyezésének tilalmáról szóló

szerződés 5. cikke szerint „az eb-

ben a szerződésben részes felek kö-

telezik magukat, hogy jóhiszemű

tárgyalásokat folytatnak további le-

szerelési intézkedésekről abból a

célból, hogy megakadályozzák a

fegyverkezési versenyt a tengerfe-

néken és az óceánfenéken, vala-

mint ezek altalajában”.

13 A tárgyalások továbbfolytatásának kö-

telezettsége a tárgyalási folyamat-

nak kontinuitását és dinamikáját

biztosítja. A pactuim de negotiando

további alfaja, amely esetleg a ko-

rábban említett általános tárgyalá-

si kötelezettség egy sajátos fajtá-

jának tekinthető, a szerződésben

megállapított konzultációs kötele-

zettség. így például a bakteriológiai

(biológiai) és toxin-fegyverek fej-

lesztésének, gyártásának és táro-

lásának eltiltásáról és megsemmi-

sítéséről szóló 1972. április 10 i szer-

ződésben részes felek „… kötele-

zettséget vállalnak arra, hogy ta-

nácskoznak és együttműködnek

mindazon kérdések megoldásában,

amelyek az Egyezmény célkitűzé-

12 Dokument zur Abrüstung 1917—

1976., Berlin, 1978. 322. old. (Vö.: 1970. évi 12. tvr.)

13 Völkerrecht, Dokumente, Teil 3.,

Berlin, 1973. 1199. old. (Vö.: 1972. évi 28.

tvr.) Hasonló, a tárgyalások folytatására

irányuló kötelezettséget tartalmaz a

Szovjetunió és az USA által kötött szer-

ződés a rakétaelhárító rakétarendszerek

korlátozásáról. (1972. május 26.) U. o.

1357. old.

seivel kapcsolatban vagy rendelke-

zéseinek alkalmazása során felmerülhetnek”

14 (5. cikk). A diplomáciai gyakorlatban a fordított eset ugyanígy megtalálható. így a bécsi

középeurópai haderőcsökkentési

tárgyalások előkészítéséről folyta-

tott megbeszélések záróközlemé-

nyében, amely 1973. június 28-án

kelt Bécsben, a következőt olvas-

hatjuk : „A konzultációk során a

felek megállapodtak, hogy tárgya-

lásokat folytatnak a közép-európai

haderők és fegyverzetek kölcsönös

csökkentéséről, valamint az ezzel

összefüggő intézkedésekről.”

15 Az állami gyakorlat tanulmányo-

zásából kiderül, hogy a hetvenes

években a pactum de negotiando

intézményét főleg fegyverzetcsök-

kentési és leszerelési kérdésekben

alkalmazták. Szinte minden jelen-

tősebb megállapodás ezekben a

kérdésekben tartalmaz pactum de

negotiandót.

16 Az említett példák alapján nem szabad azonban a pactum de negotiando túlértékelé-

sére következtetnünk, hiszen a le-

szerelési tárgyalások esetén rend-

kívül fontos kérdésekről van szó,

amelyek a nemzetközi jog alapel-

veivel és fontos két- és többoldalú

nemzetközi szerződésekkel szoros

összefüggésben állnak. Említsük

meg például a Szovjetunió és az

Egyesült Államok között 1972. má-

jus 26 án a rakétaelhárító rakéta-

rendszerek korlátozásáról kötött

egyezmény 11. cikkét, vagy pedig az

atomsorompó szerződés már tár-

gyalt 6. cikkét. Ezekből a dokumen-

tumokból azt a következtetést von-

juk le, hogy az érintett államok a

pactum de negotiando révén, nyil-

ván biztonságpolitikai érdekeikből

kiindulva, ki óhajtják fejezni érde-

keltségüket bizonyos tárgyalások

megkezdésében, illetve folytatásá-

ban. És éppen ez az, amit ily mó-

don nyilvánosságra kívánnak hoz-

ni. Nem értünk egyet ezért M. Vi-

rally álláspontjával, aki szerint a

pactum Tle negotiando megkötése

mögött az a megfontolás húzódik

meg, hogy a politikailag fontos szer-

ződések esetén a felek el kívánják

kerülni a közvélemény túlzott fel-u

Dokumente zur Abrüstung, i. m.

357. p. (Vö.: 1975. évi 11. tvr.) is u.

o.385. old.

18 E rendelkezés szerint a felek kö-

telezik magukat arra, hogy ,,a straté-

giai támadófegyverek korlátozásáról

szóló tárgyalásokat tovább folytatják”.

U. o.: 364. old. 322

17 A viták békés megoldásának

kérdésében is, ahol természetesen

a nemzetközi jog megfelelő alap-

elve döntő szerepet játszik, növek-

szik a pactuim de negotiaodo sze-

repe (sőt maga a viták békés elin-

tézésének elve is tartalmaz pactum

de negotiandót — a ford.). Erről

tanúskodik az a tény, hogy számos

szerződés tartalmaz ilyen megálla-

podást. Például az 1972. május 29-i

megállapodás „a Szovjetunió és az

Egyesült Államok közötti kapcso-

latok alapjairól” a következőket

tartalmazza: „A felek egymással

való kapcsolatukban mindig mér-

sékletet fognak gyakorolni és ké-

szek arra, hogy nézetkülönbségei-

ket tárgyalásokkal és békés esz-

közökkel rendezzék”.

18 Felvetődik a

kérdés, hogy ez esetben tényleg

pactum de negotiandóról vane szó,

hiszen „a felek … gyakorolnak” ki-

tétel meglehetősen általánosnak tű-

nik. Egyrészt kétségtelen, hogy ez

a pactum de negotiando nem

ugyanabból a fajtából való, mint a

fentebb a fegyverzetkorlátozás kap-

csán említett példák.

19 Másrészt azonban nincs semmi alap arra,

hogy az ilyen típusú megállapodá-

soktól mindenfajta jogi következ-

ményt megtagadjunk, és így jelen-

tőségüket leértékeljük. Az ilyen tí-

pusú megállapodásokat, bizonyos

megszorításokkal, „gyenge” pactum

de negötiandónak nevezhetjük,

amelyek azonban abban különböz-

nek a puszta szándékot kifejező nyilatkozatoktól,

20 programtételektől vagy óhajoktól, hogy ez utób-

biaknál a felek jogi kötelezettség

vállalására irányuló készsége

hiányzik. Nem pactum de negotian-

do éppen ezért, amit az 1972. május

30 i szovjet—amerikai közös köz-

leményben olvashatunk, mely sze-

rint mindkét állam kinyilvánítja

szándékát, hogy „a stratégiai táma-

17 M.Virally: Le principe de récipro-

cité dans le droit international contem-

porain, Reeuell des Cours, 1967. Tóin.

122. 53. old.

18 Völkerrecht. Dokumente, Teil 3.

Berlin, 1973. 1365. old. Hasonló rendel-

kezéseket más dokumentumokban Is ta-

lálhatunk, mint például az NDK és az

NSZK között közlekedési kérdéseikről

kötött 1972. május 26-i szerződésben.

U. o. 1343. old.

19 U. Beyerlin szerint ilyen esetekben

is pactum de negotiandoról van szó: i. m. 47. old.

20 Részletesebben lásd: P.Terz: A

nyilatkozatok, különösen a szándék-

nyilatkozatok és ajánlások egyes kérdé-

sei a nemzetközi kapcsolatokban, Przeg-

lad Stosunków Mi^dzynarodowych, 1979.

3. 35. old. (lengyelül).

dófegyverek korlátozásáról szóló

tárgyalásokat tovább folytatják és

a jóakarat szellemében járnak el.”

21 Hasonló megállapításra juthatunk

az 1970. augusztus 12.-i szovjet—

NSZK szerződés preaimbulumával

kapcsolatban, amelyben mindkét

állam kinyilvánítja szándékát,

hogy „szerződési formában fejez-

zék ki elhatározásukat együttmű-

ködésük megjavítására és elmélyí-

tésére, beleértve a gazdasági kap-

csolatokat, valamint a tudományos-

műszaki és kulturális kapcsolatokat

mindkét állam érdekében”.

22 Ezeknek a tételeknek legfeljebb morális

kötelező erőt tulajdoníthatunk.

23 Az ilyen esetekben az érintett ál-

lamok számára semmilyen jogi kö-

telezettség, illetve alanyi jog nem

keletkezik.

Az eddigi fejtegetések eredmé-

nyét a pactum de negotiando kö-

vetkező meghatározásában foglal-

hatjuk össze: A pactum de nego-

tiando az államok szerződésben

megállapított jogi kötelezettsége

arra, hogy az őket érdeklő kérdé-

sekben tárgyalásokat vagy konzul-

tációkat kezdjenek és folytassanak,

vagy a már megkezdett tárgyaláso-

kat tovább folytassák. A pactum

de negotiandóból nem keletkezik

kötelezettség arra, hogy a felek

megállapodásra jussanak. Ez utóbbi

már a pactum de contrahendo fel-

adata, amely kifejezés a postglosz-

szátorok szókincséből származott át

az utókorra.

2. A pactum de contrahendo lényege,

jellege és jelentősége a nemzetközi jogban

A pactuim de contrahendo lénye-

ge, hogy a felek jogi kötelezettséget

vállalnak egy bizonyos tárgyiban

szerződés megkötésére. Ezt az ál-

láspontot már a XIX. század végén

képviselte A. Rivier: „…pactum

de contrahendo, vagyis kötelezett-

ségvállalás, amelynél fogva a felek

vagy valamelyik fél egy nemzetkö-

zi szerződés megkötésére kötelezik

magukat”.

24 Jelenleg is ez az állás-

pont tűnik .uralkodónak. így pél-

dául a „Dictionnaire de la Termi-

21 Dokumente zur Abrüstung, i. m. 373. old.

22 Völkerrecht, Dokumente, 1. m. 1148.old.

23 Ebben egyetértünk W.Wenglerrel.

Ld.: Völkerrecht, Band I, Berlin(West)

stb. 1964. 238. old.

24 A. Rivier: Principes du droit des gens, Paris, 1895., 2 vol., 70. old.

nologie du Droit International” a

következőképpen határozza meg a

pactuim de contraihendót: „Egy

meghatározott tárgyban nemzetközi

szerződés megkötésére vonatkozó

kötelezettségvállalást tartalmazó

megállapodás, esetleg csupán a

szerződés bizonyos részletei tárgyá-

ban.”

25 Emellett magától értetődik,

hogy a tárgyalások folytatására

való kötelezettségvállalás beleér-

tendő a szerződés megkötésére vo-

natkozó kötelezettségvállalásba.

A döntő elem azonban itt a szerződés

megkötése. Ennélfogva felesleges a

tárgyalások folytatására való köte-

lezettség külön kiemelése.

26 Szerződések megkötésére vonatkozó’

kötelezettség a nemzetközi jog

egyes általános szabályaiból, pél-

dául a békés nemzetközi együttmű-

ködés elvéből (ENSZ Alapokmány

1. cikk (3), 55. és 56. cikk, illetve

az 1970-es ENSZ deklaráció) is le-

vezethető. Különösen említésre

méltó az ENSZ Alapokmányának 1.

cikkének (3) bekezdése, amely a

nemzetközi együttműködésre mint

a gazdasági, szociális, kulturális

vagy emberbaráti jellegű feladatok

megoldásának alapvető módjára

utal. Semmi kétség nem lehet az-

iránt, hogy a szuverén államok kö-

zötti együttműködés főként nem-

zetközi szerződések alapján képzel-

hető el. Ennek az elvnek nagyon

lényeges specifikuma, hogy az ál-

lamok nemzetközi jogilag

kötelesek békésen együttműködni, ehhez vi-

szont feltétlenül szükséges, hogy

nemzetközi szerződéséket kössenek

egymással. Ebből azonban egyálta-

lán nem következik, hogy az álla-

mok jogilag kötelesek lennének

bármely tárgyban, bármily fontos

legyen is az, bármely állammal

szerződéseket kötni. A békés nem-

zetközi együttműködés alapelve te-

hát nem határozza meg, hogy mi-

kor, kivel és miről kell az államok-

nak egymással szerződéseket köt-

25 Dictionnaire de la Terminologie du

Droit International, Paris, 1960. 435. old.

Az NSZK és Ausztria legkiválóbb nem-

zetközi jogászai is ezen a véleményen

vannak. Pl. : G.Dahm: Völkerrecht. i.

m. 66—67. old.; F. A.v. der Heydte:

Völkerrecht, I. Köln, 1958, 73. old. ; Menzel—Ipsen H : Völkerrecht, i. m. 76.old.; v. Münch : i. m. 233. old.; A.Verdross : Die Quellen des universellen

Völkerrechts, Freiburg, 1973. 43. old., il-

letve A. Verdross—Simma, 1. m. 275.old.

26 M. Loic egyebek között ezt írja:

„hogy a megegyezéshez eljussanak, tár-

gyalniuk kell, … A pactum de contra-

hendo megvalósításának első stádiuma

a tárgyalási kötelezettség”, i. m.: 383.old.

niök. Következésképpen ezen alap-

elv konkrét megvalósítása az egyes

szuverén államokra marad. Min-

den állam kötelezettséget vállalíhat

tetszése szerint megállapodások út-

ján vagy közvetve bármely tárgy-

ban más államokkal szerződések

megkötésére. Éppen erre a célra

áll rendelkezésiünkre a pactum de

contraihendo. A nemzetközi doku-

mentumok elemzése arra a követ-

keztetésiekre vezet, hogy általános-

ságban a pactum de contraihendo

következő típusait lehet megkülön-

böztetni: Először azt a formát,

amelyben az államok többé vagy

kevésibé formáihoz kötött nemzet-

közi szerződésben kötelezettséget

vállalnak, hogy az őket érintő kér-

désekben szerződéseket kötnek. így

például az 1974. február 7-én kelt

amerikai—panamai nyilatkozat a

két állam által megkötendő új Pa-

nama-csatorna-szerződésről olyan

rendelkezéseket tartalmaz, ame-

lyekből egyértelműen kiviláglik,

hogy egy különös fajtájú pactum de

contrahendót kötöttek a felek egy-

mással: A közös nyilatkozat tulaj-

donképpen egy pactum de contra-

hendo, amelyben a felek megálla-

podnak, hogy az 1903 óta közöttük

érvényben levő szerződést a Pana-

ma-csatorna övezetről új szerződés-

sel fogják helyettesíteni: „Kormá-

nyunk nevében a következő elvek-

ben állapodtunk meg: 1. az 1903-

ből származó szerződést és a hoz-

zájuk csatlakozó kiegészítéseket tel-

jesen új, a két tenger közötti csa-

tornára vonatkozó szerződéssel he-

lyettesítjük.”

27 Részben hasonló az

1950. június 6-án kelt közös dekla-

ráció a Német Demokratikus Köz-

társaság ideiglenes korimánya és a

Lengyel Köztársaság kormánya kö-

zött. Ebben a dokumentumban a

felek megegyeztek, hogy az Odera

—Neisse határt ki fogják jelölni. E

megállapodás végrehajtására egy

hónapon belül további szerződést

kötnek a felek, hogy a fennálló és

megállapított határt kijelöljék,

úgyszintén, hogy a határral össze-

függő más kérdéseket rendezzék.”

28 A pactum de contrahendo egy má-

sik válfaja esetén nem találunk

sem egyértelmű kötelezettségválla-

lást, sem pedig megállapodást. A

felek arra szorítkoznak, hogy kije-

\ ‘ ,

27 Ld. Archiv der Gegenwart, 1974./18. 537. old.

28 Dokumente zur Aussenpolitik der

DDR. Band I., Berlin, 1974. 332. old.

lentsék, szerződéseket fognak kötni. Az államok gyakorlatában viszonylag sok példát találunk ilyen

‘megállapodásokra. A Német Szö-

vetségi Köztársaság és az Olasz

Köztársaság között 1957. november

21-én kötött barátsági, kereskedel-

mi és hajózási szerződés szerint

mindkét fél arra kötelezi magát,

hogy intézkedéseket tesz a földrajzi

eredetmegjelölések védelmére a

kereskedelmi forgalomban. A to-

vábbiakban ugyanezen a helyen

(19. cikk 4. pont) leszögezik: „A

szerződő államok ezen kívül e kér-

désekben megállapodást fognak

kötni.”

29 A szövegösszefüggésből vi-

lágos, hogy a szerződő felek jogilag

kötelezték magukat, hogy új egyez-

ményt kössenek. Ettől az esettől

meg kell különböztetnünk azokat

az eseteket, amelyekben — mint ez

úgyszintén az összefüggésekből ki-

derül — pusztán csak általános cél-

kitűzést állapítanak meg, amelynek

nincsen jogi jelentősége. Erre pél-

da az 1961. szeptember 20-án a

Szovjetunió és az Egyesült Államok

képviselőinek megbeszéléséről ki-

adott közös nyilatkozat a leszere-

lési tárgyalások alapelveiről (ún.

