Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και οι Εχθροί του, Αντιπαράθεση με τον Θεολόγο και Φιλόσοφο Χ. Γιανναρά

Ο κοσμοϊστορικός ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ και οι εχθροί του

Defensio Lucis  Aeternae Occidentalis versus “lucis sancti” orientalis virorum obscurorum theologorum orthodoxorum balkanorum

( Υπεράσπιση του Αιωνίου Φωτός της Δύσης κατά του ανατολίτικου “αγίου φωτός” των σκοταδιστών βαλκανίων ορθόδοξων Θεολόγων )

Μία συστηματική, νηφάλια και εκλαϊκευμένη επισημονική θεώρηση

1. Προοίμιον

Το παρόν ειδικό σχόλιο αποτελεί μίαν ακαδημαϊκή αντιπαράθεση με την διαρκή δυσφήμιση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εκ μέρους του Θεολόγου και Φιλόσοφου κ. Χ. Γιανναρά. Επισημαίνω τον ακαδημαϊκό τρόπο της αντιπαράθεσης, κάτι που δεν εφαρμόζεται ούτε στον πολιτικό στίβο, ούτε στον ελληνικό τύπο, ούτως ή αλλως ούτε στο διαδίκτυο, όπου επικρατεί ένα κλίμα του συγκρουσιασμού, των αντεγκλήσεων, των διαστρεβλώσεων και των προσωπικών προσβολών.

Το σχόλιο αφορά μόνον την εχθρική τοποθέτηση του κ. Γιανναρά στην επιφυλλίδα του έναντι του Διαφωτισμού, τον οποίο κατηγορεί σχεδόν για όλα τα κακά του κόσμου και γενικά έναντι του ατομοκεντρισμού και του φιλελεύθερου πνεύματος της Δύσης αενάως ηθικολογώντας χωρίς να παρουσιάσει ένα καλύτερο κοινονικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα, ενώ σημειώνεαι μία τάση συμπάθειας σε αυταρχικούς πολιτικούς (Πούτιν, Ερντογκάν), εν μέρει και σε ολοκληρωτικά συστήματα. Εως τώρα δεν έχει γράψει, τί είναι κατά την γνώμη του ο Διαφωτισμός.

Περίμενα ματαίως πέντε έτη ελπίζοντας, ότι κάποιος θα έκανε την απαραίτητη συστηματική αντιπαράθεση με τις σκοταδιστικές θέσεις του κ. Γιανναρά, αλλά τελικά αποφάσισα να το κάνω εγώ, ειδάλλως θα περίμενα έως την μεταφυσική, υπερβατική και φαντασιακή «Δευτέρα Παρουσία».

Τί σημαίνει άραγε η έννοια Διαφωτισμός ; Πότε,σε ποιές χώρες και διατί έχει εμφανισθεί ο Διαφωτισμός ; Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και οι καθοριστικές επιτεύξεις του ; Διατί τον μισούν οι ιεράρχες και οι θεολόγοι του Ρωμαιοκαθολικισμού και ιδιαιτέρως της Ορθοδοξίας ; Διατί δεν υφίστασται ουδεμία σχέση μεταξύ των ιδεών του ατομοκεντρικού Διαφωτισμού και των αρχών των ολοκληρωτικών συστημάτων ; Είναι οι βασικές ιδέες του Διαφωτισμού παρωχημένες, όπως ισχυρίζονται οι εχθροί του ; Είναι η Μεταφυσική και ο Μυστικισμός του Χριστιανισμού και ιδιαιτέρως της Ορθοδοξίας επαρκείς και κατάλληλοι να αντικαταστήσουν στον 21οαι. τον ήδη υλοποιημένο Διαφωτισμό ; Επιδιώκουν στα σοβαρά να επανέλθουν στο Μεσαίωνα ;

2. Εννοια του Διαφωτισμού

α) Υπό την ευρύτερη έννοια σημαίνει ο Διαφωτισμός την ατομική επιδίωξη μίας αυτοτελούς νοημοσύνης του ανθρώπου. Τον ευστοχότερο ορισμό του Διαφωτισμού έχει διατυπώσει ο Γερμανός ο κορυφαίος Φιλόσοφος Ιmmanuel Kant : « έξοδος του ανθρώπου από την αυθυπαίτια ανωριμότητητά του». Πέραν τούτου μας διδάσκει ο Kant : «Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιήσει κανείς το νου του χωρίς την καθοδήγηση από κάποιον άλλον».

Κάθε Διαφωτισμός προϋποθέτει Κριτική στις κυριάρχουσες επίσημες απόψεις περί της φύσης, του ανθρώπου, της κοινωνίας, του κράτους, του θεού (των θεών), των ηθικών και των νομικών κανόνων. Κανόνες , οι οποίοι προέρχονται από έξω, από άλλους αποτελούν «χειροπέδες μίας παντοτινής ανωριμότητας» (Kant).

Ο Διαφωτισμός διακηρύττει την πρόοδο της κοινωνίας και της ανθρωπότητας ως μία χρονοβόρα διαδικασία και πρεσβέυει την βασική άποψη, ότι ο νους (ΛΟΓΟΣ) είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτος και ότι η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ του ανθρώπινου Λόγου (όχι ο θεός) αποτελεί την υψίστη εξουσία για τον άνθρωπο περί του τί είναι καλό ή κακό , αληθές ή ψευδές. Αλλά μονον η κατάλληλη παιδεία οδηγεί σε τέτοια ανθρώπινη ικανότητα.

β) Συγκεκριμένα πρόκειται για ένα διανοητικό και φιλοσοφικό κίνημα, το οποίο αντανακλούσε τις οικονομικές, και πολιτικές επιδιώξεις του Τρίτου κοινωνικού στρώματος και δη του αστικού στο πλαίσιο της χειραφέτησής του από τα δεσμά του φεουδαλικού απολυταρχισμού.
Ως διανοητικό κίνημα έχει εμπεδωθεί ο Διαφωτισμός μέσω συνεχούς και άκρως επιτυχούς σύγκρουσης με τον Σχολαστικισμό , τη Μεταφυσική, το Μυστικισμό, το μονοπώλιο της «Αλήθειας» και γενικά με την καθυστέρηση και το ΣΚΟΤΟΣ του Χριστιανισμού και δη του Ρωμαιοκαθολικισμού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που αυτό το κίνημα έχει άμεση σχέση με το πραγματικό Φως του ανθρώπινου λόγου και της επιστήμης κατά του φαντασιακού και «υπερβατικού» «φωτός του αγίου πνεύματος», δηλαδή κατά του ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ, ο οποίος ακόμη επικρατεί στις χώρες με ορθόδοξη παράδοση “από τηνΚρήτη έως το Βλαδιβοστόκ ” (Στέλιος Ράμφος) καθώς και στις ισλαμικές χώρες.

Τοιουτοτρόπως έxει αυτονομασθεί η Εποχή του Διαφωτισμού ως «the Age of enlightenment“, „ le siegle des lumieres“ή „siecle eclaire“(γαλλ.), „Aufklärung“(γερμαν.), „Illumιnismo“(ιταλ.) , „Illustracion“ (ισπαν.) και „prosvetschenije“(ρως.)

3. Ιστορικές ρίζες και βάσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Η Ιστορία της Φιλοσοφίας στην Ευρώπη αξιολογεί γενικά την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία και ιδαιτέρως τους Σοφιστές ως την πρώτη ρίζα του Διαφωτισμού. Κατά την γνώμη μου έχει ο αρχαίος ελληνικός Διαφωτισμός τις ρίζες του στον Υλισμό των Φιλοσόφων της Ιωνίας, έπονται ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και ιδίως οι Σοφιστές . Σύμφωνα με τον Εγελο είναι οι Σοφιστές οι φορείς του αρχαίου ελληνικού Διαφωτισμού).

Κατόπιν αναφέρονται η Αναγέννηση και το κίνημα του Ανθρωπισμού (Humanismus) μέσω της νέας Εικόνας του ανθρώπου και δη του ανθρώπου με εξελιγμένη ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ και μεγάλη γενική μόρφωση, κάτι που αντιτίθετο διαμετρικά στην χριστιανική Εικόνα του ανθρώπου.
Ο Διαφωτισμός έχει στηριχθεί εκτός τούτου σε επιτεύξεις των φυσικών επιστημών (Galilei ως εμπεδωτής της σύγχρονης φυσικής επιστήμης μέσω του πειράματος), Keppler (ηλιοκεντρισμός), Newton (νόμος της έλξης-βαρύτητας, «Philosophiae naturalis principia methematica» : “Μαθηματικές Αρχές περί της Φιλοσοφίας της Φύσης”, 1687 ) , οι οποίες έχουν κυριολεκτικά συγκλονίσει την κοσμοαντίληψη του Χριστιανισμού υπό την μορφή του Ρωμαιοκαθολικισμού. Ετσι προετοίμασαν το έδαφος για νέες φιλοσοφικές θεωρίες και για την ραγδαία εξέλιξη των επιστημών.

4. Αγγλία, η γενέτειρα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Δεν είναι ευρέως γνωστό, ότι ο Διαφωτισμός έχει εξελιχθεί πολυδιάστατα πρώτα στην Αγγλία. Αυτός είναι ο λόγος, γιατί παρακάτω παρουσιάζω τους σημαντικότερους Αγγλους Διαφωτιστές, οι οποίοι ήταν στην κυριολεξία δάσκαλοι των Γάλλων Διαφωτιστών, σχετικά εκτενώς. Ετσι αποδίδω στους ήρωες και «αγίους» της ευρωπαϊκής προόδου και της επιστήμης φόρο τιμής.

Θα γίνει βαθμιαία αντιληπτό, ότι οι καθοριστικές οικονομικές πολιτικές και κοινωνικές αξίες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού ύστερα από το Μεσαίωνα έχουν την αφετηρία στην Αγγλία.

Ηδη κατά το τέλος του 16ου αι. αρχισε η διαδικασία χειραφέτησης της αγγλικής αστικής τάξης, επί τη βάσει της παραγωγής και ταυτόχρονα έλαβε χώραν πρωτίστως μέσω της “Glorious Revolution” (¨Ενδοξη Επανάσταση”, 1688/1689) μία ελαφρά αστικοποίηση της αριστοκρατίας . Στο πέρασμα από τον 17ο προς τον 18οαι. έχει φθάσει ο αγγλικός Διαφωτισμός στο αποκορύφωμά του.

Αφετηρία του Διαφωτισμού ήταν ο FRANCIS BACON (16ος-17ος αι.), ο γενάρχης του αγγλικού υλισμού και σχεδόν όλων των εμπειρικών επιστημών. Στο διεθνώς γνωστότατο έργο του «Essays» (“Πονήματα”) εμπεδώνει την θεωρία του common sense (κοινός νους), η οποία έχει επηρεάσει πολύ την ευρωπαϊκή φιλοσοφική αντίληψη. Στο έργο του «Novum organum scientiarum» ( “Νέο Οργανον των Επιστημών”, 1620) , προτείνει ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης της επιστήμης με σκοπό τη ριζική μεταλλαγή των ανθρωπίνων και των κοινωνικών σχέσεων. Το σχεδόν απίστευτο έγκειται στην προσπάθειά του, να συμβάλλει μέσω φιλοσοφικών γνώσεων στον εκμοντερνισμό της παραγωγής ( «Nova Atlantis»). Σήμερα ονομάζεται αυτό Πρακτική Φιλοσοφία (στην Ευρώπη υπάρχουν ήδη τέτοιες πανεπιστημιακές έδρες). Ο Bacon έχει διατυπώσει και το εξής διάσημο : «Γνώσις είναι ισχύς».

Ακολούθησε o THOMAS HOBBES (επίσης 16ος-170ς αι. ), ο οποίος έχει εξελίξει τις απόψεις του F.Bacon μεν περαιτέρω, αλλα ήταν αντίθετος με μερικές θεϊστικές τάσεις του Bacon. Απαίτησε να εκδιωχθεί η Θρησκεία από την Φιλοσοφία, η οποία δέον να ασχολείται με τα σώματα, εννοώντας όχι μόνον το ανθρώπινο (φυσικό) , αλλά και το κρατικό (τεχνητό) σώμα, το οποίο δημιουργείται μέσω συνθηκών μεταξύ των ανθρώπων. Επομένως προτείνει την «Filosofia naturalis» (“Φιλοσοφία της Φύσης”) και την «Filosofia civilis» (“Φιλοσοφία του Πολίτου”.
Τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι «The Elements of Law, nature and politics» ( “Τα Στοιχεία του Δικαίου, της Φύσης και της Πολιτικής”), «De cive» (Περί του Πολίτου”) και το περιβόητο «Leviathan» , στο οποίο εμπεδώνεται μία νέα Θεωρία του κράτους. Ταυτοχρονα απορρίπτει τη μεσαιωνική θεολογική ψευτοθεωρία του κράτους. Εν ολίγοις το ξήλωμα των παρωχημένων και άχρηστων θεολογικών απόψεων συντελείται βαθμιαία, μεθοδικά και συστηματικότατα και τελικά επιτυχέστατα.

Ο σημαντικότερος Φιλόσοφος του αστικού κοινωνικού στρώματος στα τέλη του 17ουαι. ήταν o John Locke. Το έργο του «An essay concerning human understanding»(” Πόνημα περί της ανθρωπίνης νοημοσύνης”) εμπεδώνει την Σενσουαλιστική Γνωσιοθεωρία, η οποία αποτελεί το φονταμέντο της Φιλοσοφίας του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ιδιαιτέρως του Σενσουαλιστικού Υλισμού. Εκφράζει αντίθεση στον ισχυρισμό του Descartes, ότι οι ιδέες είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτες. Και όμως αυτός παραμένει ένας ιδεαλιστής Φιλόσοφος, γιατί διαπιστώνει, ότι υπάρχουν δύο αλήθειες : μια την οποία εκλαμβάνει η ανθρώπινη νοημοσύνη από τη μια μεριά και η η αλήθεια της “θεϊκής αποκάλυψης” από την άλλη μεριά.

Στο σημαντικότατο για την ευρωπαϊκή Θεωρία του κράτους και την Θεωρία του φυσικού Δικαίου (“φύσει δίκαιον”) συγγράμματός του «Two treatises of government»( (“Δύο μελέτες περί της κυβερνήσεως”) πρεσβεύει την άποψη, ότι το κράτος βασίζεται σε μίαν συνθήκη μεταξύ του λαού και του άρχοντα, και ότι πρέπει να υπάρχουν δύο εξουσίες, η νομοθετική και η εκτελεστική. Είναι η πρώτη φορά που έχει διατυπωθεί κάτι τέτοιο στη νεώτερη ευρωπαϊκη ιστορία. Ονομάζει ένα τέτοιο κράτος «κράτος του Λόγου» (ratio).
Ενα από τα σπουδαιότερα καθήκοντα του κράτους είναι κατά την γνώμη του η προστασία του δικαίου της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτό ανταποκρίνεται
πλήρως στα ταξικά συμφέροντα της ανερχόμενης αστικής τάξης και του
καπιταλισμού.

Επονται Μασόνοι και Ντεϊστές (π.χ. Anthony Collins, Matthews Tindal, John Toland et alt.), οι οποίοι έχουν επιτεθεί μετωπικά, εντατικά και συστηματικά εναντίον της Θρησκείας και της Σχολαστικιστικής Θεολογίας, την οποία θεωρούσαν ως το μεγαλύτερο εχθρό τους. Εν ολίγοις : Η κατατρόπωση της σχολαστικιστικής Θεολογίας αποτελούσε την conditio sine qua non για την εμπέδωση της επιστημονικής γώσης και μεθοδολογίας.

Οι Αγγλοι συνέχισαν την αποδόμηση της Θρησκείας και της Θεολογίας της και στον τομέα της Ηθικής Φιλοσοφίας απορρίπτοντας ό,τι έχει σχέση με την
μεσαιωνική χριστιανική ηθική. Εδώ πρωτοστάτησαν ο ιατρός Bernard de Mandeville και ο κόμης Shaftesbury. Ο πρώτος εκφράζει στο σύγγραμμά
του «The Fable of the Bees : or Privat Vices, Public Benefits» (“Το Παραμύθι των Μελισσών : Προσωπικά Αμαρτήματα ως Δημόσια Πλεονεκτήματα”) ισχυρό μίσος και μεγίστη απέχθεια έναντι της αφάνταστης υποκρισίας της χριστιανικής ηθικής και διατυπώνει την άποψη, ότι εγωϊσμός, απάτη, απληστία κλπ. είναι
ανθρώπινα φαινόμενα όμως υπερεξελιγμένα σε ιερείς, πλουσίους και πολιτικούς.
Μόνον σε μερικές περιπτώσεις υπερβάλλει θέλοντας να αντιμετωπίσει τέτοιες συνήθειες μόνον μέσω νόμων και της κρατικής εξουσίας. Ο εγωϊσμός, όπως ο Μ. τον αντιλαμβάνεται, που δεν αντιτίθεται στους νόμους , μπορεί κάλλιστα να συμφωνεί στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας με το γενικό συμφέρον.

Ο ντεϊστής Shaftesbury απορρίπτει και τον Υλισμό και την χριστιανική ηθική και νομίζει, ότι το ηθικό είναι σε κάθε άνθρωπο έμφυτo.Kατά την γνώμη του, έχει κάθε άνθρπος την δυνατότητα να εκλάβει μέσω του Λόγου του, ποιές δκές του ή ξένες πράξεις είναι στην αστική κοινωνία επιτρεπτές και ηθικές. Σκοπός του είναι να επιτευχθεί στην κοινωνία ο ανθρωπισμός.

Στην περαιτέρω εξέλιξη του Εμπειρισμού, του Σενσουαλισμού και του Σκεπτικισμού (αντίπαλος της Μεταφυσικής) έχει συμβάλλει και ο Φιλόσοφος, Οικονομολόγος και Ιστορικός David Hume , ο οποίος έχει ασκήσει επιρροή ακόμη και στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του I.Kant (κυρίως στο έργο του «Kritik der reinen Vernunft») , στον ευρωπαϊκό Θετικισμό και στην Αναλυτική Φιλοσοφία.

Ο πιο γνωστός αντίπαλος του Αγγλικού Διαφωτισμού ήταν αυτονοήτως ένας κληρικός, ο επίσκοπος George Berkeley, υπέρμαχος φυσικά της Υποκειμενικής Ιδεαλιστικής Φιλοσοφίας. Στο κύριο έργο του «Treatise concerning the principles οf human knowledge» (“Μελέτη περί των αρχών της ανθρώπινης γνώσεως”, 1710) απορρίπτει την ύπαρξη μίας αντικειμενικής πραγματικότητας και ισχυρίζεται, ότι αυτό που γενικά ονομάζουμε πραγματικότητα αποτελεί
μόνον μία σύνδεση αισθημάτων, τα οποία προκαλεί ο Θεός στο ανθρώπινο μυαλό ! Σε αυτή την μεσαιωνική σχολαστική αντίληψη βασίζεται η «Γνωσιοθεωρία» του. Σε τέτοιο καθυστερημένο επίπεδο εστιάζεται ακόμη (ίσως και αιωνίως) και η θεολογική Μεταφυσική της Ορθοδοξίας.

Οι πρυτανεύουσες απόψεις των Αγγλων (και Σκωτσέζων) Διαφωτιστών έχουν εκφρασθεί αργότερα με συνέπεια και συστηματικότητα από άλλους Φιλόσοφους, όπως π.χ. από τον Jeremy Bentham και τον John Mill.

Ο Jeremy Bentham («An Introduction to the Principles of Morals and Legislation“( ” Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής και της Νομοθεσίας “) έγινε διεθνώς φημισμένος ως θεμελιωτής του Ηδονιστικού Ουτιλιταρισμού (Ηδονιστικός Ωφελιμισμός ). Σύμφωνα με την Αρχή του Ωφελιμισμου εξαρτάται η ηθική ποιότητα των ανθρωπίνων πράξεων από το εάν μεγενθύνουν την ευτυχία όλων των Ατόμων, τα οποία έχουν κάποια σχέση με αυτές. Σύμφωνα με την δική του αντίληψη περί του „καλού του συνόλου“ αυτό εξαρτάται από τα συμφέροντα των πολιτών. Μέσω του Ουτιλιταρισμού ερμηνεύεται θεωρητικά το ανθρώπινο πράττειν υπό το νόημα , ότι η επίτευξη του Οφέλου είναι το κινητήριο μοτίβο των πράξεών του. Εδώ σημειώνεται μία άμεση σχέση μεταξύ του Ατομοκεντρισμού και του Ωφελιμισμού.

Στην περαιτέρω επεξεργασία και εξέλιξη του αγγλικού Ουτιλιταρισμού έχει συμβάλλει και ο John Mill („Utilitarianism“ :”Ωφελιμισμός” “). Μεταξύ άλλων γράφει :“Θα ήθελα εκ νέου να επαναλάβω, ότι οι αντίπαλοι της Ωφελιμιστικής Αρχής σπάνια το αναγνωρίζουν : Οτι η ευδαιμονία, η οποία αποτελεί για τον ουτιλιταριστή μοραλιστή το ηθικόν μέτρον , δεν είναι η δική του ευδαιμονία του ενεργούντος, αλλά όλων των συμπραττόντων“.

Το κύριο μήνυμά τους είναι το εξής : Μεταξύ της ατομικής και της γενικής Ευδαιμονίας δεν επιτρέπεται ουδεμία αντίθεση, δηλαδή να σκέπτεται το συγκεκριμένο Ατομο φυσικά το δικό του, αλλά και ταυτόχρονα και το Οφέλημα για όλην την κοινωνία. Αυτό μπορεί να αξιολογηθεί ως διαλεκτική σχέση μεταξύ του συμφέροντος του Ατόμου και του συμφέροντος της κοινωνίας. Δηλαδή δεν
πρόκειται για μονόδρομο και εγωϊστικό συμφέρον.

Ο Bentham και o Mill έχουν θεμελιώσει τον αγγλικό Ουτιλιταρισμό, ο οποίος εκπέμπει ένα ενδιαφέρον μήνυμα : „ the greatest happines of the greatest number“ (” η μεγίστη ευτυχία για τον μέγιστο αριθμό” (ανθρώπων). Πρωτίστως μέσω αυτής της θεωρητικής τοποθέτησης έχει δικαιολογηθεί ο φιλελευθερισμός, σύμφωνα με τον οποίο η μεγέθυνση του Οφέλους του ενός μπορεί να επιφέρει την μεγέθυνση του Οφέλους όλης της κοινωνίας.

5. Γαλλικός Διαφωτισμός , Αποκορύφωμα και υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει δεχθεί μεγάλη ώθηση από την σύγκρουση μεταξύ του τρίτου κοινωνικού στρώματος και της φεουδαλικής απολυταρχικής Μοναρχίας, κάτι που ήταν καθοριστικό σε όλον τον 18οαι. Ο Διαφωτισμός έχει εμφανισθεί ως κίνημα των Γάλων διανοουμένων στη μεταβατική περίοδο από τον17ο προς τον 18ο.αι. σε συνδυασμό με την γενική κρίση του Ancien Régime και έφθασε στο
crescendo του μέσω της νικήτριας Αστικής Επανάστασης το 1789 και της καθολικής εγκαθίδρυσης της εξουσίας της αστικής τάξης.
Στην Γαλλία σημειώνεται μία ιδία μορφή του Διαφωτισμού, του οποίου το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν ο ριζοσπαστισμός και ή άμεση επαφή με την πολιτική και την κοινωνική πραγματικότητα.

Διαπιστώνουμε συνολικά τρία βασικά στάδια του Γαλλικού Διαφωτισμού :

Το πρώτο στάδιο (πρώιμος Διαφωτισμός)

έχει ως χαρακτηριστικά στοιχεία α) μίαν κοσμοαντίληψη, η οποία έχει επηρεασθεί καθοριστικά από την σενσουαλιστική Θεωρία του Locke και β) την απόρριψη του Ρασιοναλισμού του Descartes. Ο γαλλικός τρόπος ζωής , όπως η απόλαυση hic et nunc και όχι σε ένα φαντασιακό μεταθανάτιο «παράδεισο» καθώς και ο αντιμεταφυσικαλισμός, ο αντικληρικαλισμός και ο αντιθεολογισμός απαιτούσαν στην ουσία κοινωνιολογικές, υλιστικές, αντιμεταφυσικές, αθεϊστικές και αντιθρησκευτικές θεωρίες.

Ο πρώτος θεωρητικός του Γαλλικού Διαφωτισμού ήταν ο Pierre Bayle («Dictionnaire historique et critique» : “Ιστορικό και κριτικό Λεξικό” 1697) έχει πρωτοστατήσει στην παραλαβή του αγγλικού common sense, έχει συμβάλλει επιτυχώς στην κονιορτοποίηση της Σχολαστικιστικής Μεταφυσικής και έχει διατυπώσει εντόνως την άποψη , ότι η αθεϊστική κοινωνία γρήγορα θα επικρατήσει, γιατί οι αθεϊστές είναι έντιμοι, ενώ η θρησκεία έχει μέσω της δεισιδαιμονίας και της ειδωλολατρικής λειτουργίας στις χριστιανικές εκκλησίες εξαθλιώσει από ηθική άποψη τον άνθρωπο.

Μερικά έτη αργότερα εμφανίσθηκε στο σκηνικό των Διαφωτιστών ο Bernard Le B. De Fontenelles με τρία σημαντικά συγγράμματα ( „Digression sur les
Anciens et les Modernes „(” Θεώρηση των Παρελθόντων και των Συγχρόνων”),„Histoire des oracles“ ( “Ιστορία των Μαντειών” ) και „ “De l`origine des fables“ ( “Περί της προελεύσεως των παραμυθιών”), στα οποία ασχολείται κυρίως με την βαθμιαία εξέλιξη του ανθρωπίνου πνεύματος υπό το νόημα της Προόδου. Εδώ πρόκειται για τον πρώτο Φιλόσοφο, ο οποίος έχει ανακαλύψει την Πρόοδο ως βασικό νομοτελειακό κανόνα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Αυτή η λίαν καινότομη άποψη έχει περαιτέρω εξελιχθεί ιδιαιτέρως από τον Φιλόσοφο Holbach φιλοσοφικά καθώς και πολιτικά με ριζοσπαστικό τρόπο.

Με τον μεγάλο ρόλο της Προόδου στην ανθρώπινη ιστορία έχει ασχοληθεί υπό τον φακό της Ιστορίας της Φιλοσοφίας και ο Condorcet στο έργο του „Esquisse des progres de l`esprit humaine“ ( “Σχέδιο μίας παρουσιάσεως της προόδου του ανθρωπίνου λόγου”).

Αλλά ο σημαντικότερος Γαλλος Διαφωτιστής («Πατριάρχης» του Γαλλικού Διαφωτισμού ) στο πρώτο ήμισυ του 18ου αι. ήταν ο Voltaire ( François-Marie ) , ο οποίος αποφάσισε να πάει στην Αγγλία για τρία χρόνια (1694-1778), όπου έχει ασχοληθεί υπό το νόημα σπουδών συστηματικά με τη νέα Φυσική Επιστήμη του Newton και με την σενσουαλιστική Γνωσιοθεωρία του Locke. Δηλαδή έχει αναγνωρίσει τους Αγγλους ως Φωτοδότες της επιστημονικής σκέψης.
Εχοντας μία τόσο ισχυρή επιστημονική βάση κατόρθωσε να συνδυάσει το νέο Φυσικό Δίκαιο (φύσει δίκαιον, jus naturae, jus naturalis) , με την Εμπειρία και τελικά με τον ανθρώπινο Λόγο . Αντικειμενικά έχει προετοιμάσει μίαν άκρως πειστική φιλοσοφική επιχειρηματολογία για την δημιουργία της αστικής κοινωνίας και για την εγκαθίδρυση του αστικού κράτους. Αρχισε ήδη να κινείται βαθμιαλια από την Θεωρία στη μελλοντική Πράξη.

Και ο Voltaire αξιολογεί την θρησκεία ως πηγή της δεισιδαιμονίας, του φανατισμού, της κακίας, της αμάθειας και της καταπίεσης του λαού. Γι αυτόν ήταν πρωταρχικός σκοπός να απελευθερώσει την ανθρωπότητα (όχι μόπον τον γαλλικό λαό) μεταξύ άλλων και από την θρησκευτική δεισιδαιμονία και την αδιαλλακτικότητα της χριστιανικής εκκλησίας.
Και όμως είπε τουλάχιστον μια φορά, ότι η θρησκεία είναι κατάλληλη και απαραίτητη για την χειραγώγηση και διοίκηση του λαού. Δηλαδή δεν ήταν μόνον θωρητικός, αλλά και πραγματιστής.

Σε σύγκριση με τον Voltaire ήταν ο Charles de S. de Montesqieu μόνον εν μέρει Διαφωτιστής. Στο έργο του «De l`esprit des lois“ (” Περί του πνεύματος των νόμων”) έχει αναπτύξει την άποψή περί των τριών εξουσιών νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, κάτι που έχει όχι αμέσως αλλα τον 19ο και τον 20αι. αναγνωρισθεί ως υπόδειγμα φιλελεύθερης αστικής Θεωρίας του κράτους.

Το δεύτερο στάδιο του Γαλλικού Διαφωτισμού

είχε ως αφετηρία το «Code de la nature» του Morely και τον Jean-Jacques Rousseau ,του οποίου η συμβολή στις επιτυχίες του Διαφωτισμού πρωτίστως μέσω του πολιτικού συγγραμμάτου „Contrat social“ (“Κοινωνικό Συμβόλαιο”) καθώς και των άλλων έργων του „Discours sur les sciences et les arts“ (“Μελέτη περί των επιστημών και των καλών τεχνών”, 1750) , „Discours sur l`origine et les fondements de l` inégalité parmi les hommes“ ( “Μελέτη περί της προελεύσεως και των βάσεων της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων”, 1754), «Nouvel Héloise» και „Emile“ ήταν όντως τεράστια και καθοριστική.

Ετσι έχει αυτός ενδυναμώσει το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο του αναγκαίου αγώνα της αστικής τάξης κατά του φεουδαλικού απολυταρχικού συστήματος, το οποίο εμπόδιζε την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού status quo. O Rousseau ήθελε μία κοινωνία ισότιμων και μορφωμένων πολιτών χωρίς πλούσιους και φτωχούς, χωρίς καταπίεση, όπου θα ίσχυε η “Volonté Générale” (“Γενική Βούληση”) και όχι η “Volonté de tous” (“Βούληση όλων”) που σημαίνει το άθροισμα των βουλήσεων των πολιτών σε ένα κράτος. Θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε και διαφορετικά : Συμφέρον του συνόλου (Δημόκριτος) ή «το κοινόν καλόν» (Αριστοτέλης), αλλά οι Φιλόσοφοι και οι Πολιτολόγοι της ανερχόμενης αστικής τάξης ήθελαν οπωσδήποτε να επισημάνουν την παναθρώπινη πτυχή των αστικών επιδιώξεων και εννοιών (επιτυχέστατο τέχνασμα ιστορικών διαστάσεων ). Ετσι κατόρθωσαν να ομιλούν και να ενεργούν όχι μόνον στο όνομα της αστικής τάξης , αλλά και στο όνομα όλου του λαού.

Στα πλαίσια του διαφωτιστικού κινήματος υπήρχε και μία πτέρυγα των οπαδών του Μηχανιστικού Υλισμού ( J.de la Mettrie, C. Helvetius, D`Holbach και ο σημαντικότερος από όλους ο Denis Diderot). Αυτοί είχαν ως βάση της τοποθέτησής των την φυσική του Descartes, την Θεωρία περί της Φυσικής του Newton και τον Υλιστικό Σενσουαλισμό του Locke. Οι υλιστικές ή και ντεϊστικές απόψεις τους έχουν ασκήσει καθοριστική επιρροή στην γαλλική νεολαία της προεπαναστατικής εποχής.

Αυτό έχει συντελεσθεί πρώτα από όλα μέσω της
περίφημης «Encyclopédie ou Dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des métiers“ (“Εγκυκλοπαίδεια ή εξηγητικό Λεξικόν των επιστημών , των καλών τεχνών και των επαγγελμάτων” , 1751-1772) με , την οποία εξέδωσαν o Diderot και D` Alembert, αλλά έχουν συμετάσχει με άρθρα σχεδόν όλοι οι Διαφωτιστές. Κυρία επιδίωξη ήταν η μόρφωση όλου του λαού επί τη βάσει επιστημονικών γνώσεων και κατά της χριστιανικής Μεταφυσικής και γενικά κατά του θρησκευτικού σκοταδισμού. Μέσω αυτού του αξιοθαύμαστου επιστημονικού έργου έχει λάβει χώραν ίσως το πιο δυνατό χτύπημα κατά της σκοταδιστικής Θεολογίας. Το τραύμα των εκπροσώπων των κληρικών και της Θεολογίας εστιάζεται τόσο βαθειά στη ψυχή τους που ακόμη και σήμερα τρομάζουν, όταν ακούν τη λέξη ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, ή όταν κάποιος μιλάει για εγκυκλοπαιδική μόρφωση, την οποία προσπαθούν να υποβιβάσουν και να συκοφαντήσουν , υπογραμμίζοντας τη «γνώση» περί φαντασιακών και ψευτοδιανοητικών και μεταφυσικών αερολογιών. Μπορούμε να συγκρίνουμε την γαλλική Εγκυκλοπαίδεια με μίαν ατομική βόμβα κατά του σκοταδισμού.
Το διαφωτιστικό Ius Rationis (Δίκαιο του Ορθού λόγου : ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ) ή το ΦΩΣ του ανθρωπίνου ΛΟΓΟΥ έχει ολοσχερώς συντρίψει το “αγιον φως” ή στην ουσία τον θρησκευτικό σκοταδισμό.

Το τρίτο στάδιο του Γαλλικού Διαφωτισμού (Υλoποίηση)

έχει λάβει χώραν κάτω από την επίδραση του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου για ανεξαρτησία και της εμπέδωσης ενός δημοκρατικού συστήματος στις ΗΠΑ ( «Virginia Declaration of Rights“ ) και έχει φθάσει στο αποκορύφωμά της μέσω της αστικής επανάστασης το 1789. Εμφανίσθηκαν άλλοι πρωταγωνιστές , όπως ο J.P.Marat, o J.P. Brisot , o A.N. de Condorcet και ο Abe E.J. Sieres, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί στα συγγράμματά τους κυρίως με την αντικατάσταση του σάπιου φεουδαλικού συστήματος με το αστικό σύστημα. Εχει επίσης αποδειχθεί, ότι η αστική τάξη δεν ήταν ενιαία. Ηδη άρχισαν οι αντιπαραθέσεις και συχνά οι εξοντωτικές συγκρούσεις μεταξύ των Γιρονδίνων και των Ιακωβίνων (Maximilien Robespierre) .

Μία από τις μεγαλύτερες, αληθώς κοσμοϊστορικές επιτεύξεις της Αστικής Επανάστασης είναι η ατομοκεντρική „Déclaration des Droits de l’Homme et du Citoyen“, η οποία έχι συγκλονήσει τα φεουδαλικά καθεστώτα και τα εξωπραγματικά θεολογικά κατασκευάσματα. Ο θεοκεντρισμός έχει αντικατασταθεί εσαεί με τον υπέροχο ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ υπο την μορφή του ΑΤΟΜΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΥ.

Βαθμιαία έγινε αντιληπτό, ότι το “βασίλειο” της ανθρώπινης νοημοσύνης ήταν απλούστατα η εξουσία της αστικής τάξης, η ισότητα ήταν τελικά μόνον η ισότητα των πολιτών προ των δικαστηρίων, και γενικά έχει εγκαθιδρυθεί μία αστική και δημοκρατική Ρεπούπλικα, ένα κράτος του δικαίου, επί τη βάσει των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελευθεριών των πολιτών και των τριών εξουσιών του κράτος.

Αλλά ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας έχει επιτευχθεί πολύ αργότερα (1905) μέσω του “Loi relative à la séparation des Eglises et de l’Etat”.Οι εκκλησίες και κοινότητες των πιστών δεν είναι δια νόμου αναγνωρισμένες, το θρησκευτικό μάθημα καθώς και θρησκευτικά σύμβολα είναι στα σχολεία απαγορευμένα , και το κράτος δεν εισπράττει φόρους για την εκκλησία.

Η Ελλάδα είναι και σε αυτό το σημαντικότατο πεδίο καθυστερημένη, γιατί στο μυαλό του μεσαίου Νεοέλληνα αιστιάζεται σχεδόν αρχετυπικά μία μεσαιωνική Εικόνα του Ανθρώπου και μία τελείως παρωχημένη σχολαστικιστική ορθόδοξη Κοσμοαντίληψη, η οποία εμποδίζει κάθε γνήσια και αποτελεσματική Πρόοδο μέσω βασικών, ριζικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αρχίζοντας με τον αναγκαιότατο διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Χωρίς έναν ριζικό εξευρωπαϊσμό , εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό δεν έχει η Ελλάδα μέλλον.

Παρατήρηση : Τα περί του «ελληνικού Διαφωτισμού» είναι μεν γνωστά, αλλα από τεχνικούς λόγους δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ και σήμερα και σ ´ αυτό το ιδιαίτερο θέμα.

Συμπεράσματα

1.Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ξεκίνησε από την Αγγλία, όπου έχουν διατυπωθεί συστηματικά οι φιλοσοφικές Θεωρίες Σενσουαλισμός, Εμπειρισμός, Σκεπτικισμός, Υλισμός, Ουτιλιταρισμός, Ντεϊσμός καθώς και ο Αθεϊσμός.

2. Οι βασικές απόψεις τουΑγγλικού Διαφωτισμού ήταν συγκεκριμένη έκφραση των οικονομικών , πολιτικών και κοινωνικών συμφερόντων της ανερχόμενης αστικής τάξης. Η εγκαθίδρυση του Παρλαμενταρισμού και η εμπέδωση της Βιομηχανικής Επανάστασης έχουν άμεση σχέση με τον Διαφωγτισμό.

3. Η κατατρόπωση της ολέθριας επιρροής της σκοταδιστικής Σχολαστικιστικής Θεολογίας και του χριστιανικού κλήρου σε όλον τον βίο ήταν η πρωταρχική και ευγενής επιδίωξη των Διαφωτιστών.

4. Οι Αγγλοι (και Σκωτσέζοι) Διαφωτιστές είναι οι πολιτισμικοί και επιστημονικοί κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων Υλιστών Φιλοσόφων.

5. Ο Αγγλικός Διαφωτισμός είναι ατομοκεντρικός.

6. Ο Αγγλικός Διαφωτισμός και η υλοποίησή του στον πολιτικό στίβο έχουν συμβάλλει στην εμπέδωση βασικών ελευθεριών („civil liberties“) και δικαίων („rights of Englishmen“).

7. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει παραλάβει τις βασικές θεωρίες του Αγγλικού Διαφωτισμού, τις έχει συγκεκριμενοποιήσει και τελικά υλοποιήσει. Είναι σε σύγκριση με τον Αγγλικό Διαφωτισμό πιο ριζοσπαστικός, ποιό πολιτικός και πιο κοινωνιολογικός.

8. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός έχει εκλάβει στοιχεία της όξυνσης των διενέξεων και συγκρούσεων μεταξύ της αστικής τάξης και του Ancien regime, είναι πιο συγκεκριμένος και αναδεικνύει μίαν εχθρική στάση έναντι της Θρησκείας.

9. Ο Γαλλικός Διαφωτισμός δώρησε στην ανθρωπότητα τον διαχωρισμό των εξουσιών σε ένα κράτος , τις βασικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην πιο ώριμη μορφή.

10. Γενικά έχει ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εμπεδώσει τον ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟ, ο οποίος αυτονοήτως δέον να εφαρμοσθεί και σ αυτόν τον ίδιο υπό το νόημα, ότι και οι δικές του αξίες και αλήθειες δεν είναι απόλυτες και μοναδικές, εάν λάβουμε υπ όψη και τους άλλους κύκλους πολιτισμού.

11. Και όμως : Ο Διαφωτισμός έχει δημιουργήσει τις θεωρητικές και ιδεολογικές βάσεις του Κύκλου Πολιτισμού της Δύσης με την καθολική και αναμφισβήτητη ανωτερότητά του. Προσπάθειες να τον αντικαταστήσουν με ολοκληρωτικά συστήματα, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Προς το παρόν δεν υφίσταται στην πραγματικότητα κανένα καλύτερο οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

12. Ο Διαφωτισμός έχει εμπεδώσει μία σύγχρονη Εικόνα του Ανθρώπου περαμερίζοντας την χριστιανική μεσαιωνική Εικόνα του Ανθρώπου , μία μοντέρνα αντίληψη περί του Ατόμου και του Πολίτου καθώς και μίαν σύγχρονη Κοσμοαντίληψη, ενώ η χριστιανική “εικόνα του ανθρώπου” και η χριστιανική κοσμοαντίληψη έχουν πεταχθεί στην ιστορική κάλαθο των αχρήστων.

13. Οι μεγαλύτεροι εχθροί του Διαφωτισμού ήταν το φεουδαλικό απολυταρχικό σύστημα με τους ιδεολόγους του, η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τους Θεολόγους της (ο Διαφωτισμός τους έχει σπάσει εσαεί την ραχοκοκαλιά), τον παρελθόντα αιώνα τα ολοκληρωτικά συστήματα ως αντίπαλα της Ατομικότητας, των ελευθεριών και των δικαιωμάτων της (Φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός και κομμουνισμός-λενινισμός-σταλινισμός) και είναι σήμερα η ορθόδοξη Εκκλησία ιδιαιτέρως η ρωσική με τους Θεολόγους της, το ολοκληρωτικό σύστημα στην Κίνα, το Ισλάμ , εν μέρει και άκρως συντηρητικοί ή πολιτισμικά καθυστερημένοι επιστήμονες ακόμη και στην Δύση.

14. Ματαίως και αδίκως συκοφαντεί ο Θεολόγος κ. Χρήστος Γιανναράς την αστική Δημοκρατία και τον καπιταλισμό, εκτός εάν σκέπτεται τις φαντασιώσεις του Πλάτωνα περί Φιλοσόφων κυβερνητών ή επιθυμεί την εποχή προ του Διαφωτισμού πού σημαίνει επιστροφή στον Σχολαστικισμό και τελικά στο Μεσαίωνα. Κατά τα άλλα είναι αυτονόητο, ότι οι Θεολόγοι καταπολεμούν λυσσωδώς τον Διαφωτισμό.

Πηγές

Παρακάτω αναφέρω μόνον μερικές από την Βιβλιοθήκη μου :

-John Locke, Bürgerliche Gesellschaft und Staatsgewalt, Leipzig 1980
-John Milton, Zur Verteidigung der Freiheit, Leipzig 1987
-Thomas Hobbes, Leviathan, I, II, Leipzig 1978
-Pierre Bayle, Verschiedene Gedanken über einen Kometen, Leipzig 1975
-J.Swift, Respektlose Schriften, Leipzig 1979
-G. Winstanley, Gleichheit im Reiche der Freiheit, Leipzig 1983
-Voltaire, Philosophisches Wörterbuch, Leipzig 1967
- Jean-Jacques Rousseau, Der Gesellschaftsvertrag, Leipzig 1984
-La Metrie, Der Mensch, Eine Maschine (franz.-deutsch), Leipzig 1984
-Die Welt der ENCYCLOPEDIE, Edit. Hans Magnus Enzensberger,
übers. Aus dem franz., ISBN 3-8218-4711-3, Frankfurt a.M.,2001 (έχει εκδοθεί από τον Denis Diderot και τον Jean le Rond d`Alambert).
-J. Roux, Freiheit wird die Welt erobern, Leipzig 1985
-W. Bahner, Aufklärung als europäisches Phänomen, Leipzig 1985
-Französische Aufklärung, Akademie der Wissenschaften, Leipzig 1974
-M. Geier, Aufklärung, Das Europäische Projekt, ISBN 978 3 498 02518 2, Hamburg, 2012
-Die Französische Revolution im Spiegel der deutschen Literatur, Leipzig 1979
-E. Cassirer, Die Philosophie der Aufklärung, Tüpbingen 1932
-P. Chaunu, La civilisation de l`Europe des lumieres, Paris 1971
-H.Ley, Geschichte der Aufklärung und des Atheismus, 3 Bände, Berlin 1966-1971( αυτό το σύγγραμμα μου άνοιξε κυριολεκτικά τα μάτια, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές δοξασίες)
-L.M. Marsak, The Enlightenment, New York 1972
-H. Poller, Die Philosophen und ihre Kerngedanken, Ein geschichtlicher Überblick, ISBN 978-3-7892-8271-3, München 2007
-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, ISBN 3-476-02012-6, Stuttgart- Weimar 2004, Band 1, S. 213-218
-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 1, S. 135-154 (άκρως διαφωτιστικό).

Καθημερινή ( 4.12.2016)

 

 

 

Ανδρέας Κωνσταντινίδης, Βάρδος του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού (Ποιήματα)

ΠΑΡΕ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ…

Μας άναψες φωτιά στη φαντασία
με τις πολλές ικανότητες σου,
και αμέσως εξαφανίστηκες…

Μετέτρεψες το νερό σε κρασί,
ανάστησες τον φίλο σου Λάζαρο,
θεράπευσες τους λεπρούς,
γλύκανες τον πόνο των παιδιών,
και ύστερα έγινες άφαντος…

Ναι, γαργάλησες τη φαντασία μας,
μας έκαμες μεγάλη εντύπωση,
και πέσαμε κάτω γονατιστοί.
Ναι, πραγματικά, μας έδεσες
τη σκέψη μας σαν Γόρδιο Δεσμό.

Αλλά, άκουσε αγαπητέ μου θεέ:
Αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα…
Όχι, δεν θέλουμε κι’ άλλο κρασί –
μπορούμε και φτιάχνουμε μόνοι μας!
Δεν χρειαζόμαστε νεκραναστάσεις –
ξέρουμε πως είμαστε απλό χώμα!
Δεν θέλουμε μαγικές θεραπείες –
φτιάχνουμε τα δικά μας φάρμακα,
κι’ ας δεν είναι πάντοτε… μαγικά!

Έχουμε, όμως, πάρα πολλά παιδιά
που πεινούν, κλαίγουν και δυστυχούν.
Ναι, χρειαζόμαστε θεέ λίγη βοήθεια.
Αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφέρεσαι.
Σε περιμένουμε από αιώνα σε αιώνα –
δεν θα σε περιμένουμε για πάντα…

Θα σου δώσω ακόμα ένα λεπτό –
ναι, ένα σύντομο, ασήμαντο λεπτό!
Και αν αρνηθείς ξανά να βοηθήσεις,
τότε θα σταθώ όρθιος μπροστά σου,
θα σε κοιτάξω βαθειά μέσα στα μάτια,
και θα σου πω απλά, αλλά θαρραλέα:
Πάρε τα θαύματα σου και… φύγε!

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (20.11.16)

_______________________________

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΒΔΕΛΛΑ

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
μια βδέλλα διψασμένη,
τους Έλληνες ορέχτηκε
κι’ όρμησε παθιασμένη.

Ολημερίς κι’ ολονυχτίς
το αίμα μας τραβούσε,
σκιάχτρα εμάς μας έκαμε,
βασίλισσα αυτή ζούσε.

Εμείς που δώσαμε το φως
σ’ όλη την οικουμένη,
μείναμε μ’ άδεια καρδιά
και τη φωτιά σβησμένη.

Οι δόξες όλες πίσω μας
κι’ η άβυσσος μπροστά μας,
κλαίει η ψυχή, πονά η καρδιά,
λιώνουν τα σωθικά μας.

Βυζαντινή κι’ Εβραϊκή
βδέλλα καταραμένη,
τα χέρια νά’ χα του Ηρακλή
να σ’ άφηνα πνιγμένη.

Να ξανασάνει ο Έλληνας
να δει μια άσπρη μέρα,
ν’ ανοίξει τις φτερούγες του
στο φως και στον αγέρα.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, 15.5.16

———————————————

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Θέλει παιδιά του Ηρακλή
κάτω στον Μαραθώνα,
για να δοξάζουν τη φυλή
στον άπειρο αιώνα.

Θέλει Αχιλλέες γίγαντες
και ποιητές Ομήρους,
να κάμνουν στάχτη και καπνό
τους Τρώες και τους κλήρους.

Θέλει δασκάλους Πλάτωνες,
Σωκράτηδες γενναίους,
που δίχως φόβο δικαστών
καθοδηγούν τους νέους.

Μισές καρδιές, μισές δουλειές
κι’ η Ελλάδα μαραμένη,
κι’ αυτή σαν το Βυζάντιο
σιγά-σιγά πεθαίνει.

Το πνεύμα το Ελληνικό
που έχει ταξιδέψει,
ψάχνει για χώμα εύφορο
πίσω να επιστρέψει.

Θέλει ο αγώνας λεβεντιά
και μια καρδιά να πάλλει,
άνδρες, γυναίκες με ψυχή,
της αρετής τα κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (11.9.16)

——————————————–

ΓΙΑΤΙ, ΘΕΕ, ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΣΟΥ;

«Ο Θεός αγάπησε τον κόσμο
τόσο πολύ, και έτσι έδωσε τον
μονάκριβο γιό του για να σώσει
όσους τον πιστέψουν.»
Ιωάννη 3: 16, 17

Ευχαριστώ, θεέ, πού αγάπησες «τόσο πολύ»
τον καημένο, ταλαίπωρο κόσμο μας,
και έστειλες τον μονάκριβο γιό σου να μας σώσει.
Αλλά, όπως βλέπεις, οι άνθρωποι που εσύ έπλασες,
είμαστε λίγο… προβληματικοί και δυσκολόπιστοι.
Μερικοί από εμάς πιστέψαμε, πράγματι, στο γιο σου.
Αλλά πολλοί άλλοι, πεισματάρηδες, του αρνηθήκαμε.
Προτιμήσαμε ν’ ακολουθήσουμε μια χούφτα άλλους –
και εκείνοι σωτήρες, προφήτες και… Μεσσίες –
Μπορεί να μην ήταν πραγματικοί, γνήσιοι γιοί σου,
αλλά συμπεριφέρονταν σαν… στενοί συγγενείς σου.
Και ορκίζονταν πως έγραφαν τα… δικά σου τα λόγια.
Ναι, έτσι, εκεί είσαι καλέ μου και «πάνσοφε» θεέ!
Να μας συγχύζεις, να μας πελαγώνεις, να μας… θυμώνεις –
βάζεις το μήλο της Έριδος μπροστά στα μάτια μας,
και μας μετατρέπεις σε αιμοχαρείς ζουγκλάνθρωπους!
Γιατί, πες μου – μην αποφεύγεις την ερώτηση μου:
γιατί – ξεδιάντροπα – λες στο κάθε έθνος ξεχωριστά,
πως είμαστε ο ευλογημένος, εκλεκτός λαός σου;
Δεν μπορούσες να είσαι λίγο περισσότερο ειλικρινής;
Γιατί, θεέ, τα πολλά και ποικίλα προσωπεία σου;
Μήπως σε γέννησαν οι προφήτες – και όχι εσύ, αυτούς;…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

—————————————————-

ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ –
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Δεν είχε χρυσοπέταλα
κι’ ασήμια χαλινάρια,
μα έκρυβε στα σπλάχνα της
λεβέντες, παλληκάρια.

Δημοκρατία το όνομα
και τον λαό παντιέρα,
την Αθηνά για μάνα της
τον Όλυμπο πατέρα.

Είχε για πόδια αγέρηδες
και χέρια ηλιαχτίδες,
και σκόρπιζε γλυκόφωτο
στου κόσμου τις πατρίδες.

Σκήπτρα, κορώνες έπεφταν
η μια μετά την άλλη,
κι’ η οικουμένη δόξαζε
της Αθηνάς τα κάλλη.

Το πνεύμα το Ελληνικό
ξανάνθισε και πάλι,
κι’ απλώθηκε σ’ όλη τη Γη
σαν μια ζεστή αγκάλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (9.10.16)

——————————————

Ο ΚΑΛΟΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ

Αν αντίχριστος σημαίνει ν’ αγαπάς όλους τους συνάνθρωπους σου
και όχι μόνο τους «αδελφούς» χριστιανούς…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πονά και να λιώνει η καρδιά σου
σαν βλέπεις τις τραγωδίες των «αμαρτωλών»…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σε βασανίζουν τρομερές αμφιβολίες
για την φιλευσπλαχνία του «καλού» θεού σου…

Αν αντίχριστος σημαίνει να ζητάς ευθύνες από τον «δημιουργό»
για τις πολλές ατέλειες της δημιουργίας του…

Αν αντίχριστος σημαίνει να πηγαίνεις δύο βήματα πιο πέρα
από τις δέκα εντολές του πατριάρχη Μωυσή…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αγκαλιάζεις τον Μέγα Ηράκλειτο,
τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη…

Αν αντίχριστος σημαίνει να σέβεσαι το άγιο Ελληνικό πνεύμα
που χάρισε το φως σε ολόκληρο τον κόσμο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να μη φοβάσαι μπροστά στον Πιλάτο
και να μη γονατίζεις στα πόδια του Καίσαρα…

Αν αντίχριστος σημαίνει να απαιτείς και τον γήινο παράδεισο
και να μη βολεύεσαι μονάχα με τον ουράνιο…

Αν αντίχριστος σημαίνει να αφορίζεις τους Βυζαντινούς αρχιερείς
σαν στοιχειά αναχρονιστικά και ανθελληνικά…

Αν αντίχριστος σημαίνει όλες τις ανωτέρω πασιφανείς αλήθειες
και μια σωρεία άλλες παρόμοιες…

Ναι, λοιπόν, τότε είμαι – και περηφανεύομαι – ο καλός αντίχριστος!
Ανδρεας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή

————————————————–

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Στον τόπο της ανάλυσης
και των επιστημών,
μας έφεραν μυστήρια
κι’ ίσκιους των σκοταδιών.

Αντί για τους Ολύμπιους
θεούς της λογικής,
κουβάλησαν ξωγήινες
γραφές της εντολής.

Ο άνθρωπος μας είπανε
είναι αμαρτωλός,
στη σάρκα ειν’ αδύνατος
και στο μυαλό κουτός.

Μας τάξανε παράδεισο
και άφεση αμαρτιών,
μας ρίξαν στον Μεσαίωνα
και σε κελιά βασανιστών.

Μονοθεϊσμό μας έφεραν
και μας έκλεισαν τα μάτια,
έβαλαν τη σκέψη στο κελί
κι’ έκαμαν το αίσθημα κομμάτια.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————

ΝΑ ΣΑΣ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΦΙΛΙ

Σας περίμενα χρόνια τώρα.
Σας το έλεγα πως υπάρχει
φως και δροσιά εδώ πάνω.
Εσείς φοβόσασταν τις κορφές.

Αλλά δεν σας κατηγορώ τώρα.
Ήταν σφάλμα παλαιών γενεών.
Εσείς βρήκατε τη συνήθεια…

Και η συνήθεια κλείνει τα μάτια,
δένει σφικτά χέρια και πόδια,
και μας σκοτώνει το πνεύμα.

Αλλά τώρα είσαστε μαζί μου –
στις ψηλές, ζωογόνες κορφές.
Θέλω να σας σφίξω το χέρι,
και να σας δώσω ένα φιλί…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (6.3.16)

—————————————————-

ΞΕΡΩ, ΘΕΕ, ΠΩΣ ΑΓΑΠΑΣ
ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

«Καταραμένος είναι όποιος δεν ακολουθεί
αυτά πού είναι γραμμένα μέσα στο Βιβλίο
των Νόμων, και να τα πράττει.”
Παύλου προς Γαλάτες: 3 : 10

Παρ’όλες τις διακηρύξεις σου προς το αντίθετο –
όπως και τις φοβερές κατάρες σου –
ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες.
Εκεί, μέσα στην καρδιά της καρδιάς σου,
κρατάς ένα ζηλευτό κομμάτι γι’ αυτούς.
Αφού όλες – ανεξαιρέτως – οι δημιουργίες σου,
βρίσκονται σε μια δυναμική κι’ατέρμονη αλλαγή,
είμαι σίγουρος πως δεν είσαι συντηρητικός –
και πώς, φυσιολογικά, εκτιμάς και θαυμάζεις
αυτούς πού ανοίγουν την αγκάλη τους στο μέλλον. Εσύ ξέρεις καλά πως το παρελθόν μετατρέπεται
σε ένα αχανές και παντέρημο νεκροταφείο.
Χωρίς θαρραλέους, λεβέντες επαναστάτες,
τα ωραία κι’αγαπητά ανθρώπινα όντα σου,
θα έφθιναν, θα μαραίνονταν και θα χάνονταν.
Μπορεί να μη σού πολυαρέσει η αναταραχή,
την οποία η παρακοή φορτώνει στους ώμους σου, αλλά σε ευχαριστεί το τελικό αποτέλεσμα….
Ναι ξέρω, θεέ, πως αγαπάς τούς επαναστάτες!

Καθημερινή

————————————————-

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Φωτιές πετά ο Όλυμπος
κι’ ο Παρθενών σπαράζει,
και της Αθήνας ο ουρανός
σαν μαύρο ράσο μοιάζει.

Πονά και κλαίει η Αθηνά
τα στήθη της ραγίζουν,
απ’ τα Ιεροσόλυμα
«άγιο» φως κομίζουν.

Μέσα στη νύκτα πλάκωσαν
του Μωυσή οι θύτες,
σκότωσαν τους φιλόσοφους
κι’ ανάστησαν προφήτες.

Βυζαντινοί μυθοποιοί
του Άδη γεννοβόλι,
γκρέμισαν την Αθήνα μου
και έκτισαν τη Πόλη.

Ξύπνα Σωκράτη μου χρυσέ
κι’ οι γλαύκες σ’ έχουν χάσει,
και τη σοφία οι Έλληνες
την έχουνε ξεχάσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή, Οκτ.16

————————————

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Στην Ολυμπία ο λαός
μαζεύτηκε ξανά,
χειροκροτούν τους αθλητές
κι’ η Ελλάς χαμογελά.

Η Ακρόπολη γοργά, σεμνά
τον ήλιο πίσω αφήνει,
κι’ απλόχερα το φως αυτή
στην οικουμένη δίνει.

Του Ολύμπου οι βουνοκορφές
εγέμισαν τραγούδια,
γύρισαν πίσω οι θεοί
και σπέρνουνε λουλούδια.

Ανάσταση, ανάσταση
ανάσταση γλυκιά,
τα σύννεφα εσκόρπισαν
και ήρθε ξαστεριά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (16.10.16)

——————————————

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ

Οι πρωτοπόροι είμαστε
κι’ οι αριθμοί μας λίγοι,
μα εμείς κρατάμε τη φωτιά
που το στρατί ανοίγει.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Κι’ αν είναι ο δρόμος δύσκολος
κι’ η μέρα μας αιώνας,
μας γέννησε η λεβεντιά,
μας έσπειρε ο αγώνας.

Με σιγουριά και θέληση
όλο μπροστά τραβούμε,
τη μοίρα τη πανένδοξη
πιστά ακολουθούμε.

Οι πρωτοπόροι παιδιά του ήλιου,
πάνω στα χέρια τους έχουν φτερά,
στα δυο τους μάτια λάμπουν αχτίδες
κι’ έχουν αστέρια μέσ’ τη καρδιά.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

——————————————-

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Οι φιλόσοφοι είπαν πως το χάος
(η απεραντοσύνη γύρω απ’ τον πλανήτη μας)
γέννησε τον ουρανό και τη Γη.
Οι προφήτες είπαν πως το χάος είναι θεός
(ένας παντοκράτορας, καλοκάγαθος δημιουργός
– που διαφεντεύει τους πάντες και τα πάντα).
Μέχρις εδώ, δεν υπήρχε αγεφύρωτη διάσταση.
Αλλά, σιγόκαιγαν αμφιβολίες για το «καλοκάγαθος».
Επίσης, η σύνδεση χάους και θεού, θόλωσε τα νερά –
και, με το πέρασμα του χρόνου, θόλωσε και τη σκέψη…
Και ενώ οι φιλόσοφοι έγιναν σοφοί επιστήμονες,
έφτιαξαν διαστημόπλοια, και έγιναν φίλοι με το χάος,
οι προφήτες γονάτισαν τρομαγμένοι κάτω στη γη –
και ικετεύουν το χάος για «έλεος» και «παράδεισους»…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης,

Καθημερινή (Οκτ.16)

——————————————-

ΕΛΑ ΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΥΜΕ

«… ‘Η μεγάλη μέρα της οργής Του
έχει έρθει, και ποιος μπορεί να
να σταθεί μπροστά Του;’»
Η Αποκάλυψης, 6:17

Το ξέρω πως είσαι η Κοινωνία μου –
και πως είσαι πιο ισχυρή από εμένα…
Αλλά η ίδια η ύπαρξης σου,
βασίζεται στη δική μου συγκατάβαση
(δεν μπορείς να κόψεις το δεσμό)
Εγώ σου δίνω τη νομιμότητα…
Εγώ σου κτίζω τους ναούς σου…
Εγώ γράφω τα ιερά βιβλία σου…
Εγώ διδάσκω τα ευαγγέλια σου…
(Το άγιο πνεύμα σου είναι μηδέν
χωρίς το δικό μου αλφάβητο).
Σταμάτα να με απειλείς, λοιπόν,
με κόλαση και εσχατολογία…
Να με τιμάς και να με σέβεσαι,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταπόδοση.
Να με λατρεύεις, καθώς μου αξίζει,
και εγώ σου υπόσχομαι ανταμοιβή.
Το ξέρεις πως είσαι μισός άνθρωπος,
και πως εγώ είμαι μισός θεός…
Με χρειάζεσαι και σε χρειάζομαι!
Έλα ν’ αγκαλιαστούμε, λοιπόν…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————————-

ΞΥΠΝΗΣΕ ΗΛΙΕ

Ξύπνησε ήλιε κι’ άργησε
η μέρα να χαράξει,
κι’ η Ελλάδα μας μεσ’ τη φωτιά
τα ράσα να πετάξει.

Και να ντυθεί στη γιορτινή
την άσπρη φορεσιά της,
το φως που χιλιοδόξασαν
τ’ αθάνατα παιδιά της…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Kαθημερινή

—————————————

ΔΕΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Πάνω στο κύμα του γιαλού
θεά μου Αφροδίτη,
έλα ξανά στης Κύπρου μας
το πατρικό σου σπίτι.

Αφρόβρεχτη κι’ ηλιόλουστη
με τα μαλλιά διαμάντια,
έλα και φέρε λίγο φως
στη μαύρη μας κατάντια.

Χριστιανοί κι’ Ισλαμιστές
βάρβαροι ένας – κι’ ένας,
αφάνισαν τους Έλληνες
δεν έμεινε κανένας.

Τη Κύπρο μας την όμορφη
με μίσος τη κουρσέψαν,
βεβήλωσαν τα ιερά
τους θησαυρούς εκλέψαν.

Έλα και φέρε μας χαρά
και διώξε το σκοτάδι,
αλλόθρησκοι κατακτητές
μας έριξαν στον Άδη.

Ο Πυγμαλίων καρτερεί
στης Πάφου τ’ ακρογιάλι,
να σου λαξέψει άγαλμα
σαν τα δικά σου κάλλη.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

——————————————

ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΤΗΣ

« ‘…Σαν δραπέτης και αλήτης θα τριγυρνάς
πάνω στη γη.’» Γένεση: 4 : 12

Ναι, και μάς λέγεις πως είσαι… θεός.
Απλώς, έριξες τα ζάρια…
με απερισκεψία και ξεγνοιασιά – κι’ ότι τύχει.
Κι’ όμως τα είχες όλα στη διάθεση σου!
Ναι, εσύ, ο παντοδύναμος και παντογνώστης.
Ο «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»…
Θα μπορούσες να φτιάξεις ότι ήθελες.
Είχες όλες τις δυνάμεις στα χέρια σου.
Θα μπορούσες να κάμεις τέλειους πρωτόπλαστους!
Αλλά ήθελες να παίζεις παιγνίδια μαζί μου.
Ήθελες να διασκεδάζεις τον εαυτό σου.
Και έφτιαξες ατελή, προβληματικά όντα.
Μη κατηγορείς, λοιπόν, εμένα για τις ατέλειες μου.
Μη μού βρίσκεις φταίξιμο για τις διχοτομίες μου :
Κρεμάμενος μεταξύ ήλιου και λάσπης,
αγωνιζόμενος μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης,
σάρκα και πνεύμα – δραπέτης και αλήτης….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (13.3.16)

——————————————–

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΟ «ΑΓΙΟ» ΠΝΕΥΜΑ

Τρίζω τα δόντια και σφίγγω τις γροθιές.
Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια –
αχόρταγο σαράκι μου τρώει τα σωθικά.
Μου σκότωσε τον Απόλλωνα και την Αθηνά μου.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Στο σκοτάδι μέσα έκρυψε τον ήλιο μου.
Χάρισε τα πλούτη του κόσμου στον Καίσαρα
και μ’ έστειλε να ψάχνω για παράδεισο στα σύννεφα.

Πρέπει να νικήσω αυτή την αρρώστια.
Όπλα μου η απέχθεια για το ψέμα και το σκοτάδι –
μαζί με την αγάπη μου για τον άνθρωπο και το φως.
Ασπίδα μου η αξιοπρέπεια και η ψυχή της Ακρόπολης.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (23.11.16)

————————————-

ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Τέκνο της Αθηνάς Παλλάς, δίδυμο με τον ήλιο,
στο διάβα σου οι άνθρωποι χρειάζονταν αντήλιο.

Λευτέρωσες τον άνθρωπο, απ’ τις θρησκοληψίες,
βιβλιοθήκες άνοιξες, κι’ έκλεισες εκκλησίες.

Από τον Μέγα Ηράκλειτο, στον Άγιο Σωκράτη, άπλωσες τις φτερούγες σου, στης γης όλα τα πλάτη.

Φάρον ο Μεγαλέξανδρος, στα στιβαρά του χέρια,
σ’ άρπαξε και σ’ ανύψωσε, εκεί ψηλά στ’ αστέρια.

Κι’ η Ανατολή μαρμάρωσε, την έπιασε το ρίγος,
και σαν οχιά φαρμάκωσε, το ζηλευτό σου σφρίγος.

Έστειλε μάγους με χρυσόν, θεοποιούς αγύρτες,
κι’ έκαμαν μέρες σκοτεινές, περίλαμπρες τις νύκτες.

Η σκοτεινιά απλώθηκε, σ’ όλη την οικουμένη,
κι’ η Ελλάδα έμεινε βουβή, τυφλή κι’ ερημωμένη.

Πέρασαν μέρες χαλεπές, και δίσεκτα τα χρόνια,
κι’ έμοιαζε πως η λάμψη σου, έχει χαθεί αιώνια.

Ο Απόλλωνας δεν άντεξε, να βλέπει τον καημό σου,
και άρπαξε τον ήλιο του, και σού’ δωσε το φως σου.

Κι’ η οικουμένη έτρεξε, σεμνά να προσκυνήσει,
και της θεάς της Αθηνάς, το τέκνο να υμνήσει.

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (15.5.16)

—————————————–

Ο ΑΔΕΞΙΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

«Και αν το μάτι σου σε οδηγεί στο
αμάρτημα, βγάλε το και πέταξε το
μακριά. Είναι καλύτερα για σένα
να μπεις στον παράδεισο με ένα
μάτι, αντί στη κόλαση με δύο».
Ματθαίου, 18:9

Ώστε έτσι! Βρίσκεις φταίξιμο στο μάτι μου…
Και μου ζητάς να το… βγάλω και να το πετάξω!
Ποιο μάτι σε ρωτώ – καλέ μου θεέ – ποιο μάτι;
Ποιο από τα δύο ανεκτίμητα που μου έδωσες;
Το μονάκριβο μου το αριστερό, είτε το δεξιό –
Το αναντικατάστατο δεξιό, είτε το αριστερό;
Νομίζω να τα βγάλω και τα δυο, και να τα πετάξω!
Έτσι θα σιγουρευτώ πως θα πάω στον παράδεισο –
και εσύ θα κυβερνάς τη Γη, μαζί με τον… Καίσαρα!

Αλλά, γιατί, παρακαλώ, με αδίκησες τόσο οικτρά;
Δεν μπορούσες να φτιάξεις ένα καλύτερο κόσμο
– εσύ ο «παντογνώστης» και ο… πολυπράγμων;
Δεν μπορούσες να δημιουργήσεις σωστή αρμονία
– δηλαδή, τα μάτια μου και ο κόσμος να είναι ένα!
Αντί τώρα να μου ζητάς να τυφλωθώ για να… σωθώ;
Γιατί τόση προχειρότητα και… εγκληματικότητα;
Ντροπή σου, αδέξιε και απεχθή, δημιουργέ!…

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (30.10.16)

—————————————-

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

Αγαπητέ Ιησού:

Εκεί στον παράδεισο που βρίσκεσαι –
ανάμεσα στους άλλους, διαλεκτούς επαναστάτες –
ξέρω πως ανησυχείς πολύ τώρα τελευταία.
Αγωνιάς για την τύχη της Αναγέννησης,
όπως και για την μεγάλη καθυστέρηση της Άνοιξης.