(Zorin—McCloy-egyezmény), amely

többek között a következőt tartal-

mazza: „A tárgyalásokon résztvevő

államok a lehető leggyorsabban át-

fogó megállapodás elérésére és vég-

rehajtására törekszenek.”

30 Az ilyen közös nyilatkozatokat és célmeg-

határozásokat véleményünk szerint

egy jövendő szerződés tárgyának

kijelöléseként („Punktationen”) kell

értelmezni. Ugyanakkor figyelnünk

kell arra is, hogy az ilyen típusú

nyilatkozatokról eltérő vélemények

vannak a szakirodalomban. Míg pl.

L. Oppenheim a „punctationes” ki-

fejezésen pusztán egy jövendő szer-

ződés tárgyáról folytatott tárgya-

lást ért („ímere negotiations on the

dteims of a future treaty”

31 ), mások megelégszenek annyival, hogy itt

csupán egy szándékolt szerződés

tartalmára vonatkozó nyilatkozatot lássanak.

32 A két felfogás kö-

29 Bundesgesetzblatt der BRD, Teil

II. Nr. 38. 958. old. Hasonló rendelke-

zést találunk az NSZK, Franciaország

és Luxemburg között a Mosel folyón

való hajózásról szóló 1956. október 27-1

szerződés 56. cikkében. Ld.: F.

Berber: Völkerrecht, Dokumentensaanmlung,

Band I. München, 1967. 1584. old.

30 Dokumente zur Abrüstung, i. m.245. old.

31 L. Oppenheim—H.Lauterpacht:

International Law, Vol. I. London etc.1955. 890. old.

32 F. A.v. der Heydte : Völkerrecht,

i. m. 72—73. old.; E.Kron: i. m. 149. old.

zött annyiban nincs különbség,

hogy egyik szerint sem bírnak ezek

a nyilatkozatok vagy megállapodá-

sok jogi kötelező erővel. A döntő

kérdés itt nem annyira a nyelvi

megfogalmazás („kötelezik magu-

kat”, „szerződéseket kötnek”, „will”

vagy „shall conclude”), hanem sok-

kal inkább az államok tényleges

akaratának kiderítése atekintetben,

hogy jogilag kötelezni kívánták-e

magukat vagy sem.

Ami a pactum de contraihendo

tárgyát illeti, megállapíthatjuk,

hogy többnyire adminisztratív meg-

állapodásokra vonatkoznak. A het-

venes évek eleje óta azonban fel-

tűnő tendencia, hogy a pactum de

contrahendo megjelenik a gazda-

sági és tudományos szerződésekiben,

illetve részben a leszerelési és

fegyverzetkorlátozási megállapodá-

sokban. Az államközi kapcsolatok

fejlődése időközben a pactum de

contrahendo egy új, mondhatni ne-

gatív fajtájának kialakulásához is

elvezetett. Ennek lényege, hogy a

felek szerződési kötelezettséget vál-

lalnak arra, hogy bizonyos tárgy-

ban nem kötnek szerződéseket.

Ilyen rendelkezést tartalmaz a

Szovjetunió és a Szocialista Etiópia

között kötött barátsági és együtt-

működési szerződés: „A magas szer-

ződő felek kinyilatkoztatják, hogy

e szerződés rendelkezései nem áll-

nak ellentétben érvényes nemzet-

közi szerződésekből eredő kötele-

zettségeikkel, és kötelezik magukat,

hogy nem kötnek olyan nemzetközi

megállapodásokat, amelyek össze-

egyeztethetetlenek e szerződéssel.”

(Kiemelés a szerzőtől.)

33 A nemzetközi jogi szakirodalom-

ban olyan nézetek is találhatók,

amelyek a pactum de contrahendót

puszta tárgyalási ^telezettséggé

szűkítik. E nézet legismertebb kép-

viselője véleményünk szernt A.

Miaja de la Muela, aki azt vallja,

hogy a pactum de contrahendo

egyetlen joghatása, hogy a feleket

jóhiszemű tárgyalásokra kötelezi

anélkül, hogy emellett a szerződés

megkötésére kötelezettség keletkez-

nék. „… a pactum de contrahendo

a nemzetközi kapcsolatokban azt az

egyszerű joghatást hozza létre, hogy

a felek kötelesek jóhiszemű tárgya-

lásokat folytatni anélkül, hogy jog-

következményei a szerződés meg-

33 Idézve Neues Deutschland, 1978.

november 21. száma alapján.

324 kötésének kötelezettségéig terjed-

nének.”

34 E kérdéssel kapcsolatban

helyesnek látszik a már említett

1972. január 27-i választottbírósági

ítéletre utalni. Az ítélet 62. pontja

a nyugatnémet—görög választott-

bírói ítéletekből eredő követelések-

re vonatkozó tárgyalásokkal foglal-

kozik. Az 1953. február 27-i szer-

ződés 19. cikkével kapcsolatban a

bíróság kifejtette: „A 19. cikk pac-

tum de negotiand óként értelmezhe-

tő. A felek megállapodása ebben

az esetben nem pactum de contra-

hendo, amint ezt mi értelmezzük.

Ezt a megjelölést olyan esetekre

kellene fenntartani, amelyekben a

felek az egyezmény megkötésére is

kiterjedő kötelezettséget vállal-

nak.”

35 A választottbíróság abból

indult ki, hogy a felek kötelezett-

sége a köztük fennálló vita ismé-

telt megtárgyalására terjed ki. A

választottbíróság álláspontja sok-

ban hasonlít McNair nézetéhez, aki

elutasítja, hogy a pactum de cont-

rahendo kifejezést puszta tárgyalá-

si kötelezettség esetére is alkal-

mazzuk. Nyomatékkal hangsúlyoz-

za, hogy „the application to it of

the label pactum de contrahendo

can be misleading and should be

avoided”.

36 Amennyiben a pactum de cont-

rahendót jogi kötelezettségnek fog-

juk fel, fel kell tételeznünk, hogy

az nemzetközi szerződés,

37 még ha annak egy különös fajtája is.

38  A.Miaja de la “Muela: Pacta de

contrahendo en derecho international

publico, Revista Espanola de Derecho

Internacional, 1968. Vol. XXI. No. 2.

414. old. Egyébként már a XIX. század-

ban Bismarck az osztrák vámunióval

kapcsolatos tárgyalások kapcs’án kije-

lentette, hogy ,.a tárgyalásokat egy bi-

zonyos határidőn belül meg akartuk

kezdeni. Egy ilyen pactum de contra-

hendo ellen nem volt semmi kifogá-

som . . .” Ottó von Bismarck; Gedan-

ken und Eriufierungen, München, 1952.

275. old. Cc%Iidge amerikai elnök a

Tacna-Arica választottbífósági ügyben

kijelentette, hogy egy kifejezett pac-

tum de contrahendo csupán bona fide

tárgyalásra kötelez. Ld. F. Münch: Das Urteil Des IGH vom 20. Február 1969 über den deutschen Anteil am Festlandsockel in der Nordsee, ZaöRV,

Band, 29. (1969) 467. old. Ld. továbbá

I. v. Münch nézetét, aki szerint a pac-

tum de contrahendo csak tárgyalások-

ra kötelez: i. m. 8. old.

35 Archiv de Völkerrechts, i. h. 344.old.

36 McNair:The Law of Treaties, Oxford, 1961. 29. old.

37 Ez az értékelés uralkodónak tű-

nik. Ld. például Dictionnaire de la Ter-

minologie du Droit International, i. m.

437. old.; Oppenheim—Lauterpacht:

i. m. 890—891. old.; E.Menzel:

Völkerrecht, München, Berlin , 1962. 254. old.;

Verdross: Die Quellen … i. m. 43. old.

ás v. der Heydte: í.m. 73. old., B.Wabnitz:

Der Vorvertrag in rechtsge-

schichtlicher und rechtsvergleichender

Betrachtung, Diss. Münster, 1962. 1. old.

Ezért nem fogadható el a D. P.

Myers által kifejtett nézet, amely

szerint a pactum de contrahendo

csupán politikai ígéretnek, de nem

nemzetközi szerződésnek tekinthe-

39 Ugyanez áll A. P. Sereni állás-

pontjára is, aki a pactum de cont-

rahendo hatékonyságát általános-

ságban kétségbe vonja: „Erősen

kétséges az olyan egyezmények ha-

tékonysága, amelyben a felek in

futuro megállapodásra kötelezik

magukat (agreement to agree)”.

40 A nemzetközi kapcsolatok gyakor-

latában még az sem ritka, hogy egy

pactum de contrahendo cum tertio

is hatékonynak bizonyul. A Szov-

jetunió és az NSZK által 1970.

augusztus 12-én kötött szerződés

aláírásakor a felek közös nyilatko-

zatot adtak ki, amely szerint a fe-

lek megállapodtak abban, hogy a

Szövetségi Köztársaság kinyilvánít-

ja „készségét arra, hogy a Német

Demokratikus Köztársasággal olyan

szerződést kössön, amely az állam-

közi szerződésekkel azonos kötele-

ző erővel fog bírni, olyannal, mint

a Német Szövetségi Köztársaság,

illetve a Német Demokratikus Köz-

társaság harmadik államokkar kö-

tött szerződései.”

41 E politikailag rendkívül fontos dokumentum alá-

írásakor vált csak világossá, hogy

a két német állam között egyenjo-

gúságon alapuló nemzetközi szer-

ződés jön majd létre, ami 1972. de-

cember 21-én meg is történt. Ugyan-

ez a kötelezettségvállalás elméleti-

leg formális nemzetközi szerződés-

ben is elképzelhető.

42 A pactum de contrahendót nemzetközi szerződésnek kell tekinteni, amely azonban

abban különbözik egyéb nemzetkö-

zi szerződésektől, hogy a feleket

olyan magatartásra kötelezi, hogy

a tulajdonképpeni szerződés létre-

jöttét nem akadályozhatják. Innen

nézve a tulajdonképpeni szerződés

„utószerződésnek” tekinthető, amely

egyértelműen materiális természetű

jogokat és kötelezettségeket tartal-

maz. Mindazonáltal a nemzetközi

szerződések jogáról szóló bécsi kon-

39 D. P.Myers : The names nad

scopes of treaties, AJIL, Vol. 51, (1957)

605. old.

40 A. P.Sereni : Diritto Internazionale, Milano, 1962. 1391. old.

41 Völkerrecht, Dokumente, i. m. 1151.old.

42 Ld. ehhez H.Kelsen : Principles

of International Law, 2d ed. New York,

etc. 1967. 483. old.: „ . . . egy nemzetközi

szerződés kötelezheti a szerződő felet,

hogy a jövőben egy másik. szerződést

kössön egy bizonyos tárgykörben, akár

a másik szerződő féllel, akár a har-

madik féllel.

venció 18. cikke csak bizonyos fenn-

tartásokkal alkalmazható a pactuim

de contrahendóra.

A pactum de contrahendo viszo-

nya a tulajdonképpeni „utószerző-

déshez” kettős: egyrészt a pactum

de contrahendo, ha nem is mate-

riális értelemben, önálló szerződés,

amelyet a pacta sunt servanda elve

szerint be kell tartani. Másrészt

azonban előkészíti a talajt a tulaj-

donképpeni szerződés megkötésé-

hez, emellett pedig a két szerződés

•tartalma között tárgyi összefüggé-

sek is vannak. Csak ez utóbbi ér-

telemben lehet a pactum de cont-

rahendót előszerződésnek tekinte-

ni. Ha azonban összefüggéseiből ki-

emeljük, teljesen önálló szerződés-

nek tekintendő. A nemzetközi jogi

szakirodalomban meglehetősen dif-

ferenciálatlanul tekinti a szerzők

többsége előszerződésnek

43 vagy ahhoz igen közelálló intézménynek

44 a pactum de contrahendót. Minden-

esetre megállapítható, hogy a pac-

tum de contrahendo bizonyosan

„átmenet egyrészt a kötelezettség-

gel nem járó tárgyalások és más-

részt a főszerződés között”.

45 A pactum de contrahendót továbbá meg

kell különböztetnünk a nemzetközi

•jogi keretszerződésektől, amelyek a

szerződés tartalmát általában vagy

esetleg egyes részeit konkrétan is

már megelőlegezik.

46 összefoglalásul a pactum de contrahendót úgy

határozhatjuk meg, mint az álla-

mok nemzetközi szerződésen ala-

puló kötelezettségét arra, hogy az

őket érintő kérdésekben nemzetközi

szerződést kössenek.

Végezetül utalnunk kell árra,

hogy mindkét j9gdntézménynek

megvan a maga sajátos, önálló he-

lye a nemzetközi kapcsolatokban,

amely minden hasonlóságuk elle-

nére elválasztja őket egymástól, hi-

szen egészen különböző funkciókat

látnak el. Ehhez képest mellékes,

hogy megtartjuk-e a pactum de

43 Ld. pl.: G.Dahm : i. m. 66. old.

(„Egy nemzetközi jogalany nemzetközi

szerződéssel további szerződések meg-

kötésére -kötelezheti magát.

Az ilyen tartalmú előszerződést pactum de cont-

rahendonak nevezzük.”) ; A.Verdross

és B.Simma : i. m. 275. old. („A pactum

de contrahendo az előszerződés egy al-

faja.”); E.Menzel : i. m. 266. old.: B.

Wabnitz : i. m. 1. old. Ellenkezőleg

v.Heydte : i. m. 78. old.

44 Például Oppenheim—Lauterpacht:

i. m. 890—891. old. ; Sereni: i. m. 1390.old.; Kron : i. m. 13. old. Kron : u. o. 2. old.

46 Ld. részletesebben: E. G.Leube : Rahmenverträge mit privatrechtlichen

Ausfüllungsgeschaften, Göttingen, 1967.

7., 8. és 91. old.

 

Πανθεϊστές, Αρχαίοι Φιλόσοφοι

Αρχαίοι Πανθεϊστές

Οι περισσότεροι φιλόσοφοι προ του Σωκράτη ακόμη και σε περιπτώση που
μιλούσαν για Θεό ή και σπάνια για Θεούς , εννοούσαν μάλλον το Θεϊκόν ή Θείον
(lat. Divinum) ως κάτι το αφηρημένο και αιώνιο, χωρίς αρχή και τέλος και ως αιτία όλων των υπαρχόντων ( Θαλής, Αναξίμανδρος, και Πυθαγόρας ).

Ο Αναξίμανδρος έχει πέραν τούτου 2400 χρόνια προ του Δαρβίνου
διατυπώσει το εξής συγκλονιστικό : «Εξ αλλοειδών ξώων ο άνθρωπος εγεννήθη» (Αναξιμάνδρου, Απόσπ. 12, 10, Diels ). Αυτό εκφράζει υλιστική
κοαμοαντίληψη par excellence.

Ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος,
ο οποίος εστράφει κατά των ανθρωπομόρφων θεών και διετύπωσε στην εποχή
της ειδωλολατρείας την ενδιαφέρουσα άποψη, ότι υπάρχει μόνον ένας μη
αθρωπόμορφος θεός, ο οποίος εκτός τούτου είναι ακίνητος.

Με χαρίεντα τρόπο έχει λοιδορήσει τους πολυθεϊστές : «Για τους Αιθίοπες
είναι οι θεοί τους μελαψοί και με μικρές μύτες , για τους Θράκες είναι οι δικοί τους γαλανομάτες και ξανθοκόκκινοι» ( Clemens Alex., Strom.VII
22, 1=DK 21 B 16 ) και το διεθνώς πασίγνωστο : Εάν τα βόδια και τα άλογα
είχαν χέρια για να ζωγραφίσουν και να δημιουργήσουν έργα, τότε θα
ζωγράφιζαν τους θεούς και θα κατασκεύαζαν αγάλματα των θεών κατά την
ίδια τους μορφή, τα άλογα άλογα και τα βόδια επίσης βόδια (ελεύθερη
μετάφραση), (Clemens Alex. Strom. V 109, 3=DK 21 B 15 ).

Aπό αυτά
απορρέει το συμπερασμα ότι ο Ξενοφάνης μπορεί να χαρακτηρισθεί μάλλον ως
μονοθεϊστής.

Ο Αναξιμένης θεωρούσε πανθεϊστικά τον αέρα ως απαρχή των πάντων : «Από αυτόν προέρχεται, αυτό που γίνεται, αυτό που είναι
και αυτό που θα γίνει, επίσης οι θεοί και το θεϊκό» ( Hippolytos ,Ref. 1 7 1 = DK 13 A ). Ο Εμπεδοκλής, ο Αναξάγορας και ο Ηράκλειτος έχουν
προσδιορίσει το θεϊκόν τελικά ως λόγο ή ως σοφία. Οι ειδικοί φιλόσοφοι ( Ιδέ Lexikon der Alten Welt, hrsg. von Carl Andresen et alt., Band 2,
Düsseldorf 2001, S.1263 και H. Seidel, Von Thales bis Platon, Berlin 1980, S. 72) ερμηνεύουν τον Ηράκλειτο υπό το πνεύμα του πανθεϊσμού.