Τα δικά σου διδάγματα έχουν πια παλιώσει
(όπως ξέρουμε και οι δύο μας πολύ καλά,
όταν δώσεις αρκετό χρόνο στην αλήθεια μετατρέπεται σε ψέμα – ατράνταχτο αξίωμα από του Ηράκλειτου «τα πάντα ρει»).

Ξέρω πως τώρα ψάχνεις για καινούριους ορίζοντες.
Επίσης ξέρω πως προσβάλλεσαι από την
αποτελμάτωση, και την συμπεριφορά,
των σημερινών χριστιανών υποκριτών
(Εάν μπορούσες να γεννηθείς και πάλι στην εποχή μας, θα τους ανέτρεπες με θυμό τ’ ακάθαρτα τραπέζια τους – όπως ακριβώς έκαμες τότε με αυτά των Φαρισαίων.)

Ξέρω πως δεν θα λυπηθείς για την παρακμή του χριστιανισμού.
– Έλα να γιορτάσουμε, καλέ μου αδελφέ, είσαι πια νεκρός….

Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Καθημερινή (17.4.16)

——————————————————–

 

 

 

 

Ελληνικό Πρόβλημα, Εξεύρεση, Επίλυση

1.Προβλήματα (εξεύρεση)

Σύμφωνα με τους κανόνες της Λογικής είναι το πρώτο
καθήκον του αναλυτού να εξεύρει χωρίς πολυποίκιλες παρωπίδες τον πυρήνα ενός προβλήματος (punctum quaestionis). Η μεθοδική προσέγγιση εξαρτάται από το
είδος του προβλήματος (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό κλπ.).

Επειδή όμως τα περισσότερα προβλήματα έχουν σύνθετο χαρακτήρα, δέον να εφαρμοσθεί μία επίσης σύνθετη μέθοδος, η οποία όμως απαιτεί διακλαδικές ομάδες ερευνητών. Αλλά αυτό δεν είναι στην Ελλάδα ούτε γνωστό, ούτε επιθυμητό, ούτε εφαρμόσιμο. Επομένως είναι κάθε ερευνητής υποχρεωμένος, να προσπαθήσει επί τη βάσει των γνώσεων και των εμπειριών του να επιτύχει την εξεύρεση ενός προβλήματος.Τα προβλήματα αποτελούν συγκεκριμένα φαινόμενα, επομένως πρέπει να είναι η προσέγγιση σε αυτά επίσης συγκεκριμένη.

2. Προβλήματα (Επίλυση)

α) Αυτό σημαίνει κυρίως να εξετάσουμε, τί είναι hic et nunc απολύτως απαραίτητο, δηλαδή ποιό είναι και τί χαρακτήρα έχει το πρώτο βήμα. Αναμφιβόλως πρόκειται για ένα πολιτικό βήμα, το οποίο προϋποθέτει πολιτική βούληση (voluntas politica).

Η επίλυση των προβλημάτων αποτελεί μία πολύχρονη διαδικασία. In concreto σημαίνει αυτό την εμπέδωση μιας κυβέρνησης της εθνικής Ανασυγκρότησης  με πρωθυπουργό έναν διεθνώς αναγνωρισμένο και έμπειρο τεχνοκράτη (π.χ. ο κ. Παπαδήμος). Το ίδιο δέον να ισχύει και για τον υπουργό των δημοσιονομικών.

Το κύριο καθήκον της κυβέρνησης πρέπει να είναι το δεύτερο βήμα, η επικέντρωση όλων των δυνάμεων στην δημιουργία των προϋποθέσεων
για την παραγωγή και εξαγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων. Τελικά αποτελεί το οικονομικό πρόβλημα την conditio sine qua non για το ξεπέρασμα της μεγάλης κρίσης. Μόνον μέσω οικονομικών επιτυχιών θα είναι η Ελλάδα σε θέση να επαναποκτήσει διεθνή φερεγγυότητα,αξιοπρέπεια, εκτίμηση και ακτινοβολία.

β) Σε περίπτωση που μία κυβέρνηση της εθνικής Ανασυγκρότησης  δεν είναι εφικτή, και πέραν τούτου σημειώνεται εθνικά και διεθνώς μία επικίνδυνη κατάσταση, προτείνω να ανατεθεί για μία μεταβατική περίοδο η διακυβέρνηση της χώρας σε
μίαν διεθνή επιτροπή/κυβέρνηση τεχνοκρατών από την Σουηδία, Ολλανδία, Αυστρία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ελβετία, αλλά ο πρωθυπουργός καθώς και ο υπουργός των δημοσιονομικών πρέπει οπωσδήποτε να είναι Ελληνες τεχνοκράτες (όπως παραπάνω). Εχει αποδειχθεί, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν κατέχουν τις απαραίτητες ικανότητες για να ξεπεράσουν την κρίση.

Είμαι μεν πεπεισμένος, ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στην επιτυχή επίλυση του πρυτανεύοντος προβλήματος και δη του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ, αλλά ας λαβουμε υπ όψη την αντίδραση των πατριδοκάπηλων Ελληναράδων και άλλων εξτρεμιστικών στοιχείων της ελληνικής κοινωνίας.

Καθημερινή (20.11.16)

Μεταφυσική ( στην Φιλοσοφία, όχι στην Θεολογία)

Περί της Μεταφυσικής, συστηματικά, εμπεριστατωμένα

Πάλι ευκαιρίας δοθείσης το θεωρώ απαραίτητο να παρουσιάσω το πολύ δύσκολο θέμα της Μεταφυσικής μόνον υπό τον φακό της σύγχρονης Φιλοσοφίας. Η Θεολογία δεν ενδιαφέρει ουδόλως, γιατί ενώ η Φιλοσοφία ως επιστήμη βασίζεται σε επιστημονικές γνώσεις, η Θεολογία έχει ως υπόβαθρο την πίστη , η οποία πάλι εκφράζει εικασίες, δοξασίες και μέσω σοφιστικών τεχνασμάτων στην ουσία όντως φαντασιώσεις αναβιβασμένες σε «ιερά και όσια».
Αυτονοήτως έχω προ μισού αιώνα σπουδάσει μεταξύ άλλων και Φιλοσοφία, αλλά δέον να λάβω υπ όψη , ποιά γνώμη πρεσβεύουν και σήμερα οι διακεκριμένοι Φιλόσοφοι, στους οποίους δυστυχώς δεν ανήκει κανένας Νεοέλληνας.

1.Η έννοια της αριστοτελικής Μεταφυσικής

Κατ αρχάς ήταν η έννοια «μεταφυσική» ( αγγλ. metaphysics, γαλλ. metaphysique) η ονομασία για τα 14 βιβλία του Αριστοτέλη, τα οποία έχει ταξινομήσει ο Περιπατητικός Ανδρόνικος από την Ρόδο (70 π.Χ.) πίσω από τα οχτώ βιβλία της «Φυσικής» («τα μετά τα φυσικά», τα φυσικά ως »δεύτερη Φιλοσοφία»).
Το περιεχόμενό τους αποτελούσαν την «πρώτη Φιλοσοφία («περί πρώτης φιλοσοφίας») η σύμφωνα με τον Θεόφραστο «η περί των πρώτων θεωρία» (η θεωρία αυτού που υπάρχει ως πρώτον), την οποία ο Αριστοτέλης έχει ορίσει ως επιστήμη που ατενίζει το Είναι γενικά, στο οποίο ανήκουν αντικείμενα που είναι ( οι πρώτες αιτίες και αρχές , Met. A2.982b9 η «ον ή ον» , Μet. E1.1026a31 ή αμφότερα μαζί «οί πρώτες αιτίες του όντως Οντος» , Met. Γ1.1003a30-31, σε άλλο έργο του χρησιμοποιεί την έννοια »σοφία», Eth.Nic. Z7.1141a16ff. ) .

Η «πρώτη Φιλοσοφία» δεν ασχολείται με την φύση, αλλά με την ουσία του φονταμέντου της, γι αυτό είναι και η επιστήμη περί του θεϊκού ( Met.A8.1074a35-36). Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα (Ιδέες), έχει εμπεδώσει ο Αριστοτέλης μία φιλοσοφική Θεωρία περί της εννοιολογικής διάρθρωσης της απόκτησης γνώσης καθώς και της γνώσης επί τη βάσει της εμπειρίας. Οι πιο σημαντικές έννοιες της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη είναι το σχήμα, η ύλη, η ουσία, το είναι,, η αλήθεια, η ψυχή, η αθανασία, η ελευθερία και ο θεός. Ακριβώς αυτή η ερμηνεία της Μεταφυσικής είναι ο λόγος που αυτή έχει οναμασθεί «γενική Mεταφυσική (Μetaphysica generalis). Από την εποχή του Αριστοτέλη σημειώνεται επί αιώνες μία άμεση σχέση έως και συνωνυμία μεταξύ της Φιλοσοφίας και της Μεταφυσικής.

2. Εννοια και ουσία της Μεταφυσικής

Στην εποχή του Μεσαίωνα θεωρείτο η Μεταφυσική ως γενική φιλοσοφική θεωρία περί του υπερφυσικού , το οποίο υφίσταται πέραν του υλικού κόσμου, αποτελεί το «αληθινό Είναι» και την βάση «του όντως Οντος». Υπό αυτήν την έννοια θεωρείτο η Μεταφυσική εκ μέρους του Thomas Aquinas (S.c.g.III, 25) ως «prima philosophia“ και θεωρείται ακόμη και σήμερα εκ μέρους ιδεαλιστών Φιλόσοφων (π. χ. Νεοθωμιστές) ως βασική και καθοριστική επιστήμη για συγκεκριμένους επιστημονικούς κλάδους , όπως για τη Λογική, την Γνωσιολογία, την Οντολογία, την Αισθητική κλπ. ως «ειδική Μεταφυσική» (Metaphysica specialis“).
Το Μεσαιωνα θεωρείτο η Μεταφυσική ως «Βaσίλισσα των επιστημών» (Thomas Aquinas) που ασχολείται ιδιαιτέρως με την διαφορά μεταξύ του θεϊκού και του κοσμικού Είναι, .
Το ιδαίτερο γνώρισμα όλων των μεταφυσικών αντιλήψεων είναι η οριστικότητα και η ακινησία. Εχοντας ως αφετηρία μίαν υποθετική βασική αρχή ( Θεός, Είναι, Ιδέα, Εγώ, Μονάδα, a priori, Υλη, Αντίθεση, Χρόνος, Βούληση, Ελπίδα κλπ .) προσπαθούν οι Μεταφυσικοί να ερμηνεύσουν τον κόσμο.
Στην ουσία έχει η Μεταφυσική εμπεδώσει ένα δογματικό οικοδόμηα αποτελούμενο από πολυάριθμες έννοιες και ιδέες οι οποίες δεν έχουν ουδεμία σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα.

3. Αντίπαλοι της Σχολαστικής Μεταφυσικής

Η Σχολαστική Μετφυσική αποτελεί μία σύνθεση της ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ αρχαίας ελληνικής Φιλοσοφίας από το ένα μέρος και της χριστιανικής Θεολογίας («Θεωρία» περί του Θεού) από το άλλο μέρος.
Ηδη κατά το τέλος του Μεσαίωνα στην μεταβατική περίοδο από την via antiqua ( παλαιός βίος) στην via moderna (σύγχρονος βίος ) και τον καθοριστικό και σχεδόν κοσμοϊστορικό διαχωρισμό Φιλοσοφίας και Θεολογίας, Γνώσης και Πίστης, Νοημοσύνης και »θείας» Αποκάλυψης άρχισαν βαθμιαία οι αμφισβητήσεις περί της αλήθειας της (αριστοτελικής) Σχολαστικής Μεταφυσικής.

Η ενασχόληση με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα έχει λάβει χώραν εκ νέου και δη άνευ θρησκόληπτων παρωπίδων και μεγάλων διαστρεβλώσεων. Αυτή η απελευθερωτική διαδικασία έχει εντατωθεί εκ μέρους του Προστεσταντισμού και έφθασε στο crescendo της στον ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ. Οι Αγγλοι Εμπειριστές Μ.D. Humes, W. Ockham, FRANCIS BACON , J Locke, και λίγο αργότερα οι περίφημοι Γάλλοι Υλιστές C.A. Helvetius, P.H. d` Holbach και J.O. de La Metrie , έχουν επιτεθεί σχεδόν μετωπικά την Σχολαστική Μεταφυσική αποκαλώντας την κάτι το σκοτεινό , απατεωνικό και ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟ, δηλαδή ψευτοεπιστήμη για αρρωστημένα μυαλά. Αυτά είναι θανατηφόρα χτυπήματα.

Ο διεθνώς μεγαλύτερος Φιλόσοφος ύστερα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ο Γερμανός Immanuel Kant έθεσε ως σκοπόν του να καταστρέψει αυτό το κατά την γνώμη του μη επιστημονικό μεταφυσικό οικοδόμημα πρωτίστως μέσω του περίφημου έργου του «Kritik der reinen Vernuft» (1781), όπου ερευνά τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης και αποδεικνύει, ότι αυτή δεν επιτρέπεται να ξεπερνάει το όριο της εμπειρίας. Από την αλλη μεριά όμως υποστηρίζει μία σωστή υπερβατική (transzendental) μεταφυσική φιλοσοφική Θεωρία (B XXXVI) ως Επιστήμη περί των ορίων της ανθρώπινης νοημοσύνης. Περί αυτού έχει εκδώσει ένα μικρό σύγγραμα με τον τίλο“Träume eines Geistersehers“ : «Oνειρα κάποιου που βλέπει φαντάσματα» ( A 115, Akad. Ausg. II, 368) .Γενικά αποτελεί η Transzendentalphilosophie (Υπερβατική Φιλοσοφία) του Καντ μίαν πραγματική «Στροφή του Κοπερνίκου) και περάτωση της Σχολαστικής Μεταφυσικής. Ο Καντ έχει λοιδορήσει την Σχολαστική Μεταφυσική ως εξής : «Η Μεταφυσική είναι ένας σκοτεινός ωκεανός χωρίς ακτές και φάρους με φιλοσοφικά ναυάγια». Ο Voltaire είπε κάτι το επίσης λοιδορικό : «Τέσσερις χιλιάδες τόμοι μεταφυσικής δεν θα μας μάθουν, τί είναι η ψυχή».

Ο άλλος τιτάν της παγκόσμιας Φιλοσοφίας, ο Γερμανός Georg Wilhelm Friedrich Hegel εκανε γενική επίθεση κατά της μεσαιωνικής Μεταφυσικής , την οποία κατηγόρησε λόγω της μονόδρομης μεθόδου και τις αφηρεμένες έννοιές της και πρότεινε οι Φιλόσοφοι να την αντικαταστήσουν με την Λογική , στην οποία το πνεύμα μπορεί μέσω κατάλληλων λογικών εννοιών να εξελιχθεί και δη με ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ τρόπο.
Αυτονοήτως είχε η παραδοσακή Μεταφυσική πολλούς σημαντικούυς αντίπαλους, οι οποίοι την κατηγορούσαν ως δογματική, ως ένα «φλοσοφικό λεξικό σκοτεινών ψευτολέξεων το οποίο δεν εμπεριέχει τίποτα το χρήσιμο» (Walch).

Ηδη στα τέλη του 19ου αι. έχει διατυπωθεί και επικρατήσει η γενική άποψη, ότι η Μεταφυσική πνέει τα λοίσθια. Σήμερα ανήκουν στους μεγαλύτερους αντίπαλους της Μεταφυσικής η Γλωσσοαναλυτική Φιλοσοφία, ο Λογικός Εμπειρισμός και η Θεωρία της Επιστήμης ( βαθμιαία αντικαθιστά την έννοια Φιλοσοφία !). Ολοι οι σύγχρονοι Φιλόσοφοι την κατηγορούν , ότι εκουσίως συγχίζει την πραγματικότητα με φαντασίες. Ο Φιλόσοφος Carnap π.χ. συγκρίνει τη Μεταφυσική με «Λυρική (λυρικό ποίημα) με το περιτύλιγμα μίας θεωρίας « και τους Μεταφυσικούς με «μουσικούς χωρίς ικανότητες μουσικών «. Και ο μεγάλος Φιλόσοφος L. Wittgenstein (Tractatus logico-philosophus, 1921) αξιολογεί τη Μεταφυσική ως μίαν ενασχόληση εντός των ορίων μεταξύ του νοητού και τη ανοησίας. Μας λέει το εξής άκρως ενδιαφέρον : «Εάν δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για κάτι, ας σιωπήσει» .Δηλαδή γι αυτόν έχει εξαφανισθεί ανεπιστρεπτί η Μεταφυσική. Ο Bertrand Russel πάει πιο πέρα μέσω της εξής αξιολόγησης : «Για να είσαι καλός φιλόσοφος, πρέπει να αποκηρύξεις τη μεταφυσική». Basta !

3. Μεταλλαγή της Μεταφυσικής

Η ταχεία εξέλιξη των φυσικών επιστημών (στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, όχι στα Βαλκάνια, ούτε στην ορθόδοξη Ρωσία), ανάγκασε τους εκπροσώπους της Μεταφυσικής να προσαρμοσθούν κάπως στα νέα δεδομένα. Εχουν δημιουργηθεί νέες φυσικές επιστήμες, στηριζόμενες στη συλλογή και συστηματική ανάλυση στοιχείων. Εχει επιστημονικά αποδειχθεί, ότι ούτε τα αντικείμενα ούτε οι έννοιες περί αυτών έχουν αιώνιο χαρακτήρα και είναι άκαμπτες και αμετάβλητες. Οι καθοριστικές αρχές στην ζωή καθώς και στην επιστήμη είναι η αέναη μεταλλαγη (Ηράκλειτος) και η πρόοδος,

Γενικά σημειώνεται ήδη από τον παρελθόντα αιώνα κάποιο ενδιαφέρον για την Μεταφυσική πρωτίστως ως αντικείμενο ενασχόλησης, αλλά μερικοί Φιλόσοφοι ( π.χ. o Xusserl) ποσπαθούν να αναβιβάσουν εκ νέου τη Μεταφυσική σε μία «Πρώτη Φιλοσοφία» επιδιώκοντας να προσδώσουν στην ανθρώπινη ύπαρξη ένα «βαθύ νόημα.» .
Εγείρεται το εύλογο ερώτημα, τί άραγε κάνουν οι άνθρωποι στον τεράστιο Κύκλο Πολιτισμού του Κονφουκιανισμού χωρίς Θεό και Μεταφυσική η οποία αποτελεί κατά τη γνώμη τους μάλλον μία μεγάλη ανοησία ; Δεν έχει η ζωή τους νόημα ;

Πηγές (χρησιμοποιηθείσες)

-Aristoteles, Metaphysik, ISBN 978-3-7306-0215-7, Köln 2015
-I. Kant, Prolegomena zu einer jeden künftigen Metaphysik Leipzig, 1979
-I. Kant, Kritik der reinen Vernunft, Leipzig 1986
-I. Kant, Kritik der praktischen Vernunft, Leipzig 1978
-M. Buhr, Immanuel Kant, Leipzig 1967
- Oxford illustrated History of Western Philosophy, Oxford University Press, 1994
-Geschichte des wissenschaftlichen Denkens im Altertum, Edit. Autorenkollektiv unter Leitung von Fritz Jürss, Akademie der Wissenschaften, Berlin 1982
-A. Pichot, La naissance de la sciense, Paris 1991
-H. Poller, Die Philosophen und ihre Kerngedanken, Ein geschichtlicher Überblick, ISBN 978-3-7892-8271-3, München 2007
-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, ISBN 3-476-02012-6. Stuttgart. Weimar, 2004, Band 2,S. 870-874, Band 4, S. 333-336
-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 2, S. 715-716, 1094
-DUDEN ; Die Philosophie, Ein Sachlexikon der Philosophie, Edit., R. Ohlig, ISBN 3-411-02206-X
-Geschichte der mittelalterlichen Philosophie, Lehrbuch, Verlag der Wissenschaften, ISBN 3-326-00464-8, Berlin 1989 (πανεπιστημιακό εγχειρίδιο)
-R. Carnap, Überwindung der Metaphysik durch logische Analyse der Sprache, Erkenntnis 2(1931), S.219-241 (δυσνόητο, αλλά πολύ χρήσιμο)
-M. Heidegger, Kant und das Problem der Metaphysik, Frankfurt 1985
-G. Knapp, Der antimetaphysische Mensch. Darvin-Marx—Freud, Stuttgart 1973 (θανάσιμο χτύπημα στη Μεταφυσική)
-W. Krampf, Die Metaphysik und ihre Gegner, Meisenheim 1973 (άκρως διαφωτιστικό)
-E. Topitsch, Vom Ursprung und Ende der Metaphysik,. Studie zur Weltanschauungskritik, München 1972. Εδώ αναδεικνύεται το ΤΕΛΟΣ της παραδοσιακής Σχολαστικής Μεταφυσικής., η οποία επικρατεί ακόμη στην Θεολογία.
-F.Kaulbach, Einführung in die Metaphysik, Darmstadt 1982 (Πανεπιστημιακό Εγχειρίδιο)

Καθημερινή (20.11.16)

Οντολογία

ONTOLOGIA

Συστηματικά, εμπεριστατωμένα

Ευκαιρίας δοθείσης θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την Οντολογία υπό τον φακό της επικρατούσας
φιλοσοφικής σκέψης, στην οποία αυτονοήτως δεν ανήκει η θεολογική άποψη περί του θέματος.

Ας επισημάνουμε, ότι η φιλοσοφική έννοια Οντολογία (κατ αρχάς Οντοσοφία που αντιστοιχεί στην αριστοτελική «πρώτη φιλοσοφία») έχει
διατυπωθεί ούτε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αν και οι ειδικοί είχαν
περίπου 1000 έτη στη διάθεσή τους, αυτονοήτως ούτε στην Ελλάδα, αλλά στην Γερμανία.

Στις αρχές του 17ου αι. την έχει αναφέρει ως πρώτος ο R. Goclenius ( Lexicon philosophicum, Frankfurt 1613) και ο Α. Calonius (Metaphysica divina (Η θεϊκή μεταφυσική) Rostock 1636 καθώς και κάπως αργότερα ο J. Caramuel Lobkowitz ( Rationalis et realis philosophia, Löven 1642).

Η Οντολογία έχει διαδεχθεί εν μέρει τη Μεταφυσική, αλλά μερικοί Φιλόσοφοι την θεωρούσαν ως τμήμα της Μεταφυσικής. Ετσι αποτελούσε η Οντολογία όχι γενικά μία Θεωρία περί των αρχών του Είναι, αλλα πρωτίστως μία Θεωρία περί της ουσίας και της σημασίας του Είναι (υπάρχοντος) . Με αυτήν την θεωρητική άποψη την έχει εξελίξει πάλι ένας Γερμανός Φιλόσοφος ο Chrisτian Wolff (πανεπιστήμιό μας της Λειψίας και κατόπιν πανεπιστήμιο της Halle) σε ένα
πανεπιστημιακό κλάδο. Διατί δεν έγινε αυτό στην εποχή του Βυζαντίου ; Ο Wolff επισημαίνει στο περίφημο έργο του Philosophia prima sive ontologia (
(Frankfurt, Leipzig 1730. §1) τον σκοπό της Οντολογίας, να διατυπώσει επί τη βάσει της Λογικής όλα τα καθοριστικά στοιχεία του Είναι έτσι , ώστε αυτά να αποκτήσουν την υψίστη ποιότητα της γενικότητας.

Ο Φιλόσοφος Ι. Kant έχει απορρίψει αυτήν την άποψη και πρότεινε έναν άλλον ορισμό : Η Οντολογία είναι μία επιστήμη. « η οποία εμπεριέχει ένα σύστημα όλων των λογικών αρχών και εννοιών , αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση, ότι αυτές αφορούν αντικείμενα , που
έχουν εντοπισθεί από τις αισθήσεις και επομένως μπορούν να αποδειχθούν μέσω της EMPEIRIAS» (δική μου μετάφραση, Preisschrift über die Fortschritte der Metaphysik, Akad.-Ausg. XX, 255, 260).

Η Οντολογία ήταν και είναι περαιτέρω αντικείμενο ενασχόλησης της Γνωσιοθεωρίας, όπου
πρωτοστατούν διεθνώς Γερμανοί και Αμερικανοί Φιλόσοφοι και ιδιαιτέρως ο N. Hartmann, εν μέρει ο M. Heidegger και ο W.V.O. Quine. Ο
Hartmann αξιολογεί την Οντολογία ως Θεωρία
του Είναι καθ εαυτού. Σημειώνονται και άλλες παρόμοιες απόψεις. Το κοινό σημείο είναι το εξής : Η Οντολογία ασχολείται με το Είναι καθώς και με όλα τα σημαντικά και άμεσα που ανήκουν στο Είναι. Ο
Φιλόσοφος Jacoby διατυπώνει την εξής ενδιαφέρουσα άποψη : Οντολογία είναι «η Θεωρία περί του καθ` ευτού Υπάρχοντος ανεξάρτητα από την
συνείδηση του αναγνωρίζοντος».

Ετσι διαφέρει η Οντολογία από την θεολογική άποψη (Νεοθωμισμός) περί του «θεϊκού Είναι»), κάτι που ανήκει στην θεολογική Μεταφυσική.

Στην ουσία ήταν η οντολογική προσέγγιση ένα καθοριστικό τμήμα των φιλοσοφικών θεωριών του
Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του
μεσαιωνικoύ Σχολαστικισμού, του Wolff και του Leibnitz . Σημειώνεται η προσπάθεια, έχοντας ως αφετηρία την βασική εμπειρία να προσδιορίσει το Είναι ως Είναι. Δηλαδή επρόκειτο για μία
Λογική , για μία γενικότητα των εννοιολογικών γνώσεων περί της πραγματικότητας, κάτι που θυμίζει έντονα τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.

Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι της Οντολογίας ήταν οι Αγγλοι και Γάλλοι Υλιστές του 17ου και του18ου αι. Τον 19ο αι. δεν έπαιζε η Οντολογία ουδένα
ρόλο, αλλά στις αρχές του 20ου αι., έχει ξανανακαλυφθεί πάλι από ένα Γερμανό Φιλόσοφο (H. Pichler,Über Chr. Wolffs Ontologie , 1910). Εχει ήδη διατυπωθεί η έκφραση « Νέα Οντολογία» και έχει αξιολογηθεί ως απάντηση στις ισχυρές τάσεις του Υποκειμενισμού και του Μυστικισμού ( Θετικισμός, Νεοκαντιανισμός, Φιλοσοφία του βίου, Υπαρξισμός) στα πλαίσια της Φιλοσοφίας.

Οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι της Νέας Οντολογίας ήταν ο N.Hartmann, o G. Jacoby, ο Husserl („Universale Ontologie») ο Heidegger ( „Funtamentalontologie“), o Sartr („Phänomenologische Ontologie“), και o H. Conrad-Martius („Realontologie“). Πολύ ενδιαφερων είναι ο ορισμός του Hartmann : Οντολογία σημαίνει, ότι «η γνώσις δεν είναι μία
δημιουργία, εμπέδωση ή κατασκεύασμα ενός αντικειμένου, όπως ο Ιδεαλισμός
προσπαθεί να μας πεί, αλλά ο εντοπισμός του κάτι , το οποίο προϋπάρχει της γνώσεως περί αυτού «. Κάνει πέραν τούτου διαχωρισμό μεταξύ του πραγματικού και του ιδεατού Είναι προσπαθώντας να ξεπεράσει την αντίθεση μεταξύ του Ιδεαλισμού και του Υλισμού.

Ο αμερικανός O. Quinn ήταν ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Αναλυτικής Φιλοσοφίας και έχει πρεσβεύσει μίαν ιδαίτερη άποψη περί της Οντολογίας χωρίς μεταφυσικές ή θεολογικές διαστάσεις : Η αλήθεια μίας Θεωρίας μπορεί νε έχει την ύπαρξη αντικειμένων ή την εκπλήρωση των αξιών συγκεκριμένων ποιοτήτων ως προϋπόθεση ( The Ways of Paradox and Other Essays, New York 1966, Cambridge Mass. 1976). Η κυρία επιδίωξη της Θεωρίας του είναι η επιστημονικοποίηση του κόσμου και του βίου. Αυτό αποτελεί το αντίθετο από την άποψη του Heidegger (Sein und Zeit, Halle 1927, Tübingen 1979) .

Δέον να αναφέρουμε και τους εκπροσώπους του Νέοσχολαστικισμού ( βάση του
Σχολαστικισμού γενικά είναι η Αγία Γραφή ), οι οποίοι προσπαθούν να αναζωογονήσουν την τελείως παρωχημένη Οντολογία του Μεσαίωνα. Ο Nεοσχολαστικισμός ασχολείται πρωτίστως με θέματα όπως με τη φιλοσοφική αιτιολόγηση των εκκλησιαστικών δογμάτων, τη συμφιλίωση της πίστης με την επιστημονική γνώση, της Θρησκείας με την Επιστήμη, η με την καταπολέμηση όλων των προοδευτικών φιλοσοφικών ιδεών και κυρίως του
ΑθεΪσμού καθώς και του Πανθεϊσμού.

Πηγές :

-Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, Edit. J.
Mittelstraß, Band 2, Stuttgart. Weimar, 2004, S. 995, 1077-1079.

-Philosophisches Wörterbuch, Edit. G.Klaus-M. Buhr, Band 2,
S. 784-785, 806-808.

-Heidegger, M. Sein und Zeit, Halle 1927, Tübingen 1979.

-Lotz, J. B. Ontologia, Barcelona 1963.

-Zocher, R., Die philosophische Grundlehre, Eine Studie zur
Kritik der Ontologie, Tübingen 1939.

Καθημερινή (23.11.16)

Ιερά Οχτολογία, Μύθος περί της Παρθένας Θεοτόκου, 8ο

Ο μύθος περί της
Παρθένας Θεοτόκου

Οι ρίζες του μύθου
περί της Παρθένας Θεοτόκου Μαρίας είναι
αναμφιβόλως ειδωλολατρικές.

Παρακάτω θα αναφέρω και άλλα παραδείγματα τέτοιου είδους.

Ολα άρχισαν στην αρχαία Αίγυπτο. Η Θεά Ισις έγινε έγκυα ύστερα από σταφύλια που έφαγε και κατόπιν γέννησε τον θεό Ωρο.

Στην κινέζικη μυθολογία έγινε η θεϊκή παρθένα Γιου-νιου από μίαν στρογγυλή ΑΧΤΙΔΑ έγκυα που χάϊδεψε τα χείλη της και κατόπιν γέννησε τον φιλόσοφο Λάο-τζε.

Η μητέρα του θεού των Αζτέκων Κβετζαλκοάτλ έγινε έγκυος από ένα διαμάντι που έπεσε επάνω στο στήθος της.

Και η αρχαία ελληνική και η ρωμαϊκή μυθολογία ξέρουν παρόμοιες περιπτώσεις εγκυμοσύνης.

Στην περίπτωση της Θεοτόκου (τί Υβρις !) ήταν το Αγιο Πνεύμα που την έκανε έγκυα. Ισως αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα στην «Αγία Τριάδα»
έχει αντικατασταθεί με το «Αγιο Πνεύμα». Αργότερα έχουν δημιουργήσει οι θεολόγοι
ολόκληρες μυστικιστικές ψευτοθεωρίες για να αποδείξουν τα αναπόδεικτα.

Από ό,τι έχω διαπιστώσει, η Ορθοδοξία στηρίζεται πρωτίστως σε έναν αφόρητο και σκοταδιστικό μυστικισμό, ο οποίος αντιτίθεται
όχι μόνον στην επιστήμη, αλλά γενικά και στον κοινό νου και στρέφεται κατά της προόδου.
Ακριβώς αυτός ο μεσαιωνικός μυστικισμός είναι μία από τις αιτίες για την πολύπλευη καθυστέρηση των χωρών της χριστιανικής Ορθοδοξίας.

Εάν οι πιστοί χριστιανοί πιστεύουν σε αυτά τα χαρίεντα παραμύθια είναι δική τους υπόθεση.

Αυτές και άλλες παρόμοιες γνώσεις ανήκουν στην γενική εγκυκλοπαιδική μόρφωση.

Τοποθετούμαι ως σύγχρονος πανθεϊστής (οχι πολυθεϊστής).

Καθημερινή (16.8.15)

Πηγές

Mircea Eliade, Geschichte der religiösen Idee ( Orig. Histoire des croyances et ideees religieuses, Paris 1976, 1992), Breisgau 1978, Budapest 2002, ISBN 3-451-05274-1
Rachel Storm, Östliche Mythologie (Übers. aus dem Englischen, U.K. 1999 ), Reichelsheim, 2000, ISBN 3-89736-305-4
Gerhard Bellinger, Knaurs Lexikon Mythologie, Augsburg-München, 1989…, 2004, ISBN 3-8289-4154-0
Hannelore Gärtner, Kleines Lexikon der griechischen und römischen Mythologie, Leipzig, 1989, ISBN 3-323-00264-4

Αρης Νούλης Νουλιάδα 15η

 

Πηγή για τα παρακάτω κείμενα : Καθημερινή (11.6.16)

Προς έναν Ελληνάρα και θρησκοληπτοαλητήριο (Επαναδημοσίευση)

Είσαι η ενσάρκωση του λεκτικού υπερπατριωτισμού και της ορθόδοξης θρησκοληψίας καθώς και του μεσαιωνικού θρησκευτικού σκοταδισμού.

Αυτά δεν κοστίζουν ούτε εργασία, ούτε ιδρώτα, ούτε απαιτούν ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΟΡΓΑΝΟΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΘΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΞΥΠΝΟΤΗΤΑ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ και ΑΝΤΟΧΗ.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Εμείς, οι επιτυχείς στο εξωτερικό και ιδιαιτέρως οι
επιστήμονες-πανεπιστημιακοί έχουμε άλλες ΑΞΙΕΣ :
ατσαλένια ΒΟΥΛΗΣΗ, σιδερένια ΑΥΤΟΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, γρανιτένια ΑΝΤΟΧΗ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ από χρυσό, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ από ασήμι και παράφορον ΕΡΩΤΑ (όχι τον γελοίο χριστιανικό) στην ΕΠΙΣΤΗΜΗ (ΕΡΓΑΣΙΑ).

Γι αυτό μας θεωρούν ανά τον κόσμο ως γνήσιους απογόνους και τιμητές της αρχαίας ελληνικής
Εμείς τιμούμε το ελληνικό όνομα παντού και πάντα.