Αυτή η αξιολόγηση βασίζεται πρωτίστως στην άποψή του, ότι στην ουσία η αρχή
της μεταλλαγής με σύμβολο το πυρ είναι ο φυσικός νόμος του σύμπαντος και εκτός τούτου ότι «ο θεός είναι : ημέρα νύχτα, χειμώνας καλοκαίρι,
πόλεμος ειρήνη…» (Iππόλυτος, Ref. IX 10,8 = DK 22 B 103) .

Εχουμε διαπιστώσει, ότι ο μεγάλος υλιστής φιλόσοφος Δημόκριτος και ο ποιητής
Πίνδαρος είχαν παρόμοιες πανθεϊστικές αντιλήψεις. Ο Δημόκριτος ονόμαζε
π.χ. το πνεύμα υπό την μορφή του πυρός ως θεό (Aetios, 1, 7, 16 ) και ο Πίνδαρος είπε « Τί είναι ο Θεός ; Ο,τι είναι το παν» ( Πινδάρου, Απόσπ.
129, Bowra). Πανθεϊστικές τάσεις διαπιστώνουμε και στον Ξενοφώντα : « Το θείον ότι τοσούτον και τοιούτόν εστίν ώσθ άμα πάντα οράν και πάντα
ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι» ( Ξενοφώντα,
Απομν. Α, ΙV, 18, « Το θεϊκον είναι τόσο μεγάλο και τέτοια είναι η δύναμή του, ώστε συγχρόνως τα πάντα βλέπει, τα πάντα ακούει, παντού
είναι παρών και συγχρόνως φροντίζει για όλα» ).

Είναι εντυπωσιακό που ο Δημόκριτος ήταν στην ιστορία της φιλοσοφίας ο πρώτος , ο οποίος
σκεπτόμενος σύμφωνα με την αιτιολογική αρχή έχει επισημάνει, ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν ηταν σε θέση να καταλάβουν, ποιά ήταν η αιτία για τα
επικίνδυνα φυσικά φαινόμενα, όπως τις αστραπές και τις εκλείψεις του ηλίου και έχοντας μεγάλο φόβο πίστεψαν ότι η κινητήρια δύναμη για όλα
αυτά ήταν θεϊκά όντα (Sextus Empiricus, Gegen die Wissenschaftler 9, 24 ).

Αυτή η άποψη έχει επικρατήσει και διδάσκεται ακόμη στα πανεπιστήμια, αλλά όπως φαίνεται, αν και σωστή δεν είναι μόνη της επαρκής.
Πάλι νευρωεπιστήμονες έχουν αποδείξει, ότι στους νευρώνες εστιάζεται και το αίσθημα της ευγνωμοσύνης για την ύπαρξη του ανθρώπου
και τις ωραιότητες της φύσης έναντι κάποιας ανώτερης δύναμης έξωθεν της ανθρώπινης ύπαρξης που έχει ονομασθεί κατ αρχάς θεά και ύστερα από πολλλές χιλιετηρίδες θεός.
Το “Θείον” είναι σε διαδικασία χιλιάδων αιώνων ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΟ και είναι διάχυτο σε όλη την ύπαρξη (σύμπαν, γή, άνθρωπος, ζώα κτλ.).

Σύγχρονος ΠΑΝΘΕΙΣΤΗΣ

Καθημερινή (27.4.16)

Γιανναράς Χρήστος, Σύντομη Αντιπαράθεση με τις Βασικές Θέσεις του

 

Σύντομη αντιπαράθεση με τις γνωστές και βασικές θέσεις του κ. Γιανναρά επί τη βάσει της Ιστορίας, της Πολιτολογίας, της Εθνικής Οικονομίας και της Κοινωνιολογίας

1.Ο Διεθνισμός αφορά την αλληλεγγύη μεταξύ της εργατικής τάξης διαφορετικών εθνών.

2. Η Διεθνοποίηση υπήρχε ήδη στα τέλη του 19ου αι. με δύο εκφάνσεις :

α) Κατ αρχάς στενή συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων
διαφορετικών εθνών και βαθμιαία δημιουργία μερικών διεθνών
επιχερήσεων (διεθνές καφάλαιο) .
β) Εμπέδωση διεθνών διακρατικών οργανισμών (Τηλεπικοινωνία κτλ.)

3. Η Ιδιαιτερότητα είναι πρωτίστως πολιτισμική και δεν «εξαφανίζεται» μέσω της παγκοσμιοποίησης.
Οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι Ινδοί κτλ. συμμετέχουν στην παγκοσμιοποίηση χωρίς να
απωλέσουν την πολιτισμική ιδιαιτερότητά τους.

4. Ηθική της Αριστεράς» και Ανθρωπισμός :

α) Κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από (άλλον) άνθρωπο.
β) Απόλυτη κοινωνική ισότητα και απόλυτη δικαιοσύνη. Πρόκειται για ουτοπίες.

5. Η «ηθική» του καπιταλισμού έχει κάποια σημασία μόνον σε στενό συνδυασμό με το αστικό κράτος, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και με τις βασικές ελευθερίες.
Οι αντίπαλοι του καπιταλισμού όπως ο κ. Γιανναράς και πρωτίστως τα κομμουνιστικά
και τα άκρως αριστερά κόμματα δεν βλέπουν αυτόν τον αυτονόητο συνδυασμό.

Είναι όμως γεγονός, ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα επί τη βάσει μίας ανεξέλεγκτης δραστηριότητας είναι σε θέση να μειώσει πρωτίστως τα οικονομικά και κοινωνικά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

6. Οι όροι Αριστερά και Δεξιά έχουν εμπεδωθεί ήδη προ της
Γαλλικής Επανάστασης και χρησιμοποιούνται ακόμη διεθνώς. Είναι όμως στην πολιτική πράξη ενίοτε πολύ σχετικοί. Και όμως, δεν είναι ως termini technici της
Πολιτολογίας περιττοί.

7. Ο Βιομηχανικός Καπιταλισμός (προϋπηρχε στην Ολλανδία ο Εμπορικός Καπιταλισμός) έχει επικρατήσει τον 19ο αι. πρώτα στην Αγγλία και έχει επεκταθεί με μεγίστη ταχύτητα σε όλον τον κόσμο, αλλά για περίπου 70 έτη ίσχυε σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου ο «Υπαρκτός σοσιαλισμός». Υστερα από την κατάρρευσή του επέστρεψαν οι πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες ολοταχώς στον
Καπιταλισμό.

Ο Καπιταλισμός δεν έχει ούτε εξαχθεί, ούτε εισαχθεί. Το σκεπτικό του κ. Γιανναρά έχει μείνει στην προκαπιταλιστική εποχή της Ελλάδας της καθυστερημένης γεωργίας, της πρωτόγονης κτηνοτροφίας, της παραδοσιακής αλιείας και
του εμπορίου.

8. Τα κύρια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανεπαρκής παραγωγή ποιωτικών προϊόντων καταλλήλων για την εξαγωγή καθώς και το υπέρογκο χρέος.

9.Η απόρριψη του τουρισμού εκ μέρους του κ. Γιανναρά αγγίζει τα όρια της παράνοιας και της αυτοκτονικής διάθεσης, γιατί ακριβώς ο τουρισμός είναι ο μοναδικός κλάδος της οικονομίας που εργάζεται επιτυχώς.
Πέραν τούτου, το ελληνικό τοπίο δεν «καταστρέφεται», αλλά αξιοποιείται κατάλληλα.
Αυτό συμβαίνει και σε άλλες χώρες.

10. Ούτε ο Ελληνισμός, ούτε το ελληνικό έθνος, ούτε η ελληνική κουλτούρα εξαφανίζονται.
Εδώ αντιμετωπίζουμε μία πολύ επιζήμια και σχεδόν τριτοκοσμική κινδυνολογία που
είναι διαδεδομένη κυρίως στους Ελληναράδες.

11. Γιατί έχει καταρρεύσει (όχι ο Μαρξισμός), αλλά ο «Υπαρκτός Σοσιαλισμός» , στηριζόμενος κυρίως στον Λενινισμό, την περαιτέρω εξέλιξη του Μαρξισμού ;
Δεν ήταν μόνον «η ανεπάρκεια να ανταποκριθεί σε ζωτικές ανθρώπινες ανάγκες».

Αναφέρω τους παρακάτω λόγους :

α) Η παραγωγικότητα στις «σοσιαλιστικές»
χώρες ήταν πολύ χαμηλή (25 % της παραγωγικότητας στις δυτικές χώρες) .
Δηλαδή το οικονομικό παιγνίδι ήταν για τον «Σοσιαλισμό» a priori χαμένο.

β) Το καταναλωτικό στοιχείο του βιοτικού επιπέδου ήταν όντως ανεπαρκές.

γ) Στα πλαίσια του ολοκληρωτικού συστήματος επικρατούσε έλλειψη βασικών ελευθεριών και βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

δ) Χαμηλή δημιουργικότητα ιδιαιτέρως στις υψηλές τεχνολογίες . Μόνον στον σύγχρονο εξοπλισμό και στην διαστημική έρευνα κατόρθωσε να αναδείξει η Σοβιετική Ενωση σχετικά μεγάλες επιτυχίες.

12. Ο Φιλελευθερισμός έχει εμφανισθεί πρώτα στην Αγγλία ήδη τον 18ο αι., εξελίχθηκε στις αρχές του 20. αι. στον σύγχρονο οικονομικό Φιλελευθερισμό, αλλά ο σύγχρονος Νεοφιλευθερισμός είναι ένα νεότερο φαινόμενο (70χρονα του περασμένου αιώνα, αν και ο όρος ήταν γνωστός ήδη 40 χρόνια πρωτύτερα).

13. Ο Καπιταλισμός δεν θα καταρρεύσει ούτε »νομοτελειακά» που στην Φιλοσοφία σημαίνει αντικειμενικά, ούτε βιαίως. Η κατάρρευση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» έχει en passant ως συνέπεια την ενδυνάμωση του Καπιταλισμού.
Ωρίμασε όμως ο χρόνος να δαμαστεί ο Νεοφιλελευθερισμός.

14. Τυχόν απόψεις περί κοινοκτημοσύνης ανήκουν στις αιώνιες ουτοπίες.

Βλέπε παρακάτω :

α) Ο Ινδουισμός έχει τον δικό του ιδιαίτερο „Μύθο της Χρυσής Εποχής“, αλλά
ονομάζεται „Εποχή της Αλήθειας „ ( „satya yuga“ ) με το εξής
περιεχόμενο : Οι άνθρωποι δεν είχαν αρρώστιες και δεν είχαν επιθυμίες. Επίσης
δεν ήταν ανάγκη να εργάζονται σκληρά. Ζούσαν ειρηνικά, απλά και με αρετή. Αλλά
ξαφνικά δημιουργήθηκε απληστία και οι άνθρωποι συσσώρευαν συνεχώς ιδιοκτησία (!).

β) Ο μεγαλύτερος θεωρητικός του κράτους και φιλόσοφος της αρχαίας Κίνας Κονφούκιος διατύπωσε την άποψη , ότι στην εποχή των „αγίων“ βασιλέων Yao και Shun και των τριών δυναστιών Yü , Tang και Wu „επικρατούσε στον κόσμο κοινοκτημοσύνη…
Ολοι έλεγαν την αλήθεια και ζούσαν μονιασμένοι…Δεν υπήρχαν κλέφτες, ληστές,
δολοφόνοι και εγκληματίες. Γι αυτό δεν έκλειναν τις εισόδους (των Πόλεων). Αυτή ήταν η εποχή της μεγάλης κοινωνίας“.
Και ο μεγάλος αντίπαλος του Κονφούκιου , ο φιλόσοφος Mo zi έγραψε κάτι το
παρόμοιο.

Παρατήρηση : Αυτή η μικρή αντιπαράθεση δεν έχει ως σκοπό τη μείωση του αξιόλογου έργου του κ. Γιανναρά. Αντικείμενο είναι μόνον οι διατυπωθείσες συγκεκριμένες απόψεις του εδώ στην επιφυλλίδα.

Καθημερινή (10.4.16)

Ισλαμική Μαντήλα σε Εθνική Παρέλαση ;

Ισλαμική μαντήλα σε εθνική παρέλαση ;

1. Η ισλαμική μαντήλα έχει γενικά εισαχθεί από την επανάσταση κατά του Σαχ, αλλά στα 80χρονα έχει εξελιχθεί σε σύμβολο του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΣΛΑΜ και δη της αντιδραστικής έκφανσης.

2.Η χρησιμοποίηση ενός ισλαμικού συμβόλου σε μίαν εθνική παρέλαση προς τιμή της εθνικής επανάστασης κατά μουσουλμάνων κατακτητών αποτελεί ένα οξύμωρον (contradictio in adiecto) και στην ουσία μία ΠΡΟΚΛΗΣΗ.

3. Ηδη το 2005 έχω διατυπώσει σε μία μελέτη περί της Κοινωνιολογίας του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου σε επιστημονικό περιοδικό την εξής άποψη : Στις διεθνείς σχέσεις δέον να ισχύει επί τη βάσει της ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ η ειρηνική συνύπαρξη κρατών διαφορετικων κύκλων πολιτισμού .

Συμπέρασμα μεταξύ άλλων

Στις ισλαμικές χώρες έχουν οι χριστιανοί σχεδόν εκδιωχθεί, επομένως δεν μπορούν οι μουσουλμάνοι στην Ευρώπη να μετατρέψουν τον ανθρωπισμό σε ένα πολιτιστικό μονόδρομο.

Συγκεκριμένα σημαίνει αυτό, ότι αυτοί πρέπει να προσαρμοσθούν στα ευρωπαϊκά δεδομένα. που σημαίνει να σεβασθούν όχι μόνο τους νόμους , αλλά και τα ήθη και έθιμα του εκάστοτε ευρωπαϊκού κράτους.

Καθημερινή (25.3.16)

Βαρβαρότητες, Φρικαλεότητες, Γενοκτονίες

Βαρβαρότητες, Φρικαλεότητες και Γενοκτονίες

Η ιστορία της ανθρωπότητας έχει να αναδείξει πολλά παραδείγματα :

βαρβαρότητες των αρχαίων Ασσυρίων σε όλην τη Μέση Ανατολή, κτηνωδίες των Μογγόλων και Τατάρων, βαρβαρότητες των ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Σταυροφόρων στη Μέση Ανατολή, η μεγάλη γενοκτονία στη Λατινική Αμερική εκ μέρους των ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Ισπανών, ευρωπαϊκά σκλαβοπάζαρα με Αφρικανούς, γενοκτονίες των Τούρκων κατά των Αρμένων και κατά των Ελλήνων του Πόντου, γενοκτονία κατά των Εβραίων της Ευρώπης εκ μέρους των ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ Γερμανών κτλ.

Καθημερινή (23.3.16)

Αρβανίτες, Αλβανοί, Διαφορά

Αρβανίτες και Αλβανοί, Μεγάλη Διαφορά

Οι Αρβανίτες ήταν χριστιανοί, ενώ οι περισσότεροι Αλβανοί ήταν μωαμεθανοί.
Πέραν τούτου οι Αρβανίτες ζουν εδώ και 800 έτη στην Ελλάδα.
Ολοι οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες . Είναι ακραιφνείς πατριώτες.

Γενικά ανήκαν οι Α. στους καλύτερους πολεμιστές κατά των Τούρκων.
Αργότερα προτίμησαν την στρατιωτική σταδιοδρομία (στρατός, αστυνομία).

Οι Αρβανίτες έχουν έναν βασικό κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος είναι ακριβώς το αντίθετο από την βασική νοοτροπία των Βλάχων.
Γνώρισα Αρβανίτη από την Αθήνα που ακόμη και σήμερα καταλαβαίνει τα Αλβανικά.

Οι Α. θεωρούν μία σύγκριση με τους Αλβανούς ως μία βαρειά προσβολή.

iefimerida (24.3.16)

Κοινωνία – Ατομα, Σχέσεις

Σύμφωνα με την φιλοσοφική Θεωρία του συστήματος αποτελείται η ανθρώπινη κοινωνία μεν από άτομα, αλλά μεταξύ αυτών υφίστανται γνωσεοθεωρητικά (επίσης γνωσιοθεωρητικά, όχι οντολογικά) σχέσεις (ο καθείς με τον καθένα) , και έτσι αποτελούν οι σχέσεις ένα δυναμικό ΣΥΣΤΗΜΑ.

Σύμφωνα με την Θεωρία της Κοινωνίας και την Θεωρία του Συμφέροντος σημειώνονται σχέσεις μεταξύ των ΠΟΛΙΤΩΝ δημιουργώντας μία σύγκλιση των συμφερόντων με σκοπό την εμπέδωση μίας ΣΥΝΘΗΚΗΣ (Επίκουρος, J.J. Rousseau “Contrat social” ).