Μάλλον αμφιβάλλω , εάν καταλαβαίνεις αυτήν την ΓΛΩΣΣΑ των πράξεων, των επιτυχιών και των επιστημονικών περγαμηνών. Ο λεκτικός αυτοβαυκαλισμός σου, ο οποίος έχει αγγίξει ήδη τα όρια του άκρως αρρωστημένου βερμπαλιστικού αυνανισμού, του φθόνου και της υπουλότητας δεν συμβάλλει ουδόλως
στην επίλυση των υπαρχόντων προβλημάτων.

Καθημερινή (30.1.16)

————————————————————–

Παναγιώτης Βύρας  προς Άρης Νούλης

Η ειδωλολατρεία ΚΑΙ βλασφημία σου δεν είναι λόγω τριάδας, αλλά γιατί δέχεσαι το σπαργάνωμα ΚΑΙ μια περιτομή του Θεού! Δεν αρκείσαι, φυσικά, σε αυτό. Τον κάνετε κομματάκια και καταβροχθίζετε το σώμα Του, με τους ανόσιους αιρετικούς, όταν εκτελείτε τα κανιβαλικά σας όργια που αποκαλείτε θεία μετάληψη… καταθλιπτικό και γλοιώδες οψώνιον.

——————————————————-

Panos Terz προς  Αmasia

Μάλιστα Homo Neanderthalensis et Homo Balcanensis et Orientilevantinensis. Για το Homo Balc .,, etc. έχω την πατρότητα.

Κατά τα άλλα χαίρε Αμαζόνα που έχεις κατατροπώσει το ανθρωποειδές της σελίδας.
Salve Amazona victoria vs Hominis Balcanensis et Orientilevantinensis. Salve filia intellegens Graeciae novae.

———————————————

Αmasia προς Άρης Νούλης

Σας έχουν πεί πολλές φορές ότι είστε κρετίνος. Δεν λέτε (λόγω κρετινισμού προφανώς), να το καταλάβετε.

Άλλο Τσίπρας άλλο Τράμπ. Ο αμόρφωτος και παντελώς ανίκανος (κάτι σαν και εσάς) Τσίπρας, υποσχέθηκε πράγματα που δέν μπορούσαν ποτέ να γίνουν και απλά δεν έγιναν. Μόνο ηλίθιος (ναι, πάλι σαν και σας) μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι θα γίνουν. Ο Τράμπ, όσο και να μήν μου αρέσει, είναι επιτυχημένος επιχειρηματίας και όχι άχρηστος καταληψίας (ή σανοφάγος σαν έσενα).

Πολλοί ηλίθιοι (ναι εννοώ και εσάς ) πίστεψαν λόγω αμορφωσιάς, ότι ο Τσίπρας είχε τέτοιες δυνατότητες όταν αντικειμενικά ήταν αδύνατον να τις έχει.

Τώρα το μένος σας εναντίον της ομογένειας μάλλον προδίδει ότι εκτός απο κρετίνος, είσαστε και ένα φθονερό μίασμα, βλαχαδερής κοπής. Ένα αηδιαστικό και σιχαμερό περίττωμα στο σώμα της Ελλάδος. Δεν μπορεί (όσο κρετίνος και να είστε), κάτι θα έχετε ακούσει πόσες φορές η ομογένεια χρηματικώς και πολιτικώς έχει βοηθήσει την Ελλάδα σε πολύ κρίσιμες στιγμές και πως αυτό αναγνωρίζεται απο όλες τις Ελληνικές κυβερνήσεις.

Μήν έχετε την παραμικρή αμφιβολία ότι δεν πρόκειται να διαβάσω τίποτε που μπορεί να απαντήσετε. Η βρωμιά σας είναι απολύτως αποκρουστική.

Μιας και μιλήσατε όμως για Η.Π.Α. καλό είναι να κλείσω με Αγγλικά:

WHY DON’T YOU GIVE YOUR MOUTH A REST AND SHUT UP, AS YOU ARE AN IGNORANT MORON WITH A NEANDERTHAL MINFD.

Καθημερινή (6.11.16)

———————————————————-Γατος …Ιμαλαϊων προς AMASIA (περί Α. Νούλη)

Αγαπητή/έ μου δεν αξίζει να βρίζεις τον σχολιαστή. Αδικα το κάνεις και μάλλον του δίνεις και αξία που ασχολείσαι μαζί του.
Μπορεί να γυροφέρνει αργόσχολα.. από σχόλιο σε σχόλιο με ύφος δέκα καρδινάλιων και ξερολισμό απύθμενο, αερολογώντας κωμικά και “κατακεραυνώνοντας” κάθε απρεπή.. και αμαρτωλή.. άποψη, αγνοώντας όμως πόσο γραφικός και αστείος έχει γίνει.
Μη του χαλάς τη χαρά, την ικανοποίηση και την ψευδαίσθηση για το “χειροκρότημα” που εισπράττει από το φιλοθεάμον κοινό του…!

——————————————————————–

  • Ένας Σουλιώτης προς Amasia

    Καλύτερη προσφώνηση από το– χαίρε Αμαζόνα– από τον κύριο καθηγητή, δεν μπορούσε να σας γίνει. Χαίρε Αμαζόνα. Χαίρε Αμαζόνα, και από εμένα.

  •  ——————————————————————–

amasia προς Κων/νος Λεμπιδάκης (περί Α. Νούλη)

Για να λέτε “αδικαιολόγητο μένος σας” μάλλον έχετε χάσει επεισόδια (πολλά) ή δέν έχετε καταλάβει τι γίνεται με τον συγκεκριμένο τύπο εδώ και ενάμισι χρόνο. Δηλαδή άγνοια, αλλά θέλετε να έχετε “άποψη” και να σχολιάζετε πράγματα που δέν ξέρετε (σωστός Ελλαδίτης!). Ο τύπος αυτός έχει καθυβρίσει με τον χειρότερο τρόπο σχεδόν τους πάντες που διαφωνούν μαζί του. Θα έπρεπε να του έχει απαγορευτεί να σχολίαζει στην Καθημερινή με όλες τις ύβρεις που έχει εκτοξεύση. Είπα λοιπόν αυτό που η περισσότερη σχολιαστές εδώ θέλουν να του πούν (και πολύ βέβαια του τα έχουν πεί και χειρότερα). Δεν μπορεί να μήν καταλαβαίνεται ή να αντιληφθήκατε την αγανάκτηση εναντίον του από τόσο κόσμο εδω μέσα για τις αισχρές ύβρεις που έχει ξεστομίσει.

Σε κάθε περίπτωση αφού δέν ξέρετε και δέν έχετε γνώση για το τή μιλάμε, αφήστε τα σχόλια και τις και ολίγον αφελείς ψυχολογικές προσεγγίσεις, “γνώμες” και τις νουθεσίες. Όταν υπάρχει άγνοια, όπως η δική σας δυστυχώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, η σιωπή είναι προτιμότερη. Αλλιώς ο ίδιος ο σχολιάζων, κινδυνεύει να παρεξηγηθεί,

Δέν έχω τίποτα εναντίον σας, ούτε έχω σχολιάσει ποτέ κάτι που έχετε γράψει (θετικά ή αρνητικά). Αποδίδω την παρέμβαση σας στον απολύτως δικαιολογημένο (απο άγνοια) σαστισμό σας, απο τις σκληρές (άλλα πραγματικές) εκφράσεις περιγραφής του χαρακτήρα του συγκεκριμένου. Όμως δυστυχώς σε αυτό το επίπεδο μας τραβάει ο συγκεκριμέμος όταν αναγκαστικά έχουμε να ασχοληθούμε μαζί του. Έχω μάθει, απο πολλαπλές εμπειρίες, ότι στην Ελλάδα η ευγένεια όχι μόνο δέν χαίρει εκτίμησης αλλά και ότι ερμηνεύεται ως δείγμα αδυναμίας. Σε τέτοια άτομα λοιπόν ο μόνος τρόπος για να καταλάβουν, είναι η σκληρή, ωμή, χωρίς αναισθητικό, αλήθεια.

Αυτή την γλώσσα χρησιμοποίησα και επαναβεβαιώνω κάθε λέξη του πρηγούμενου κειμένου μου.

——————————————————–

Α προς Άρης Νούλης

Eθνοκάπηλε Φαρισαίε, δεν διαθέτεις το ηθικό ανάστημα να ονομάζεις ξενόδουλους όσους δεν συμπλέουν με τις αερολογίες σου. Έχεις καταντήσει ένα όνειδος.

- Α προς Άρης Νούλης

Μάλλον, μαϊντανε της “διανόησης”, νομίζεις οτι οι δικές αντιδράσεις είναι πιο κόσμιες, πολισμένες και ηθικές…!
Καλά έχεις αντιληφθεί τόσο καιρό τι λες εσύ και η “αυλή” σου; “Καθρέφτη” διαθέτετε; Αντε γιατί καιρός να ξεκαβαλήσετε το καλάμι…

————————————–

Πηγή για τα παρακάτω σχόλια : Καθημερινή (13.11.16)

-Savvas Karagiannidis, Oslo προς  Άρης Νούλης

Μετά κακίας φῖλολοίδορε καὶ δι’ εὐπετείας δίδεις συμβουλές. Κακόβουλε, ἀχαλίνωτο στόμα, ἀνόμου τ’ ἀφροσύνης τὸ τέλος δυστυχία.

———————————

Το βρωμερό υποκείμενο και δηλητηριώδες ΕΡΠΕΤΟ βρίσκεται ante portas του μαζοχισμού και της σχιζοφρένειας.

———————————————————–

Peter Haramis προς  Άρης Νούλης

Farewe’ll !!! Ωραία αγγλικά !!! Κι αυτό τυπογραφικό, ψεύτη, illiterate idiot, potentially “λωποδύτης”, αισχρή ύπαρξη; Άντε χάσου, ακαθόριστου γένους, ΛΟΥΣΤΡΕ.

-Peter Haramis προς  Άρης Νούλης

“Farewe’ll”. Υποτίθεται σπούδασε στην Αγγλία ο αγράμματος, το αίσχος της ιστοσελίδας.

Καθημερινή (13.11.16)
                                                                    ———————-        ——   —————
Savvas Karagiannidis προς Άρης Νούλης

Εἴσαι ἔνα ἀνδρ-είκελον, πού συνεχίζει νὰ φωνασκεῖ, πού μέσα στό κεφάλι σου ἔχεις στριμώξει πολλές λέξεις, ἀλλά δίχως τάξη, ἔνας πέπον, ματαιόδοξος καί δίχως εὐπρέπεια. (Καθημ., 13.11.16)

/////////////////////////////////////////////////////////////////

Savvas Karagiannidis, Oslo προς  Ιωσηφ Βησσαριονοβιτς  (περί Α. Νούλη)

Ό συγκεκριμένος τετρασκελής βορβορόθυμος ”ἀντίπαλος”, ἐμπαίζει κατά συρροήν καὶ ἐκ προμελέτης, ὄλους ποὺ ἐκφράζουν ἐλεύθερα τὴν ἄποψη τοῦς, ἔχει δὲ μιὰ προτίμηση στοὺς ἀποδημοῦντες τοὺς όποῖους σπῖλώνει διαρκῶς μὲ τὴν βόρβορη χύδη ποὺ τὸν διακρίνει καὶ τὸν τρέφει. Τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς χύδης του εἴναι, ή ἀπεγνωσμένη προσπάθεια ἀδελφοποίησης τοὺ Έλληνίσμου μὲ τὴν μισάνθρωπη θρησκεῖα τοὺ Ἰουδαιοχριστιανισμού ποὺ προσκύνει ἔρποντας, καὶ ταυτόχρονα τὸ μίσος του γιὰ τὴν θυγατήρ τοῦ Έλληνισμοῦ τὴν Δύση. (Καθημερινή, 20.11.16)

————————————————–

Παναγιώτης Βύρας προς Savvas Karagiannidis (περί Α.Νουλης) :Τετρασκελές ἑρπετόν! Τῷ βορβοροθύμῳ δῆγματι…(Καθημερινή, 20.11.16)

——————————–

 Μανώλης προς Άρης Νούλης

 

Μάστορας κ.Νούλη σε λoγοπαίγνια και άλλα (πως τα’πες εκείνα τα εκφοβιστικά του κολλεγίου,που ήσουν αητός;).
Άντε τώρα στο ”παιχνίδι” σας.
Με ταρζάν και τσίτες με πρίτς και προυτς,ανάκατα
(αχταρμάς σε ανατολικότερην διατύπωση) με τα ”Έλλην λόγος” σου και τις βαρετές άχρωμες και επιδεικτικές βιβλιοπαραπομπές σου.
Και βιντεάκια και ”μεσότηδες” από την άλλη.
Αλήθεια ποιοί είστε,θέλω να πω με το ”ημών” ποιούς ”σεχτοποιημένους” εννοείς;
Αναρωτήθηκες αν προσβάλλεις κάποιους;
Την ύβρη ”μόνος γνώστης και κριτής της Αλήθειας” από που την τεκμαίρεις και μου την απευθύνεις,πολυδιαβασμένε μας κύριε;
Εξηγήσου (σ’αυτό το συγκεκριμένο)
Μπορείς; (Καθημερινή (20.11.16)
__________________________________
Παναγιώτης Βύρας προς  BALDWIN (περί Νούλη)

Στην ελληνορθόδοξη διάλεκτο μια παράθεση περικοπών ονομάζεται “επιχειρηματολογία” κι η δημόσια αφόδευση λέγεται “κοινωνώ”… Να γιατί είναι κάπως εξωτικοί στην επικοινωνία τους όσοι την ομιλούν!

//////////////////////////////////////////////////////////////////

Παναγιώτης Βύρας προς ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Η ζωή των ελληνότροπων ερπετών: Ένα ξεχείλισμα από οντολογική ξιπασιά και θεολογικό περιεχόμενο! https://disqus.com/home/discus…
Παράγουν αγαπητική σχέση, που στηρίζεται στο μεγαλείο του να είσαι ανώτερος άνθρωπος! https://disqus.com/home/discus…
Και, βεβαίως, υπάρχει πάντα περιθώριο μετάνοιας… ώστε να μη χαθεί μια θέση στο παραδεισένιο ζωολογικό πάρκο.

—————— ——————————-

 

Ευρωσκεπτισμός . Συνοπτικότατα

Ευρωσκεπτικισμός
(ΕΣ), Συνοπτικότατα

Προσέγγιση στο πολυεπίπεδο
θέμα επί τη βάσει της ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ως κανόνα της Γενικής Μεθοδολογίας των βασικών επιστημονικών ερευνών.

1. Αντικείμενο του ΕΣ

α) Η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) ως διευρωπαϊκός οργανισμός, πρωτίστως
η διάρθρωσή της και τα όργανά της.

β) Αποφάσεις των
οργάνων της περί σημαντικών πολιτικών,
οικονομικών, διπλωματικών κλπ. υποθέσεων.

γ) Εξέλιξη
καθι διεύρυνση της ενωτικής διαδικασίας.

2. Ποιοί ειναι οι φορείς και οι εκφραστές του ΕΣ ;

Πρωτίστως μικρά κόμματα διαφορετικών πολιτικών και πολιτικών αποχρώσεων : κατ αρχάς η Ακρα Αριστερά και η Ακρα Δεξιά, εν τω μεταξύ
και άλλοι κομματικοί σχηματισμοί και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

3. Εκφάνσεις του ΕΣ

Σημειώνονται έως τώρα πρωτίστως δύο εκφάνσεις :

α) hard : απόρριψη
της ΕΕ και εχθρότητα έναντι αυτής.

β) soft : ήπια κριτική στην ΕΕ. Θα μπορούσε να είναι πιο δημοκρατική. (Εποικοδομητική κριτική ).

4. Για ποιούς λόγους έχει εφφανισθεί ο ΕΣ ;

α) Η ΕΕ είναι αντίθετη με βασικές αξίες των
ευρωπαϊκών λαών.

β) Εργαλειοποίση του
ΕΣ για πολιτικούς και κομματικούς σκοπούς (μικροκομματικοί λόγοι) που στην ουσία
σημαίνει λαϊκισμός.

γ) Μερικά κράτη είναι
μέλη της ΕΕ όχι από πεποίθηση, αλλά πρωτίστως λόγω οικονομικών πλεονεκτημάτων (Ουτιλιταρισμός).

δ) Η ΕΕ είναι αντίθετη
με την κυριαρχία των κρατών-μελών. Πέραν τούτου επιθυμεί η ηγεσία της ΕΕ περισσότερες
κυρίαρχες εξουσίες με απώτερο σκοπό την εμπέδωση των «Ηνωμένων
Πολιτειών της Ευρώπης».

ε) Φόβος απώλειας
της εθνικής ταυτότητας λόγω της εμβάθυνσης
της ενωτικής διαδικασίας. Εδώ αλωνίζουν
οι λαϊκιστές .

5. Πως βλέπουν οι
ευρωσκεπτικιστές τον ΕΣ ;

Αν και φαίνεται παράδοξο, οι Ευρωσκεπτικιστές επισημαίνουν τον ΕΥΡΩΡΕΑΛΙΣΜΟ τους ! Voila.

Παρατήρηση : To θέμα
παράγραφος εμπεριέχει δυναμικό τουλάχιστον για 11 διδακτορικές διατριβές.

Πηγές (μεταξύ άλλων)

C. Leconte: Understanding Euroscepticism, Basingstoke 2010.

-Working
Paper-Reihe Nr 6 im
Fachgebiet Demokratieforschung

am Institut für Politikwissenschaft der
Philipps-Universität Marburg

-Timm Beichelt: EU-Skepsis
als Aneignung europäischer Politik (PDF; 311 kB), in Berliner Debatte Initial, 2/2010.

-Frank Decker, Florian Hartleb: L’euroscepticisme en Allemagne. Les partis politiques et l’Union Européenne, in: Laure Neumayer/Antoine
Roger/Frédéric Zalewski (eds.): L’Europe contestée: ‘populisme’ et ‘euroscepticisme’ dans l’Union européenne élargie, Paris: Michel Houdiard
Éditeur 2008, S. 34-54.

-Florian Hartleb: Euroskeptizismus in West- und Osteuropa, in: Martin H.W.
Möllers/Robert Chr. van Ooyen (Hrsg.): Jahrbuch für öffentliche Sicherheit 2008/2009, Frankfurt a. M.: Verlag für Polizeiwissenschaft 2009, S. 479-484

Καθημερινή ( 30.10.16)

Χριστιανισμός ( Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολισμός, Προτεσταντισμός )Σύγκριση

Χριστιανισμός ( Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Προτεσταντισμός ), Σύγκριση

Χριστιανισμός (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Προτεσταντισμός), Σύγκριση

Από τις τρεις εκδοχές του Χριστιανισμού αποτελεί ο Προτεσταντισμός την πιο εξελιγμένη, γιατί

α) έχει έμμεσα συμβάλλει στον ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ,

β) είναι στενότατα συνδυασμένη με την πραγματική ζωή,

γ) απορρίπτει τον γελοίο μυστικισμό και την μεταφυσική της Ορθοδοξίας,

δ) αναγνωρίζει την ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ώς καθοριστική ΗΘΙΚΗ ΑΡΧΗ ( Προτεσταντικό Εργασιακό Εθος, Protestantische Arbeitsethik),

δ) έχει ανακηρύξει την ΕΠΙΤΕΥΞΗ σε απαραίτητη ΗΘΙΚΗ ΑΡΧΗ (Kalvinistisches Leistungsprinzip) για κάθε πιστό Προτεστάντη και

ε) όλες οι χώρες με προτεσταντική παράδοση υπερέχουν σε όλες τις
εκφάνσεις του πραγματικού βίου όλων των καθολικών χωρών και ιδιαιτέρως
των τρομερά καθυστερημένων χωρών με ορθόδοξη παράδοση (Ιδέ π.Χ.και την
διαφορά μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας στο πολίτευμα και στις υψηλές
τεχνολογίες).

Διευκρίνιση : Είμαι ΠΑΝΘΕΙΣΤΗΣ.

Καθημερινή (2.10.16)

Σπουδαστές στην Γερμανία, Διαφορά μεταξύ Βορείων και Νοτίων Ευρωπαίων

Σπουδαστές στην Γερμανία, Μεγάλες διαφορές (πρωτίστως Βόρεια και Νότια Ευρώπη)

Ζω εδώ και 58 έτη στην Γερμανία ( 32 πρώην Ανατολική και 26 στην ενωμένη Γερμανία) και πέραν τούτου είχα σπουδαστές (φοιτητές, μεταπτυχιακούς και δοκτορά) προ και μετά των κοσμοϊστορικών αλλαγών από 70 χώρες του κόσμου (όλες οι θρησκείες και όλοι οι Κύκλοι Πολιτισμού).

Τεράστια είναι η διαφορά μεταξύ των σπουδαστών από τις ισλαμικές και από τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και μεταξύ των σπουδαστών από τη Νότια και από την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.

Τις πιο μεργάλες επιτυχίες έχουν να αναδείξουν οι σπουδαστές από τις χώρες με προτεσταντική (ΗΘΙΚΗ αρχή της ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ) και ειδικά με καλβινιστική (ΗΘΙΚΗ αρχή της ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ) παράδοση. Οντως άλλος αστερισμός.

Εάν π.χ. ζούσαν στην Ελλάδα Ολλανδοί ή Σουηδοί, θα την έκαναν παράδεισο, ενώ εάν ζούσαν Ελληνες στην Ολλανδία ή στην Σουηδία θα ήταν πάμπτωχοι και ζήτουλες.

Καθημερινή (16.10.16)

Επιστημολογία, Γνωσιολογία

Επιστημολογία

Στα Αγγλικά σημαίνει ο όρος EPISTEMOLOGY Γνωσιοθεωρία , αλλά στα Γερμανικά σημαίνει Wissenschaftstheorie.
Για την Θεωρία της γνώσης χρησιμοποιείται στα Γερμανικά ο όρος ERKENNTNISTHEORIE.

Στα Ελληνικά έχει ο όρος ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ μίαν ευρύτερη σημασία : Αντικείμενό της αποτελούν όλα τα ζητήματα σχετικά με την γνώση, ενώ ο όρος ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ αποτελεί κλάδο της Επιστημολογίας με πιο συγκεκριμένο αντικείμενο :Βάση της ορθότητας της ανθρώπινης γνώσης.

Πληροφορίες :

α) Στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας υπήρχαν επί πολλά έτη η διεθνώς μοναδική έδρα της ΓΝΩΣΙΟΘΕΩΡΙΑΣ (ERKENNTNISTHEORIE) και μία ιδιαίτερη έδρα με τον τίτλο Wissenschaftstheorie (Θεωρία της επιστήμης).

β) Τίτλος της Standard Εγκυκλοπαίδειας “Philosophie und Wissenschaftstheorie” (“ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ και Θεωρία της Επιστήμης”) για όλες τις γερμανόφωνες χώρες. Δηλαδή υπάρχει και μεταξύ της Φιλοσοφίας και της Θεωρίας της Επιστήμης( Επιστημολογία) διαφορά.
Καθημερινή (30.10.16)

Brexit, Γιανναράς Χρήστος

Brexit

1.Σύμφωνα με το άρθρο 50 δέον η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση να γνωστοποιήσει ΕΠΙΣΗΜΑ σην ΕΕ , ότι σύμφωνα με το δικό της σύνταγμα επιθυμεί να εγκαταλείψει την ΕΕ.

Κατόπιν αρχίζουν πολύ περίπλοκες και πολυδιάστατες διαπραγματεύσεις, οι οποίες διαρκούν πολλούς μήνες, ίσως και ένα έως δύο έτη. Μόνον ύστερα από την περάτωση αυτών των διαπραγατεύσεων είναι δυνατό να βγάλουμε σοβαρά συμπεράσματα γύρω από τις συνέπειες του Brexit.

2. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι γενικά ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ και ειδικά οικονομολόγοι. Οσο έγκριτες και εάν είναι οι εφημερίδες. δεν εκφράζουν συγκροτημένη γνώμη.

3.Ηδη έχει γίνει γνωστό, ότι πολλές διεθνείς επιχειρήσεις θα εγκαταλείψουν βαθμιαία το Ηνωμένο Βασίλειο. Και μόνο αυτό έχει προκαλέσει οικονομικά προβλήματα.

4. Είναι γνωστό, ότι σχεδόν 50 τοις 100 των πολιτών δεν έχουν λάβει μέρος στο δημοψήφισμα. Αυτό ισχύει ιδιατέρως για τη νεολαία. Ο πρώτος εγγονός μου έχει μετατεθεί από την επιχείρησή του για τρία χρόνια στο Λονδίνο, όπου γνώρισε πάρα πολλούς νέους Αγγλους, οι οποiοι χωρίς εξαίρεση δεν συμφωνούν με το Brexit.Γενικά άρχισε να επικρατεί η άποψη, ότι ίσως να μην πραγματοποιηθεί η έξοδος από την ΕΕ.

5. Η Ελλάδα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην οικονομική βοήθεια πρωτίστως εκ μέρους της ΕΕ. Στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδας, αυτή θα καταποντισθεί ταχέως οικονομικά.Είδαμε, τί έχει συμβεί με την “αντιμνημονιακή ” κυβέρνηση.

6. Η εποχή των μικρών κρατών έχει παρέλθει. Μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία, Ρωσία) ή υπερκρατικοί οργανισμοί (ΕΕ) παίζουν διεθνώς καθοριστικό ρόλο.

Καθημερινή (23.10.16)

—————————————–

Το πρόβλημα του κ. Γιανναρά είναι και ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΟ (Ευρωπαϊκή Ενωση)

1. Υπό τον φακό της ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ σημαίνει η διαδιακασιία της ΕΕ καθώς και του Brexit εξέλιξη και μεταλλαγή (Ηράκλειτος “Πάντα ρει” : Ολα ρέουν, μεταλλάσσονται ,εξελίσσονται).

2.Υπό τον φακό του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ σημαίνει η διαδικασία του Brexit χρονοβόρες πολυεπίπεδες και πολυδιάστατες διαπραγματεύσεις επί τη βάσει του γενιικού κανώνα της νομικής σκέψης της Δύσης (ρωμαϊκές ρίζες) της ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ (do ut des : Reciprocity, Reciprocite, Reciprocidad).

3. Υπό τον φακό της ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ δέον να βλέπουμε την ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ πραγματικότητα (εθνος, κοινωνία, κράτος) στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς ιδεολογικές, υπερεθνικιστικές και θρησκευτικές παρωπίδες.

4. Υπό τον φακό της επιστημονικής ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ δέον να εξετάζουμε τα γεγονότα σύμφωνα με τους κανώνες της (Ανάλυση, Σύνθεση, Αντικειμενικότητα, Συνθετικότητα, Συστημικότητα, Διαφοροποίηση, Ρεαλιστικότητα, Ιστορικότητα, κλπ.)
Το χειρότερο απ όλα είναι η σύγχιση των επιθυμιών και των φαντασιώσεων με την πραγματικότητα. Είναι πασιφανές, ότι ο κ. Γιανναράς αισθάνεται μεγάλη αντιπάθεια σχεδόν εχθρότητα έναντι της Δύσης.η οποία αυτονοήτως στηρίζεται πρωτίστως στον “επάρατο” ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ.

5. Υπό τον φακό της ΠΟΛΙΤΟΛΟΓΙΑΣ (Πολιτικές Επιστήμες) καθορίζουν τα ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ (Δημόκριτος, Επίκουρος) τον βασικό κώδικα συμπεριφοράς των ανθρώπων και των εθνών (Hegel) και όχι τυχόν “συμπλέγματα” (Γιανναράς).

6. Υπό τον φακό της ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ υφίστανται , σε ό,τι αφορά την ψυχοσύνθεση , μεταξύ των Βορείων και των νοτίων Ευρωπαίων τεράστιες διαφορές.
Είναι λοιπόν αναγκαιότατο να ασχοληθούμε ειδικά στα πλαίσια της ΕΕ με τη νοοτροπία και των άλλαν λαών και να μην τους αξιολογούμε αποκλειστικά με βαλακανοανατολίτικα κριτήρια. Η συνεχής εθνικιστική ομφαλοσκόπηση οδηγεί με μαθηματική συνέπεια σε τύβλωση, σε μερικούς και σε τελεία αποβλά
κωση.

7. Υπό τον φακό της ΙΣΤΟΡΙΑΣ αισθανόνταν οι πολιτισμικά καθυστερημένοι λαοί μεγάλο θαυμασμό για τους εξελιγμένους λαούς. Ας υπενθυμίσουμε την γνώμη του αιγυπτίου αρχιερεά και επιστήμονα περί των Ελλήνων : Σόλων “αεί παίδες εστέ”. Αυτό εκφράζει κάποιαν ανωτερότητα έναντι του Σόλωνα ως εκπροσώπου των Ελλήνων*Αθηναίων).
Ο Σόλων πήγε στο “εξκωτερικό ” να σπουδάσει. Το ίδιο έκαναν ο Δημόκριτος, ο Πυθαγόρας και άλλοι αρχαίοι Ελληνες.

Κατά τα τέλη του 19ου αι. έστελναν οι πλούσιοι Νεοέλληνες τα παιδιά τους στην ΕΥΡΩΠΗ να σπουδάσουν και να φωτισθούν. Το ίδιο έκαναν και οι Ιάπωνες, στέλνωντας τα παιδιά τους στην Ευρώπη (πρωτίστως Γερμανία ) και στις ΗΠΑ να σπουδάσουν. Αυτά επαναλαμβάμνονται και σήμερα : Οποιος θέλει να σπουδάσει τις υψηλές τεχνολογίας, σπουδάζει στις ΗΠΑ και φυσικά όχι στην Ρωσία.

Το πρόβλημα του κ. Γιανναρά , των άλλων Θεολόγων και των ιερέων της Ορθοδοξίας έχει βαθειές ρίζες, οι οποίες εστιάζονται στο θανάσιμο μίσος έναντι του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ( άτομον, citoyen, δημοκρατία, βασικές ελευθερίες, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας).

Ως πλατωνικός κ. Γιανναράς αναδεικνύει πέραν τούτου συχνά την ιδιαίτερη συμπάθειά του για απολυταρτχικά συστήματα και για τους πολιτικούς φορείς των (Πούτιν, Ερντογκάν) και για τους τυχόν “Μεσσίες”( π.χ. Τσίπρας), οι οποίοι θα συμβάλλουν στην επίλυση των υπαρχόντων πολυποίκιλων οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων εν μία νυκτί , με το μαγικό ραβδί και σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ως γνωστότατον , την ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ των Εβραίων : “καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς”

Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητες ούτε η Εργατικότητα, ούτε η Οργανικότητα, ούτε η Μεθοδικότητα, ούτε η Συστηματικότητα, ούτε ο Σχεδιασμός. Με αυτό θέλω να επισημάνω, ότι μία θέαση των επιγείων επί τη βάσει της Θεολογίας μορεί να είναι μόνον εσφαλμένη. Αλλο επουράνια και άλλο επίγεια ζητήματα.
Chacun a sa place. Suum cuique tribuere.

Καθημερινή (23.10.16)

Ελληνας Ανατολίτης

Κατά πόσον είναι οι Νεοέλληνες Ανατολίτες ;

Παρακάτω πρόκειται για ένα τμήμα (μόνο συμπεράσματα) μιας εκτενούς μελέτης γύρω επό τη νεοελληνική νοοτροπία :

Τάση στην απειθαρχία, στον χαοτισμό και στην φυγοπονία ( αρχή της ήσσονος προσπάθειας , δηλαδή φυγοπονία, “ανατολίτικο ραχάτι”) , έλλειψη της δυναμικότητας , της αντοχής και της αίσθησης του συμφέροντος του συνόλου, ατομικισμός και εγωϊσμός, έλλειψη της κοινωνικής, της κρατικής, της νομικής και της φορολογικής συνείδησης, προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι της
λογικής, σύγχιση των φαντασιώσεων με την πραγματικότητα, εθισμός στις
σπέκουλες, στις υπόνειες, στην συνωμοσιολογία , στην κινδυνολογία, υποανάπτυκτη ικανότητα της οργάνωσης, έλλειψη της συστηματικότητας και της μεθοδικότητας, δυνατή
ροπή στην επιπολαιότητα, αναξιοπιστία, απόρριψη της κριτικής, τελεία έλλειψη της αυτοκριτικής, υποανάπτυκτο αίσθημα
της υπευθυνότητας, υπερευαισθησία, υπεραυτοεκτίμηση, οικογενειοκρατία,
νεποτισμός και δυνατή ροπή στην διαφθορά που σημαίνει , ότι η διαφθορά αποτελεί κανόνα.

Σε γενικές γραμμές είναι ο Νεοέλληνας περισσότερο Ανατολίτης , λιγότερο Ευρωπαίος, αλλά και εδώ παίζουν χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης βαλκανικής νοοτροπίας αρνητικό ρόλο.

Η καθοριστική πολιτισμική βάση (Εικόνα του Ανθρώπου, Κοσμοαντίληψη) της ιδιαίτερης νεοελληνικής νοοτροπίας είναι ο βαθειά ανατολίτικος χαρακτήρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Καθημερινή (23.10.16)

Προτεσταντισμός, Διάλεξη στη Λατινική Αμερική

Λατινική Αμερική , Διάλεξή μου περί του Προτεσταντισμού

Απο τη διάλεξή μου στα πλαίσια επιμόρφωσης των καθηγητών πανεπιστημίου της κολομβιανής ολιγαρχίας το 1999 :

Οι προτεστάντες (προτεσταντική αρχή της εργατικότητας και καλβινιστική αρχή της επίτευξης) έχουν δημιουργήσει τις ΗΠΑ και οι καθολικοί Ισπανοί (αρχή της ήσσονος προσπάθειας και της φυγοπονίας) έχουν βάλλει τις βάσεις της Νότιας Αμεικής.

Δεν ήξερα, ότι μερικοί καθηγητές καταγόνταν από γνωστές οικογένειες των conquistadores ,γερουσιαστών , υπουργών και Latifundistas.

Βρήκα το μπελά μου, η υπόθεση εφτασε έως τον ανώτατο καρδινάλιο και το Υπουργείο Ανωτάτης Παιδείας, αλλά δε συνέβει τίποτα, γιατί ο υπουργός έχει σπουδάσει και αποκτήσει PhD στο Yale Univesrity. Ορίστε.

Καθημερινή (30.10.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 14η

Η δηλητηριώδης και διεστραμμένη οχιά άρχισε πάλι να “δαγκώνει”.
Ο τσαρλατάνος και αρλεκίνος της σελίδας που δεν έχει σπουδάσει ούτε Φιλοσοφία, ούτε Φιλολογία, ούτε Θεολογία, ούτε Λογοτεχνία, ούτε Ιστορία, ούτε Γλωσσολογία, ούτε Αρχαιολογία και βάλε (ήταν μεγαλέμπορας ξυλείας) παριστάνει τον μορφωμένο και πάνσοφο στηριζόμενος πάντα σε αποφθέγμαστα ή σε μεμονομένες απόψεις Φιλόσοφων που δεν είναι σε θέση να καταλάβει, γιατί του λείπουν παντελώς η φιλοσοφική εκπαίδευση,η γνώση και πρωτίστως η ΜΕΘΟΔΟΣ.