Σύμφωνα με την Θεωρία του Κράτους πρόκειται συγκεκριμένα για την εμπέδωση ενός συντάγματος.

Καθημερινή (20.3.16)

Μουσική Κλασική σε Πανεπιστημιακές Διαλέξεις

Κλασική Μουσική σε Πανεπιστημιακές Διαλέξεις

Η Bartoli τραγουδά όπως ένα καναρίνι, και οι μουσικοί παίζουν άριστα, καλύτερα από αυτούς που άκουσα στην ερμηνεία του Vivaldi έως τώρα.

Εχω στην βιβλιοθήκη μου δίσκους και CD με μουσική του, μεταξύ αυτών και μία CD με το Giardino armonico, αλλά όχι με την Μπάρτολι. Το κονξέρτο με την Oboe είναι σαν πυροτέχνημα.

Κατ αρχάς αγαπούσα πολύ τις Le quatro stagioni ( ιδιαιτέρως La Primavera και L Estate), αλλά κατόπιν προτίμησα το δράμα Juditha Triumfans στα Λατινικά.
Εχω χρησιμοποιήσει τo κομμάτι Juditha et Holofernes συχνά στην διάλεξη περί της Ιστορίας του Διεθνούς Δικαίου του Πολέμου. Οι φοιτητές ξαφνιάστηκαν κάπως, αλλά η μουσική τους άρεσε.

Κάτι το παρόμοιο έκανα και με τη μουσική του Mozart ( Die Zauberflöte, Sarastro “Die Strahlen der Sonne vertreiben die Nacht” στο θέμα “Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός”), με τον Beethoven (Egmont, Αυτοδιάθεση), με το Händel και άλλους μουσουργούς.

Κσθημερινή (17.1.16)

Τρομοκρατία Ισλαμιστών

Ισλαμιστές τρομοκράτες

Πάντως δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού και του Ισλαμικού Κύκλου Πολιτισμού, αλλά για φανατισμένα και εγκληματικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούν την ισλαμική θρησκεία ως εργαλείο για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς πρωτίστως στον ισλαμικό κόσμο θυσιάζοντας στις ισλαμικές χώρες την ζωή χιλιάδες ανθρώπων.

Τελικά δεν θα επιτύχουν να καταστρέψουν την κραταιά Δύση. Και αυτή η μπόρα θα περάσει.

Καθημερινή (23.3.16)

Πρόσφυγες στην Γερμανία

Πρόσφυγες στην Γερμανία, Η γλώσσα των αριθμών , Νηφάλια

Από το 2015 έως σήμερα
ήρθαν στην Γερμανία περίπου 1εκ. 300χιλ. άτομα.

Το γερμανικό κράτος ξόδεψε το 2015 για τους πρόσφυγες 21 δις.
Ευρώ. Στα δύο έτη 2016 και 2017 θα ξεπεράσουν οι πρόσφυγες τα δύο εκατ., και τα έξοδα σε φθάσουν τα 55 δις Ευρώ.

Aμέσως όταν φθάσουν πρόσφυγες στην Γερμανία παίρνει κάθε πρόσφυγας μηνιαίως ως χαρτσιλίκι 143 Ευρώ (Ε), τα ζευγάρια
260 Ε, τα παιδιά μεταξύ 84 και 92 Ε. Αυτοί που επιθυμούν να ζουν έξω απο τα επίσημα κέντρα διαμονής παίρνουν επί πλέον 216 Ε, τα ξευγάρια 380 Ε, κάθε παιδί έως 6 ετών 133 Ε, από 14 ως 17 ετών 198 Ε.

Το κράτος αναλαμβάνει όλα τα έξοδα για επισιτισμό, κατοικία, επίπλωση, θέρμανση, ιατρική περίθαλψη και εκμάθηση της γλώσσας. Σε περίπτωση που ο πρόσφυγας μένει περισσότερο από 15 μήνες στη Γερμανία, παίρνει κάθε μήνα 394 Ε και το κράτος αναλαμβάνει μεταξύ άλλων τα έξοδα για κατοικία.

Καθημερινή (23.3.16)

Ibn Chaldun (Ιμπν Χαλντούν)

Ibn Chaldun

Ο Tυνήσιος Φιλόσοφος Walī ad-Dīn ʿAbd ar-Rahmān ibn Muhammad Ibn Chaldūn al-Hadramī (8ος αι.) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Φιλόσοφους του ισλαμικού κόσμου.
Ηταν γνώστης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και ιδιαιτέρως του έργου του Αριστοτέλη.

Στην παγκόσμια ιστορία θεωρείται η εποχή μεταξύ του 8ου και του 11ου αι. ως η ισλαμική Αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος περίπου 700 έτη προ της ευρωπαϊκής Αναγέννησης.

Αυτός έχει εμπεδώσει την Θεωρία περί των νομοτελειών στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Απο αυτόν την έχει παραλάβει ο Γερμανός διανοητής Herder, καθηγητής του Hegel, ενός από τους δύο σημαντικότερους Φιλόσοφους της ανθρωπότητας ύστερα από το Μεαίωνα και από αυτόν την έχει παραλάβει ο Karl Marx, ο εμπεδωτής του Ιστορικού (και του Διαλεκτικού) Υλισμού, του οποίου η κυριότερη βάση είναι η Θεωρία του Ibn Chaldun.

Στο Humboldt-Universität zu Berlin στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο έχει υπερασπισθεί μία διδακτορική διατριβή περί του φιλοσοφικού έργου του.
Ιδέ εκτενέστερα στο Μπλογκ μου  “Ισλαμική Τετραλογία”.

Καθημερινή (23.3.16)

Μύθοι Εθνικοί, Εθνογεννητικά Ψεύδη

Παραδείγματα εθνικών μύθων :

α) Οι “τουρανικοί λαοί” λένε ότι κατάγονται από έναν “Γκρίζο λύκο”.

β) Οι Ρουμάνοι ισχυρίζονται, ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους, αλλά ξεχνούν του Δάκες (Θράκες).

Στην πραγματικότητα έχουν αναμειχθεί η πλειονότητα των Δακών με την μειονότητα των Ρωμαίων, αλλά η γλώσσα είναι νεολατινική.

Ετσι έχουν ματαβάλλει τα εθνώνυμα Valahi και Μοldavi σε Romani(Ρωμαίοι).

γ) ΟΙ Γάλλοι ονομάζουν ως προγόνους μόνον τους αρχαίους Galli, αλλά ξεχνούν, ότι αυτοί έχουν
αναμειχθεί με το ισχυρότατο αρχαίο γερμανικό φύλο των Φράγκων (Franken), εξ ου και Francais (η χώρα Fance).

δ) ΟΙ Βούλγαροι επισημαίνουν μόνο την σλαβική καταγωγή ,αλλά παραγκωνίζουν τους ασιατικούς Ούνους (Ασπαρούχ ή Ισπαριχ).

ε) ΟΙ Σκοπιανοί κατάγονται από Βούλγαρους του Μεσαίωνα, αλλά οι κομπλεξικοί , επειδή δεν έχουν σημαντική ιστορία, έχουν μεταλλάξει τον εαυτό τους σε απογόνους των Μακεδόνων.

ζ) ΟΙ Νεοέλληνες ισχυρίζονται , ότι ΟΛΟΙ κατάγωνται από τους αρχαίους Ελληνες και αποσιωπούν τους Σλάβους, τους Αλβανούς και Βλάχους.

η) Οι Ιταλοί θέλουν να κατάγωνται από τους αρχαίους Ρωμαίους και δεν αναφέρουν τους Ελληνες, τους Κέλτες και τους Λογγοβάρδους (γερμανικό φύλο).

θ) Οι Ούγγροι θέλουν να προέρχονται μόνον από τους ασιατικούς Μαγιάρους, αλλά ξεχνούν τους Κέλτες, του Γερμανούς, τους Σλάβους και άλλα φύλα.

iefimerida (16.3.16)

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 7η

Αθλια προσβολή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, της βάσης επίσης και του νεοελληνικού πολιτισμού , γιατί αναφέρεται ένα εβραϊκό παραμύθι.

Τί σχέση έχει βρε αδιάντροπε και αγράμματε άνθρωπε του βαθειού Μεσαίωνα ο “Ελλην Τρόπος” με τον εβραιο-χριστιανικό σταυρό ; Ο σταυρός ήταν εκτός τούτου γνωστός ήδη στους αρχαίους Αιγυπτίους.

Ε τότε θα έπρεπε και όλοι οι άλλοι χριστιανικοί λαοί των τριών δογμάτων να περιορίσουν την ταυτότητά των στον σταυρό ;

Αυτά παθαίνεις, γιατί δεν έχεις σπουδάσει τίποτα και επομένως δεν είσαι σε θέση να σκεφθείς ΛΟΓΙΚΑ και πέραν τούτου είσαι στην ουσία ένας φανατισμένος υπερπατριώτης (Ελληναράς) του γλυκού νερού και η ενσάρκωση της γλοιώδους ψευτοχριστιανικής υποκρισίας.

Καθημερινη (7.3.16)

———————————————————–

Σταυρός, αρχαιότατο και οικουμενικό σύμβολο

ΟΙ ειδικοί ιστορικοί έχουν προ δεκαετιών αποδείξει, ότι ο σταυρός ανήκει στα πιο οικουμενικά και πιο αρχαία σύμβολα της ανθρωπότητας. Π. χ. στην Κύπρο ήδη 2500 π.χ. , στην Ασσυρία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα ακόμη και στο αρχαίο Μεχικό ( “Codex Fejervary-Mayer”).

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ (από την Βιβλιοθήκη μου) :
-Knaurs Lexikon der Symbole, v. Hans Biedermann, , ISBN 3-89996-252-4, München, 2004, S. 248-252.
-Lexikon der Symbole, v. Udo Becker, ISBN 3-89836-219-1, Köln, 1992, S.154-156.

Καθημερινή ( 6.3.16)

———————————————————-

Εχεις αποβλακωθεί, όπως φαίνεται, τελείως με τα κείμενα των “Αγίων Πατέρων”. που αμφιβάλλω , αν τα καταλαβαίνεις χωρίς συστηματικές σπουδές στην Φιλοσοφία και ειδικά στην φιλοσοφική ΜΕΘΟΔΟ.

Hegel: “Aus einer gebratenen Katze wird keine Hasenpastete” : “Από μία ψημένη γάτα δεν γίνεται παστίτσιο λαγού”.
Λοιπόν, από έναν εμποράκο ξυλείας δεν γίνεται ένας φιλόσοφος. Καθημερινή (6.3.16)

 

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 6η

  • Από ψυχολογική άποψη σημειώνεται ένα λίαν ενδιαφέρον φαινόμενο. Οσο περνούν οι μέρες, τόσο μικραίνει η απόσταση προς στο φρενοκομείο.

Δεν μπορούσα να φαντασθώ, πως θα καταρρεύσεις τόσο σύντομα.
Πάρα λίγο θα λησμονούσα τις υπέροχες Νουλιάδες (όλες ήδη δημοσιευθείσες στην Καθημερινή) και την εθνολογική , κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ. Θα σου στήσω στην κοινωνιολογική επιστήμη έναν ανδριάντα δια παντός.

Σε έχω προειδοποιήσει ήδη προ τριων ετών :
Είμαι ΠΑΝΘΕΙΣΤΗΣ και υπέρμαχος του ΑΜΥΝΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ, του οποίου καθοριστική βάση είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια επί της βάση της ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ και όχι το άκρως ουτοπικό “Αγαπάτε αλλήλους… ”

Οι ύψιστες ΗΘΙΚΕΣ αξίες μου είναι οι εξής : ατσαλένια θέληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένεια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και έρωτας προς στην Εργασία (Σοφία συν ΕΠΙΣΤΗΜΗ).

Τώρα δεν είναι πλέον ανάγκη να σε “στολίζω”. Το κάνεις μόνος σου.
Απο εδώ και πέρα είσαι για εμέ ένα ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ.  Καλόν ύπνο.

Καθημερινή (6.3.16)

—————————————————-

Σπουδές και σταδιοδρομία στη Λειψία

Λειψία, πολύτιμες πληροφορίες

Ζω στην  Λειψία ακριβώς 55 έτη. Εδώ   σπούδασα και  πραγματοποίησα την ανώτερη επιστημονική σταδιοδρομία ( Ιδέ λεπτομέρειες  στο Βιογραφικό μου στα Ελληνικά  στον  Ιστότοπο μου ) .

Το Πανεπιστήμιό μας με ιστορία 600 ετών έβγαλε  πέντε Νομπελίστες  στην φυσική, ιατρική και χημεία.
Ακόμη περίπου 30 κατοπινοί Νομπελίστες σπούδασαν εν μέρει εδώ. Η Γερμανία έχει έως τώρα 86 Νομπελίστες. Το Πανεπιστήμιο ήταν το κέντρο της ατομικής φυσικής έως τα 30χρονα. Εδώ σπούδασαν οι περισσότεροι επιστήμονες κατασκευαστές της ατομικής βόμβας. Επίσης στη Λειψία σπούδασε ατομική φυσική και  “πατέρας”της υδρογονικής βόμβας, ο Ουγγαροαμερικανοεβραίος Τέλερ.

Γενικά είναι το Πανεπιστήμιό της γνωστό σε όλην την Γερμανία για την αυστηρότητά του. Εδώ δεν «χαρίζουν κάστανα». Για να σταδιοδρομίσει  ένας ξένος σε τέτοιο  Πανεπιστήμιο, πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο φορές καλύτερος από τους Γερμανούς.

Εως τις αρχές του 20ου αι. ήταν η Λειψία το διεθνές κέντρο μουσικών σπουδών και ιδαιτέρως της εκπαίδευσης των σπουδαιότερων μουσικοσυνθετών της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό συνεχίζεται εν μέρει και τώρα.

Επίσης στην Λειψία υπήρχαν έως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επί δεκαετίες τα μεγαλύτερα και πιό σύγχρονα τυπογραφεία του κόσμου. Εδώ εκτυπώθηκαν τα πρώτα ελληνικά σχολικά βιβλία. Ακόμη και το Κοράνιο έχει εκτυπωθεί επί πολλά χρόνια για όλες τις ισλαμικές χώρες στην πόλη μας.

Επίσης στην Λειψία εστιάζεται η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας ( περίπου 25 εκατομμύρια βιβλία) που είναι μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Οταν μπήκα σε αυτόν τον ιερό ναό της γνώσης για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη 1960 μέσα και είδα τόσα βιβλία, κόντεψα να τρελλαθώ από την χαρά μου. Στα 70χρονα δεν πρόσεξα και με κλείδωσαν μίαν ολόκληρη νύχτα μέσα. Καλά που ήταν καλοκαίρι. Εκτός αυτού έχει η υπερπλούσια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη μίαν ιστορία ακριβώς 600 ετών. Εν ολίγοις έπεσα κυριολεκτικά σε άφθονο μέλι της αιωνίας γνώσης.

Η Λειψία είναι στην Ευρώπη γνωστή σαν πόλη του πολιτισμού, ειδικά της κλασσικής μουσικής , του βιβλίου και της επιστήμης. Οι κάτοικοί της έχουν σε όλην την Γερμανία σε σύγκριση με τους Γερμανούς άλλων πόλεων το υψηλότερο πολιτισμικό και μορφωτικό επιπεδο ( Bildungsbürgertum). Μέσω της περίφημης Δεθνούς Εκθεσης της Λειψίας σε συνδιασμό  εδώ και αιώνες με τις επαφές με άλλους λαούς έχει διαμορφωθεί μία νοοτροπία, η οποία δεν έχει τίποτα το παραδοσιακό γερμανικό. Οι κάτοικοι είναι ανοιχτόκαρδοι, πολύ ευγενικοί και έχουν ζεστό χαρακτήρα.

Η Λειψία είναι πέραν τούτου περίφημη σε όλην την Γερμανία ως πόλη με τις ωραιότερες γυναίκες , ένα γερμανοσλαβικό κράμα , αλλά λόγω της Διεθνούς Εκθεσης εδώ και μερικούς αιώνες της Λειψίας έλαβαν χώραν και άλλα εθνοτικά κράματα. Οταν ύστερα από τις γνωστές αλλαγές ήρθαν Γερμανοί από άλλες περιοχές στην πόλη μας έχουν θαμβωθεί απο τη ομορφιά των
γυναικών. Πολλοί πήραν στα γρήγορα διαζύγιο με τις γυναίκες τους, παντρεύτηκαν εντόπιες και ζούν για πάντα εδώ.

Μάρτης  2016

 

 

 

 

 

 

Προγνωστικότητα, Φουτουρολογία

ΦΟΥΤΟΥΡΟΛΟΓΙΑ, ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Δεν υφίσταται ουδεμία σχέση με
προφητείες και αποκαλύψεις, γιατί πρόκειται για επιστήμες, οι οποίες έχουν μεν εμφανισθεί ως τέτοιες ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο,
αλλά ήδη τον 19ο αι. ήταν μερικοί επιστήμονες σε θέση να προβλέψουν κοσμοϊστορικά γεγονότα, οπως τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και το παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.

Ας υπενθυμίσουμε, ότι ο γνωστός Γάλλος
συγγραφέας Jules Verne έχει προειδεί μερικές εξελίξεις των φυσικών επιστημών φυσικά επί τη βάση των μεγάλων επιτεύξεων των φυσικών και τεχνικών επιστημών της εποχής του.

Σε μερικές επιστήμες είναι σχετικά εφικτό να γίνουν
προβλέψεις, αλλά αυτό προϋποθέτει χρονοβόρα συστηματική και μεθοδική προετοιμασία του είδους των ΒΑΣΙΚΩΝ επιστημονικών ερευνών (στην Ελλάδα δεν υπάρχει δυστυχώς τέτοια παράδοση, μόνο στο Πανεπιστήμιο του Ηρακλείου γίνονται επιτυχείς προσπάθειες) με το απαραίτητο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, από ειδικούς επιστήμονες ερευνητές.

Ισως να υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις και σε άλλα πανεπιστήμια ή σε ειδικά ινστιτούτα επανδρωμένα με ερευνητές, οι οποίοι διαθέτουν ανάλογη πείρα σε ερευνητικά ιδρύματα των προηγμένων χωρών και εκτός τούτου δεν έγιναν καθηγητές πανεπιστημίου με ιδιαίτερη κομματική ταυτότητα στην εποχή της Μεταπολίτευσης.

Καθημερινή (1..3.16)

Γιανναράς Χρήστος

Χρήστος Γιανναράς (Φιλόσοφος και Θεολόγος), Ελλειψη της διαλεκτικής κσαι της συστημικής μεθόδου

Πρόκειται για το καθοριστικό μεθοδικό πρόβλημα των κειμένων του κ. Χ. Γιανναρά , γιατί έχει επανειλλημένως και expressis verbis απορρίψει την ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ μέθοδο (αλληλουχίες, αλληλοεπιδράσεις, αλληλοεξαρτήσεις κλπ.).

Πέραν τούτου σημειώνεται και μία τελεία έλλειψη της φιλοσοφικής Θεωρίας του συστήματος.
Αξιολογώ αυτό το δυσάρεστο φαινόμενο ως ολέθρια ιδεοληψία.

Ευκαιρείας δοθείσης θα ήθελα να επισημάνω, ότι δεν προσπαθώ να μειώσω την υπάρχουσα ποιότητα των άρθρων του.

Καθημερινή (28.2.16)

Σταυρός Χριστιανικός ως “Ελλην τρόπος”

Ο χριστιανικός σταυρός ως “ελλην τρόπος” (έγραψε κάποιος “υπερχριστιανός Α. Ν. ) ;

Αθλια προσβολή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, της βάσης επίσης και του νεοελληνικού πολιτισμού , γιατί αναφέρεται ένα εβραϊκό παραμύθι.

Τί σχέση έχει βρε αδιάντροπε και αγράμματε (Αρης Νούλης) άνθρωπε του βαθειού Μεσαίωνα ο “Ελλην Τρόπος” με τον εβραιο/χριστιανικό σταυρό ; Ο σταυρός ήταν εκτός τούτου γνωστός ήδη στους αρχαίους Αιγυπτίους.

Ε τότε θα έπρεπε και όλοι οι άλλοι χριστιανικοί λαοί των τριών δογμάτων να τα περιορίσουν την ταυτότητά των στον σταυρό ;

Αυτά παθαίνεις, γιατί δεν έχεις σπουδάσει τίποτα και επομένως δεν είσαι σε θέση να σκεφθείς ΛΟΓΙΚΑ και πέραν τούτου είσαι στην ουσία ένας φανατισμένος υπερπατριώτης (Ελληναράς) του γλυκού νερού και η ενσάρκωση της γλοιώδους ψευτοχριστιανικής υποκρισίας.

Καθημερινή ( 6.3.16)

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Οικογενειασκά Ονόματα

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενειακά μας ονόματα, Θεσσαλονίκη,1995, ISBN 960-231-010-3

Αυτό το βιβλίο είναι για μένα πραγματικός θησαυρός.
Εχει μεταξύ άλλων αποδείξει νηφάλια, ότι πάρα πολλοί Ελληνες έχουν ξένα ονόματα ( αλβανικά, λατινικά, τουρκικά, φραγκικά, σλαβικά, βλάχικα).
Το ίδιο σημειώνεται και σε άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Και σ αυτούς υπάρχει μία άκρως φανατική μειονότητα που το παίζει υπερεθνικιστικά, ίσως γιατί είναι όχι μόνον τα ονόματα , αλλά και η καταγωγή ξένη.
Εν ολίγοις, πρόκειται για το ψυχολογικό φαινόμενο του ισοφαρισμού συμπλεγμάτων (compensation).

Κασθημερινή (6.3.16)

Σπουδές, Επιτυχίες, Πώς

Επιτυχίες στις σπουδές και στην επιστημονική σταδιοδρομία

Αυτές δεν πραγματοποιούνται ούτε με υπερεπαναστατικές εξυπνάδες, ούτε με ανέξοδες υπερπατριωτικές κορώνες, ούτε με αρχαιολατρεία, ούτε με γλοιώδη πατριδοκαπηλεία, ούτε με εμετική υποκριτική θρησκοληψία, αλλά επί τη βάση των εξής ΗΘΙΚΩΝ αξιών :

ατσαλένια βούληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και παράφορος έρωτας προς την Σοφία -Επιστήμη.

Μόνον μέσω τέτοιων αξιών μπορεί να σωθεί η Ελλάδα και να εξελιχθεί σε μίαν πραγματικά ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ χώρα.
Καθημερινή ( 21.3.16)

Λειψία, Σπουδαστές

Σπουδές στην Λειψία (πρώην Ανατολική Γερμανία)

Στην Ανατολική Γερμανία έχουν
σπουδάσει και πολλοί άλλοι. Ηταν ως επιστήμονες επιτυχέστατοι προ και ύστερα από την
Αλλαγή στην ενωμένη Γερμανία.

Μερικά παραδείγμαστα :

1. Πρώην φοιτητής και αργότερα
συνάδελφός μου έχει ύστερα από την ΑΛΛΑΓΗ αγορευθεί σε καθηγητή πανεπιστημίου
και κατόπιν έγινε και διεθυντής ενός μεγάλου ινστιτούτο στην Δυτική Γερμανία στην πόλη Bochum.

2. Ο πρώην υπεύθυνος του τμήματος
Λογικής και καθηγητής έμεινε στη θέση του και ύστερα από την Αλλαγή και έχει γίνει μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου επιστημονικών ερευνών σε όλην την Γερμανία
κλπ. κλπ.

3. Πρώην καθηγητής της Χημείας
έγινε ύστερα από την Αλλαγή για χρόνια πρύτανης του πανεπιστημίου μας.

4. Ο Πρέδρος της Γερμανίας Gauck (ΘΕΟΛΟΓΙΑ, κάθε πανεπιστήμιο είχε μία Θεολογικη σχολή) και η καγκελάριος Merkel (Φυσική με άριστα) σπούδασαν με μεγστη επιτυχία στην Ανατολική Γερμανία.

5. Εχω συγγράψει πολλές
επιστημονικές γμωματεύσεις για κυβερνήσεις ύστερα από την Αλλαγή (Ιδέ το ανάλογο παράρτημα με πηγές (πότε, τί, για ποιόν ) στο εκτενέστατο Βιογραφικό μου : «Wissenschaftliche Gutachten“).

Κατά τα άλλα έχουν κατορθώσει να
αναλάβουν υψηλές θέσεις στην πολιτική της ενωμένης Γερμανίας ακόμη και πρώην αξιωματικοί της Στάζι (Staatssicherheit). Αυτά ανήκουν εδώ καθώς και στις άλλες πρώην «σοσιαλιστικές
« χώρες στο ΠΑΡΕΛΘΟΝ.

Προσθήκη : Τα πανεπιστημιακά διπλώματα όλων των αποφοίτων όλων των νομικών σχολών της Ανατολικής Γερμανίας έχουν ΕΠΙΣΗΜΑ αναγνωρισθεί !
Σήμερα ανήκουν αυτοί στην εύπορη μεσαία τάξη.

Καθημερινή ( 21.3.16)

Κωσταντίνος, Αυτοκράτορας και Επίσκοπος Κύριλλος, Μεγάλοι Εγκληματίες

Ο Κύριλλος, επίσκοπος της της Αλεξανδρείας (5ος σαι.) ήταν ένας μεγάλος εγκληματίας, γιατί έχει μεταξύ άλλων συμβάλλει στην φρικτή θανάτωση (δαρμός και διαμελισμός) της μεγάλης φιλόσοφου Ηπάτιας. Υστερα από μερικά χρόνια τον έχει η χριστιανική εκκλησία αγιοποιήσει.

Κάτι το παρόμοιο έχει γίνει και με τον ΜΕΓΑΛΟ εγκληματία ΡΩΜΑΙΟ αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ( έχει δολοφονίσει σχεδόν όλη την οικογένειά του) που έχει επίσης (έμμεσα) αγιοποιηθεί.

Καθημερινή ( 9.3.16)

Διαδικασία

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ανήκει στους καθοριστικούς κανόνες της Γενικής ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ των βασικών και προγνωστικών επιστημονικών ερευνών (ένας από τους πανεπιστημιακούς κλάδους μου) σχεδόν σε όλες τους επιστημονικούς κλάδους καθώς και στην πρακτική πολιτική, όπου αποκλείεται τελείως η επίλυση συνθέτων και πολυεπίπεδων προβλημάτων εν μία νυκτί και εν ριπή οφθαλμού.

Η εφαρμογή του κανώνα της Διαδικασίας προϋποθέτει πρωτίστως, εργατικότητα, οργανωτικότητα, υπομονή, επιμονή, μεθοδικότητα, συστηματικότητα και προγνωστικότητα.

Καθημερινή (10.3.16)

Εξέλιξη , Μία διαδικασία

Η εξέλιξη είναι όντως μία άκρως σύνθετη ΔΙΑΔΙΚΑΣΑ .
Δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος του παρακάτω βιβλίου μου εμπεριέχει τον όρο διαδικασία : Cuestiones teoricas fundamentales del PROCESO de las normas internacionales, 1989, ISBN 958-96666-2-0.

Η καγκελάριος της Γερμανίας A. Merkel, επιστήμονας και πολιτικός, χρησιμοποιεί τέτοιους όρους συχνότατα. Ετσι είναι η πρώτη πολιτικός της Γερμανίας που έχει εισαγάγει επιστημονικούς όρους στην πολιτική.

Καθημερινή (9.3.16)

 

Σταυρός, Προχριστιανικό Σύμβολο

Σταυρός, αρχαιότατο και οικουμενικό σύμβολο

ΟΙ ειδικοί ιστορικοί έχουν προ δεκαετιών αποδείξει, ότι ο σταυρός ανήκει στα πιο οικουμενικά και πιο αρχαία σύμβολα της ανθρωπότητας. Π. χ. στην Κύπρο ήδη 2500 π.χ. , στην Ασσυρία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα ακόμη και στο αρχαίο Μεχικό ( “Codex Fejervary-Mayer”).

ΠΗΓΕΣ (από την Βιβλιοθήκη μου) :
-Knaurs Lexikon der Symbole, v. Hans Biedermann, , ISBN 3-89996-252-4, München, 2004, S. 248-252.
-Lexikon der Symbole, v. Udo Becker, ISBN 3-89836-219-1, Köln, 1992, S.154-156.

Καθημερινή ( 6.3.16)

Εθναμύντορες Αυτοκληθέντες

Αυτοκληθέντες Εθναμύντορες

Δική μου εμπειρία ήδη στα τέλη των 40χρονων :

Οι αυτοκληθέντες εθναμύντορες (Ελληναράδες) είναι συχνότατα πατριδοκάπηλοι, ανέντιμοι , υποκριτές και βρώμικοι χαρακτήρες. Αυτό ισχύει και σε άλλες χώρες.

Θυμάμαι τον Βλάχο δάσκαλο του Δημοτικού που στην κατασκήνωση για φτωχά παιδιά έβγαζε πύρινους λόγους με “εθνικόν παλμόν” , μερικές φορές και με “δάκρυα” στα μάτια, αλλά τελικά έκανε υπεξαίρεση ενός μεγαλου χρηματικού ποσού, τον καθήρεσαν και φυλάκισαν.

Στα 50χρονα έχω βιώσει μίαν παρόμοια περίπτωση : “Εθνικόφρων” βουλευτής , κι αυτός Βλάχος, πάτησε δημόσιο χώρο, διοργάνωσε το όργωμα , έσπειρε στάρι , όλα με δημόσια έξοδα, είχε σχετικά μεγάλη σοδειά, κατόπιν πούλησε το στάρι και έβαλε όλο το ποσό στην τσέπη του.

Ηταν η εποχή που εμείς πεινούσαμε. Τέτοια βιώματα δεν ξεχνιώνται ποτέ, μα ποτέ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα γλοιώδη και βρώμικα ψευτοπατριωτικά ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ.

Καθημερινή (9.2.16)

Θεός ως Αντικείμενο Επιστημονικής Ερευνας ;

Ο Θεός ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας ;

Ηδη από την εποχή του κοσμοϊστορικού ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ που σημαίνει του Jus rationis (Δίκαιον του Ορθού Λόγου=Ορθολογισμός) ανήκουν στα αντικείμενα ( στον ενικό : object (αγγλ.), objet (γαλλ.), objekt (γερμ.), objeto (ισπαν), oggetto (ιταλ.), objeto (πορτογ., με διαφορετική προφορά) ερευνών όλα, μα όλα. Ο θεός ή οι θεοί (η Ινδία έχει γενικά 300 χιλιάδες θεούς, η Κίνα δεν έχει ούτε ένα).

Το σέβομαι που εσείς στηρίζεστε στην πίστη και αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα. Αυτό όμως δεν ισχύει και για τις επιστήμες. Οχι πλέον το μεσαιωνικό “πίστευε και μη ερεύνα”. Αυτά έχουν στην Ευρώπη παρέλθει εσαεί, αλλά όπως βλέπω, στην Ελλάδα όχι ακόμη.

Πάντως η γλωσσική ομφαλοσκόπηση που έχει ήδη αγγίξει τα όρια της αυτοπεριχαράκωσης είναι κυρίως τώρα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης πολύ μαζοχιστική. Οποιος δεν το λαμβάνει αυτό υπ όψη καταποντίζεται.

Καθημερινή (6.3.16)

Ατομον , Πολίτης, Ελλάς και Δύση

Ατομον

Ο όρος του συγχρόνου ΑΤΟΜΟΥ έχει εμπεδωθεί από τον
Ιταλό Φιλόσοφο και Θεολόγο Thoma Aquin (Aquinas, 13ος αι.).

Τα χαρακτηριστικά
του στοιχεία είναι σήμερα τα εξής : αυτονομία, ιδία βούληση , ελευθερία των
επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθηση, φιλοπονία (εργατικότητα), φιλομάθεια,
αυτοπειθαρχία, ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της ΕΥΘΥΝΗΣ ( δεν είναι οι άλλοι υπαίτιοι για τις
προσωπικές αποτυχίες), ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, διαλεκτική αλληλοεξάρτηση μεταξύ των ΔΙΚΑΙΩΝ και των ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ.

Ακριβώς αυτό το άτομο ήταν και είναι περαιτέρω η προϋπόθεση και βάση για τον σύγχρονο ΠΟΛΙΤΗ (CITOYEN) , προϊόν του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ και ιδιαιτέρως της Γαλλικής (Αστικής) Επανάστασης (1789).

Ο Πολίτης με την Κρατική, τη Νομική και την Φορολογική Συνείδηση αποτελεί το φονταμέντο του σύγχρονου κράτους. Σε τέτοιο άτομο και σε τέτοιον πολίτη στηρίζονται οι υπερεξελιγμένες χώρες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού.
Μάλλον δεν ισχύουν αυτά για την Ελλάδα, γι αυτό δεν προοδεύει και κατάντησε εν τω μεταξύ σε ένα failed state (αποτυχημενο κράτος). Voila !

Καθημερινή (6.3.16)

Αρης Νούλης, Νουλισμός, Ενα Ιδιαίτερο Νεοελληνικό Εθνολογικό, Κοινωνικό και Ψυχολογικό Φαινόμενο, Κύρια Χαρακτηριστικά

Προ δύο ετών έχω δημοσιεύσει εδώ  στο Μπλογκ μία μελέτη περί του προαναφερθένος φαινομένου, αλλά κατόπιν το έσβησα.

Αλλά ευκαιρίας δοθείσης, είναι ένα εκτενέστερο κείμενο σε επεξεργασία, το οποίο πρόκειται  να δημοσιευθεί.