Μου φαίνεται, ότι ωρίμασε ο χρόνος να του αφιερώσω την 14η ΝΟΥΛΙΑΔΑ. Το περιεχόμενο των 13 ΝΟΥΛΙΑΔΩΝ έχει ήδη δημοσιευθεί βαθμιαία στην Καθημερινή , και οι Νουλιάδες εστιάζονται στο Μπλογκ μου :P ano’s Terz blog | Professor Dipl.jur.Dr.,Dr.sc./Dr.habil.(DSc) Panos Terz
Οπως έχω ήδη ανακοινώσει, θα αναρτήσω και την εθνοψυχολογική και κοινωνιολογική ΜΕΛΕΤΗ με τον τίτλο ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ σκοπεύωντας να αναβιβασθεί στο εξωτερικό σε έννοια της Κοινωνιολογίας.

1. Οποιος θέλει να μάθει, πού και πώς σπούδασα , πότε, πού και τί ΔΙΔΑΞΑ, μπορεί να τα διαβάσει στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de.

2.Ποτέ δεν σπούδασα στη Λατινική Αμερική , άλλα η UNESCO με έστειλε εκεί να διδάξω την ¨Γενική Μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών ερευνών” σε ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥΣ.

3. Σε ό,τι αφορά την “αντικειμενική πραγματικότητα” είναι αυτό ζήτημα της φιλοσοφικής τοποθέτησης (ιδεαλιστικής ή υλιστικής).

Ιδέ εκτενέστερα την εξής Standard-Εγκυκλοπαίδεια σε όλες τις γερμανόφωνες χώρες : Enzyklopädie Philosophie und Wissenschaftstheorie, hrsg. von Jürgen Mittelstrass, 4 Bände, ISBN 34-476-02012-6. Stuttgart, 20004 (εδώ τόμος 4, σελ.508-509).

Πληροφορία : Κάθε τόμος έχει 1000 πυκνογραμμένες σελίδες. Αυτό το τεράστιο επιστημονικό έργο έχει συγγραφεί από 40 κορυφαίους Φιλόσοφους της Γερμανίας, της Αυστρίας και της γερμανικής Ελβετίας).

4. Επαναλαμβάνει την ιταμή συκοφάντηση (“Αγαπάτε Αλλήλους”!!! ) εδώ και πέντε έτη.
Από τα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ “Universität Leipzig, Stasi-Probleme” και “Dank-und Anerkennungsschreiben” απορρέει ακριβώς το αντίθετο συμπέρασμα. Εχω αναρτήσει τα ντοκουμέντα μέσω scannen στο Μπλογκ μου.

Καθημερινή (30.10.16)

--Panos Terz Παναγιώτης προς Βύρας

Ευστοχότατο : “Πρωτογονισμός ελληνικής ιδιομορφίας” . Θα προτιμούσα όμως να γράψω “νεοελληνικής”…

Ναί, η ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ομφαλοσκόπηση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αποτύφλωση και τελεία αποβλάκωση. Αυτό σημειώνεται εδώ στη σελίδα σε Ελληναράδες και Ορθοδοξαράδες ακόμη και σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Δεν εξαφανίζονται μόνοι τους !
Ακόμη και εδώ στη σελίδα βιώνουμε σκληρό πολιτισμικό αγώνα μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και της προόδου από το ένα μέρος και των δυνάμεων του σκοταδισμού και της ολικής καθυστέρησης από το άλλο μέρος.
Αντιμετωπίζουμε λοιπόν την βαθμιαία οπισθοχώρηση των βρυκολάκων. Θα τους καταστροπώσουμε. Με δαύτους δεν μπορεί να γίνει λογικός διάλογος. Καθημερινή (30.10.16)

_____________________________

Πηγή των παρακάτω σχόλιων : Καθημερινή (23.10.16)

-Panos Terz : H σελίδα βρωμάει εντόνως ΒΑΛΚΑΝΙΛΑ (Αρης Νούλης, Μανώλης).

-Panos Terz προς Savvas Karagiannidis : Βρώμικοι πατριδοκάπηλοι και άλλων χωρών έχουν καταστρέψει τις πατρίδες τους.

-Panos Terz προς  S.Karag. ;Του λείπει παντελώς η ΠΑΙΔΕΙΑ σύμφωνα με διεθνή κριτήρια.

-Panos Terz προς Άρης Νούλης : Επαναλαμβάνομαι : ΔΙΕΘΝΗ κριτήρια, όχι βαλκανοβλάχικα ή βαλκανολεβαντίνικα κριτήρια ως έκφραση αφάνταστης πολιτισμικής κατωτερότητας.

-Panos Terz προς Α.Νούλης :Δηλητηριώδες ΕΡΠΕΤΟ, πως τιμάς εσύ το ελληνικό όνομα ; Η επιθυμείς αιμοβόρο τέρας εμφύλιο πόλεμο ;

________________________________________________________

-Παναγιώτης Βύρας Αρης Νούλης και παρέα (Μανώλης, Διογένης) :

Από ζωολογική σκοπιά μια ομάδα προσωπικοτήτων ανήκει σε ξεχωριστή συνομοταξία: Θεούσες ολοφυρόμενες! Αλληλοσυμπληρούμενοι και συμπλεγματικοί του κόσμου, σε κοινωνία μέσω likes! Ιεροκήρυκες αγάπης ή καρικατούρες εαυτών. Έχει τη σημασία της η μανία τους επειδή αφορά σε ζωές άλλων, όχι στη δική τους. Ιδού μια σταχυολόγιση σχολίων:
1. Διογένους ηθικοπλασία: http://disq.us/p/1cc6axd
2. Αντικειμενική παθογένεια: http://disq.us/p/1cb7gnv
3. Χαλλουμοφάγος αντιλογία: http://disq.us/p/1ce3c27
4. Διασπαρμένο μοιρολόι: http://disq.us/p/zoxv0p
5. Ανδρειωμένη ρωμηοσύνη: http://disq.us/p/19v1rvt
Κι ένα είδος, από μόνο του, το τσαμπουκαλίδικο τίποτα: http://disq.us/p/1bnxneu (Καθημερινή (23.10.16)

_____________________________________________-

 

 

-Παναγιώτης Βύρας  προς Άρης Νούλης

 

Όλα τα ερωτήματα απαντήθηκαν, όχι μια φορά αλλά πλειστάκις! Αν έχεις ανικανότητα πρόσληψης ή αντίληψης είναι κάτι που αδυνατώ να συμπονέσω. Παραθέτω (πάλι) τα σχετικά νήματα, για την ιστορία κι όχι την αφεντιά σου. 1. Περί την άλωση: https://disqus.com/home/discus…
2. Διώξεις εθνικών: https://disqus.com/home/discus…
3. Ελληνικότητα: https://disqus.com/home/discus…
4. Έλληνες: https://disqus.com/home/discus…
5. Περιτομές: https://disqus.com/home/discus…

Καθημερινή (30.10.16)

 

Pacta sunt servanda, Clausula rebus sic stantibus im Spannungsverhältnis von Stabilität und Veränderung im Völkerrecht

Pacta sunt servanda, Clausula rebus sic stantibus im Spannungsverhältnis von Stabilität und Veränderung im Völkerrecht

(Hierbei handelt es sich um eine überarbeitete und teilweise ergänzte Zusammenfassung meiner 1975 verteidigten Habilitationsschrift)

Gliederung

1. Völkerrechtliche Stabilität, Grundprinzipien des Völkerrechts und Stabilität in den         internationalen Beziehungen

2. Veränderungen innerhalb der Völkerrechtsordnung

3. Zum Verhältnis von statischer und dynamischer Stabilität

4. Der spezielle Beitrag von pacta sunt servanda zur Schaffung stabiler internationaler         Beziehungen

5. Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.1. Bedeutung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.2. Die Kompromissformulierung der Regel der grundlegenden Veränderung der  Umstände in der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969 als eine  Synthese objektiver und subjektiver Faktoren

5.3. Anwendungsbedingungen prozessualen Charakters und Lösungsmöglichkeiten von  mit der Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände im        Zusammenhang stehenden Streitigkeiten

5.4. Die Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände auf   Verträge unabhängig von ihrer Dauer und der Ausschluss der Anwendung der  Grenzverträge

5.5. Folgen der Berufung auf die Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

6. Zum Verhältnis zwischen dem Grundprinzip der Vertragstreue und der Regel der           grundlegenden Veränderung der Umstände

 

Abkürzungen

AdV                           Archiv des Völkerrechts

AFDI                          Annuaire Francais de Droit International

AJIL                           The American Journal of International Law

ILC-Yearbook                       Yearbook of the International Law Commission

ÖZfÖRVR                 Österreichische Zeitschrift für öffentliches Recht und Völkerrecht

Rdc                             Recueil de Cours, Academie de Droit International (Der Haag)

RGDIP                       Revue Général de Droit International Public

SEMP                         Sowjetskij jeshegodnik meschdunarodonowo prawa

SGiP                           Sowjetskij gossudarstwo i pramo

VTK1                         Vienna Convention on the Law of Treaties (1969)

VTK2                         Vienna Convention on the Law of Treaties between States and                                         International Organizations or between International Organizations

(1986)

WVK1                                   Wiener Konvention über das Recht der Verträge (1969)

WVK2                                   Wiener Konvention über das Recht der Verträge zwischen Staaten und  internationalen Organisationen oder zwischen internationalen                                      Organisationen (1986)

ZaöRVR                     Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht

 

 

1. Völkerrechtliche Stabilität, Grundprinzipien des Völkerrechts und Stabilität in den internationalen  Beziehungen

Dem Völkerrecht ist wie jedem Recht das Element der Stabilität immanent. Das Völkerrecht hat jedoch eben als Recht nicht nur eine statisch-regulierende, sondern auch eine dynamisch-zielsetzende Funktion. So gesehen, kann vor allem bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Menschheit das Element der Zusammenarbeit an Bedeutung gewinnen, dass das Völkerrecht als Kooperationsrecht ( ius cooperationis ) bezeichnet wird. So verwundert es nicht, wenn in der UNITAR-Studie “Progressive development of the principles and norms of international law relating to the New International Economic Order” vom Oktober 1984 festgestellt wird, dass sich das Völkerrecht der Koexistenz immer mehr zu einem Völkerrecht der Kooperation entwickelt.1 An dieser Stelle ist darauf hinzuweisen, dass Wolfgang Friedmann in seiner international bekanntgewordenen Schrift “The Changing Structure of International Law” bereits Mitte der 60er Jahre diese völkerrechtsbeeinflussende Entwicklung erkannt hatte und daher die Forderung erhob und begründete, um “Koexistenzrecht” (“law of coexistence”) zum “Kooperationsrecht” (“law of cooperation”) überzugehen.2 Hierdurch hat er mehrere Völkerrechtler beeinflusst.3 Im  Zusammenhang mit der allmählichen Herausbildung eines Entwicklungsvölkerrechts wandten sich Mitte der 70er Jahre diesen Fragen vorwiegend französische Völkerrechtler zu. So bestünde nach  G. Feuer zwischen dem “Koexistenz”-und dem “Kooperationsvölkerrecht” ein dialektisches Verhältnis. Das Entwicklungsvölkerrecht bilde dabei eine Synthese von beiden.4 P. Pescatore dachte sicherlich an das Übermorgen, als er dazu auf den Übergang vom “Kooperations”- zum “Integrationsvölkerrecht” hinwies.5

Das Völkerrecht ist in erster Linie ein ius pacis. Allgemein hat das Recht als verbindlicher gleicher Verhaltensmaßstab eine Reihe von Funktionen zu erfüllen wie:

a) Es werden Ziele sozialen Verhaltens gesetzt (zielsetzende Funktion);

b) das gesollte Verhalten wird durch Gebote, Verbote und Erlaubnisse direkt vorgeschrieben (regulierende Funktion);

c) das Recht bewertet soziales Verhalten (bewertende Funktion);

d) es verknüpft das gesollte und nichtgesollte soziale Verhalten mit Sanktionen (Zwangsfunktion).6 Das Recht als “gesellschaftlich verursacht und Gesellschaftliches bewirkend”, wirkt gesellschaftsordnend und -sichernd”.

In unserem Zeitalter sind Aufgabenstellung und Funktion des Völkerrechts in enger Verbindung mit den globalen Problemen der Menschheit zu sehen. Diese Aufgabenstellung hat absoluten Vorrang gegenüber jener eines sozialen Charakters.7 Gegenwärtig hat das Völkerrecht nicht nur eine Stabilisierungs- sondern auch eine Umgestaltungsfunktion.8

Die große Bedeutung des Völkerrechts in den internationalen Beziehungen wird anerkannt.9 Dennoch werden hin und wieder auch skeptische Äußerungen10 gemacht bzw. negative Einschätzungen getroffen.11 B. Simma unterzog hingegen die These von der “Krise” des Völkerrechts einer gelungenen Kritik.12

Das Völkerrecht vermag wohl, auf die internationalen Beziehungen komplex einzuwirken: rechtlich, politisch, moralisch und auch ideologisch.13 Seine wichtigste Aufgabe ist in unserem Zeitalter die “Sicherung der Grundlagen der menschlichen Existenz”.14 Diese Aufgabenstellung kann in erster Linie durch die Erhaltung des Weltfriedens realisiert werden. Die Friedenssicherung als die wichtigste Aufgabe des Völkerrechts wird gegenwärtig sowohl von  osteuropäischen15 als auch von westeuropäischen Völkerrechtlern16 unterschiedlicher Ausrichtung anerkannt. Die Hauptfunktion des Völkerrechts prägt dabei derart seinen Charakter, dass man gegenwärtig von einem Völkerrecht als Friedensrecht17 bzw. als Recht der internationalen Friedensordnung18 sprechen kann.

Werden weitere globale Probleme der Menschheit in Betracht gezogen, dann ist die Funktion des Völkerrechts etwas zu erweitern. Dieses hat z. B. auch zur Überwindung der Unterentwicklung beizutragen.19 Es ist jedoch verfrüht, es bereits jetzt als “Unterentwicklungsrecht” zu bezeichnen. Dennoch bildet sich allmählich ein Entwicklungsvölkerrecht heraus20, welches jedoch ein integraler Bestandteil des Völkerrechts ist. Auch zum Schutze der menschlichen Umwelt vermag das Völkerrecht beizutragen, vorausgesetzt, dass die Staaten bereit sind, mitzuwirken.

Der Beitrag des Völkerrechts zur Schaffung stabiler friedlicher Beziehungen ist auch durch seine Universalität möglich. In unserem Zeitalter ist die Universalität des Völkerrechts in engem Zusammenhang mit den globalen Problemen der Menschheit sowie mit der objektiv bedingten Existenz einer internationalen Staatengemeinschaft zu sehen. Diese Faktoren beeinflussen das gegenwärtige bestehende internationale Staatensystem, dessen wichtigste rechtliche Basis die UN-Charta ist.21 Universalität des Völkerrechts bedeutet, dass diese für alle Staaten unabhängig von der Gesellschaftsordnung gilt. In der Tat ist es so, dass die Universalität des Völkerrechts von allen Staaten akzeptiert22 bzw. die Einheit der Völkerrechtsordnung von niemanden bestritten wird.23 Ein weiterer Zug der Universalität besteht darin, dass dieses für alle Staaten gleich ist.24 Die Universalität des Völkerrechts ist vorhanden, obwohl gegenwärtig unterschiedliche Kultur- und Rechtskreise existieren.25

Geht man von der allgemeinen Ordnungsfunktion des Völkerrechts aus, so kann man sagen, dass dieses einen stark statischen Charakter hat. Nur hierdurch kann ein Zustand der Rechtssicherheit in den internationalen Beziehungen geschaffen werden. Die Beständigkeit des Völkerrechts kann vor allem daraus abgeleitet werden, dass der von den Staaten auf dem Wege von Völkerrechtsnormen erreichte Interessenausgleich von Dauer sein muss, um seinen Zweck erfüllen zu können.26 Speziell unter den Bedingungen unseres Zeitalters gewinnt die Stabilität der Völkerrechtsordnung an Bedeutung. Die Stabilität der Völkerrechtsordnung vermag ihrerseits, zur Schaffung stabiler friedlicher internationaler Beziehungen beizutragen.

Die Stabilität der Völkerrechtsordnung hängt direkt von der Haltung der Staaten zu den Grundprinzipen des Völkerrechts ab. Deren überragende Bedeutung kann unter Zugrundelegung verschiedener Kriterien ermittelt werden. Es liegen zwar relativ viele Publikationen hauptsächlich russischer Völkerrechtler vor. Es fehlen jedoch die der herausragenden Wichtigkeit der Grundprinzipien adäquater Systematisierungskriterien. Hier soll daher der Versuch unternommen werden, Bedeutung und Hauptmerkmale der Grundprinzipien nach bestimmten notwendigen Kriterien herauszuarbeiten.

a) Nach ihrer Bedeutung allgemein in den internationalen Beziehungen : Sie stellen eine Widerspiegelung der Hauptziele der internationalen Zusammenarbeit, der grundlegenden allgemeinen Interessen, der politischen Hauptrichtungen und der allgemeinen Struktur des gesamten Systems der internationalen Beziehungen und einen Garant der legitimen Rechte und Interessen der Völker dar.27

b) Nach ihrer Bedeutung speziell für das Völkerrecht : Die Grundprinzipien sind Hauptkern und normative Eckpfeiler des Völkerrechts, Ausdruck der inneren Grundlage des gesamten Völkerrechtssystems und des Hauptinhalts des Völkerrechts.28 Sie stellen weiter orientierende Richtlinien für die Weiterentwicklung des Völkerrechts dar und zeigen überhaupt die Hauptrichtungen der Entwicklung des Völkerrechtssystems an.29 Sie können bezüglich ihrer überragenden Bedeutung mit den Verfassungsprinzipien im innerstaatlichen Recht verglichen werden.30 Sie sind ein “Mindeststandard jeder rechtmäßigen Gestaltung internationaler Beziehungen”31 und ein stabiler Faktor der internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen.32 Sie besitzen eine funktionale und strukturelle Rolle im Völkerrechtssystem und sind in diesem Rahmen unabdingbar für das normale und effektive Funktionieren des völkerrechtlichen Regulierungssystems.33 Sie sind der derart unentbehrlich in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen, dass ihre Negierung der Leugnung des Völkerrechts gleichkäme.34 Sie können ferner als eine wichtige Grundlage für die Mobilisierung der öffentlichen Meinung zur Durchsetzung des Völkerrechts betrachtet werden.35

c) Nach ihrer Bedeutung speziell für die anderen Prinzipien und Normen des Völkerrechts : Die Grundprinzipien sind Maßstab, an dem die Völkerrechtsmäßigkeit anderer Normen gemessen wird und auch unentbehrlich für deren Auslegung.36 Infolgedessen haben die anderen Normen mit den Grundprinzipien in Übereinstimmung zu stehen (Artikel 103 der UN-Charta), anderenfalls sind sie von Anfang an (ab initio, ex tunc) rechtsungültig (Artikel 53 der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969).

d) Unter Berücksichtigung ihres Charakters : Die Grundprinzipien besitzen im Völkerrecht die höchste politische, moralische und vor allem juristische Kraft37 und stehen damit an der Spitze der Normenhierarchie.38 Sie besitzen einen allgemeinen bzw. allgemeindemokratischen Charakter.39 Sie stellen allgemeinanerkannte, allgemeinverbindliche Normen mit einem unbegrenzten staatlichen Adressatenkreis40 dar. Sie sind verpflichtende und verbietende Normen.41 Die meisten Grundprinzipien besitzen ferner einen ius cogens-Charakter, d. h., sie sind für alle Staaten zwingend verbindlich und von ihnen darf daher nicht abgewichen werden. Sie vermögen friedliche internationale Zusammenarbeit zu fördern, die freundschaftlichen Beziehungen zwischen den Staaten zu entwickeln und ein interventionsfreies Zusammenwirken der Staaten bei der Lösung der verschiedenen Probleme zu gewährleisten.42 Die Grundprinzipien stellen schließlich, obwohl jedes einzelne von ihnen eine relative Selbständigkeit besitzt, ein einheitliches Ganzes, ein System dar.43 Daher ist das wesentliche Merkmal des Systems der völkerrechtlichen Grundprinzipien ihre relative Abgeschlossenheit und Koordiniertheit.44

Innerhalt des Systems des Völkerrechts bedingen sich Prinzipien und Normen gegenseitig. Im Rahmen dieses Koordinatensystems gegenseitiger Beeinflussung funktionieren Prinzipien und Normen, wodurch Aufgaben und Funktionen des Völkerrechts realisiert werden. Demnach kann man innerhalb der Völkerrechtsordnung eine gewisse Rangordnung erkennen. Sie widerspiegelt indirekt materielle Erfordernisse, Interessenlagen und Willen.45 Die Hierarchie von Prinzipien und Normen ist nicht zufällig. Sie besitzt dem Wesen nach einen dreifachen Charakter : Sie ist objektiv bedingt und wird durch die Willensübereinstimmung der Staaten geschaffen; sie ist ferner Widerspiegelung der oben genannten Art sowie der Rechtsstruktur; sie ist außerdem Metawiderspiegelung, d. h., eine wissenschaftliche Widerspiegelung.

Rechtstheoretisch ergibt sich die Normenhierarchie aus der inneren Struktur des Rechts, aus dem Begriff des Rechts als eines Normensystems, aus der Makrostruktur des Rechts, aus der gegenseitigen Abhängigkeit der Normen, aus dem Normativitätscharakter46 und nicht zuletzt aus der besonderen Bedeutung von Prinzipien und Normen für die gesamte Völkerrechtsordnung sowie für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass zum einen die Bestimmung der Hierarchie nicht willkürlich sein kann und darf und zum anderen, dass es konkreter Kriterien bedarf, um innerhalb des Völkerrechtssystems eine oder sogar mehrere Rangordnungen aufstellen zu können.

Nach der UNITAR-Studie vom Oktober 1984 deutet allein der Begriff “Prinzip” auf eine “Hierarchische Überlegenheit” (“hierarchical superiority”) hin.47

Wird der Normativitätscharakter als Kriterium genommen, dann ist zwischen den ius cogens- und den ius dispositivum-Normen zu unterscheiden. Erstere besitzen dabei Priorität.48 Legt man die Bedeutung der Normen für den internationalen Normenbildungsprozess zugrunde, so stehen die Grundprinzipien an erster Stelle.

Wird die Bedeutung der Normen für die Lösung der globalen Probleme zum Maßstab erhoben, so entsteht eine andere hierarchische Ordnung :

a) alle Prinzipien und Normen zur Erhaltung des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit und zur Abrüstung;

b) sämtliche Prinzipien und Normen zum Schutz der menschlichen Umwelt ;

c) alle Prinzipien und Normen zur Lösung des globalen Problems der Unterentwicklung.

Hier handelt es sich offensichtlich um eine vertikale Struktur, die jedoch horizontale Beziehungen nicht ausschließt. wird die Erhaltung des Weltfriedens zum entscheidenden Maßstab gemacht, dann sieht die vertikale Struktur ganz anders aus : An erster Stelle stehen die sieben Grundprinzipien; an zweiter Stelle stehen Normen in den multilateralen Verträgen universellen Charakters – unter ihnen genießen wiederum jene Priorität, die echte Abrüstungsmaßnahmen enthalten, von den in Frage kommenden Staaten ratifiziert worden und auch in Kraft gesetzt worden sind -; den dritten Platz könnten ius-cogens-Normen folgen, die nicht zu den Grundprinzipien gehören ; schließlich würde man die Ius dispositivum-Normen in Betracht ziehen und sicherlich weiter einordnen können.

Unabhängig von den jeweiligen Kriterien stehen die sieben Grundprinzipien an erster Stelle. In Bezug auf die Rechtsnormativität mögen sie zwar gleichwertig sein. Damit käme nur ein horizontales Verhältnis in Frage. Es ist jedoch legitim, unter ihnen etwas zu differenzieren. Dabei bestehen einige Möglichkeiten :

a) Nimmt man als Maßstab nach wie vor das globale Problem der Gefährdung des Weltfriedens, dann würde das Grundprinzip des Gewaltandrohungs- und Gewaltanwendungsverbots an erster Stelle stehen. Seine Verletzung kann die internationalen Beziehungen erheblich destabilisieren.

b) wird die Unterentwicklung in Betracht gezogen, dann kämen die Grundprinzipien der friedlichen internationalen Zusammenarbeit und der souveränen Gleichheit der Staaten in Frage, wie dies in der genannten UNITAR-Studie vom Oktober 1984 in der Tat der Fall ist.

Geht man insgesamt von den Erfordernissen unseres Zeitalters aus, so würde sich folgende politische Gewichtung innerhalb des Systems der Grundprinzipien ergeben : Gewaltandrohung- und Gewaltanwendungsverbot, friedliche internationale Zusammenarbeit, souveräne Gleichheit der Staaten. Hieraus könnten hinsichtlich der staatlichen Souveränität schwerwiegende Konsequenzen erwachsen. Abgesehen davon, ist die politische Bedeutung auch der Grundprinzipien historisch bedingt. So stand z. B. in der Zeit des antikolonialen Kampfes das Selbstbestimmungsrecht der Völker im Mittelpunkt. Im Zeitalter der globalen Probleme der Menschheit wird dem Grundprinzip des Gewaltandrohungs- und Gewaltanwendungsverbot Priorität zuerkannt. Im nachnuklearen Zeitalter wird bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Unterentwicklung und der Gefährdung der menschlichen Umwelt höchstwahrscheinlich das Grundprinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit die wichtigste Rolle spielen. Dann wird man eher von dem Völkerrecht als einem ius cooperationis sprechen.

Eine schwerwiegende Verletzung der Grundprinzipien vermag, die gesamte Völkerrechtsordnung zu erschüttern und hierdurch die internationalen Beziehungen so zu destabilisieren, dass dann chaotische Verhältnisse herrschen.

2. Veränderungen innerhalb der Völkerrechtsordnung

Das Völkerrecht ist wie jedes Recht in erster Linie statisch, um seine Funktionen erfüllen zu können. Ihm sind jedoch auch Dynamik und Veränderlichkeit eigen.49 Dies bedeutet konkret, dass das Völkerrecht den Veränderungen unterworfen ist,50 vorausgesetzt, dass dies in conreto durch Vereinbarungen und unter strikter Respektierung der Grundprinzipien des Völkerrechts erfolgt. So wie die Existenz gesellschaftlicher Verhältnisse notwendigerweise indirekt das Vorhandensein von Rechtsnormen bedingt, die auf dieselben anwendbar sind – dies gilt auch für die internationalen Beziehungen und das Völkerrecht-, genauso muss die Veränderung von bestimmten Bereichen der internationalen Beziehungen natürlich sukzessive und auf der Grundlage entsprechender Vereinbarungen zu einer Wandlung der bestehenden Völkerrechtsnormen führen. Dabei geht es hauptsächlich um einen Prozess der Anpassung des Völkerrechts an veränderte Bedürfnisse in den internationalen Beziehungen. Je schneller und vollkommener diese Anpassung erfolgt, umso effektiver kann ein Rechtssystem sein.51 In der internationalen völkerrechtlichen Fachliteratur hat vor allem W. C. Jenks häufig das völkerrechtliche Anpassungserfordernis unterstrichen, welches er als Bestandteil des von ihm entworfenen “common law of mankind” ansieht.52 In diesem Sinne ist das Völkerrecht tatsächlich Ausdruck des konkreten Kräfteverhältnisses.53

Die Wandlung und damit die Anpassung des Völkerrechts an veränderte internationale Bedingungen wird in erster Linie in Verbindung mit der wachsenden Bedeutung der jungen Nationalstaaten von einzelnen Völkerrechtlern aus diesen Staaten als Forderung erhoben.54 Die Notwendigkeit, das Völkerrecht unter Berücksichtigung der weltweit erfolgten politischen, ökonomischen und technologischen Veränderungen ebenfalls einer gründlichen Wandlung zu unterziehen, wurde von Entwicklungsländern im Rahmen der Bestrebungen zur Schaffung einer Neuen Internationalen Wirtschaftsordnung (NIWO) mit besonderer Vehemenz unterstrichen. Aus der Vielzahl der Stellungnahmen seien paradigmatisch nur einige genannt. so forderte der marokkanische Vertreter 1974 in Caracas, dass die III. UN-Seerechtskonferenz die Veränderungen in den internationalen Beziehungen wie z. B. den wissenschaftlich-technischen Fortschritt zu beachten hat.55 Auch der tanzanische Vertreter wies auf derselben Session darauf hin, dass als Ergebnis der technologischen Entwicklung die existierenden Normen des internationalen Seerechts den Erfordernissen der gegenwärtigen Realitäten nicht mehr entsprechen.56

Über die notwendigen Veränderungen in der Struktur und im System des Völkerrechts stellen Völkerrechtsexperten immer wieder Überlegungen an. So müssten nach W. Friedmann einer Neuordnung des Völkerrechts u. a. folgende Grundsätze zugrunde gelegt werden : die Erweiterung des Zwecks des Völkerrechts durch die Aufnahme neuer Gegenstände; die Aufnahme auch privater Vereinigungen und von Individuen als Völkerrechtssubjekte und die Auswirkung politischer und ökonomischer Prinzipien auf die Universalität des Völkerrechts.57 Im Großen und Ganzen kann diesen Vorstellungen beigepflichtet werden. Es ist jedoch stark zu bezweifeln, o in absehbarer Zeit die Staaten bereit sein werden, private Vereinigungen und Individuen als Völkerrechtssubjekte zu akzeptieren. Geht man von den globalen Problemen der Menschheit aus, so kann man damit rechnen, dass sich die Kodifizierung und progressive Entwicklung des Völkerrechts auf folgende Materien konzentrieren wird. Abrüstung, Umweltschutz, Unterentwicklung. Ein Entwicklungsvölkerrecht als integraler Bestandteil des Völkerrechts befindet sich bereits in statu nascendi. In diesem Kontext wird ferner der Aspekt der Zusammenarbeit derart die Funktion des Völkerrechts beeinflussen, dass man dieses auch als ius cooperationis bezeichnen könnte.

Das völkerrechtliche Normensystem ist jedoch gegenwärtig nicht das einzige. Erfordernisse in den internationalen Beziehungen speziell unseres Zeitalters haben inzwischen weitere Normensysteme hervorgebracht. Gemeint sind hier vor allem das System der politischen Normen sowie das sich etwas langsam entwickelnde System von Moralnormen.58

3. Zum Verhältnis von statischer und dynamischer Stabilität

Theoretisch wie praktisch-politisch gleichermaßen von besonderem Interesse ist die Frage nach dem eigentlichen Wesen der Stabilität : Ist sie statisch oder vielleicht dynamisch aufzufassen? Die Beantwortung dieser Frage ist insofern kompliziert, da Statik und Dynamik recht interpretationsfähige Begriffe sind. Die Statik hat z. B. in der Politik (Innen- und Außenpolitik) sowie im Recht (Landesrecht und Völkerrecht) zwei Hauptzüge aufzuweisen: Der eine wäre das Beharren einer Erscheinung in einem Zustand, der in seiner Wesenheit gut oder schlecht sein kann. Das gilt für die Politik genauso wie für das Recht. Der andere Hauptzug wäre wenigstens im Recht (Landesrecht und Völkerrecht) die Rechtssicherheit. Das ist wohl in der Politik (Innen- und Außenpolitik) von Vorteil. Die Praxis der internationalen Beziehungen zeigt jedoch, dass Entwicklungen neue Normen des Völkerrechts unentbehrlich machen (z. B. die neue Seerechtsordnung). Die Dynamik hingegen impliziert a priori Entwicklung und Veränderung, was zumindest begrifflich der Stabilität widersprechen, und eine dynamische Stabilität dieser Art ein contradictio in adjecto darstellen würde. Hierbei gilt es, ein Kriterium heranzuziehen, das der dynamischen Stabilität das Wort reden könnte. Alles spricht dafür, dass dieses Kriterium und daher auch der tragende Gedanke der Weltfriede ist.

Legt man ihn den angestellten Überlegungen und der Betrachtungsweise zugrunde, so würde Stabilität in den internationalen Beziehungen, dem tieferen Sinn nach, Aufrechterhaltung des Weltfriedens bedeuten. Letzerer wiederum erfordert weitere Schritte, um den Weltfrieden sicherer zu machen. Sie würden zu einer weiteren Verbesserung der Stabilität auf einer höheren Ebene und damit zu einer Qualitätswandlung der Stabilität führen.58

Diese friedensbejahende dynamische Stabilität oder umgekehrt die die dynamische Stabilität implizierende Friedenswahrung lässt sich an dem europäischen Vertragswerk und an den sowjetisch-amerikanischen Beziehungen am besten demonstrieren. Als Ergebnis und zugleich Bestandteil der Wende vom kalten Krieg zur Entspannung in Europa Ende der 60er Anfang der 70er Jahre wurde am 12. August 1970 der Vertrag zwischen der damaligen UdSSR und der damaligen BRD abgeschlossen, der das Element der Stabilität in die europäische Politik in besonderem Maße hineintrug. Zugleich wurden in den im Zusammenhang mit der Unterzeichnung dieses Vertrages zwischen den beiden Staaten vereinbarten Absichtserklärungen Feststellungen getroffen und Maßnahmen vorgesehen, die dem Stabilisierungselement eine Weiterentwicklung, Dynamik und damit eine höhere Qualität verliehen. Zu erwähnen ist in diesem Zusammenhang vor allem die Absichtserklärung 2, in der sich die Regierung der BRD bereit erklärt, “mit der Regierung der Deutschen Demokratischen Republik einen Vertrag zu schließen, der die zwischen Staaten übliche gleiche verbindliche Kraft haben wird wie andere Verträge, die die Bundesrepublik Deutschland und die Deutsche Demokratische Republik mit dritten Ländern schließen”.

In den folgenden zwei bis drei Jahren wurden sukzessive weitere wichtige Verträge abgeschlossen wie der Vertrag zwischen Polen und der BRD über die Grundlagen der Normalisierung ihrer gegenseitigen Beziehungen vom 7. Dezember 1970, das Vierseitige Abkommen vom 3. September 1971, der Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der damaligen DDR und der BRD vom 21. Dezember 1972 und der Vertrag über die gegenseitigen Beziehungen zwischen der Tschechoslowakai und der BRD vom 11. Dezember 1973. Im Wesentlichen schufen diese Verträge günstige Voraussetzungen, um im Juli/August 1975 die Konferenz über Sicherheit und Zusammenarbeit in Europa einzuberufen und am 1. August 1975 die Schlussakte dieser Konferenz anzunehmen. Das bis zu diesem Zeitpunkt vorwiegend auf bilateraler Basis vorangetriebene Stabilisierungselement erreichte nun auf multilateraler Ebene, d. h., ohne Zweifel auf eine qualitativ höheren Ebene, in seiner Dynamik einen Höhepunkt. Eine so verstandene Stabilität bedeutet zugleich Kontinuität und zwar in einem doppelten Sinne : Kontinuität sozialistischer Außenpolitik und Kontinuität der gemeinsamen Anstrengungen, der Vertragspartner, auf der Grundlage des gegenseitigen Interesses und Vorteils weitere Schritte in Richtung Entspannung zu tun.

4. Der spezielle Beitrag von pacta servanda sunt zur Schaffung stabiler internationaler Beziehungen

Das Grundprinzip der Vertragstreue (pacta servanda sunt) fand seine Normierung und konkrete Ausgestaltung im Art. 2, Ziff. 2 der UN-Charta : “Alle Mitglieder der Organisation erfüllen, um jeden einzelnen von ihnen die sich aus der Mitgliedschaft ergebenden Rechte und Vorteile zu sichern, nach Treu und Glauben die Verpflichtungen, die sie gemäß der Charta übernommen haben”59; ferner in der Deklaration über die Prinzipien des Völkerrechts betreffend die freundschaftlichen Beziehungen und die Zusammenarbeit zwischen den Staaten in Übereinstimmung mit der Charta der Vereinten Nationen vom 24. Oktober 1970 (“Das Prinzip, dass die Staaten die Verpflichtungen, die sie in Übereinstimmung mit der Charta übernommen haben, nach Treu und Glauben erfüllen. Jeder Staat hat die Pflicht, sowie Verpflichtungen, die sich aus den allgemein anerkannten Prinzipien und Normen des Völkerrechts ergeben, nach Treu und Glauben zu erfüllen. Jeder Staat hat die Pflicht, seine Verpflichtungen aus internationalen Abkommen, die nach den allgemeinen anerkannten Prinzipien und Normen des Völkerrechts Gültigkeit haben, nach Treu und Glauben zu erfüllen. Sollten Verpflichtungen aus internationalen Abkommen und Verpflichtungen der Mitglieder der Vereinten Nationen aus der Charta der Vereinten Nationen im Widerspruch stehen, so haben die Verpflichtungen aus der Charta den Vorrang”)60 und schließlich im Art. 26 der Wiener Konvention über das Recht der Verträge (folgend: VTK1) von 1969 : “Jeder in Kraft befindliche Vertrag ist für die Vertragspartner verbindlich und muss von ihnen nach Treu und Glauben erfüllt werden”.61

Dabei sind bestimmte qualitative Unterschiede zwischen den genannten Bestimmungen nicht zu übersehen. Während Art. 26 der VTK1 lediglich von der Erfüllung eines ” i n  K r a f t  b e f i n d l i c h en”  Vertrages spricht, was nicht selten Auslegungsstreitigkeiten hervorruft, hebt. Art. 2, Ziff. 2 der UN-Charta, wenn auch nicht so eindeutig, die Übereinstimmung der zu erfüllenden Verträge mit den Charta-Prinzipien hervor. Demgegenüber geht die Prinzipiendeklaration von 1970 noch weiter, indem sie eindeutig und unmissverständlich die Erfüllung nur der den Grundprinzipien des Völkerrechts entsprechenden Verträge fordert.

Allein die relativ umfassende Ausgestaltung des Grundprinzips der Vertragstreue in den genannten Dokumenten ist ein Beweis dafür, dass es sich bei ihm um ein für die internationalen Beziehungen unerlässliches Prinzip handelt. Seine Bedeutung besteht darin, eine notwendige Grundlage für friedliche Beziehungen zwischen allen Staaten62 sowie eine notwendige Vorbedingung für die Existenz des Völkerrechts63 zu sein. Ob jedoch dieses Prinzip das wichtigste im Völkerrecht ist, kann dahingestellt bleiben.64 Es stimmt allerdings, dass es Basis des Vertragsrechts ist.65

Die Achtung des Prinzips der Vertragstreue ist ferner außerordentlich wichtig für die Schaffung stabiler internationaler Beziehungen66 und eines Klimas des gegenseitigen Vertrauens. Das ist wiederum eine wesentliche günstige Vorbedingung, um im Interesse einer weiteren Vertiefung der internationalen Zusammenarbeit und der Sicherung des Weltfriedens auf einer qualitativ höheren Ebene neue Verträge abzuschließen.

Demgegenüber verursacht die Verletzung des Prinzips der Vertragstreue Unzufriedenheit bei den anderen Vertragspartnern, erschüttert und untergräbt die internationale Ordnung67 und das Vertrauen68, schafft eine Atmosphäre des Misstrauens, ruft weiterführende Streitigkeiten zwischen den  Vertragspartnern hervor, führt mitunter zu internationalen Spannungen und zu einer allgemeinen Verschlechterung des internationalen Klimas, erzeugt gegenseitige Furcht, ist oft die Ursache für eine Forcierung der Rüstungen, untergräbt im allgemeinen die Stabilität in den internationalen Beziehungen, bewirkt nicht selten einen Völkerrechtsmihilismus69 und kann sogar unter Umständen den Weltfrieden erheblich gefährden.

Es drängt sich nur die Frage auf, durch welche besonderen Merkmale sich völkerrechtlich gültige Verträge auszeichnen. Einmal müssten die Vertragspartner auf alle Fälle Völkerrechtssubjektivität besitzen, damit der Vertrag überhaupt als völkerrechtlich qualifiziert werden kann. Weiterhin müsste der Vertrag rechtmäßig70 zustande gekommen sein, d.h., dass er zur Zeit seines Abschlusses keiner ius cogens-Norm (Art. 53 der VTK1) zuwiderlief. Er müsste kurzum auf der Grundlage der Gleichberechtigung und der Freiwilligkeit abgeschlossen worden sein. Ferner ist zu beachten, dass der rechtmäßig abgeschlossene Vertrag nach der Entstehung einer neuen ius cogens-Norm gemäß Art. 64 der VTK1 nicht im Widerspruch zu dieser Norm stehen darf. Ein weiteres Merkmal für einen völkerrechtlich gültigen Vertrag ist, dass man gegen ihn keine völkerrechtlichen Einwände71 erheben kann. Fehlen diese Merkmale, dann ist ein Vertrag völkerrechtlich ungültig, das bedeutet jedoch nicht, dass er damit unwirksam wäre. Das liegt darin begründet, dass einerseits ein Vertrag, obwohl völkerrechtlich ungültig, doch in Kraft gesetzt werden und sogar erfüllt werden kann. Es wäre umgekehrt aber verfehlt, aus dem Wirksamwerden und der Verbindlichkeitskraft eines Vertrages dessen völkerrechtliche Gültigkeit ableiten zu wollen.

Das Wesen des Prinzips der Vertragstreue wird im Grunde von dem für die Stabilität der internationalen Beziehungen bedeutsamen Aspekt der Erfüllung der Verpflichtungen nach Treu und Glauben (bona fides) ausgemacht, was aus zahlreichen Vertragsdokumenten klar hervorgeht. Dafür spricht die in Verträgen  und in der Völkerrechtsliteratur häufig festzustellende Tatsache, dass das Prinzip der Vertragstreue als Prinzip des guten Glaubens (bona fides)72 oder auch als Prinzip der Treue73 gegenüber internationalen Verpflichtungen bezeichnet wird. In einigen Vertragswerken wird darüber hinaus die Formulierung “Treu und Glauben” anscheinend als Synonym des Prinzips der Vertragstreue gebraucht. Zu beobachten ist dies z B. im Art. 2, Ziff. 2 der Charta der Vereinten Nationen74, in der Prinzipiendeklaration vom 24. Oktober 197075, im Art. 31, Ziff. 1 über die allgemeinen Auslegungsregl der VTK176 und etwas abgewandelt im Art. 3, Ziffer c) der Charta der Organisation der Amerikanischen Staaten.77 Auch internationale Gerichte haben in etlichen Entscheidungen zum Grundsatz Treu und Glauben Stellung genommen, wie beispielsweise der Internationale Gerichtshof in seinem Urteil vom 27. August 1954 zum Case concerning rights of Nationals of the Unites States of America in Marocco, wenn auch indirekt, indem es heißt : “Die Vollmacht, eine Taxierung vorzunehmen, obliegt den Zollbehörden, aber sie stellt eine Vollmacht dar, die in vernünftiger Weise und nach Treu und Glauben ausgeübt werden muss.”78

Der Leitgedanke “Treu und Glauben” bedeutet zunächst, dass die Vertragspartner sich korrekt zu verhalten haben, d. h., sie sind verpflichtet, alles zur Erfüllung des Vertrages zu unternehmen und zugleich sich jeglicher Handlungen zu enthalten,79 durch die das Ziel des Vertrages vereitelt werden könnte. Er bedeutet ferner, dass gemäß Art. 31 der VTK1 bei Auslegungsdifferenzen der Vertragstext “entsprechend der üblichen Bedeutung des Vertragswortlautes”, d.h., nach Buchstabe, sowie “in seinem Zusammenhang und hinsichtlich seines Gegenstandes und Zwecks”, d. h, nach Geist zu interpretieren ist. Des weiteren erfordert der Grundsatz “Treu und Glaube” eine gewissenhafte Erfüllung des Vertrages. Die Gewissenhaftigkeit bezieht sich speziell auf die vertraglich vereinbarten Fristen. Die Erfüllungszeit ist insofern von großer Bedeutung, da eine verspätete Vertragserfüllung unter U ständen sinnlos ist und im Hinblick auf die Zielstellung des Vertrages einer Nichterfüllung gleichkommen könnte.

Das typischste und zugleich militärisch-politisch schwerwiegendste Beispiel für eine erheblich verspätetet und daher nicht gewissenhafte Vertragserfüllung war die während des Zweiten Weltkrieges durch die Alliierten erfolgte verzögerte Eröffnung der zweiten Front.80

Es sei aber auch betont, dass die Gewissenhaftigkeit nicht im absoluten Sinne verstanden werden darf. Auf keinen Fall kann sie als Argument ins Feld geführt werden, um Forderungen bzw. Handlungen zu rechtfertigen, die streng genommen Rechtsmissbrauch darstellen. Würde man z. B. um jeden Preis die Erfüllung eines Vertrages verlangen, obwohl allgemein bekannt ist, dass die betreffende Vertragspartei sich etwa durch “höhere Gewalt” oder aus anderen Gründen in einer äußerst schwierigen Situation befindet, dann hieße dies den eigentlichen Sinn der Gewissenhaftigkeit völlig entstellen und das Erfordernis der Gerechtigkeit81 außer Acht lassen. In solchen Fällen weist die Forderung nach Gewissenhaftigkeit überwiegend moralische Aspekte auf.82

Neuere Entwicklungen in den internationalen Beziehungen wie z. B. hauptsächlich seit Mitte der 70er Jahre im Zusammenhang mit dem Entspannungsprozess in Europa geschaffene politische Verhandlungsnormen machen es erforderlich, das Verhältnis von pacta servanda sunt einerseits und bona fides andererseits in einem anderen Licht zu sehen. Es würde logisch einleuchten und sich zugleich als zweckmäßig erweisen, den Grundsatz als umfassender als die Vertragstreue so zu betrachten, dass bona fides auch auf Abmachungen politischen Charakters angewandt werden kann.83 Eine Gegenüberstellung beider Grundsätze scheint jedoch nicht sinnvoll zu sein.84

5. Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

5.1. Bedeutung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Das Wechselverhältnis zwischen den Vertragsabschlüssen und den Entwicklungen bzw. Veränderungen in den internationalen Beziehungen kann dazu führen, dass Verträge, die eine mehr oder minder wichtige Rolle spielten, allmählich an Bedeutung verlieren und sich zu einem echten Anachronismus entwickeln. Somit entsteht ein Widerspruch zwischen den Erfordernissen der neuen internationalen Beziehungen und der Zielstellung, d. h., dem Inhalt solcher Verträge. ein Widerspruch dieser Art kann dadurch gelöst werden, dass überholte und anachronistisch gewordene Verträge ersatzlos beendet oder, wenn möglich, den neuen internationalen Bedingungen angepasst werden. So hat z. B. die internationale Entwicklung dazu geführt, dass die lateinamerikanischen Staaten auf der dritten Generalversammlung der Organisation Amerikanischer Staaten im April 1973 in Washington radikale Veränderungen in dieser Organisation verlangten.

Die Veränderung der Lage machte, um ein weiteres Beispiel zu erwähnen, eine Überprüfung der 1954 auf der Konferenz von Manila gegründeten militärischen Organisation SEATO notwendig. So wurde auf dem am 28. September 1973 stattgefundenen Außenministertreffen der SEATO-Staaten beschlossen, die militärischen Aufgaben der Organisation zu beenden und sie aus einem Militärpakt zu einem Instrument für wirtschaftliche Entwicklung und “innere Sicherheit” zu machen. Der gefasste Beschluss wurde offiziell mit einer “erheblichen Veränderung” der Lage in Südostasien begründet.85

Die Veränderungen können sich international mittelbar rechtsbildend auswirken. Sie spielen eine eminente Rolle auch im internationalen Vertragsrecht. So berechtigt z. B. die im Artikel 62 der VTK1 verankerte Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände (folgend : Regel) einen Vertragspartner, unter Berufung auf eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber jenen, die beim Vertragsabschluss bestanden, und die von den Vertragspartnern nicht vorausgesehen werden konnte, den Vertrag zu beenden oder aus ihm auszutreten oder die Wirksamkeit des Vertrages auszusetzen.

Die im Artikel 62 der VTK1 formulierte Regel enthält eine Reihe von wichtigen Elementen:

a) Die  U m s t ä n d e ,  auf die sich die grundlegende Veränderung bezieht, bestanden beim Abschluss des Vertrages ; die grundlegende Veränderung konnte   n i c h t  v o r a u s g e s e h  e n   w e r d e n.

b) Die zur Zeit des Vertragsabschlusses b e s t e h e h e n d e n   U m s t ä n d e   sind eine wesentliche Grundlage für ihre Zustimmung zur Verbindlichkeit des Vertrages gewesen.

c) Die grundlegende Veränderung der Umstände führt eine   g r u n d l e g e n d e   W a n d l u n g   des Umfangs der Vertragspflichten, die noch zu erfüllen sind, herbei.

d) Das wichtigste Element, die g r u n d l e g e n d e   V e r ä n d e r u n g   der Umstände.

e) Schließlich das Recht eines Vertragspartners, sich auf die grundlegende Veränderung der Umstände zu berufen und sein Recht auf   B e e n d i g u n g   des Vertrages,   A u s t r i t t    aus ihm oder   A u s s e t z u n g   der Wirksamkeit des Vertrages geltend zu machen.

Besondere Aufmerksamkeit gebührt dem wichtigsten Element der Regel, nämlich der grundlegenden Veränderung der Umstände.

Nun drängt sich die Frage auf, ob sich auch Veränderungen außervertraglichen Charakters auf das Schicksal eines Vertrages im Sinne des Artikels62 der VTK1 und damit der Regel auswirken können. Zunächst muss festgestellt werden, dass es wäre, die Bedeutung der Regel losgelöst von den die Entwicklung der internationalen Beziehungen bestimmenden ökonomischen und politischen Faktoren zu betrachten, die einen wesentlichen Einfluss auf das Völkerrecht und damit auch auf das Vertragsrecht ausüben.86

Das bedeutet jedoch nicht, dass jede außerhalb eines Vertrages liegende Veränderung von Umständen die Anwendung der Regel rechtfertigt, zumal in den internationalen Beziehungen die Umstände unaufhörlich wechseln und es darum einer Vertragspartei durchaus möglich wäre zu behaupten, dass die eingetretenen Veränderungen den Vertrag unanwendbar gemacht hätten. Vielmehr muss zwischen den außervertraglichen, dl h. den allgemeinen Veränderungen einerseits und der konkreten Veränderung der Umstände andererseits, die eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der betreffenden Partei zum Vertrag bildeten, eine Verbindung bestehen. Diese Verbindung, das Bindeglied, sollen beben die Auswirkungen der allgemeinen Veränderungen auf die Veränderungen der Umstände sein, wie die ILC in ihren Kommentaren zur Regel auf ihren Tagungen in den Jahren 196387 und 196888 hervorhob.

Unter Umständen könnte ferner die Regel bei sich objektiv vollziehenden wirtschaftlichen Prozessen, wie bei einer erheblichen Verschlechterung der Wirtschaftslage eines Staates in Anwendung gebracht werden. Voraussetzung für die Anwendung der Regel ist natürlich das Bestehen eines engen ursächlichen Zusammenhanges zwischen den radikalen wirtschaftlichen Veränderungen und der sich aus den bereits bestehenden Verträgen ergebenden Verpflichtungen.

Die im Sommer 1929 einsetzenden wesentlichen Veränderungen der Wirtschaftslage außerhalb und innerhalb Deutschlands hätte z. B. die Anwendung der “Clausula rebus sic stantibus” (“clausula” folgend: oder auch C.r.s.s.”) in dem Sinne gerechtfertigt, die aus dem durch das “Gesetz über die Haager Konferenz 1929/30″ des Deutschen Reichstages vom 30. März 1930 in innerstaatliches Recht umgewandelten Young-Plan herrührenden Schulden Deutschlands nicht mehr zu zahlen.89

In einem anderen Beispiel ging es hauptsächlich um innerstaatliche wirtschaftliche Schwierigkeiten. Ein zwischen Jugoslawien und einer Eisenbahngesellschaft entstandener Streitfall wurde vom Völkerbundrat geprüft und gemäß Artikel 304 des Vertrages von Trianon einem Schiedsgericht zur Entscheidung übergeben. Es handelte sich dabei um die Zahlung bestimmter Entschädigungen. In seinem Urteil vom 5. Oktober 1934 erkannte das Schiedsgericht, dass eine wesentliche Veränderung der Umstände in den finanziellen Bedingungen der Parteien vor sich gegangen war und dass demzufolge andere Methoden angewandt werden könnten.90 Das war für Jugoslawien ein ziemlich konkreter Hinweis, sich auf die “C. r. s. s.” zu berufen.

Die für die radikale Umstrukturierung getroffenen Feststellungen gelten voll und ganz ebenfalls für Veränderungen im internationalen Preisgefüge. Nach der Resolution 3201 (S-VI) vom 1. Mai 1974 über die Schaffung einer NIWO soll sich die Umwandlung des Weltwirtschaftssystems auch auf die Weltmarktpreise erstrecken Es wird gefordert, ein “gerechtes Preisverhältnis zwischen den Rohstoffen, Grundstoffen, Fertigwaren und Halbfertigwaren, die von den Entwicklungsländern exportiert werden und den Rohstoffen, Grundstoffen, Fertigwaren, Produktionsgütern und Ausrüstungsgegenständen, die von ihnen importiert werden, zu schaffen, um dadurch eine anhaltende Verbesserung ihres unbefriedigenden realen Austauschverhältnisses und die Expansion der Weltwirtschaft zu erzielen.91

Diese Entwicklung in einigen nationalbefreiten Staaten kann dazu führen, dass bestimmte Rohstoffe, die früher unter den Bedingungen einer rückständigen Agrarwirtschaft nur für den Export bestimmt waren, jetzt für den weiteren Aufbau einer eigenen nationalen Industrie unentbehrlich sind. Wenn aber durch langfristige Lieferverträge die Rohstoffe vertraglich gebunden sind, könnte ein Widerspruch zwischen den sich aus den Lieferverträgen ergebenden Verpflichtungen und dem berechtigten Wunsch, im Sinne des wirtschaftlichen und sozialen Fortschritts eine eigene moderne Industrie  aufzubauen, entstehen. Solch ein schwerwiegender Widerspruch könnte und müsste m. E. durch die Anwendung der Regel zugunsten des jungen Nationalstaates gelöst werden. In diesem Falle ist die Berufung auf die Regel durchaus gerechtfertigt, weil die im Art. 62 der VTK1 geforderten Voraussetzungen gegeben sind.

In einem andern Beispiel, das international als Anglo-Iranian-Oil-Fall bekannt wurde, bestand ein enger Zusammenhang zwischen den politischen und den wirtschaftlichen Veränderungen und der Anfechtung früherer Verträge. Der 1933 in Kraft getretene Konzessionsvertrag zwischen dem damaligen Persien und der damaligen “Anglo-Persian Oil Company” räumte der Gesellschaft das ausschließliche Recht der Erölge4winnung und -verarbeitung ein. Die Konzession sollte bis 1993 gelten. Im Jahre 1951 wurde jedoch im Iran die Nationalisierung der Erdölindustrie und das Erlöschen der Konzession beschlossen. Die britische Regierung wandte sich an den Internationalen Gerichtshof, um das iranische Vorgehen als völkerrechtswidrig erklären zu lassen. Der Iran bestritt die Zuständigkeit des IGH, der sich durch das Urteil vom 22. Juli 1952 tatsächlich für unzuständig erklärte.92 Der Sturz der demokratischen Regierung im Iran erleichterte den Abschluss eines neuen Vertrages zwischen Großbritannien und Iran.

Grundlegende Veränderungen politischer, wirtschaftlicher oder sonstiger Art können nicht in jedem Falle zur Berufung auf die Regel berechtigen. Grundlegende Veränderungen politischer, wirtschaftlicher oder sonstiger Art können nicht in jedem Falle zur Berufung auf die Regel berechtigen. Grundlegende Veränderungen der Umstände sind nach Artikel 62, Ziffer 2, Buchstabe b der VTK1 nicht akzeptabel, wenn sie auf eine “breach by the party invoking it either of an obligation under the treaty or of any other international obligation owed to any other party to the treaty93 zurückzuführen sind.

Somit wurde der Grundsatz bestätigt, dass eine Vertragspartei keinen Vorteil aus dem eigenen Unrecht ziehen dar (venire contra factum proprium).

Der Grundsatz venire contra factum proprium wurde 1927 vom Ständigen Internationalen Gerichtshof im Factory at Chorzow-Fall bestätigt.94 In einem anderen Fall aus der internationalen Praxis wurde dieser Grundsatz jedoch nicht beachtet. Serbien stellte z. B. eine Reihe von Forderungen an Bulgarien, die im Grunde auf territoriale Ansprüche hinausliefen, um seinen Rücktritt vom serbisch-bulgarischen Bündnisvertrag zu begründen. Bulgarien lehnte das Ansinnen Serbiens ab, das eine wesentliche Veränderung der Umstände darin sah und vom Vertrag zurücktrat.

Die erwähnte Bestimmung bedeutet dem Wesen nach, dass zwischen der gewollt rechtswidrig herbeigeführten grundlegenden Veränderung und der beabsichtigten Berufung auf die Regel ein kausaler Zusammenhang bestehen muss. Der kausale Zusammenhang liegt nicht vor, wenn ein junger Staat zielgerichtet eine eigene Petrolchemie aufbaut, um seine wirtschaftliche Unabhängigkeit zu festigen und den Wohnstand seiner Bevölkerung zu heben. Um dieses  Ziel erfolgreich erreichen zu können. sieht sich der betreffende Staat gezwungen, den Erdölexport einzuschränken und wenn nötig auch gänzlich einzustellen. Eine mögliche Unterstellung des anderen Vertragspartners, der Erdöllieferstaat hätte eine eigene Erdölindustrie aufgebaut, um sich aus dem Liefervertrag ergebenden Verpflichtungen nicht zu erfüllen, wäre nicht stichhaltig und kaum nachweisbar. Staaten, die gegenwärtig ihre Bündnis- oder ihre Wirtschaftspolitik wesentlich umwandeln, lassen sich dabei in ihrer übergroßen Mehrheit von den sich vollziehenden Veränderung in den internationalen Beziehungen sowie von ihren eigenen Interessen leiten, die im allgemeinen den objektiven Veränderungen im Weltmaßstab entsprechen und dadurch progressiv bedingt sind. In den zwischenstaatlichen Beziehungen ist es auch möglich, dass die sich auf die Regel berufenden Staaten ausschließlich von ihrem eigenen Interesse ausgehen, was unter Umständen eine große Unsicherheit in den internationalen Beziehungen verursachen könnte. Die unterschiedlichen, mitunter sogar entgegengesetzten Interessen der Vertragspartner ziehen sich wie ein roter Faden durch den gesamten Prozess der Vertragsvorverhandlungen bis hin zur Vertragsdurchsetzung.

Die Staaten sollten jedoch ihre eigenen Interessen nicht über alles stellen. Das typischste Beispiel für eine ausgeprägte Interessenpolitik war Otto von Bismarck. Er sagte u. a. : “Die Haltbarkeit aller Verträge zwischen Großmächten ist eine   b e d i n g t e ,  sobald sie in dem Kampf ums Dasein auf die Probe gestellt wird. Keine große Nation wird je zu bewegen sein, ihr   B e s t e h e n   a u f   d e m   A l t a r   d e r    V e r t r a g s t r e u e   z u    o p f e r n , wenn sie gezwungen ist, zwischen beiden zu wählen …; und ebenso wenig lässt sich durch einen Vertrag das Maß von Ernst und Kraftaufwand sicherstellen, mit dem die Erfüllung geleistet werden wird, sobald das eigene Interesse des Erfüllenden dem unterschriebenen Text und seiner früheren Auslegung nicht mehr zur Seite steht.”95 Einige deutsche Juristen vertraten eine ähnliche Auffassung. So meine z. B. G. Jellinek : “Da jede staatliche Verpflichtung, ihrer substantiellen Seite nach, eine Erfüllung des Staatszweckes ist, so besteht sie nur so lange, als sie diesem Zweck genügt.”96 Ein weitee4s repräsentatives Beispiel ist E. Kaufmann, nach dem alle Staatsverträge eine inhärente Grenze hätten : “Sie sollen und wollen nur binden, solange die Macht- und Interessenlage, die zur Zeit des Abschlusses bestand, sich nicht so ändert, dass wesentliche Bestimmungen des Vertrages mit dem Selbsterhaltungsrecht der kontrahierenden Staaten unvereinbar werden.”97

5.2. Die Kompromissformulierung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände in der Wiener Konvention über das Recht der Verträge von 1969 als eine Synthese objektiver und subjektiver Faktoren

Die Art und Weise der Formulierung der Regel im Art. 62 der VTK1 deutet darauf hin, dass es sich hierbei um einen Kompromiss zwischen den Gegnern und den Verfechtern der früheren “C. r. s. s.” handelt. So heißt es in der Ziffer 1 dieses Artikels: “A fundamental change of circumstances which has occurred with regard to those existing at the time of the conclusion of a treaty, and which was not foreseen by the parties, may not be invoked as a ground for terminating or withdrawing from the treaty unless :

a) the existence of those circumstances constituted an essential basis of the consent of the parties to be bound by the treaty; and

b) the effect of the change is radically to transform the extent of obligations still to be performed under the treaty”.98

Der Kompromisscharakter der Formulierung besteht zum ersten darin, dass zwar die Regel in der VTK1 aufgenommen, jedoch die früher übliche Bezeichnung “Clausula rebus sic stantibus” oder genauer und vollständiger “Conventio omnis intelligitur rebus sic stantibus”99 nicht verwendet wurde.

Aus praktisch-politischen und vertragsrechtstheoretischen Gründen wandten sich 1963 in der International Law Commission (folgend : ILC) insbesondere die Vertreter der damaligen UdSSR, Polens und Ägyptens100 gegen den in der Überschrift enthaltenen diktrinären Lehrsatz “Doktrin rebus sic stantibus” des Entwurfs des Art. 22 im zweiten Bericht von Waldock.101 Dabei ging es der ILC darum, den vorwiegend “objektiven Charakter der Regel” zu betonen, weil eben der Begriff “rebus sic statibus” mit der These über die “C. r. s. s.” hauptsächlich als stillschweigende Bedingung verbunden war.102 Eine entscheidende Rolle spielte ebenfalls der Missbrauch der Doktrin “C. r. s. s.” in der Vergangenheit.

Zum zweiten wurde eine eigenartige Formulierung gewählt. In der Ziffer 1 wurde zwar das Prinzip grundsätzlich negativ formuliert : “A fundamental change … may not … invoked” (Eine grundlegende Veränderung  … kann nicht … geltend gemacht werden”), jedoch mit den relativ umfangreichen Ausnahmen in den Buchstaben a) und b).

Offensichtlich sollte mit dieser negativen Fassung der Ausnahmecharakter und damit die ausnahmsweise Anwendung der Regel unterstrichen werden.

Daraus kann zum dritten geschlussfolgert werden, dass es sich beim im Artikel 62 der VTK1 geregelten Grundsatz um eine neue Regel mit einem festumrissenen Anwendungsbereich handelt, die nicht mit der “C. r. s. s.” identisch ist. Sogar wenn die Wendung “Clausula rebus sic statibus” angenommen worden wäre, hätte dies keinesfalls die Feststellung gerechtfertigt, es handele sich um die früher übliche Doktrin “C. r. s. s.”, wie sie nahezu von allen Juristen verstanden und von den Staaten angewandt wurde, weil das Völkerrecht ohnehin allen Prinzipien und Normen einen neuen Inhalt verleiht. So besitzen gegenwärtig Prinzipien, die fast genauso lauten wie im klassischen Völkerrecht, z. B. das Souveränitätsprinzip, einen neuen Inhalt.

Die Formulierung im Artikel 62 der VTK1 stellt ferner einen Kompromiss, eine Synthese zwischen objektiven und subjektiven Faktoren dar. Die dadurch von den Vertretern der objektiven und der subjektiven Theorie eingegangenen Kompromisse sind daran zu erkennen, dass von den in der Ziff. 1 enthaltenen Bedingungen für die Berufung auf die Regel drei objektiver und zwei subjektiver Natur sind. Als objektiv anzusehen sind : Der    C h a r a k t e r   der Veränderungen, d. h., die “circumstances” gegenüber denen, die zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden und schließlich die   F o l g e n   der Veränderungen, die “radical” sein müssen. Zu den Bedingungen subjektiven Charakters gehört ohne Zweifel der   “c o n s e n t”   der Partner (“the existing of those circumstances constituted an essential basis of the consent of the parties to be bound by the treaty”: “das Bestehen dieser Umstände stellt eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner an den Vertrag gebunden zu sein, dar”) sowie das    “n o t   f o r e s e e n”   durch die Partner, d. h., es handelt sich um von den Vertragspartnern nicht voraussehbare Veränderungen.103 Dennoch gehören Veränderungen, die für die Zukunft als Möglichkeit in Erwägung gezogen werden, nicht zum Anwendungsbereich der RgVU. Diese Feststellung gilt z. B. für den Artikel XIII, Ziffer 1, Buchstabe d des Vertrages zwischen der damaligen UdSSR und der USA über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26. Mai 1972. In ihm heißt es, dass beide Staaten unverzüglich eine Ständige Konsultativkommission einrichten werden, in deren Rahmen sie “mögliche Veränderungen in der strategischen Situation erörtern, die die Bestimmungen des Vertrages betreffen”.104 Es wäre jedoch unrichtig, die getroffene Unterscheidung zwischen subjektiven und objektiven Faktoren absolut aufzufassen, weil die Zustimmung bzs. die Erwartungen der Vertragspartner nicht im luftleeren Raum existieren. Sie beziehen sich vielmehr auf konkrete Erscheinungen der internationalen Beziehungen, kurzum der materiellen Welt. Veränderungen, auch radikale, haben ihrerseits nur im Zusammenhang mit Verträgen eine Bedeutung für das Vertragsrecht. Somit existiert zwischen den Bedingungen subjektiver und objektiver Natur ein enges Wechselverhältnis, das durch einen weiteren Faktor ergänzt wird, nämlich durch die Beweisführung, gestützt auf einen objektiv vorhandenen Beweis.

Die eigenartige Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1 ist ein Anzeichen dafür, dass der Widerstand der Verfechter der These von dem impliziten Charakter dieser Regel in der ILC nicht völlig gebrochen werden konnte. Diese in erster Linie den Interessen bestimmter Staaten dienende Variante der subjektiven Theorie besagt, dass jeder Vertrag unter der stillschweigenden Bedingung105 abgeschlossen wird, dass bei einer Veränderung der Bedingungen der Vertrag automatisch seine Existenzberechtigung verliert, d. h., Beendigung des Rechtsverhältnisses ohne zusätzliche entsprechende Erklärung der Vertragspartner. Diese4 ins Auge gefasste stillschweigende Beendigungsbedingung eines Vertrages stellt nach W. Sauer dem Wesen nach einen “Sondervertrag”106 dar, der eine gefährliche Fiktion ist. die Gefährlichkeit der von der ILC entschieden abgelehnten “stillschweigenden Bedingung” für die internationalen Vertragsbeziehungen und damit auch für die internationale Sicherheit besteht darin, dass die Zustimmung der anderen Vertragspartei zur einseitigen Vertragsaufhebung bei einer Veränderung der Umstände in jedem Fall als gegeben betrachtet wird. Die Durchsetzung der These von der “stillschweigenden Bedingung” würde dem Subjektivismus, der Willkür und dem Rechtsmissbrauch Tür und Tor öffnen.107 Gerade dies Ansicht war der wichtigste Grund für die Ablehnung der “C. r. s. s.” in der Vergangenheit durch ehemals sozialistische Völkerrechtler. Das bedeutet allerdings nicht, dass der subjektive Faktor bei der Regel keine Bedeutung hätte, zumal ihm, wie bereits festgestellt, bei der Formulierung dieser Norm besondere Aufmerksamkeit geschenkt wurde.