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 1η

Τα δήθεν ψέματα και η πραγματική συκοφαντία

Σε ένα σχόλιο προ ενός έτους έχω αναφέρει το  γνωστό γνωμικό  του Ηρακλείτου «Τα πάντα ρεί». Ο κ. Νούλης, χρήστης της Καθημερινής, ήθελε  να του γνωστοποιήσω την πηγή. Του έχω ανακοινώσει την πηγή ( Simlikios , in Phys. 1313,8 f. =DK 65 A 3 ) , όπως την διάβασα  στο εξής βιβλίο : Die Vorsokratiker, Neu übersetzt und  herausgegeben  von Matthias Hackemann, Köln,2007, S.82 .

Ετσι αναφέρεται  το γνωμικό, αλλά στα επιστημονικά βιβλία με την προσθήκη, ότι αυτό ήδη στην αρχαιότητα έχει αποδοθεί στον Ηράκλειτο , γιατί αντανακλά την ουσία της διαλεκτικής του, αν κα αυτός δεν το έχει διατυπώσει με αυτόν τον τρόπο. Αυτό είναι γνωστό και επομένως  όταν αναφέρεται το ρητό, δεν είναι ανάγκη να τα εξηγήσουμε όλα αυτά.

Ο κ. Νούλης απάντησε σε ένα σχόλιο υβρίζοντάς με σαν ψεύτη , ή σαν κάποιο που λέγει «ψέματα, ψέματα, ψέματα» (πράγματι τρεις φορές).  Αυτό συνεχίζεται και εδώ προσβάλοντάς με πάλι σαν ψεύτη.

Φυσικά ήθελα να μάθω, ποιός είναι αυτός και τι έχει σπουδάσει. Υστερα από πολύ καιρό μου απάντησε, ότι κάποτε άρχισε να σπουδάζει Οικονομία στο Λονδίνο και ύστερα ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο. Δηλαδή δεν έχει σπουδάσει ούτε αρχαία ελληνική Φιλολογία, ούτε Γλωσσολογία,  ούτε Φιλοσοφία , ούτε Λογοτεχνία, ούτε Θεολογία, ούτε Πολιτολογία,  ούτε Κοινωνιολογία, ούτε Ιστορία. Αυτό είναι δική του υπόθεση μεν, αλλά είναι ενδιαφέρον να το διαπιστώσουμε.

Αλλά οι προσβολές  και οι συκοφαντίες πάνε παραπέρα γιατί γράφει εδώ στη σελίδα παρακάτω : «Από τότε που για να δικαιολογηθεί παρουσίασε ψευδή στοιχεία και μετά εξαφανίστηκε για κάποιο διάστημα για να παρουσιαστεί δίχως ντροπή και τσίπα». ! Στην περίοδο που «εξαφανίστηκα» , έχω παρατώσει  και παραδώσει στον εκδοτικό οίκο του πανεπιστημίου  σύμφωνα με χρονοδιαγραμμα ένα επιστημονικό σύγγραμμα, το οποίο θα εκδοθεί τον επόμενο μήνα.

Επισημαίνει όμως και κάτι άλλο : «εμφανέστατη είναι η αμάθειά του»! Αμάν .

Παρατηρήσεις :

α) Οι αξιότιμοι συσχολιαστές μπορούν να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα.

β) Πρέπει κανονικά να τον ευχαριστήσω, γιατί  με τη ασυνήθιστη συμπεριφορά του εμπλουτίζει το υλικό  που συλλέγω συστηματικά εδώ και μισόν αιώνα με την επιδίωξη να εκδόσω  στο μέλλον μία μελέτη περί της νεοελληνικής νοοτροπίας, με την οποία ασχολούμαι εντατικότητα ιδιαιτέρως εδώ και τρία χρόνια. Ενας από τους λόγους γιατί άρχισα προ τριών ετών να γράφω στον ελληνικό τύπο σχόλια  ήταν να γνωρίσω και με αυτόν τον τρόπο καλύτερα τη νεοελληνική νοτροπία και ταυτόχρονα να βελτιώσω τα νεοελληνικά μου, τα οποία έχω παραμελήσει στο παρελθόν.

γ) Πάντως  μου έγινε πιό εμφανές, γιατί αυτή η χώρα δεν προοδεύει.

 

Δημοσιευθέν ως σχόλιο στην Καθημερινή (22.8.14), ηλεκτρονική έκδοση.

_____________________________________________

Απάντηση και σύντομες παρατηρήσεις, γιατί έχω στην σελίδα του κ.Τάκη Θοδωρόπουλου (Καθημερινή) ήδη δημοσιεύσει ολόκληρη μελέτη.Διευκρίνιση : Το σχόλιο προορίζεται για κάθε ανεγκέφαλο και παλιμπαιδιστή ξιτατολόγο.

1. Η Deutsche Bibliothek ( Leipzig και Frankfurt/Main ) έχει έναν τεράστιο πλούτο βιβλίων, περίπου 28 εκατομμύρια. Μόνον στην Λειψία βρίσκονται περί του Ηράκλειτου (Η.) 241 βιβλία και κτός τούτου πολλές διδακτορικές διατριβές.

2. Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει αναφερθεί ο Ηράκλειτος παρεμπιπτόντως μόνον μερικές φορές. Στην Δύση ήταν αυτός έως τον 12 αι. άγνωστος. Τον έχει αναφέρει για πρώτη φορά ο φιλόσοφος Bernardus Silvestris. Από τον 13 αι. άρχισε η δυτική σχολαστικιστική φιλοσοφία να ενδιαφέρεται για τον Η.
Το 1808 έχει εκδώσει ο προτεστάντης φιλόσοφος και θεολόγος F. Schleiermacher ένα βιβλιαράκι υπό τον τίτλο «Herakleitos oder der Dunkle“(«Ηράκλειτος η ο Σκοτεινός») με 73 Fragmenta. To 1913 έχουν εκδώσει πάλι Γερμανοί ένα πολύτιμο βιβλίο με 117 Framenta (H.Diels/W.Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, Berlin ).
Το αποκορύφωμα της εκδοτικής δραστηριότητας είναι το βιβλίο του Γερμανοαμερικανοεβραίου C.Kahn, The Art and throught of Heraclitus, Cambridge, 1989.

3.Σαν πηγές αναφέρονται πρωτίστως οι “Πατέρες της Εκκλησίας” («Πατρίστες») Clemens της Αλεξάνδρειας και ο Ιππόλυτος της Ρώμης καθώς και ο Διογένης Λαέρτιος, ο Στρωβαίος, ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, ο Πλούταρχος και άλλοι.

4. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι της Ευρώπης, ακόμη και o Hegel και ο Heidegger έχουν ασχοληθεί με τον Η. Οι μαρξιστές φιλόσοφοι τον εκτιμούν σαν φιλόσοφο πρώτης κατηγορίας και μαζί με τον Δημόκριτο σαν εμπεδωτή της επιστημονικής σκέψης στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κατά την ταπεινή γνώμη μου ισχύει αυτή η αξιολόγηση αναμφιβόλως για τον Δημόκριτο, ο οποίος είναι ισάξιος με τον Αριστοτέλη.

5. Δεν σκοπεύουμε να αναφέρουμε τα γνωστότατα περί της αντίθεσης μεταξύ του αρχαίου »ειδωλολατρικού» πνεύματος , το οποίο στηρίζεται στον Λόγο (Ratio) από το ένα μέρος και της χριστιανικής καθώς και της ισλαμικής θρησκείας από το άλλο μέρος, οι οποίες βασίζονται στην πίστη και στον μυστικισμό. Εδώ πρόκειται για μία contradictio in adiecto (οξύμωρον) ,(Ιδέ μέσω της Ιστοσελίδας μου στο Μπλογγ τις εξείς μελέτες : «Επιστήμη vs Μυστικισμού, Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά», “Φιλοσοφία και Μεταφυσική, Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά», «Πίστη, Μύθοι, Μεταμορφώσεις, Γνώση», »Ο Νταβούτογλου και οι Μωαμεθανοί Φιλόσοφοι»). Οι θεολόγοι και των δύο θρησκειών αγνόησαν τους υλιστές και τους κοινωνιολόγους φιλόσοφους.

Και οι δύο θρησκείες παρέμειναν στον μεσαιωνικό σκοταδισμό, ενώ η Δύση έχει εμπεδώσει επί τη βάσει του αρχαίου ελληνικού πνεύματος τον ορθολογισμό (ius rationis). Η προτεραιότητα της τυφλής πίστης έναντι του Λόγου ήταν και είναι η αιτία της κατάπτωσης ειδικά της χριστιανικής ορθοδοξίας και του Ισλάμ . Οι χώρες τους έχουν καθυστερήσει σε απελπιστικό βαθμό σε όλα τα επίπεδα.

6.Τα αποφθέγματα δεν δύνανται ουδόλως να αντικαταστήσουν μη υπάρχουσες συστηματικές φιλοσοφικές και γενικά πανεπιστημιακές σπουδές . Δεν μπορεί κανείς να παριστάνει με αποφθέγματα και επιπόλαιες γνώσεις τον φιλόσοφο, μια που εκτός τούτου δεν έχει ουδεμία ιδέα από την επιστημονική μεθοδολογία, η οποία είναι η conditio sine qua non ( τελίως απαραίτητη προϋπόθεση ) για την κατανόηση φιλοσοφικών και γενικά επιστημονικών κειμένων, εκτός εάν διακατέχεται από το ολέθριο «πνεύμα» του γελοίου νεοελληνικού υπερεξυπνακισμού.

Αλλά ακόμη και οι πανεπιστημιακές γνώσεις δεν σημαίνουν , ότι κάποιος αυτόματα είναι σε θέση να διεισδύσει στο punctum quaestionis ( πυρήνας του ζητήματος ) και εκτός τούτου να σκεφθεί φιλοσοφικά, λογικά, δημιουργικά και όχι παπαγαλιστικά.

7. Η χρησιμοποίηση αποφθεγμάτων οπωσδήποτε παρμένων από βιβλία συλλογών αποφθεγμάτων και παροιμιών είναι τόσο αντιεπιστημονική που στα πανεπιστήμια της προηγμένης Ευρώπης δεν επιτρέπεται σε επιστημονικά κείμενα αντί επιχειρημάτων.

Η μαζική χρησιμοποίηση αυτών είναι πέραν τούτου ένδειξη έλλειψης σοβαρών γνώσεων ,επιστημονικής σκέψης, μη επαρκώς εξελιγμένης διανοητικότητας και εκτός τούτου και ένδειξη παλιμπαιδισμού.

Πράγματι, όταν είμασταν στο Γυμνάσιο περίπου 15 ετών , προσπαθούσαμε να εντυπωσιάσουμε αδαείς ανθρώπους με αρχαία αποφθέγματα και πολλές γελοίες ελληνικούρες α λα Πολύδωρα και άλλους γραφικούς τύπους.

Δημοσιευθέν στην ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής ( 9. 1. 14 )

————————————————————————-

Ελλειψη κριτικής σκέψης, σοβαρά προβλήματα προσέγγισης
Σύμφωνα με το Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Πρωίας ( 1ος τόμος, σελ. 104 ) σημαίνει η λέξη ακρισία το εξής : « ιδιότης του ακρίτου, έλλειψις κρίσεως, ελαφρότης διανοητική, ανοησία».
Στην ουσία πρόκειται για την έλλειψη της «κριτικής σκέψης», η οποία είναι ένας Terminus technicus που σημαίνει ένας διεθνώς καθιερωμένος επιστημονικός όρος.
Επομένως αυτός πρέπει να είναι η αφετηρία και βάση μίας σοβαρής θέασης του ανάλογου φαινομένου. Αλλά χωρίς μία λογική προσέγγιση , η οποία εδώ σημαίνει μία μεθοδολογία ( διδασκαλία, επιστήμη, θεωρία περί των μεθόδων ) είναι η θέαση τελείως ανέφιγγτη ή εσφαλμένη. Θέτουμε λοιπόν τον όρο «κριτική σκέψη» στο επίκεντρο της ανάλυσης.

Η κριτική σκέψη είναι, μία πνευματική επίτευξη πρωτίστως των υλιστών Ιώνων φιλόσοφων, του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο πυρήνας της είναι η ικανότητα της αξιολόγησης διαφοροποιώντας μεταξύ δύο αντικειμένων ή φαινομένων (π. χ. „το κρίνειν το αληθές τε και μη», Theait. 150b3 ).

Οι μεγάλοι Γάλλοι εγκυλοπαιδιστές την ανακάλυψαν τον 18ο αι. ( „esprit critique“ και η κριτική σαν „Δικαστήριο της αλήθειας“). Την έχει επεξεργασθεί ο Γερμανός φιλόσοφος I.Kant και έχει φθάσει στο απόγειό της μέσω της θεωρίας του „Κριτικού ρεαλισμού“ της Σχολής της Φρανκφούρτης, της οποίας ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος στο παρόν είναι ο διεθνώς κορυφαίος κοινωνικός και πολιτικός Γερμανός φιλόσοφος Jürgen Habermas.

Η Ελλάδα δεν εβίωσε όμως τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό που σημαίνει ότι δεν γνωρίζει ούτε το κοινωνικά συνειδητό άτομο , ούτε τον κρατικά συνειδητό πολίτη και για το πνεύμα πολύ αρνητικό ούτε τον ορθολογισμό ( ius rationis : δίκαιο του ορθού λόγου), ο οποίος είναι η προϋπόθεση για την κριτική σκέψη και την κριτική αμφιβολία. Αυτό το διαπιστώνουμε σε πολά πεδία του βίου και ιδιαιτέρως στην παιδεία. Εννοούμε το γνωστό μεσαιωνικό φαινόμενο του αποστηθίζειν σαν να μην πρόκειται για λογικά όντα.

Εφαρμόζοντας τον μεθοδικό κανόνα της συγκριτικότητας διαπιστώνουμε όλως αντικειμενικά, ότι το παπαγαλίζειν είναι διαδεδομένο στην Ευρώπη (Νότια, Ανατολική, Νοτιοανατολική), ανεξαιρέτως σε όλες τις ισλαμικές χώρες καθώς και σε όλη την Λατινική Αμερική. Είχα την μοναδική ευκαιρία να εκπαιδεύσω επί δεκαετίες σπουδαστές από όλες τις προαναφερθείσες περιοχές του κόσμου και έτσι να πραγματοποιήσω εκτενέστατες εθνολογικές και κοινωνικοψυχολογικές μελέτες.

Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι στις χώρες αυτές λείπει η κριτική σκέψη, η οποία αντικαθίσταται με σουρεαλισμό, εικασίες, ιδεοληψίες, φανατισμό (ιδεολογικό και θρησκευτικό), πατριδοκαπηλεία και θρησκοκαπηλεία, συνωμοσιολογία, κινδυνολογία παροιμίες και αποφθέγματα (είπε αυτός και είπε εκείνος), παράλογο εξυπνακισμό, εν μέρει και με παράνοια.

Αλλά όταν επί πολλά χρόνια οι μαθητές και αργότερα οι φοιτητές δεν έχουν μάθει να σκέπτονται λογικά και κριτικά, τότε είναι φυσικό, ότι η έλλειψη της κριτικής σκέψης είναι πλατειά διαδεδομένη . Ο κανώνας της σχετικότητας αναδεικνύει όμως , ότι η διαπίστωση δεν επιτρέπεται να θεωρείται απόλυτη. Υπάρχουν παντού και άτομα, τα οποία διαθέτουν επαρκή κριτική σκέψη μεν, αλλά αυτά αποτελούν μία μειοψηφία.

Χωρίς κριτική σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει μία λογική και ρεαλιστική θέαση των πραγμάτων. Η αμφισβήτηση είναι μία συγεκριμένη έκφανση της κριτικής σκέψης, η οποία αντιτίθεται σε άλα τα δόγματα ( ιδεολογικά, θρησκευτικά κοκ.).

Επομένως είναι αυτονόητο που για την χριστιανική θρησκεία ( Ρωμαιοκαθολικισμός, Ορθοδοξία, όχι όμως Προτεσταντισμός ) αποτελεί η αμφισβήτηση κάτι το ανεπιθύμητο και στο Ισλάμ είναι το κριτικό πνεύμα απαγορευμένο και η αμφισβήτηση κίνδυνος ξωής.

Η έλλειξη της κριτικής σκέψης αποτελεί μίαν ιδανική προϋπόθεση για την δημαγωγία, τον λαϊκισμό , την εξαπάτηση και την συστηματική αποβλάκωση ιδίως των ανθρώπων με χαμηλό πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο.

Η διαπαιδαγώγηση τής νεολαίας στην κριτική σκέψη απαιτεί στην Ελλάδα μία ριζική μεταρρύθμιση υπό το νόημα του εκσυγχρονισμού της παιδείας σε άλα τα επίπερδα.
Το πρώτο ανέξοδο βήμα θα μπορούσε να είναι η καταπολέμηση της αποστήθισης με σκοπό να μάθουν επί τέλους οι μαθητές και οι σπουδαστές να χρησιμοποιούν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα και να αιτιολογούν τη γνώμη τους ( π.χ. αυτό είναι έτσι , ΔΙΑΤΙ… ). Πολλές φορές είναι αυτό το ΔΙΑΤΙ ανυπέρβλητο.