Ebenfalls abzulehnen ist eine weitere Spielart der subjektiven Theorrie, nach der die gesamte Problematik der Regel auf die Auslegung beschränkt wird. Damit ist nicht der Bezug der Auslegung auf objektive Sachverhalte, eben auf die Veränderung der Umstände im Sinne eines Feststellungsverfahrens gemeint, sondern die Auslegung der Absichten und des Willens der Partner zur Zeit des Vertragsabschlusses. Diese These leugnet zwar nicht völlig die Bedeutung der Veränderungen, gewährt jedoch dem subjektiven Faktor, also den Absichten und dem Willen der Partner, absolute Priorität. Einer der wichtigsten Vertreter dieser Theorie war D. Anzilotti.108

Sicherlich muss bei der Anwendung der Regel auch der subjektive Faktor in gewissen Grenzen berücksichtigt werden, zumal dies im Artikel 62, Ziffer 1, Buchst. a in der Form geregelt ist, dass das Bestehen der Umstände eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner war. Darüber hinaus wird auch im Artikel 31, Ziffer 4 auf die Absicht der Parteien Bezug genommen und zwar in dem Sinne, dass bei der Vertragsauslegung einem bestimmten Begriff besondere Bedeutung beizulegen ist, wenn festgestellt wird, “dass dies die Absicht der Partner ist”. Unter Zugrundelegung des Vertragstextes sowie bestimmter Materialien, wie Erklärungen der Parteien bei und nach dem Vertragsabschluss, d. h., unter Berücksichtigung des Vertragszieles, lassen sich unter Umständen die mit dem Abschluss des Vertrages verknüpften Erwartungen der Partner ermitteln. Der Ausgangspunkt jedoch, um die Regel anzuwenden, sind nicht diese Erwartungen als Grundlage der Zustimmung an den Vertrag gebunden zu sein, sonder die erfolgten Veränderungen in der objektiven Welt. Ob die eingetretenen Veränderungen grundlegend sind oder nicht, kann hauptsächlich anhand der grundlegenden Umwandlungen der noch zu erfüllenden Verpflichtungen sowie an den Erwartungen der Vertragspartner nachgewiesen werden.

Im allgemeinen wird die These vom ausschließlichen Auslegungscharakter der Regel von amerikanischen Völkerrechtlern vertreten. Der wichtigste Verfechter dieser Theorie ist O. Lissitzyn, nach dem das Problem der Auswirkung einer Veränderung der Umstände auf die Vertragsbeziehungen ein “Problem der Auslegung, der Feststellung der Absichten und Erwartungen der Parteien” sei.109 Aus der Tatsache, dass die Auslegungsthese von den USA übernommen wurde,110 ist ersichtlich, dass sie den Interessen der USA entspricht. Denn es ist über die Auslegung der ursprünglichen Absichten, d. h. des Willens, im Prinzip leichter, den eigenen Standpunkt und die eigenen Interessen gegenüber wirtschaftlich schwachen Staaten durchzusetzen.

Das in der Regel enthaltene subjektive Element ändert nichts daran, dass diese Regel o b j e k t i v e n    Charakter besitzt, weil ihr Wesen durch die eben einen objektiven Charakter besitzenden Veränderungen der Umstände bestimmt wird. Die objektive Natur der Regel wurde von der ILC besonders unterstrichen.111

Aus dem objektiven Charakter dieser Regel lässt sich die Feststellung ableiten, dass ihre Anwendung unabhängig vom Inhalt des Willens der Parteien zum Zeitpunkt des Vertragsabschlusses erfolgt. Umso mehr hängt die Wirkung der Regel nach erfolgten Veränderungen vom Willen des interessierten Vertragspartners ab, denn objektive Rechtsregeln wirken nicht automatisch. Ist die Veränderung der Umstände objektiv gegeben, so kann sich die betreffende Partei auf die Regel berufen. Die gegen den Widerstand der Vertreter einiger Staaten in der ILC erzielte Objektivierung der Regel schuf die Bedingungen und Voraussetzungen für eine Übereinstimmung dieses Prinzips mit dem allgemeindemokratischen Charakter und der friedenssichernden Funktion des Völkerrechts. Damit wird die Wahrscheinlichkeit des Missbrauchs dieser Regel wesentlich geringer. Daher wurde im Zuge der Kodifizierung  die Konzeption der grundlegenden Veränderung der Umstände mit neuem Inhalt erfüllt und zu einer Regel des Völkerrechts erhoben.

5.3. Anwendungsbedingungen prozessualen Charakters und Lösungsmöglichkeiten von mit der Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände im Zusammenhang stehenden Streitigkeiten

Aus der Art und Weise der Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1 ist ersichtlich, dass eine Reihe von Voraussetzungen vorliegen müssen, damit ein Staat sich auf diese Regel berufen und sie damit anwenden kann. Somit wird im Art. 62 der VTK1 der Anwendungsbereich der Regel genau bestimmt bzw. eingegrenzt112 und dessen Ausnahmecharakter113 unterstrichen. Infolgedessen ist diese Regel kein Allheilmittel, bestehende Verträge zu überprüfen und, wenn nötig, zu beenden.

Es gibt in den Vertragsbeziehungen weitere Mittel, um beim Vorliegen natürlich anderer Voraussetzungen, gültige Verträge zu beenden.114 Eine Überbewertung der Regel in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen wäre daher fehl am Platze. Eine sinnvolle 115 und gerechte Anwendung der Regel setzt dabei unbedingt voraus, dass sie in einem engen Zusammenhang mit den Grundprinzipien des Völkerrechts gesehen werden muss. Sie darf in keinem Falle über die Grundprinzipien erhoben werden, da sonst die Gefahr der Willkür und damit der Völkerrechtsverletzungen besteht. So ist die Anwendung der Regel sinnvoll, gerecht und völkerrechtsgemäß, wenn dadurch den Zielen und Prinzipien der Charta der Vereinten Nationen entsprochen wird und die internationale Sicherheit sowie die internationale friedliche Zusammenarbeit nicht gefährdet bzw. nicht gestört werden.116 Gerade darin soll nach dem Völkerrecht der Unterschied der Regel von der früheren “C. r. s. s.” bestehen.

Die grundsätzlich negative Formulierung der Regel im Artikel 62 der VTK1, ihre bisherige sowie die künftige Anwendung durch die Staaten werfen eine Reihe von Fragen danach auf, wer die Beweislast über eine grundlegende Veränderung der Umstände zu tragen hat, wer über das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden hat, ob das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden hat ob das Vorliegen grundlegender Veränderungen ohne weiteres zur Inanspruchnahme der im Art. 62 der VTK1 vorgesehenen Rechte, wie Beendigung eines Vertrages, Austritt aus dem Vertrag oder Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages berechtigen, ob die sich auf eine grundlegende Veränderung der Umstände berufende Vertragspartei verpflichtet ist, zuerst mit der anderen Vertragspartei zu verhandeln, um gemeinsam eine Lösung zu finden, ob die Zustimmung der anderen Vertragspartei zur Anwendung des Artikels 62 der VTK1 unbedingt erforderlich ist, ob bei der Anwendung der Regel eventuell Fristen zu beachten sind, ob die international üblichen Mittel der friedlichen Streitbeilegung auch bei der Berufung auf die Regel anzuwenden sind und schließlich, ob die Staaten sich expressis verbis auf die Regel zu berufen haben oder sich auch lediglich auf grundlegende Veränderungen berufen können. Wenden wir uns nun den aufgeworfenen Problemen im Einzelnen zu.

Es ergibt sich aus der Funktion der Regel, dass die Vertragspartei, welche die Initiative ergreift, um einen Vertrag in Frage zu stellen und sich auf erfolgte grundlegende Veränderungen beruft, auch die Beweislast tragen muss.117 So ist es ihre Aufgabe, im einzelnen nachzuweisen, dass die Umstände, auf die sich die grundlegende Veränderung bezieht, schon zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden, dass sie eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Vertragspartner waren an den Vertrag gebunden zu sein, dass die Veränderung tatsächlich grundlegend ist und schließlich, dass die grundlegende Veränderung der Umstände zu einer grundlegenden Wandlung des Umfanges der noch zu erfüllenden Vertragspflichten geführt hat. Aus den Beispielen aus der neueren Geschichte der internationalen Beziehungen ist ersichtlich, dass die Staaten, die vom Grundsatz der grundlegenden Veränderung der Umstände Gebrauch machten, die Beweislast trugen.

Aus der Vertragspraxis zwischen den Staaten sei auf das bereits an anderer Stelle angedeutete Beispiel des Austritts Frankreichs aus dem “Alliierten Oberkommando” und dem “Kommando Europa Mitte” der NATO 1966 verwiesen. In seinem Schreiben vom 7. März an den damaligen Präsidenten der USA L. B. Johnson versuchte der damalige französische Staatspräsident Charles de Gaulle den Nachweis zu erbringen, dass durch die sich in Europa und international vollzogenen grundlegenden Veränderungen der Anlass zum Abschluss des NATO-Paktes weggefallen sei.118

Die im Antwortschreiben des USA-Präsidenten ebenfalls vom 7. März 1966 zum Ausdruck gebrachte ablehnende Haltung der USA veranlasste die französische Regierung, ihre Beweisführung zu konkretisieren, um die übrigen vierzehn NATO-Staaten von der berechtigten Berufung Frankreichs auf die grundlegende Veränderung der Umstände zu überzeugen. So hieß es im Aidemémoire der französischen Regierung vom 10. März 1966 : “Die Bedrohung der westlichen Welt – insbesondere in Europa – die Anlass zum Abschluss des Vertrages war, hat sich nämlich ihrem Wesen nach geändert. Sie besitzt nicht mehr den unmittelbaren und gefahrvollen Charakter, der ihr früher innewohnte. Andererseits haben die europäischen Länder ihre Wirtschaft wieder aufgebaut und so erneut Mittel in die Hand bekommen. Insbesondere stattet sich Frankreich mit einer atomaren Rüstung aus, deren Natur allein schon seine Integration ausschließt. Drittens hat das nukleare Gleichgewicht zwischen der Sowjetunion und den Vereinigten Staaten, das an die Stelle des Monopols der letzeren getreten ist, die allgemeinen Voraussetzungen für die Verteidigung des Westens verändert. Schließlich ist es eine Tatsache, dass Europa nicht mehr das Zentrum internationaler Krisen ist. Dieses hat sich anderswohin verlagert, namentlich nach Asien, wo die Gesamtheit der Staaten des Atlantischen Bündnisses offensichtlich nicht betroffen ist.119

Die grundsätzliche Feststellung, dass die Vertragspartei, die eine grundlegende Veränderung der Umstände geltend macht, die Beweislast zu tragen hat, schließt unter Umständen nicht aus, dass die betroffenen Vertragsparteien ihrerseits versuche, das Gegenteil zu beweisen. So ist es vertragstheoretisch sowie praktisch durchaus möglich, dass die anderen Vertragsparteien, die mit dem Vorgehen ihres Vertragspartners nicht ganz einverstanden sind, daran interessiert sind, den Nachweis zu erbringen, dass die erfolgten Veränderungen nicht grundlegend waren, oder auch wenn sie grundlegend wären, sie die einseitige Beendigung der Wirksamkeit eines Vertrages nicht rechtfertigen würden. Um beim erwähnten Beispiel zu bleiben, die anderen NATO-Staaten bestritten nicht die Berufung auf die veränderten Umstände. Sie waren vielmehr der Meinung, dass die eingetretenen Veränderungen nach Art und Umfang zur Begründung des Austritts Frankreichs aus den genannten Militärorganen der NATO nicht ausreichend wären. Sie betonten ferner in ihrer gemeinsamen Erklärung vom 18. März 1966 die Notwendigkeit der Fortexistenz der NATO.120

In direkter Verbindung mit dem Tragen der Beweislast steht das Problem, wer über das Vorliegen grundlegender Veränderungen der Umstände zu entscheiden hat.121 Hierbei handelt es sich um das Hauptproblem bei der Anwendung der Regel : Die relativ große Gefahr des Missbrauchs. Hat nämlich ein Staat ohne weiteres das Recht, über das Vorliegen grundlegender Veränderungen zu entscheiden, so besteht grundsätzlich die Möglichkeit und die Gefahr der Willkür und des Missbrauchs,122 was allerdings der Sicherheit und der Stabilität in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen widersprechen würde. Somit gäbe es keinen Unterschied zwischen der früheren “C. r. s. s.” und der modernen Regel. Die anderen Vertragspartner müssten auch das Recht und die Möglichkeit haben, ihre Meinung123 dazu zu äußern, ob tatsächlich eine grundlegende Veränderung vorliegt oder vielleicht nicht. Es wäre jedoch verfehlt, die Anwendung der Regel von der Zustimmung der anderen Vertragsparteien abhängig zu machen, weil die Berufung auf die grundlegenden Veränderungen und das damit verbundene Ziel, von den sich aus dem Artikel 62 der VTK1 ergebenden Rechten Gebrauch zu machen, kein Vertragsangebot124 darstellt. Die Anwendung dieser Regel von der Zustimmung anderer Staaten abhängig zu machen, würde bedeuten, der Regel die Existenzberechtigung zu entziehen.

Davon zu unterscheiden wäre die allgemeine Pflicht des Staates, vor der Einleitung einseitiger Maßnahmen wenigstens den Versuch zu unternehmen, die Zustimmung der anderen Staaten zu erreichen,125 wozu Verhandlungen notwendig sind

Ein weiteres Problem eher prozessualer Art wäre die bei der Anwendung der Regel eventuell zu beachtenden Fristen. Hierbei handelt es sich um das zeitliche Verhältnis zwischen dem tatsächlichen Eintreten der grundlegenden Veränderung der Umstände und der Berufung auf die Regel. Diesbezüglich kann der Auffassung nicht gefolgt werden, man müsse das Vorliegen der Voraussetzungen unverzüglich geltend machen.126 Gewiss darf der betreffende Staat die anderen Vertragspartner nicht zu lange über den beabsichtigten Angriff auf die Geltungsdauer des Vertrages im Ungewissen halten. Vielmehr muss die interessierte Partei in angemessener Zeit nach dem Eintritt der Veränderungen handeln.127

Es ist aber nicht auszuschließen, dass ein Staat zuerst versucht hat, den Vertrag auch nach dem Eintreten der veränderten Umstände  zu erfüllen und dass die Berufung auf die Regel für ihn der letzte Schritt, also ein Notbehelf war. Es wäre daher ungerecht, ihm das Recht auf Berufung auf diese Regel zu verweigern, falls er seine Ansprüche erst nach Ablauf einer bestimmten Zeit seit dem Eintreten der grundlegenden Veränderung geltend macht.128

Es handelt sich ferner um den zeitlichen Abstand zwischen der Berufung auf die Regel und der Einleitung von Maßnahmen. Art. 62 der VTK1 sieht zwar keine Fristen vor, es ist jedoch m. E. durchaus möglich, den Artikel 65 der VTK1 zur Anwendung zu bringen. Den Ansatzpunkt dafür liefern die Ziffer 1 und 2. So heißt es in der Ziffer 1, dass “A party which, under the provisions of the present Convention, … either …, or a ground for impeaching the validity of a treaty, terminating it, withdrawing from it or suspending its operation, must notify the other parties of its claim”.129  Relevant ist die Tatsache, dass die im Artikel 65, Ziffer 1 erwähnten Begriffe wie   B e e n d i g u n g    eines Vertrages,   A u s t r i t t   aus ihm und    A u s s e t z u n g   der Wirksamkeit des Vertrages ebenfalls im Artikel 62 als Folgen der Geltendmachung der Regel enthalten sind. Ziffer 1 des Artikels 65 fordert ferner, dass in der Notifizierung die beabsichtigen Maßnahmen sowie die Gründe enthalten sein müssen: “The notivication shall indicate the measure proposed to be taken with respect to the treaty and the reasons therefor”.130

Die Notifizierung ist insofern von Bedeutung, als mit dem Tag ihres Einganges bei dem Staat, für den sie gedacht ist, die Frist von grundsätzlich drei Monaten beginnt. Wird nach Ablauf dieser Frist vom anderen Vertragspartner kein Einwand gegen die in der Notifizierung beabsichtigten Maßnahmen erhoben, so kann nach der Ziffer 2 des Artikels 65 der betreffende Staat die seiner Ansicht nach notwendigen Maßnahmen ergreifen. Dabei hat er die im Artikel 67 fixierten Formaltäten zu beachten. So muss er jede Handlung die zum Ziel hat, einen Vertrag zu beenden, den Austritt aus dem Vertrag zu erklären oder seine Wirksamkeit auszusetzen, dem anderen Vertragspartner schriftlich mitteilen. Das entsprechende Dokument wird vom Staatsoberhaupt, vom Regierungschef oder vom Außenminister unterzeichnet.

Nach der Notifizierung der beabsichtigten Berufung auf die grundlegende Veränderung der Umstände und der damit verbundenen Maßnahmen könnte folgende Situation entstehen : Der andere Partner wäre damit einverstanden, obwohl, wie bereits erwähnt, seine Zustimmung zur Anwendung der Regel keine unbedingte Voraussetzung ist; der andere Partner wäre zwar grundsätzlich mit der Berufung auf die grundlegende Veränderung einverstanden, er hätte jedoch gegen die Art und Weise des Einleitens von Maßnahmen einige Einwände zu erheben. Er könnte z. B. dagegen sein, dass der betreffende Staat sofort den Vertrag beendet und damit zu der drastischsten Maßnahme schreitet. Dieser Einwand könnte eventuell berechtigt sein, vorausgesetzt, dass die Natur der grundlegenden Veränderung lediglich eine Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages ermöglicht. Wird sein Einwand dieser oder jener Art nicht berücksichtigt, so könnte ein Rechtsstreit entstehen, der übrigens auch entsteht, wenn der betroffene Staat im Sinne der Ziffer 3 des Artikels 65 überhaupt gegen die Notifizierung innerhalb der Frist von mindestens drei Monaten Einspruch erhebt. Somit entsteht ein Streit, der nach Artikel 33 der UN-Charta gerregelt werden muss: “If, however, objection has been raised by any other party, the parties shall seek a solution through the means indicates in Article 33 of the Charter of the Unites Nations.”131 Es fällt auf, dass in dieser Bestimmung des Artikels 65 der VTK1 nicht allgemein auf den Artikel 33 der UN-Charta verwiesen wird, sondern auf die in dieser Charte-Bestimmung angeführten Mittel, die zur Lösung von Streitigkeiten geeignet sind. Der Grund für diese Betonung d   M i t t e l   könnte darin liegen, dass es sich im Artikel 33 um einen Streitfall handelt, “the continuance of which is likely endanger the main tenance of international peace und security international”.132

Theoretisch könnte auch ein Streit über die verschiedenen Aspekte bei der Anwendung der Regel einen Charakter dieser Art besitzen, aber in der Regel wird nur die Vertragssicherheit gefährdet. Die auch in solchen Fällen anzuwendenden Mittel sind die Verhandlungen, als das wichtigste Mittel und die geeignetste Methode, Streitfälle zwischen den Staaten beizulegen. Auch Streitigkeiten über die Regel werden im Allgemeinen “hinter der Bühne der diplomatischen Verhandlungen”133 beigelegt. Zu den Mitteln der friedlichen Streitbeilegung nach Art. 33 gehören ferner die Untersuchung, die Vermittlung, der Vergleich, der Schiedsspruch, die gerichtliche Regelung, die Inanspruchnahme regionaler Organe oder Abmachungen oder andere friedliche Mittel eigener Wahl. Das bedeutet, dass alle Mittel134 der    f r i e d l i c h e n   Streitbeteiligung angewandt werden können und müssen.

Kommt es nun gemäß Ziff. 3 des Art. 65 der VTK1 innerhalb von zwölf Monaten nach Erheben des Einspruchs zu keiner Lösung des Problems, so kann nach Art. 66, Buchst. b das im Anhang der VTK1 dargelegte Verfahren eingehalten bzw. eingeleitet werden. Diese Bestimmung bezieht sich auf Streitfälle über die Anwendung der Artikel im Teil V der Konvention, d. h. Artikel 42 bis 72, womit auch Artikel 62 erfasst wird. Danach kann ein Antrag an den UN-Generalsekretär gestellt werden, damit er den Streitfall vor eine Schlichtungskommission bringt. Nach Punkt 3 des genannten Anhangs werden Beschlüsse und Empfehlungen der Schlichtungskommission durch Stimmenmehrheit der fünf Mitglieder angenommen. nach Punkt 4 kann die Kommission die Streitparteien auf alle Maßnahmen hinweisen, die eine gütliche Beilegung (“facilitate and amicable settlement”)135 des Streitfalls erleichtern könnten.

Mit dieser notwendigen Verfahrensweise sind eine Reihe von Fristen verbunden, insgesamt ca. dreiunddreißig Monate. Davon mindestens drei Monate, innerhalb derer die anderen Vertragspartner gegen die Notifizierung Einspruch erheben können (Artikel 65, Ziffer 2). Ferner zwölf Monate, wenn nach Erhebung des Einspruchs keine Lösung erzielt worden ist (Artikel 66 in Verbindung mit Artikel 65, Ziffer 3). Sechzig Tage für die Ernennung der vier von den Parteien gewählten Beauftragten, weitere sechzig Tage für die Auswahl des Kommissionsvorsitzenden und noch sechzig Tage für die Einschaltung des UN-Generalsekretärs zwecks Ernennung eines Vorsitzenden, im Falle, dass die Streitparteien sich darüber nicht geeinigt haben (Punkt 2 des Anhangs zur VTK1 in Verbindung mit Artikel 66, Buchstabe b). Dazu kommen noch zwölf Monate für das Erstatten des Berichts der Schlichtungskommission (Punkt 6 des Anhangs zur VTK1). Infolgedessen könnten unter Umständen ca. drei Jahre vergangen sein, bevor ein Staat nach der Berufung auf die Regel zu den entsprechenden einseitigen Maßnahmen schreiten darf.

Es ist ferner möglich, dass die Streitparteien sich vor dem Beschreiten des dargelegten Verfahrensweges oder auch nach dem Scheitern der Verhandlungen136 und vor dem Einleiten einseitiger Maßnahmen der internationalen Gerichtsbarkeit bedienen, um ihren Streit beizulegen. Somit hängt die Wahl des Verfahrensweges von den betreffenden Staaten und den konkreten Bedingungen ab. Im Unterschied jedoch von den Streitfällen über die Anwendung oder Auslegung der Artikel 53 und 64 der VTK1, bei denen es möglich ist, dass jede Streitpartei den Fall auf schriftlichen Antrag hin dem internationalen Gerichtshof zur Entscheidung übermitteln kann (Artikel 66, Buchstabe a der VTK1) besteht bei Streitfällen über die Regel die Möglichkeit der Inanspruchnahme der internationalen Gerichtsbarkeit nur bei beiderseitigem Einverständnis der Streitparteien, 137 das anstehende Problem einem Gericht zur Beurteilung zu übergeben. Die Hinzuziehung eines Gerichts zur Lösung eines Streites über die Regel sollte allerdings nicht zu der Auffassung führen, dass ohne die Entscheidung eines internationalen Gerichts bzw. eines Schiedsgerichts die einseitige Beendigung der Wirksamkeit eines Vertrages nicht zulässig wäre.138 Eine solche Auffassung könnte man nur dann akzeptieren, wenn es auch in Bezug auf die Regel ein Gerichtsobligatorium gegeben hätte. Die Einführung einer verbindlichen internationalen Gerichtsbarkeit würde ohnehin der Funktion der grundlegenden Veränderung der Umstände als Regel des Völkerrechts widersprechen, das die allerletzte rechtliche Möglichkeit eines Staates ist, sich u. a. von seine Existenz bedrohenden Verträgen zu befreien. Deshalb sind jene Auffassungen abzulehnen, nach denen ohne die Inanspruchnahme eines internationalen Gerichts die Regel eine große Gefahr für die Rechtssicherheit darstellen würde.

Das Fehlen einer obligatorischen internationalen Gerichtsbarkeit über die frühere “C. r. s. s.” hat in der Vergangenheit die internationalen Gerichte bzw. Schiedsgerichte nicht daran gehindert, natürlich auf Ersuchen der an einem Streitfall über die Anwendung der “C. r. s. s.” beteiligten Parteien, sich mit dieser Problematik zu befassen. Die internationalen Gerichte bzw. Schiedsgerichte verhielten sich in dem Sinne zurückhaltend, dass sie zwar die “C. r. s. s.” nicht ablehnten bzw. sie als Regel des Völkerrechts anerkannten, ohne jedoch sie im konkreten Fall anwenden zu wollen.139 Als Beispiel sei der Genfer Freizonenstreit (Free Zones Case) erwähnt, bei dem der Ständige Internationale Gerichtshof die Auffassung vertrat, dass die eingetretenen Veränderungen, auf die sich Frankreich berief, nicht wesentlich wären und daher die Anwendung der “C. r. s. s.” nicht gerechtfertigt wäre.140 Ein weiteres Problem eher prozessualen Charakters ist, ob sich die Staaten expressiv verbis auf die Regel zu berufen haben oder sich auch nur allgemein auf grundlegende Veränderungen berufen können. Im Hinblick auf die Anrufung der Regel oder allgemein der Veränderungen wäre es möglich, verschiedene Varianten bzw. Stufen141 zu unterscheiden, die allerdings ein gemeinsames Merkmal aufzuweisen haben, eben die Geltendmachung der sich aus einer grundlegenden Veränderung der Umstände ergebenden Rechte.

Es ist möglich, dass die Staaten sich eo nominae auf die Regel berufen. So wurde der damals übliche Terminus “C. r. s. s.” des öfteren verwendet  wie z. B. in einer am 14. Dezember 1952 von der französischen Deputiertenkammer angenommenen Resolution142.

Es liegt ferner im Bereich des Möglichen, dass die Staaten ich lediglich auf “Veränderungen” berufen. So z. B. in dem an den Völkerbundrat am 29.4. 1938 gerichteten Memorandum des Bundesrates der Republik Schweiz : “Die Bedingungen, unter denen die Schweiz in den Völkerbund eintrat, haben sich seither gründlich verändert.143

In der Staatenpraxis kommt es weiter vor, dass die Staaten auf neuentstandene Situationen verweisen, ohne sich des Begriffes “Veränderungen” direkt zu bedienen. In einem solchen Fall ist entscheidend, dass die eingetretene Situation auch tatsächlich objektiv neu ist. Norwegen verwies z. B. 1922 auf die um die Ostsee neuentstandene Lage – Finnland wurde ein unabhängiger Staat – und betrachtete bestimmte Klauseln der Konvention vom 2.11.1907 als überholt.144

Keineswegs selten sind auch Fälle, in denen die betreffenden Staaten nach eingetretenen Veränderungen und nach neuentstandenen Situationen entsprechend handeln, ohne sich auf die Regel, ellgemein auf Veränderungen oder auf die neuentstandenen Situationen zu berufen. In solchen Fällen stellen die erfolgten Veränderungen offensichtlich das auslösende Moment und zugleich die objektiv gegebene Grundlage für staatliche Aktivitäten dar. So erfolgte z. B. nach dem Sturze Nkrumahs eine Veränderung in der Innenpolitik Chanas, die sich auf seine Außenpolitik auswirkte. Die neue Regierung weigerte sich, die Auslandsschulden in einer Höhe von 620 Mill. Dollar zu begleichen. Etwa 90 Mill. Dollar Schulden wurden für nichtig erklärt, weil nach Auffassung der neuen Regierung diese Verpflichtungen unter unlauteren Umständen eingegangen wurden. Die neue Regierung bildete dennoch einen Ausschuss, der jeden Kredit der Vorgängerregierung überprüfen sollte und bestand auf einer grundlegenden Änderung der Kreditbestimmungen.145

5.4. Die Anwendung der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände auf Verträge unabhängig von ihrer Dauer und der Ausschluss der Anwendung auf Grenzverträge

Die dargelegte prozessualen Aspekte sind von den Staaten bei der Anwendung der Regel nach Möglichkeit zu beachten. Es drängt sich dabei nun die Frage auf, ob diese Norm auch auf befristete Verträge und auf Grenzverträge angewandt werden kann.

Im Hinblick auf die Dauer der Verträge kann festgestellt werden, dass zum ersten die Regel einen objektiven Charakter hat und daher auf alle Verträge anwendbar ist und zwar unbeschadet ihrer Dauer, d. h., unabhängig davon, ob sie befristet oder unbefristet sind. Diese Feststellung ist insofern von Bedeutung, als es kein festes und überzeugendes Kriterium darüber gibt, welche Verträge auch tatsächlich befristet sind und worin der für die Regel relevante eigentliche Unterschied zwischen einem “befristeten” Vertrag mit einer Dauer von 99 Jahren und einem unbefristeten Vertrag besteht.46 Zum zweiten kann durch die rasante politische und wissenschaftlich-technische Entwicklung auch die Bedeutung und die Wirksamkeit eines Vertrages mit einer Dauer sogar von fünf oder zehn Jahren erheblich beeinträchtigt werden. Das gilt insbesondere für Bündnisverträge. Schon einige Jahre nach dem Abschluss eines Bündnisvertrages ist eine grundlegende Wandlung der Politik eines der Bündnispartner nicht auszuschließen. Frankreich verließ z. B. schon im vierzehnten Jahr die militärische Organisation der NATO, obwohl gemäß Artikel 13 die NATO-Satzung eine Geltungsdauer von zwanzig Jahren vorsah.147

In der Staatenpraxis wurde die frühere “C. r. s. s.” auch auf befristete Verträge angewandt. So z. B. in dem Fall Tunis-Marocco Nationality Decress, mit dem sich der P. C. I. J. 1923 zu befassen hatte. Großbritannien protestierte gegen die Dekrete von 1921, nach denen die in der zweiten Generation in Tunesien und Marocco geborenen Personen naturalisiert werden sollten. Großbritannien berief sich dabei auf mit den genannten Staaten früher abgeschlossenen Verträgen, die einen Ausschluss der britischen Staatsangehörigen vom Staatsangehörigkeitswechsel vorsahen. Frankreich berief sich auf die “C. r. s. s.”, um die Ungültigkeit der Verträge Großbritanniens mit Marokko und Tunesien zu begründen: Die Umstände hätten sich durch die Errichtung des französischen Protektorats  grundlegend geändert. In seinem Gutachten ging der StIGH auf die “C. r. s. s.” nicht ein. Er meinte lediglich, dass in Bezug  auf die Gültigkeit der Verträge einer Partei nicht zustehe, über diese Frage in eigener Kompetenz zu entscheiden.148

Die Ausdehnung der Regel auch auf befristete Verträge wird in erster Linie unter Beachtung der angeführten Gründe von ehemals sozialistischen Völkerrechtlern149 bejaht, während vorwiegend westlichen Völkerrechtlern150 dies verneinen.

Während die Regel in erster Linie auf befristete und im Prinzip auch auf unbefristete Verträge angewandt wird, gilt dies nicht bei einer besonderen Art unbefristeter Verträge, namentlich bei den Grenzverträgen. Die Formulierung des Artikels 62 der VTK1 als eine Ausnahme beinhaltet in der Ziffer 2, Buchstabe a, selbst eine Ausnahme, dass nämlich eine grundlegende Veränderung der Umstände kein Grund sein kann, die Beendigung eines Grenzvertrages oder den Austritt aus ihm geltend zu machen: “A fundamental change of circumstances may not be invoked as a ground for terminating or withdrawing from a treaty, a) if the treaty establishes a boundry.”151

Für die Richtigkeit und Bedeutung dieser fixierten Ausnahme spricht eine Reihe von Gründen:   E r s t e n s   müssen sich Grenzen im Interesse des Friedens und der Sicherheit durch Stabilität auszeichnen, weil sich territoriale Streitigkeiten relativ schnell zu militärischen Auseinandersetzungen auswachsen können, denn Grenzen sind mit der Souveränität, konkret mit der politischen Unabhängigkeit und der territorialen Integrität mehrerer Staaten direkt verbunden. Insofern unterscheiden sich Grenzverträge von anderen Verträgen. Eine Ausdehnung der Regel auf Grenzverträge würde jedoch einseitige Maßnahmen durch einen Staat zur Folge haben, was in jedem Falle zur Verletzung der politischen Unabhängigkeit und der territorialen Integrität des Nachbarstaates führen würde. Das wäre allerdings eine Verletzung des Artikels 2, Ziffer 4 der UN-Charta, der die Staaten verpflichtet, sich in ihren internationalen Beziehungen der gegen die territoriale Integrität eines anderen Staates gerichteten Gewaltandrohung oder Gewaltanwendung zu enthalten. Somit würde sich die Regel von “einem Instrument friedlicher Änderung in eine Quelle gefährlicher Reibungen” verwandeln, wie die ILC in ihrem Kommentar dazu zutreffend feststellte.152 An dieser Stelle sei auf das Urteil des I. C. J. vom 26. Mai 196d1 zu den Grenzstreitigkeiten zwischen Kambodscha und Thailand (Temple of Preah Vihear Case) verwiesen, in dem die Meinung eindeutig vertreten wurde, dass die “C. r. s. s.” auf Grenzverträge nicht angewandt werden darf.153

Zu beachten wäre    z w e i t e n s ,   dass die Regel sich auf noch    g e l t e n d e    Verträge bezieht, während Grenzverträge und auch Friedensverträge eine feste Lage, einen definitiven Zustand geschaffen haben und damit durch Erfüllung beendet worden sind. Was danach gilt, ist nicht der bereits ausgeführte Grenzvertrag oder der Friedensvertrag, sondern die von ihnen geschaffenen Sachverhalte und Tatsachen.154 Es  würde daher bei einer eventuellen Anwendung der Regel auf Grenzverträge nicht etwa um die Abänderung von bereits bestehenden Tatsachen und Situationen. Das würde aber auf den Widerstand, bis hin zum militärischen, der betroffenen Nachbarstaaten stoßen und dadurch den Frieden ernsthaft gefährden. Es ist ohnehin völlig ausgeschlossen, ausgehend von der Regel, die eine    s p e z i e l l e   Regel darstellt,   ü b e r g e o r d n e t e    Grundprinzipien des Völkerrechts, zu denen auch die souveränen Gleichheit der Staaten gehört, zu eliminieren.

5.5. Folgen der Berufung auf die Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Die sich aus der Anwendung der Regel ergebenden Folgen sind im  Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 festgelegt : “If under the foregoing paragraphs, a party may invoke a fundamental change of circumstance as a ground for terminating or withdrawing from a treaty it may also invoke the change as a ground for suspending the operation of the treaty”.155

Die Reihenfolge der möglichen Rechte bzw. Maßnahmen berechtigt jedoch zur Annahme, dass die Formulierungen in der Ziffer 3 mit einem wesentlichen Mangel behaftet sind: die Aufzählung beginnt mit der höchsten Maßnahme, eben mit der Vertragsbeendigung, die eigentlich der allerletzte Schritt sein sollte, und endet unverständlicherweise mit der Vertragsaussetzung, die ihrer Bedeutung und Funktion nach zu den Maßnahmen im Anfangsstadium der Geltendmachung der Regel gehören müsste. Andererseits könnte dem entgegenhalten werden, dass bei den “politischen Verträgen” wie z. B. bei den Bündnisverträgen, die Beendigung oder der Austritt wohl in Frage kämen, aber nicht die Aussetzung. Daraus könnte geschlussfolgert werden, dass die Beendigung und der Austritt in ihrer Anwendung häufiger und in ihrem Geltungsbereich umfangreicher sind als die Aussetzung. Dennoch weisen alle drei genannten Möglichkeiten ein gemeinsames Merkmal auf, nämlich die Loslösung von den vertraglichen Verpflichtungen.