Το αποκορύφωμα της έλλειψης της κριτικής σκέψης είναι η παλιμπαιδιστική αποφθεγματολογία,  πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα πρωτίστως σε άτομα που δεν έχουν σπουδάσει τόποτα. Ετσι αντικαθιστούν  τα τσιτάτα και τα αποφθέγμαστα ιδιατέρως αρχαίων Ελλήνων τις ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις.

Δημοσιευθέν στην Καθημερινή, ηλεκτρονική έκδοση ( 5. 3. 14 )

 

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 2η

Απάντηση σε κάποιον κοπρολόγο

Απαντώ σε ένα άτομο με τεράστιες ψυχικές ταραχές, με μεγάλα συμπλέγματα κατωτερότητας, με αφάνταστη ημιμάθεια ( δεν σπούδασε ουτε Φιλοσοφία, ούτε Φιλολογία, ούτε Γλωσσολογία, ούτε Θεολογία, ούτε Ιστορία, ούτε πολιτικές, ούτε κοινωνικές κλπ. επιστήμες, αλλά το παίζει “μορφωμένος” αποκλειστικά επί τη βάση γνωμικών και αποφθεγμάτων χωρίς να μπει στο νόημα της Φιλοσοφίας των αρχαίων ημών).

Απαντώ σε κάποιον παλιμπαιδιστή ξιτατολόγο, ουτιδανό και άσχετο σε επιστημονικά ζητήματα , σε ένα αρλεκίνο που ούτε καν ξέρει τί είναι ένα επιστημονικό σύγγραμμα, σε ένα τριτοκοσμικό και βαλκανοανατολίτικο λασπολόγο και λίαν υποκριτικό χριστιανό της κακιάς ώρας χωρίς παιδεία και ήθος.

1. Εχω αντιδράσει ήδη στο συκοφαντικό κείμενο του κ. Βασιλειάδη και τον παρακάλεσα να ξητήσει δημόσια (εδώ στην Καθημερινή) συγγνώμη για το ολέθριο ολίσθημά του . Περιμένω ακόμη. Ειδάλλως θα κάνω μήνυση στον οφθαλμίατρο της Θεσσαλονίκης.

2. Δεν υπάρχει μεταξύ του κ. Χαραμή και εμού ουδέν πρόβλημα.

3. Επαναλαμβάνομαι : Αμέσως ύστερα από την “Αλλαγή” του συστήματος έχουν εξετασθεί όλοι οι πανεπιστημιακοί εξονυχιστικά .Οποιος ήταν πράκτορας της Στάζι έχει αμέσως εκδιωχθεί από το εκάστοτε πανεπιστήμιο. Οποιος όμως ήταν καθαρός, έλαβε ένα ΕΠΙΣΗΜΟ ντοκουμέντο περί αυτού και του επέτρεψαν να συνεχίσει την επιστημονική εργασία του. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκα και εγώ.

Και κάτι το λίαν ενδιαφέρον : Ημουν ηγετικό μέλος μίας πανεπιστημιακής επιτροπής, η οποία έχει ασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα και μού έχει αναθέσει να επεξεργασθώ το σχέδιο του συγκεκριμένου νόμου γηια το υπεύθυνο υπουργείο! Voila. Περί αυτού υπάρχουν επίσημα ντοκουμέντα.

4. Είμαι γνωστός παγκοσμίως μέσω των συγγραμμάτων μου ιδιαιτέρως στο επιστημονικό περιοδικό ανωτάτου επιπέδου Archiv für Rechts und Sozialphilosophie (Archives for Philosophy of Law and Social Philosophy) , το οποίο εκδίδεται στην παράδοση των μεγάλων φιλοσόφων Kant και Hegel από την Διεθνή Εταιρία για την Φιλοσοφία του Δικαίου και της Κοινωνίας.

Είναι διεθνώς γνωστό, ότι όποιος κατόπιν λίαν τιμητικής πρόσκλησης καλείται να δημοσιεύσει σε αυτό το επιστημονικό περιοδικό τα αποτελέσματα αποκλειστικά πολυετών βασικών ερευνών, επιστημονικά αριστοκρατικοποιείται ( η έκφραση δεν είναι δικό μου δημιούργημα).
Πέραν τούτου υπάρχουν και άλλα συγγράμματα σε επιστημονικά περιοδικά διεθνούς περιωπής.

Αλλά ίσως το πιό σημαντικό να είναι το γεγονός , ότι από τα χέρια μου έχουν περάσει πάρα πολλοί μεταπτυχιακοί δικοί μου, οι οποίοι κατέχουν θέσεις κλειδιά στα πανεπιστήμια των χωρών του ( Ευρώπη, Ασία, Λατινική Αμερική, Αφρική, Αραβικές χώρες) και στον ΟΗΕ.

Για όλους αυτούς είμαι Ο ΕΛΛΗΝΑΣ πανεπιστημιακός. Τον Ελληνισμό, ιδιαιτέρως την επιστημονική κληρονομιά των αρχαίων ημών την τιμά κανείς διεθνώς με ΑΡΙΣΤΕΙΑ και όχι με μπούρδες και βλακείες νοητικά υποανάπτυκτων κι επιστημονικά ανύπαρκτων και γελοίων υποκειμένων.

Δημοσιευθέν στην Καθημερινή (29.8.14)

———————————————————-

Η Ελλάς μεταξύ του Φωτός και του σκοταδισμού

H Ελλαδα πρέπει ταχέως να αποφασίσει μεταξύ του Μεσαίωνα και της σύγχονης εποχής.
Αυτό όμως απαιτεί σκληρούς ιδεολογικούς και επιστημονικούς αγώνες μεταξύ των φορέων του ΦΩΤΟΣ της “επάρατης” Εσπερίας (ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ) και του άκρως καταστροφικού βαλκανοανατολίτικου ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ.

Καθημερινή (28.2.16)

—————————————————————–

Σπουδές μου
σύμφωνα με το ρητό «Γηράσκω αεί διδασκόμενος»

-Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο (Δ.Δ.Δ.), στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου.

- Bάσεις της Φιλοσοφίας, της Εθνικής Οικονομίας και Πολιτικές Επιστήμες , της πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής, Διδακτικής , Μεθοδικής/Μεθοδολογίας, Ψυχολογίας , της Κοινωνιολογίας και του Πανεπιστημιακού Managemant.

-Πέραν τούτου σπουδές στο Μαρξισμό-Λενινισμό, στην Μαρξιστική-Λενινιστική Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , στην Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού Κινήματος, στο Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, στην Θεωρία της Επανάστασης και στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα.

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολούμαι από το 1960 ερασιτεχνικά, αλκλά συστημαστικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με την Μεσολιθική και την Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας, απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών και από 1995 ερασιτεχνικά και συγκριτικά με τους διφθόγγους στις αρχαιότατες ινδοευρωπαϊκες γλώσσες (Χιττιτικά, Σανσκριτική, Αρχαία Ιρανικά, Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Λατινικά και Νεοκελτικά ).
Λόγω επιστημονικών σκοπών εκμάθηση πολλών ξένων γλωσσών.

Αυτά δεν πραγματοποιούνται ούτε με υπερεπαναστατικές εξυπνάδες αριστερόστρεφης κοπής, , ούτε με ανέξοδες υπερπατριωτικές κορώνες των Ελληναράδων, ούτε με στείρη αρχαιολατρεία, ούτε με γλοιώδη πατριδοκαπηλεία, ούτε με εμετική υποκριτική θρησκοληψία, αλλά επί τη βάση των εξής ΗΘΙΚΩΝ αξιών :

ατσαλένια βούληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και παράφορος έρωτας προς την Σοφία -Επιστήμη.

Μόνον μέσω τέτοιων αξιών μπορεί να σωθεί η Ελλάδα και να εξελιχθεί σε μίαν πραγματικά ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ χώρα.

Ιδέ εκτενέστερα στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de

Καθημερινή (21.2.16)

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 3η

Εάν εσύ είσαι η μέλισσα, είμαι εγώ ο Κονφούκιος.

Που έχει μείνει ω ενσάρκωση της βαλκανοβλάχικης κακίας, του βαλκανολεβαντίνικου φθόνου, της αφάνταστης υποκρισίας με “χριστιανικό” περιτύλιγμα και της αρρωστημένης ροπής σε επανειλλημμένη συκοφαντία η μέλισσα ; Μάλλον βλέπω μία σκατόμυγα, εν μέρει και μία δηλητηριώδη οχιά.

Πιστεύεις λιλιπούτειε, νηπήτιε, ουτιδανέ, γελοίε και αποτυχημένε , ότι μπορείς να με ταπεινώσεις μεταθέτοντάς με από το διεθνές περίφημο Πανεπιστήμιο της Λειψίας ( πέντε ΝOΜΠΕΛΙΣΤΕS στις φυσικές επιστήμες και άλλοι τριάντα Νομπελίστες που παράδωσαν εκεί μαθήματα) κάπου στη μακρινή Λατινική Αμερική ;

Οποιος θέλει μπορεί να διαβάσει τον Ιστότοπό μου (http://panosterz.de) το βιογραφικό μου και να με αναζητήσει (Panos Terz) επίσης στο Ιντερνέτ. Δεν έχω ουδέν μυστικό. Να σε αναζητήσει και σένα.. Θα εκπλαγεί που δεν υπάρχει τίποτα.

Αλλά σε πόσους επιστημονικούς κλάδους έχεις σπουδάσει, πόσα πτυχεία και πόσα δοκτοράτα έχεις και πού είναι τα δικά σου επιστημονικά συγγράμματα και οι επιστημονικές γνωματεύσεις, σε πόσα πανεπιστήμια και σε πόσες χώρες έχεις παραδόσει επιστημονικές διαλέξεις, Ξέρεις , τι σημαίνουν οι όροι ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΓΝΩΣΗ ;

Και όμως τολμάς με απίστευτη βαλκανική θρασύτητα να προκαλείς και να προσβάλεις πανεπιστημιακούς του απόδημου Ελληνισμού που τιμούν όντως ΔΙΕΘΝΩΣ με το επιστημονικό έργο τους και όχι με παλιμπαιδιστικό ψευτοπατριωτισμό η με γλοιώδη ηθικολογία βυζαντινοφαναριώτικης προέλευσης το ελληνικό όνομα.

Το χειρότερο έγκειται στο ό,τι τολμάς με μεγίστη βλακανοβλάχικη υπουλότητα, θρασύτητα και με μέγιστο φθόνο ως έκφραση βαθειών συμπλεγμάτων κατωτερότητας να αμφισβητήσεις την ελληνική συνείδηση των συσχολιαστών που μερικές φορές γράφουν κάτι σε μιάν άλλη γλώσσα.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, hic et nunc (εδώ και τώρα).

Καθημερινή (10.1.16)

- ————————————————————-

Σπουδές στην Λειψία (πρώην Ανατολική Γερμανία)

Στην Ανατολική Γερμανία έχουν
σπουδάσει και πολλοί άλλοι. Ηταν ως επιστήμονες επιτυχέστατοι προ και ύστερα από την
Αλλαγή στην ενωμένη Γερμανία.

Μερικά παραδείγμαστα :

1. Πρώην φοιτητής και αργότερα
συνάδελφός μου έχει ύστερα από την ΑΛΛΑΓΗ αγορευθεί σε καθηγητή πανεπιστημίου
και κατόπιν έγινε και διεθυντής ενός μεγάλου ινστιτούτο στην Δυτική Γερμανία στην πόλη Bochum.

2. Ο πρώην υπεύθυνος του τμήματος
Λογικής και καθηγητής έμεινε στη θέση του και ύστερα από την Αλλαγή και έχει γίνει μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου επιστημονικών ερευνών σε όλην την Γερμανία
κλπ. κλπ.

3. Πρώην καθηγητής της Χημείας
έγινε ύστερα από την Αλλαγή για χρόνια πρύτανης του πανεπιστημίου μας.

4. Ο Πρέδρος της Γερμανίας Gauck (ΘΕΟΛΟΓΙΑ, κάθε πανεπιστήμιο είχε μία Θεολογικη σχολή) και η καγκελάριος Merkel (Φυσική με άριστα) σπούδασαν με μεγστη επιτυχία στην Ανατολική Γερμανία.

5. Εχω συγγράψει πολλές
επιστημονικές γμωματεύσεις για κυβερνήσεις ύστερα από την Αλλαγή (Ιδέ το ανάλογο παράρτημα με πηγές (πότε, τί, για ποιόν ) στο εκτενέστατο Βιογραφικό μου : «Wissenschaftliche Gutachten“).

Κατά τα άλλα έχουν κατορθώσει να
αναλάβουν υψηλές θέσεις στην πολιτική της ενωμένης Γερμανίας ακόμη και πρώην αξιωματικοί της Στάζι (Staatssicherheit). Αυτά ανήκουν εδώ καθώς και στις άλλες πρώην «σοσιαλιστικές
« χώρες στο ΠΑΡΕΛΘΟΝ.

Προσθήκη : Τα πανεπιστημιακά διπλώματα όλων των αποφοίτων όλων των νομικών σχολών της Ανατολικής Γερμανίας έχουν ΕΠΙΣΗΜΑ αναγνωρισθεί !
Σήμερα ανήκουν αυτοί στην εύπορη μεσαία τάξη.

Καθημερινή ( 21.3.16)

—————————————————————

Σπουδές και στην Φιλοσοφία

Σπούδασα επιτυχέστατα (άριστα ) Φιλοσοφία και πέραν τούτου έγινα διεθνώς σε επιστημονικούς κύκλους γνωστός ως εμπεδωτής της νέας επιστήμης ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου (ιδέ Panos Terz, Die Völkerrechtsphilosophie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro scientia ethica iuris inter gentes, in: Archiv für Rechts – und Sozialphilosophie,86/2/2000, S. 168-1849;ISSN 0001-2343 ).

Το υπερεξειδικευμένο επιστημονικό περιοδικό -ελίτ εκδίδεται από ένα διεθνές Kollegium στην παράδοση του I.Kant Hegel.

Οποιος δημοσιεύσει σε αυτό το περιοδικό ύστερα από τιμητική πρόσκληση, γίνεται αυτόματα διεθνώς γνωστός.

Ιδέ εκτενέστερα στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de

iefimerida (12.3.16)

 

 

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 4η

Γράφει εις το πνεύμα του “αγαπάτε αλλήλους” της “ελληνότροπης χριστιανικής παιδείας” (!!!) με μεγίστη σεμνότητα (στην ουσία ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ) και ταπεινοφροσύνη (στην ουσία ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ) και με αποφθεγμαικές “γνώσεις” κάποιος τσαρλατάνος sui generis βαλκανολεβαντίνικης κοπής με ψευτοχριστιανικό περιτύλιγμα που δεν έχει σπουδάσει Φιλοσοφία, Θεολογία, Λογοτεχνία, Ιστορία, Ψυχολογία, Κοινωνιολογία και βάλε και όμως παριστάνει τον ¨σοφό” μη έχοντας ουδεμία αυτογνωσία.

Εν κατακλείδι :

Γράφει ένας “χριστιανός” της κακιάς ώρας και υπερπατριώτης του γλυκού νερού, σύμφωνα με διεθνή, όχι με βαλκανονοβλάχικα κριτήρια, ένα ανεπαρκέστατα μορφωμένο και επιστημονικά ουχί καταρτισμένο άκρως γελοίο , αλλά ένα βαθειά κομπλεξικό, γενικά ψυχικά τεταραγμένο, κοινωνικά γλοιώδες και επαγγελματικά αποτυχημένο και διεστραμμένο ανθρωπάριο όπως συνήθως ως μία σκατ..μυγα και πρωτίστως ως μία πρωτοφανώς ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΗΣ ΟΧΙΑ που δημιουργεί εδώ και τέσσερα χρόνια ένα, όχι μόνον συγκρουσιακό , αλλά ένα σχεδόν εμφυλιοπολεμικό κλίμα.

Αν και ξέρει ότι ο συσχολιαστής κ. Χαραμής είναι 87 ετών , τολμά να προσβάλλει ακόμη και αυτόν με ΑΛΗΤΗΡΙΟ και αναιδέστατο τρόπο. Ο αδιάντροπος είναι όντως για δέσιμο.

Ο “Αγιος” Augustinus μας λέγει : Η υπερεπισήμανση της ηθικής και της ταπεινοφροσύνης είναι η μεγαλύτερη ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ.

Παρακαλώ τον αρμόδιο συντάκτη να δημοσιεύσει το σχόλιό μου.
Από εδώ και πέρα δεν είμαι διατεθειμένος πλέον να ασχολούμαι με φρενοβλαβείς και ψυχασθενείς “σχολιαστές” (είναι δύο).
Αμάν, τί πάθαμε .
Τελεία και παύλα.
Ευχαριστώ.

Καθημερινή (17.1.16)

—————————————————

Καρρικατούρα του Νεοέλληνα

Αντιπαθώ τις καρρικατούρες (πατριδικάπηλους, υποκριτές ψευτοχριστιανούς, και τους καραμπινάτους ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ που για μένα είναι στην ουσία κοινωνικά άχρηστοι) του Νεοέλληνα, όχι τον ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ.

Είμαι κι εγώ ΝΕΟΕΛΗΝΑΣ.

Καθημερινή (28.2.16)

 

 

Αρης Νούλης, Νουλιάδα 5η

Απλούστατα : Διεστραμμένο και μπασταρδεμένο υποκείμενο βαλκανολεβαντίνικης κοπής :

βαλκανική είναι η υπουλότητα, η παμπονηριά και η αρρωστημένη τάση σε συκοφαντίες και ψέμματα, λεβαντίνικη είναι η ζήλεια, η τεμπελιά ,η μοχθηρια και ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ χειρίστου είδους.

Εγώ έγραψα κάπου, ότι ένας συγγενής μου θρησκόληπτος έχει ασχοληθεί σε όλη του τη ζωή με την Αποκάλυψη του Ιωάννη και κάποτε άρχισε να τα χάνει, αλλά εσύ διαστρεβλώνεις την πληροφορία και βγάζεις ανέντιμα και άνανδρα συμπεράσματα για όλο το σόϊ μου. Θα μπορούσα να σε βρίσω και στα ισπανικά, αλλά σέβομαι τις μητέρες.

Παρακαλώ τους υπεύθυνους να δημοσιεύσουν το παρόν σχόλιο, το οποίο είναι μόνον απάντηση στις διαρκείς συκοφαντίες φρενοβλαβών και ψυχασθενών υποκειμένων.

Καθημερινή (21.2.16)

—————————————

Οι Πανεπιστημιακοί μου κλάδοι

Καθηγητής Πανεπιστημίου, Λειψία, Universidad Santiago, Pontificia Universidad Βατικανό

Εδρα : Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο ( Θετικό ΔΔΔ, Θεωρία,Φιλοσοφία,Κοινωνιολογία και Μεθοδολογία του ΔΔΔ), Φιλοσοφία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, Γενική μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών και φουτουρολογικών ερευνών.
Το τελευταίο μόνον για την επιμόρφωση άλλων καθηγητών πανεπιστημίου.
Δημοσιευθέν στην Καθημερινή (2015)

Ιδέ εκτενώς στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Aυτοκληθέντες Εθναμύντορες

Δική μου εμπειρία ήδη στα τέλη των 40χρονων :

Οι αυτοκληθέντες εθναμύντορες (Ελληναράδες) είναι συχνότατα πατριδοκάπηλοι, ανέντιμοι , υποκριτές και βρώμικοι χαρακτήρες. Αυτό ισχύει και σε άλλες χώρες.

Θυμάμαι τον Βλάχο δάσκαλο του Δημοτικού που στην κατασκήνωση για φτωχά παιδιά έβγαζε πύρινους λόγους με “εθνικόν παλμόν” , μερικές φορές και με “δάκρυα” στα μάτια, αλλά τελικά έκανε υπεξαίρεση ενός μεγαλου χρηματικού ποσού, τον καθήρεσαν και φυλάκισαν.

Στα 50χρονα έχω βιώσει μίαν παρόμοια περίπτωση : “Εθνικόφρων” βουλευτής , κι αυτός Βλάχος, πάτησε δημόσιο χώρο, διοργάνωσε το όργωμα , έσπειρε στάρι , όλα με δημόσια έξοδα, είχε σχετικά μεγάλη σοδειά, κατόπιν πούλησε το στάρι και έβαλε όλο το ποσό στην τσέπη του.

Ηταν η εποχή που εμείς πεινούσαμε. Τέτοια βιώματα δεν ξεχνιώνται ποτέ, μα ποτέ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα γλοιώδη και βρώμικα ψευτοπατριωτικά ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ.

Καθημερινή (9.2.16)

Προγνωστικότητα, Φουτουρολογία

ΦΟΥΤΟΥΡΟΛΟΓΙΑ, ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΤΗΤΑ (Συνοπτικά)

Δεν υφίσταται ουδεμία σχέση με
προφητείες και αποκαλύψεις, γιατί πρόκειται για επιστήμες, οι οποίες έχουν μεν εμφανισθεί ως τέτοιες ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο,
αλλά ήδη τον 19ο αι. ήταν μερικοί επιστήμονες σε θέση να προβλέψουν κοσμοϊστορικά γεγονότα, οπως τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και το παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.

Ας υπενθυμίσουμε, ότι ο γνωστός Γάλλος
συγγραφέας Jules Verne έχει προειδεί μερικές εξελίξεις των φυσικών επιστημών φυσικά επί τη βάση των μεγάλων επιτεύξεων των φυσικών και τεχνικών επιστημών της εποχής του.

Σε μερικές επιστήμες είναι σχετικά εφικτό να γίνουν
προβλέψεις, αλλά αυτό προϋποθέτει χρονοβόρα συστηματική και μεθοδική προετοιμασία του είδους των ΒΑΣΙΚΩΝ επιστημονικών ερευνών (στην Ελλάδα δεν υπάρχει δυστυχώς τέτοια παράδοση, μόνο στο Πανεπιστήμιο του Ηρακλείου γίνονται επιτυχείς προσπάθειες) με το απαραίτητο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, από ειδικούς επιστήμονες ερευνητές.

Ισως να υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις και σε άλλα πανεπιστήμια ή σε ειδικά ινστιτούτα επανδρωμένα με ερευνητές, οι οποίοι διαθέτουν ανάλογη πείρα σε ερευνητικά ιδρύματα των προηγμένων χωρών και εκτός τούτου δεν έγιναν καθηγητές πανεπιστημίου με ιδιαίτερη κομματική ταυτότητα στην εποχή της Μεταπολίτευσης.

Καθημερινή (1..3.16)

Panos Terz. Πανεπιστημιακοί Κλάδοι

Οι  Πανεπιστημιακοί μου κλάδοι

Καθηγητής Πανεπιστημίου, Λειψία, Universidad Santiago, Pontificia Universidad Βατικανό

Εδρα : Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Θεωρία, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, Γενική Μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών και προγνωστικών ερευνών.
Το τελευταίο μόνον για την επιμόρφωση άλλων καθηγητών πανεπιστημίου.
Ιδέ εκτενέστατα στον Ιστότοπό μου  : http://panosterz.de

Panos Terz, Πανεπιστημιακές Σπουδές

Σπουδές μου
σύμφωνα με το ρητό «Γηράσκω αεί διδασκόμενος»

-Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο (Δ.Δ.Δ.), στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου.

- Bάσεις της Φιλοσοφίας, της Εθνικής Οικονομίας ,της Πολιτολογίας,  της πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής, της Διδακτικής , της Μεθοδικής/Μεθοδολογίας, της Ψυχολογίας , της Κοινωνιολογίας και του Πανεπιστημιακού Managemant.

-Πέραν τούτου σπουδές στο Μαρξισμό-Λενινισμό, στην Μαρξιστική-Λενινιστική Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , στην Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού Κινήματος, στο Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, στην Θεωρία της Επανάστασης και στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα.

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολούμαι από το 1960 ερασιτεχνικά, αλκλά συστημαστικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με την Μεσολιθική και την Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας και  απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών.

Λόγω επιστημονικών σκοπών εκμάθηση πολλών ξένων γλωσσών.

Αυτά δεν πραγματοποιούνται ούτε με υπερεπαναστατικές εξυπνάδες αριστερόστρεφης κοπής, , ούτε με ανέξοδες υπερπατριωτικές κορώνες των Ελληναράδων, ούτε με στείρη αρχαιολατρεία, ούτε με γλοιώδη πατριδοκαπηλεία, ούτε με εμετική υποκριτική θρησκοληψία, αλλά επί τη βάση των εξής ΗΘΙΚΩΝ αξιών :

ατσαλένια βούληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και παράφορος έρωτας προς την Σοφία -Επιστήμη.

Μόνον μέσω τέτοιων αξιών μπορεί να σωθεί η Ελλάδα και να εξελιχθεί σε μίαν πραγματικά ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ χώρα.

Καθημερινή (21.2.16)

Σοφία και Επιστημονική Γνώση

Σοφία και Επιστημονική γνώση

Στην Ελλάδα επικρατεί η συνήθεια, να θεωρούνται σοφοί μερικοί που απέτυχαν στην επιστημονική σταδιοδρομία και κατόπιν άρχισαν να πουλούν αοριστολογίες.

Ξέρω μια τέτοια περίπτωση κάποιου Ελληνα που έχει συγγράψει μεν ένα διδακτορικό, αλλά, όπως αυτός ισχυρίσθηκε, δεν το παρέδωσε για να το υπερασπίσει λόγω “σεμνότητας”. Αρχισελοιπόν να εκδίδει άλλα δημοσιογραφικα κείμενα και πράγματι κάποιοι στην Ελλάδα τον έχουν κάνει “σοφό”.

Αλλα και στην αρχαία Ελλάδα γινόταν μεν λόγος για τους Επτά όντως Σοφούς, αλλά η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ έχει εμπεδωθεί πρωτίστως από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Δημόκριτο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμρενίδη, τον Επίκουρο και πολλούς άλλους.

Σοφία χωρίς σωστές γνώσεις είναι λοιπόν στην ουσία αερολογία. Ειδάλλως θα μπορούσε να παριστάνει τον σοφό κάθε αδαέστατος και τσαρλατάνος. Ιδέ και σε μερικά σχόλια στον ηλεκτρονικό τύπο.

Καθημερινή (21.2.16)

Τερζοπουλαίοι, Επιτυχείς Επιστήμονες

Τερζοπουλαίοι , Επιτυχείς  Επιστήμονες

1. Παναγιώτης Δημητρίου Τερζόπουλος  (Panos Terz).

Ιδέ εδώ στο Μπλογκ α)  Panos Terz, Σπουδές, β) Panos Terz , Πενεπιστημιακοί κλάδοι καθώς και γ) το Βιογραφικό μου (http://panosterz.de).

1.Ο αδελφός μου Θεόδωρος Τερζόπουλος ( 4 ξένες γλώσσες) έχει αγορευθεί στο Πεκίνο (πρωτεύουσα της υπερδύναμης Κίνα ) σε καθηγητή ανωτάτης σχολής.
Ετσι τιμούμε το ελληνικό όνομα ανά τον κόσμο και όχι μέσω ανέξοδου λεκτικού πατριωτισμού (Ελληναράδες). Ρίξτε μια ματιά στο Διαδίκτυο.

2. Ο ανιψιός μου Ηλίας Χρυσσοχοϊδης έργάζεται ως ανώτερος επιστήμων εδώ και 16 έτη στο Stanford -University , το οποίο ανήκει στα τρία καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Ισως τρίβετε τώρα τα μάτια σας. Και εδώ συνιστώ το Διαδίκτυο.

3. Ο γιός μου έχει δύο πανεπιστημιακά διπλώματα και ακόμη τρία επαγγέλματα, δηλαδή όλα μαζί ΠΕΝΤΕ επαγγέλματα . Voila !

4. Ο εξάδελφός μου Μιλτιάδης Τερζόπουλος και πρώην συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο της Κατερίνης (απολυτήριο 1957) ήταν επί πολλά έτη ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ιατρός στο Δυτικό Βερολίνο.

5. Τους επιτυχέστατους Τερζοπουλαίους της Κατερίνης δεν είναι ανάγκη να τους αναφέρω λεπτομερώς, γιατί είναι γνωστότατοι (βουλευτής, δήμαρχος, ιατρός, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ).

Καθημερινή (2.3.16)

Καπιταλισμός, Αστικό Κράτος, Υπάρχει καλύτερο Σύστημα ;

Καπιταλισμός , Υπάρχει ένα καλύτεο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιτικό σύστημα ;

Υπάρχει στην πραγματικότητα ένα καλύτερο σύστημα ; Οι γνωστότατες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ουτοπίες έχασεν ήδη την μαγική τους δύναμη. Στην πραγματικότητα της ζωής έχουν αποδειχθεί ως ανερφάρμοστες.

Κατά τα άλλα στην Κίνα εφαρμόζεται ο Καπιταλισμός κονφουκιανικής κοπής που σημαίνει χωρίς δημοκρατία.

Στα απολυταρχικά συστήματα της Ρωσίας και της Τουρκίας λειτουργεί ο καπιταλισμός επίσης χωρίς τις βασικές δημοκρατικές ελευθερίες και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Καθημερινή (26.1.16)

Ελληνικός Πολιτισμός και Ανατολικοί Πολιτισμοί, Σύγκριση

Οι Ανατολικοί πολιτισμοί και ο Ελληνικός Πολιτισμός ή η Ανατολή ιστορικά προηγείτο πολύ

Ο απογαλακτισμός του ανθρωπίνου γένους από την μητέρα φύση έλαβε χώραν στη Μέση Ανατολή οκτώ έως ενιά χιλιάδες χρόνια π.Χ. ( στην Ευρώπη μεταξύ της 5ης και της 3ης χιλιετερίδας π.Χ. ) μέσω της Αγροτικής Επανάστασης που ήταν η πρώτη μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Αυτό ισχύει γενικά και για την γενική εξέλιξη του υλικού και ύστερα από 4.500 έτη και του πνευματικού πολιτισμού. Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός ήταν η αφετηρία για τη Νεολιθική Εποχή.

Οι λαοί της Μέσης Ανατολης έχουν ως πρώτοι στην ιστορία της ανθρωπότητας εγκαθιδρύσει ως ένδειξη προηγμένου πολιτισμού κράτη ( μεταξύ της 4ης και της 3ης χιλιετηρίδας π.Χ., στις Ινδίες την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. ) και είχαν τους πρώτους νόμους ( Urukagina 2285 π.X. , Urnammu 2063 π.Χ., Kodex Eshnuna 1950 π.Χ., Kodex Hammurapi (1728 π.X.).

Ηδη είχαν αλφάβητα, σχολεία, λογοτεχνία, επιστήμες κλπ. περίπου χίλια χρόνια προ της άφιξης των Ινδοευρωπαίων (Ιαπετικών) στον ελληνικό χώρο !
Η ελληνοκεντρική ομφαλοσκόπηση οδηγεί κατ ευθείαν σε αποβλάκωση. Ξυπνήστε επί τέλους.

Το Βήμα(1.2.16)

Αριστεροί, Ατέρμονες Συζητήσεις χωρίς Αποτέλεσμα

Πολύωρες συνεδριάσεις Ελλήνων Αιστερών χωρίς συγκεκριμένο αποτέλεσμα

Αμέσως ύστερα από το στρατιωτικό πραξικόπημα με παρακάλεσαν Γερμανοί Φιλλέλληνες και Ελλήνες στο εξωτερικό σε μια χώρα να δεχθώ να με εκλέξουν πρόεδρο της Αντιδικτατορικής Επιτροπής. Εως τότε ήταν σχεδόν “εθιμικό δίκαιο” να διαρκούν οι συνελεύσεις των Ελλήνων 4 έως 6 ώρες.

Εχω εισαγάγει κάτι το άγνωστο : μόνον μίαν ώρα. Πέραν τούτου έχω εντόνως επισημάνει, ότι όποιος προτείνει κάτι , είναι ηθικά υποχρεωμένος να συμβάλλει στην πραγματοποίηση της πρότασής του . Και αυτό ήταν ένας νεοτερισμός. Διαμαρτυρήθηκαν , αλλά ησύχασαν, γιατί με χρειαζόταν.

Πάντως έκανα το πατριωτικό μου καθήκον έως το 1973, αλλά κατόπιν ορκίσθηκα να αποσυρθώ δια παντός και να ασχολούμαι μόνον με επιστημονικά ζητήματα. Αυτό κράτησε έως το 2012, όταν άρχισα να αναρτώ σχόλια στον ελληνικό ηλεκτρονικό τύπο.

Καθημερινή ( 3.2.16)

Panos Terz, Εγκυκλοπαιδική Μόρφωση

Οι Σπουδές μου

Σύμφωνα με το ρητό «Γηράσκω αεί διδασκόμενος» :

-Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο (Δ.Δ.Δ.) και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου.

-

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολούμαι από το 1960 ερασιτεχνικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με την Μεσολιθική και την Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας, απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών και από 1995 ερασιτεχνικά και συγκριτικά με τους διφθόγγους στις αρχαιότατες ινδοευρωπαϊκες γλώσσες (Χιττιτικά, Σανσκριτική, Αρχαία Ιρανικά, Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Λατινικά και Νεοκελτικά ).

Λειψία, 29.2.2016