Die bereits gewonnenen Erkenntnisse in Bezug auf die Einhaltung notwendiger prozessualer Bedingungen bei der Anwendung der Regel gelten uneingeschränkt auch auf die Beendigung eines Vertrages. In diesem Fall sind ebenfalls verschiedene Stadien bzw. Stufen verfahrensmäßiger Natur zu durchlaufen, bevor der interessierte Staat von seiner allerletzten Möglichkeit, nämlich von der Beendigung, Gebrauch macht. Hierbei müsste er sich zunächst jeder Maßnahme enthalten und überhaupt alles vermeiden, was die internationale Zusammenarbeit stören und zwischenstaatliche Streitigkeiten, die den Frieden gefährden, heraufbeschwören könnte. Demnach dürfte nach einer erfolgten grundlegenden Veränderung der Umstände und nach der entsprechenden Berufung darauf der erste Schritt nicht darin bestehen, den Vertrag gleich als ungültig zu betrachten.156 Vielmehr muss der in Frage kommende Staat den Versuch unternehmen, das Weitergelten des Vertrages anzufechten. Damit ist unmittelbar die Möglichkeit verbunden, dass er durch die andere Vertragspartei von der Erfüllung der Vertragsverpflichtungen befreit wird. Hierbei kann es sich jedoch nur um ein Zwischenstadium und nicht um das Endziel handeln, wie mitunter behauptet wird.157 In diesem Zwischenstadium sind in der Regel Verhandlungen158 notwendig, um im Sinne der Verständigung gemeinsam eine Lösung des durch die Entwicklung entstandenen Widerspruchs zu finden. Somit besteht für den anderen Vertragspartner die Möglichkeit, zum entstandenen Problem Stellung zu nehmen. Unter Berücksichtigung des Wechselverhältnisses  zwischen Stabilität und Veränderung könnte unter Umständen das Verhandlungsziel sein, den bestehenden Vertrag an die neuen Verhältnisse anzupassen. Dazu ist aber in jedem Falle das Einverständnis des anderen Vertragspartners erforderlich. Lehnt nun  die andere Vertragspartei überhaupt Verhandlungen ab oder ist sie nicht bereit, sich an einer konstruktiven Lösung des entstandenen Problems zu beteiligen, dann hat der interessierte Partner seiner unumgänglichen Pflicht Genüge getan, ehe er berechtigt ist, zur ultima ratio zu greifen, nämlich den Vertrag einseitig zu beenden.159

Diese völkerrechtlich erlaubte Art der Vertragsbeendigung ist gegenüber der automatischen Vertragsbeendigung  nach erfolgten grundlegenden Veränderungen abzugrenzen. letztere war der mit Subjektivität belasteten “C. r. s. s.” immanent160 und kann gegenwärtig keinesfalls als Wesensmerkmal der Regel akzeptiert werden, weil eine automatische Beendigung leicht zu Rechtsverletzungen und damit zu einer großen Unsicherheit in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen führen würde. Internationale Spannungen könnten aber auch durch eine radikale Ablehnung des Rechts auf eine einseitige Beendigung des Vertrages hervorgerufen werden.

Die im Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 vorgesehene Möglichkeit der Vertragsbeendigung als Folge der Berufung auf eine grundlegende Veränderung der Umstände zieht in Verbindung mit dem Artikel 70 der VTK1 einige Konsequenzen nach sich. Zum ersten wird der betreffende Vertragspartner von jeder Verpflichtung befreit, den Vertrag weiterhin zu erfüllen. Zum zweiten werden Rechte und Pflichten der Vertragsparteien, die durch die Erfüllung des Vertrages vor seiner Beendigung existierten, nicht beeinflusst. Das bedeutet, dass es sich hierbei um einen lediglich teilweisen erfüllten Vertrag handelt und dass die Vertragsbeendigung keine rückwirkende Kraft besitzt.

Eine weitere Folge der Anwendung der Regel ist gemäß Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 die Aussetzung der Wirksamkeit eines Vertrages. Die besondere Bedeutung der Vertragsaussetzung besteht darin, dass nach einer zwar grundlegenden, jedoch nicht unbedingt endgültigen, also nach einer vorübergehenden Veränderung der Umstände für eine kurze oder lange Zeit, auf alle Fälle vorübergehend  die Wirksamkeit des Vertrages suspendiert werden kann. Bei einer endgültigen Veränderung der Umstände käme nicht die Aussetzung der Wirksamkeit, sondern die Beendigung des Vertrages in Frage. Die Vertragsaussetzung ist insofern weniger gefährlich161 für die Vertragsstabilität, als es im Unterschied zur Vertragsbeendigung relativ leichter sein müsste, mit der anderen Vertragspartei ins Einvernehmen zu kommen. Es wäre auch die Variante in Erwägung zu ziehen, dass unabhängig davon, ob die Veränderung vorübergehend oder endgültig ist, ein Partner sich zuerst des Mittels der Vertragsaussetzung bedient, um eine bessere Basis für Verhandlungen mit der anderen Vertragspartei zu schaffen. Misslingen die diesbezüglichen Bemühungen, so besteht immer noch die Möglichkeit der Vertragsbeendigung. Von der Möglichkeit der Vertragsaussetzung machte die USA Gebrauch, um im Sommer 1941 die International Load Line Convention von 1930 “für die Dauer des gegenwärtigen Notstandes” zu suspendieren.162

Die im Artikel 62, Ziffer 3 der VTK1 vorgesehene Vertragssuspendierung als eine mögliche Folge der Anwendung der Regel bedeutet in Verbindung mit dem Artikel 72 konkret, dass der betreffenden Vertragspartner während des Zeitraumes der Suspendierung von der Verpflichtung befreit ist, den Vertrag zu erfüllen. Die Aussetzung des Vertrages bedeutet ferner, dass grundsätzlich Handlungen zu vermeiden sind, durch die die Wiederanwendung des Vertrages verhindert werden könnte. Wenn jedoch anzunehmen ist, dass die vorübergehende Veränderung der Umstände sich allmählich zu einer dauernden entwickelt, dann müsste es m. E. möglich und rechtlich zulässig sein, unter Einhaltung des Verfahrensweges den Vertrag zu beenden. Der Verfahrensweg muss ebenfalls eingehalten werden, wenn ein Staat von seinem Recht auf Austritt aus einem Vertrag Gebrauch macht. Damit wird die Wirksamkeit des Vertrages für diesen Partner beendet. Ist der Vertrag multilateral, dann gilt er für die anderen Vertragsparteien weiter.

6. Zum Verhältnis zwischen dem Grundprinzip der Vertragstreue und der Regel der grundlegenden Veränderung der Umstände

Aus der dargelegten Bedeutung des Prinzips der Vertragstreue für die Stabilität und der Regel für die Veränderung ergibt sich, dass beide der Wahrung eines ausgewogenen Gleichgewichts zwischen der Erhaltung und Sicherung des status quo und der Berücksichtigung der realen Verhältnissen dienen, die durch die Entwicklung der internationalen Beziehungen verändert wurden.163 Hiernach handelt es sich beim Verhältnis zwischen den beiden um einen Ausgleich164 und zwar im Interesse des Friedens und der Zusammenarbeit. Das bedeutet, dass beide   s i c h    g e g e n s e i t i g   ergänzen.165 Der von einigen Juristen vertretenen Ansicht, die Regel sei “ein Bestandteil”166  der Vertragstreue, die sie ergänze, kann nicht gefolgt werden. Die Problematik gewinnt selbstverständlich einen ganz anderen Aspekt, wenn es um die Bedeutung und die Funktion der RgVU geht. Hier kann nun ohne weiteres davon gesprochen werden, dass die RgVU die Vertragstreue in Bezug auf ihre Funktion in den internationalen Vertragsbeziehungen ergänzt. Abzulehnen ist ferner die Ansicht, nach der diese Regel zum Prinzip der Vertragstreue im Widerspruch167 stehe. Es wäre relativ leicht, aus dieser Widerspruchsthese die Schlussfolgerung abzuleiten, die RgVU sei etwas Negatives und womöglich etwas Völkerrechtswidriges. Diese These zeichnet sich offensichtlich durch eine einseitige Betrachtungsweise aus. Sie lässt die Dialektik der Prozesse der internationalen Beziehungen und das Wechselverhältnis zwischen Stabilität und Veränderungen völlig außer Acht. Es werden außerdem recht unterschiedliche Materien miteinander verwechselt. So müsste m. E. zunächst die Möglichkeit der Entstehung von ungerechten und widerspruchsvollen Situationen in den zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen, z. B. von Diskrepanzen zwischen den Vertragsverpflichtungen und der aufgrund von grundlegenden Veränderungen der Umstände entstandenen unzumutbaren und übermäßigen Belastung eines Vertragspartners, bejaht werden. Die Lösung solcher Widersprüche ist durch die Anwendung der RgVU möglich. Das berechtigt jedoch keinesfalls zu der Schlussfolgerung, die RgVU stelle selbst einen Widerspruch zum Prinzip der Vertragstreue dar.

Auch mit jeder Auffassung kann man sich nicht einverstanden erklären, nach der die Regel eine Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue sei. Es ist anzunehmen, dass dieser Auffassung die “Rechtsfiktion der Absolutheit”168 des Prinzips der Vertragstreue zugrunde liegt, wodurch dieses Prinzip künstlich über andere Prinzipien erhoben wurde, die mitunter lediglich als Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue betrachtet wurden. Unter Umständen stützt sich diese Ausnahme-These auch auf den Gedanken, dass, wie W. Shurshalow169 meint, das Prinzip der Vertragstreue die Vielfalt des internationalen Lebens, wozu auch Sondersituationen gehören, nicht vollständig zu erfassen vermag. Ob jedoch diese Feststellung dazu berechtigt, die RgVU als eine Ausnahme vom Prinzip der Vertragstreue zu betrachten, ist stark zu bezweifeln, denn das würde etwas anderes voraussetzen: Dass nämlich die RgVU ein Bestandteil oder mindestens lediglich eine Ergänzung des Prinzips der Vertragstreue wäre. Dagegen spricht allerdings der Charakter der RgVU als einer selbständigen Regel des Völkerrechts.

Anmerkungen

 

1. Un-Doc.A/39/504/Add. 1, p. 19.

2. W. Friedmann, The Changing Structure of International Law, New York 1966, pp. 57    ss.; id., Droit de coexistence et droit de cooperation. Quelques observations sur la  structure changeante du droit international, in : Revue belge du droit international, Nr. 1, 1970, pp. 1 – 9.

3. Vgl. u. a. : O. Kimminich, Einführung in das Völkerrecht, München 1984, S. 115  (“von einem Recht des Verkehrs” zu einem “Recht der Zusammenarbeit”) ; A. Verdross/B. Simma, Universelles Völkerrecht, Berlin 1976, S. 59/60; A. Bleckmann,   Zur Entwicklung des modernen Souveränitätsdenkens, in : Politik und Zeitgeschichte,  B, Nr. 43, 1985, S. 3 ss.

4. Vgl. C. Feuer, Les principes fondamentaux dans le droit international du  développement, in : pays en voie de développement et transformation du droit   international, Paris 1974, p. 194.

5. Vgl. P. Pescatore, Die Aufgaben eines Forschungsinstituts für Völkerrecht und Rechtsvegleichung aus internationaler Sicht, abgedruckt in : Berichte und Mitteilungen     der Max-Planck-Gesellschaft, Nr. 2, 1975, S. 39.

6. Vgl. H. Klenner, Vom Recht der Natur zur Natur des Rechts, Berlin 1984, S. 8.

7. G. W. Ignatenko, Das Völkerrecht und der gesellschaftliche Fortschritt, Moskau 1972,   S. 5 G. W. Ignatenko/D. B. Ostapenko (Ed.), Das Völkerrecht, Moskau 1978, S. 32. Sie erblicken die soziale Funktion des Völkerrechts darin, die Welt im Sinne des  gesellschaftlichen Fortschritts umgestalten zu helfen (beides russisch).

8. So zuftreffend M. Virally, Panorama du Droit International Contemporain, Dordrecht  et alt., 1983, p. 33.

9. Vgl. stellvertretend für andere : G. Glahn, Law among nations, New York, London  1965, pp. 729 – 733 (er wendet sich gegen die Pessimisten und weist überzeugend die  Nützlichkeit des Völkerrechts nach) ; S. Dreyfus, Droit des relations   internationales, Paris 1981, p. 82 ; W. Tung, International in an organizing World, New             York 1968, p. 5 (das Völkerrecht trägt zur Erfüllung der Forderungen der  Völkerfamilie bei) ; B. Landheer, On the Sociology of Internatrional Law and   International Society, The Hague 1966, p. 24 (das Völkerrecht als “the strongest force,  for the ordering of international society”) ; L. Henkin, How Nations Behave? Law and   Foreign Policy, London 1968, pp. 26/27. Er verteidigt konsequent das Völkerrecht   gegen Skeptiker und Leugner.

10. Vgl. stellvertretend für mehrere : M. Virally, L`Organisation Mondiale, Paris 1972, p. 526 (es gibt immer noch eine “exréme inégalité des développements économiques”) ; I. Jazairy, Discours sur le nouvel ordre international et le droit, in : The new international    economic order and developing counties, Beograd 1980, p. 137 (das Völkerrecht sei   hinter den Entwicklungen zurückgeblieben).

11. So z. B. G. Schwarzenberger, Die Glaubwürdigkeit des Völkerrechts, in : Festschrift    für R. Bindschedler, E. Diez et alt. (Ed.), Bern 1980, S. 99 (das Völkerrecht sei wenig glaubwürdig): D. Rauschning, Die Herausforderung der technischen Entwicklung an   das Völkerrecht, in : ZaöRVR, Nr. 1 – 3, 1976, S. 50 (das Völkerrecht sei bewahrend,   konservativ und unflexibel) ; G. W. Grewe, Spiel der Kräfte in der Weltpolitik, Theorie   und Praxis der internationalen Beziehungen, Düsseldorf, Wien 1970, S. 372 (das Völkerrecht sei wegen des Fehlens gemeinsamer Wertvorstellungen in der Welt    ohnmächtig) ; J. C. Starke,  An introduction to international law, London 1974, p. 20  (das Völkerrecht sei ein schwaches Recht, eher Gewohnheitsecht).

12. B. Simma weist überzeugend nach, dass es nicht um eine “Krise”, sondern um einen       “Umbruch” des Völkerrechts geht : Völkerrecht in der Krise?, in : ÖzföRVR, Nr. 4, 1980, S. 273 – 284.

13. Vgl. hierzu ausführlicher I. I. Lukaschuk, Das Problem der Methode der völkerrechtlichen Regulierung, in : Vestnik Kiewskogo Universiteta, Nr. 15, 1982, S. 4 (russisch).

14. Vgl. E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, München 1979, S. 18 und J. M. Mössner, Einführung in das Völkerrecht, München 1977, S. 108 ; O. Kimminich, Völkerrecht  im Atomzeitalter, Der Atomsperrvertrag und seine Folgen, Freiburg, Breisgau 1969, S.     346.

15. Vgl. zu. B.: G. I. Tunkin, Law an force in the international system, Moscow 1985, S. 242 – 245 (hier stellt Tunkin das “allgemeindemokratische Friedenskonzept” vor); B. Graefrath, Elemente der völkerrechtlichen Friedensordnuing, in : Neue Justiz, Nr. 5,  1985, S. 169; G. Seidel, Der Beitrag des Völkerrechts zur Gewährleistung der    internationalen Sicherheit, in : Neue Justiz, Nr. 3 1985, S. 86 – 89.

16.  Vgl. beispielsweise : A. Verdross, Völkerrecht, Wien 1964, S. 17, a. (Friedensgebot als   höchstes Gebot der Völkerrechtsordnung) ; F. Karlshoven, International Law Tomorrow, in : New States-A Misleading Distinction for the future International Law and International Relations, Neuchátel 1974, pp. 111/112 (Frieden ist Grundziel des             Völkerrechts) ; P. Vellas, Droit International Public, Paris 1967, p. 9 (die   Friedenssicherung steht im Mittelpunkt des Völkerrechts) ; E. Sauer, Zur Grundlegung  (einer) völkerrechtlichen Methodologie, in : Nordisk Tidsskrift for International Ret of Jus Gentium, Nr. 3 – 4, 1963, p. 123 (Friede als Wert des Völkerrechts) ; M. Al- Magdub, Vorlesungen über das allgemeine Völkerrecht, Beirut 1983, p. 2 (arabisch).

17. Diese Ansicht wurde in der Fachliteratur bereits hin und wieder vertreten. Vgl. beispielsweise : W. C. Jenks, The Common Law of Mankind, London 1958, pp. 58/59 ; G. Seidel, Völkerrechtliches Gewaltverbot und Friedenssicherung, in : Dem Frieden verpflichtet, Berlin 1985, S. 14 ; H. Weber/v. Wedel, Grundkurs Völkerrecht, Das      Internationale Recht des Friedens und der Friedenssicherung, Frankfurt a. M. 1977, S.   18 (“Völkerrecht ist Friedensrecht”).

18. Vgl. z. B.: B. Graefrath, Zur Bedeutung der grundlegenden Prinzipien für die Struktur    des allgemeinen Völkerrechts, (als Kapitel 8) in : K. A. Mollnau (Ed.), Probleme einer  Strukturtheorie des Rechts, Berlin 1985, S. 163 und H. Wünsche, Völkerrecht – eine Waffe im Kampf um den Frieden und die Festigung der internationalen Sicherheit, in : Staat und Recht, Nr. 5, 1985, S. 361.

19. So G. Abi-Saab, The Third World and the Future of the International Legal Order, in : Revue égyptienne de droit international, Vol. 29, 1973, p. 61 und M. Bedjaoui, Un point de vue du tiers monde sur l´organisation internationale, in : G. Abi-Saab (Ed.), Le  concept d´organisation internationale, Paris 1980, p. 232 (die Aufgabe des  Völkerrechts bestünde darin, sich an den Entwicklungsnotwendigkeiten zu  orientieren).

20. Vgl. hierzu insbesondere: M. Bennouna, Droit International du développement, Paris 1983 ; A. Colombeau/C. Guesdran/C. Ruez, Étude de doctrine et de droit international  du développement, Paris 1975 ; O. B. Rivero, New Economic Order and International             Development Law, Oxford, Paris, Frankfurt a. M. 1980; M. Flory, Droit international du développement, Paris 1977 ; G. Feuer/H. Cassan, Le droit international du  développement, Paris 1985 ; A. Pellet, Le droit international du développement, Paris 1978. In der von mir wissenschaftlich betreuten Doktorarbeit von Robert Kossi wird     gerade dieser Aspekt mit Nachdruck hervorgehoben : “Normbildungstheoretische             Aspekte der gleichberechtigten und bevorzugten Behandlung von Entwicklungsländern in den internationalen Beziehungen – Das     Entwicklungsvölkerrecht als integraler Bestandteil des demokratischen Völkerrechts, Universität Leipzig 1987.

21. Vgl. auch B. Simma, Völkerrecht in der Krise?, op. city, S. 284.

22. So W. Tung, International law in an organizing World, New York 1968, p. 20.

23.  Vgl. auch G. Hoffmann, Von der Brauchbarkeit  des Völkerrechts in unserer Zeit, in :  L. V. Münch (Ed.), Staatsrecht – Völkerrecht – Europarecht, Festschrift für H.-J. Schlochauer, Berlin, New York 1981, S. 363.

24. Infolgedessen haben die Staaten gleiche Rechte und Pflichten. Vgl. E. Giraud, Le droit         international public et la politique, in : RdC 110 (III) 1963, pp. 575 – 577 (er  unterscheidet zwischen der “universalité géographique” und der universalité de  substance”).

25.  Diese Auffassung setzt sich immer mehr durch. Vgl. z. B.: O. Kimminich, Das Völkerrecht im Atomzeitalter, op. cit., S. 38 ; B. F. Johnson, Changes in the Norms  Guiding the International Law System, in : Revué égyptienne de droit international, Vol. 36, 1980, pp. 21/22 (er geht auf die unterschiedlichen Rechtssysteme ein und          meint, dass bei der Schaffung des Völkerrechts eine gegenseitige Beeinflussung  erfolge) ; B. J. Theutenberg, Changes in the norms guiding the international legal  system-History and contmporary trends, in : Nordiskt Immateriellt Rättsskydd, Nr. 1 –   2, 1981, S. 32.

26. Vgl. ähnlich auch E. Menzel/K. Ipsen, Völkerecht, Ein Studienbuch, München 1979, S. 15.

27. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der völkerrechtlichen Regulierung, Kiew   1980, S. 40, 56, 60 (russisch) und C. Moca, Völkerrecht, Bukarest 1983, p. 118 (rumänisch).

28. Vgl. auch: Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin 1981, p. 109 ; C. Cepelka, Zum   Begriff “Prinzip” des Völkerrechts, in : Acta Universitatis Carolinae, Juidica I, Praha 1975, S. 17 ss. (tschechisch); R. Bierzanek, Die Rechtsgrundsätze der friedlichen      Koexistenz und ihre Kodifikation, Warschau 1968, S. 184 (polnisch).

29. Vgl. auch B. Graefrath, über den Platz der Prinzipien im System des gegenwärtigen       Völkerrechts, in : Pravowedeije, Nr. 2, 1969, S. 113 und E. A. Puschmin, über den Begriff der Grundprinzipien des gegenwärtigen allgemeinen Völkerrechts, in: SEMP  1978, S. 76 (beides russisch).

30.  Vgl. auch R. L. Bobrow, Das gegenwärtige Völkerrecht (objektive Voraussetzungen und soziale Bestimmung), Leningrad 1962, S. 71 (russisch).

31. Vgl. auch Völkerrecht, Lehrbuch, Teil 1, Berlin 1981, S. 106.

32.  Vgl. auch B. Graefrath, Zur Stellung der Grundprinzipien im gegenwärtigen                   Völkerrecht, Berlin 1968, S. 24 ; G. W. Ignatenko, Völkerrecht und gesellschaftlicher Fortschritt, Moskau 1972, S. 75 (russisch) ; D. Mazilu, Das Friedensrecht, Bukarest 1983, p. 145 (rumänisch).

33. Vgl. auch D. I. Feldmann/G. I. Kurdjukow/W. N. Lichatschow, Über die            Systembetrachtungsweise in der Völkerrechtswissenschaft, in : Prawowedenije, Nr. 6,  1980, S. 46 und I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der …, op. cit., S. 28, 56 (beides       russisch).

34. Vgl. auch N. W. Mironow, Das Völkerrecht : Die Normen und ihre Rechtskraft, Moskau 1980, S. 89 (russisch).

35. Vgl. auch K. Becher, Die Grundprinzipien des demokratischen Völkerrechts und ihre     Bedeutung für das Rechtssystem, in : Deutsche Außenpolitik, Nr. 1, 1982, S. 92.

36. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, Elementare Normen der Beziehungen zwischen den  sozialistischen und den kapitalistischen Staaten, In : Vestnik Kiewskogo Universiteta,  Nr. 10, 1980, S. 20 (russisch).

37. Vgl. auch K. Becher, Die Grundprinzipien des …, op. cit., S. 92 und B. Graefrath, Elemente der völkerrechtlichen …, op. cit., s. 167.

38. Vgl. auch G. I. Tunkin, Fragen der Theorie des Völkerrechts, Moskau 1962, S. 157  und W. A. Masow, Die Prinzipien von Helsinki und das Völkerrecht, Moskau 1980, S. 19 (beides russisch).

39. Vgl. auch D. I. Feldman/G. I. Kurdjukow/W. N. Lichatschow, über die Systembetrachtungsweise in …, op. cit., S. 46.

40. Vgl. auch R. L. Bobrow, Das gegenwärtige Völkerrecht …, op. cit., S. 73.

41. Vgl. auch C. Kandravcová, Grundprinzipien des gegenwärtigen Völkerrechts und          wirtschaftliche Zusammenarbeit, in : Vybraná otázky rozvoja socialistického státu a  prava, Bratislave 1982, S. 100 – 102 (slowakisch). P. Terz, Zum Jus cogens im  demokratischen Völkerrecht, in : Staat und Recht, Nr. 7, 1978, S. 617 – 627.

42. Vgl. auch: St. E. Nahlik, Die allgemeinen Grundsätze des Völkerrecht, in :           Encyclopedia prawa miedzynarodowego i stosunkow miedzynarodowych, Warszawa   1976, S. 457 (polnisch); I. Closca (Coord.), Wörterbuch des Völkerrechts, Bukarest  1982, S. 232 (rumänisch). Vgl. teilweise auch P. M. Dupuy, Le droit International   dans un Monde Pluriculturel, in : Revue de droit international et comparé, Nr. 2, 1986, p. 596 (durch die Grundprinzipien ist die internationale Gemeinschaft miteinander         verbunden).

43. Vgl. B. T. Rulko, Der Begriff der Struktur des Völkerrechts (Methodologische   Aspekte), in : Vestnik Kiewskogo Universiteta, Nr. 10ß, 1980, S. 27, ss. (russisch).

44. Darauf machen einige Autoren aufmerksam. Vgl. beispielsweise G. Seidel, Die   Normen des Völkerrechts und des innerstaatlichen Rechts, in : Beiträge der Friedrich- Schiller-Universität, Jena 1984, S. 154 ; R. Quadri, Diritto internazionale pubblico,  palermo 1964, pp. 86/87 (er betont den gesellschaftlichen Willen); S. W.             Tschernitschenko, Die Normen des Völkerrechts, ihre Schaffung und ihre Struktur, in :   SEMP 1979, S. 50/51 (russisch).

45. Vgl. ähnlich auch N. W. Mironow, Das Völkerrecht …, op. cit., pp.25/29. Zu der             Problematik der Hierarchie allgemein im Völkerrecht sowie speziell bezüglich der   Prinzipien und Normen des Völkerrechts, vgl. insbesondere : J. A. Carillo Salcedo, Reflections on the Hierarchy of Norms in International Law, in : European Journal of  International Law, Vol. 8, Nr. 4, 1997, p. 588 ss., M. Koskenniemi, Hierarchy in    International Law: A. Sketch, in: Euroipean Journal of International Law, Vol. 8, Nr.   4, 1997, p. 568 ss.

46. Der Normativitätscharakter wird von einigen Juristen ebenfalls unterstrichen. Vgl. z. B. :  N. W. Mironow, ibid., S. 35; B. Greafrath, Zur Bedeutung der grundlegenden Prinzipien für die Struktur des allgemeinen Völkerrechts, op. cit., S. 181, I. I.     Lukaschuk, Der Mechanismus der …, op. cit., S. 55 dagegen verneint dieses Kriterium.

47. A/39/504//Add. 1, p. 34.

48. Vgl. in etwa ähnlich auch G. Seidel, Die Normen des Völkerrechts …, op cit., S. 154.

49. Auf die Veränderlichkeit des Völkerrechts machte bereits einer der Väter der      Völkerrechtswissenschaft, Francisco Suarez aufmerksam. Er sagte u. a., “dass das       Völkerrecht, soweit es von menschlicher Übereinkunft abhängt, veränderlich ist.”     Ausgewählte Texte zum Völkerrecht von Francisco Suarez, Tübingen 1965, p. 65.

50. Vgl. ähnlich auch B. V. A. Röling, International law in an expanded world,  Amsterdam 1960, p. 87.

51. Diesbezüglich schreibt G. Morelli zutreffend, dass bei einer Nichtanpassung eines           Rechtssystems an die veränderte Realität ein Widerspruch zu ihr entstehen kann, der  gegen die überholten Rechtsnormen wirkende Kräfte erzeugt. Vgl. Nozioni di diritto internazionale, Padova 1963, pp. ss.

52. Vgl. W. C. Jenks, The common law of mankind, London 1958.

53. Vgl. hierzu auch M. Chemillier-Gendreau, A. propos de l éffectivité en droit  international, in : Revue belge de droit international, Nr. 1, 1975, pp. 41/42. Sie weist  zugleich zu Recht darauf hin, dass Rechtsnormen auch mögliche Veränderungen des    konkreten Kräfteverhältnisses ihren bindenden Charakter behalten müssen (hier p. 43).

54. Vgl. insbesondere R. P. Anand, Legal regime of the seabed and the developping countries, Leyden 1976, p. 265. In einem weiteren Beitrag stellte er bereits Anfang der  60er Jahre klar, dass die jungen Staaten eine Veränderung des status quo und die   Schaffung einer gerechten Situation anstreben. Vgl. role of the “New” Asian-African        Counties in the present international legal order, in : AJIL, Nr. 2, 19 62, p. 389.

55. Vgl. in : Third UN conference on the law of the sea, Off. Rec., Vol. I, Sec. Sess.:  Caracas, 1974, p. 178. Ibid., p. 93.

56. Ibid., p. 93.

57. Vgl. W. Friedmann, The changing structure of international law, New York 1966, pp.    368/369.

58. Vgl. hierzu P. Terz, Für eine moderne Normbildungstheorie in den internationalen          Beziehungen und speziell im Völkerrecht im Zeitalter der globalen Probleme der       Menschheit, in : P. Terz (Ed.), Normbildungstheorie im Völkerrecht – Gerechtigkeit – Neue Internationale Wirtschaftsordnung, Universität Leipzig, 1988, pp. S. 7 . 23 ;   Normenbildung in den internationalen Beziehungen der Gegenwart in :             Wissenschaftliche Zeitschrift der Universität Leipzig, 39 (1990) 5, S. 443 – 459 ; For a    modern theory of the creation of norms in the nuclear-cosmic era, in : Pax-Ius-Libertas,   Misc. in hon. D. S. Constantopuli, Aristotelea Universitas  Thessalonicensis, Vol. .B, Thessaloniki 1990, S. 1163 – 1175.

58a. Bereits in den 30er Jahren haben sich Völkerrechtler dem Verhältnis von Stabilität und   Dynamik zugewandt : M. Bourguin, Stabilité et mouvement dans l´ordre juridique   international, in: RdC, 64 (II) 1938, pp. 347; Josef L. Kunz, Statisches und   dynamisches Völkerrecht, in : Festschrift für Hans Kelsens, ed. von Alfred Verdross,  Wien 1931 (Nachdruck Frankfurt 1967, S. 248).

Vgl. ferner P. Terz, Theoretische Aspekte der Stabilität und der Veränderung in den       internationalen Beziehungen, in : Sprawy Miedzynarodowe Nr. 2, 1984, Warszawa, S.     103 – 112 (polnisch).

59. Völkerrecht, Dokumente, Teil 1, Berlin 1973, S. 114.

60. Ibid., Teil 3, S. 1175.

61.       Ibid., S. 1049.

62. Vgl. auch C. Bogandow, Die Erfüllung von internationalen Verpflichtungen – eine wichtige Bedingung der friedlichen Koexistenz, , in : SGiP, Nr. 8, 1958, S. 36 (russisch). W. Schurschalow misst diesem Prinzip „erstrangige Bedeutung“ zu, denn ohne dieses gäbe es keine Gewähr für die internationale Gerechtigkeit: „Der juristische Inhalt des Prinzips pacta sunt servanda und seine Verwirklichung in den internationalen Beziehungen“, in : SEMP 1958, 150 (russisch). Nach D. Lewin ist das Prinzip Pacta sunt servanda die notwendige Garantie der Friedenserhaltung und der Entwicklung der internationalen Zusammenarbeit. Vgl. Grundprobleme des Völkerrechts, Moskau 1958, S. 264 (russisch).

63. Nach A. Talajajew gäbe es ohne das Prinzip der Vertragstreue kein Völkerrecht:                   Internationale Verträge in der Gegenwart, Moskau 1973, S. 93 (russisch).

64. Diese Auffassung wird von mehreren Völkerrechtlern vertreten. Zu nennen sind vo allem: L. Henkin, How Nations behave, Law and foreign policy, London 1968, p. 20 (wichtigstes Völkerrechtsprinzip) ; R. Pinto, Le Droit des relations internationales, Paris 1972, p. 127 (beherrschendes Völkerrechtsprinzip) ; F. Castberg, International law in our time, in : RdC 138 (I), 1973, p. 5 (wichtigste Grundlage des Völkerrechts): H. Lauterpacht, The function of law in the international community, Hamden Connecticut 1966, p. 418 (höchstes, unabdingbares und letztes Kriterium in der internationalen Gemeinschaft.

65. Vgl. in diesem Sinne auch N. A. M. Green, International law of peace, London 1973. Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Das Grundprinzip der Vertragstreue. Die Rechtsquellen des Völkerrechts, Das Völkervertragsrecht, als Kap. 4 von Völkerrecht, (hrsg. von E. Oeser und W. Poeggel), Grundriss, Berlin 1988, S. 105 – 125.

66. Vgl. auch Slowar meshdunarodnogo prawa, Moskau 1982, p. 146 (ohne Vertragstreue kann es keine Stabilität in den internationalen Beziehungen geben) und A. S. Gawerdowskij, Die Verwirklichung der Völkerrechtsnormen, Kiew 1980, S. 57 (russisch).

67. Vgl. auch A. S. Gawerdowskij, ibid., S. 49.

68. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, p. 263 (russisch). Vgl. ebenfalls O. Bogdanow, Die Erfüllung der …, op. cit., S. 36.

69. In einer Atmosphäre des Misstrauens und der Unsicherheit verlieren allmählich viele Staaten den Glauben an die Effektivität des Völkerrechts und verlassen sich immer mehr auf Aufrüstung und militärische Bündnisse. Vgl. Kurs des Völkerrechts, op. cit., S. 263.

70. Die Rechtmäßigkeit wird im russischen „Kurs des Völkerrechts“ als das wichtigste Merkmal der völkerrechtlich gültigen Verträge betrachtet. Das geht aus der dort gegebenen Definition des Prinzips der Vertragstreue hervor: „Die Staaten sind verpflichtet, gewissenhaft und in vollem Umfang die internationalen Verträge zu erfüllen, die rechtmäßig abgeschlossen wurden und sich nicht im Widerspruch zu den Grundprinzipien des Völkerrechts befinden.“ Teil II, Moskau 1967, S. 275 (russisch), vgl.. ferner O. I. Tiunow, über das Wesen und die Elemente der Struktur des Prinzips „pacta sunt servanda“, in : SEMP 1975, Moskau 1977, S. 112 (Kriterium für die Rechtmäßigkeit eines Vertrages: Übereinstimmung mit den Grundprinzipien des Völkerrechts, rechtmäßiges Objekt, rechtlich befugtes Objekt, freie Zustimmung der Vertragsparteien), (russisch).

71. Damit sind hauptsächlich der Irrtum (Art. 48), der Betrug (Art. 49) und die Bestechung eines Vertreters eines Staates (Art. 50) der VTK1 gemeint, durch welche ein Anspruch auf Ungültigkeit der Zustimmung eines Partners, an den Vertrag gebunden zu sein, geltend gemacht werden kann. Das Fehlen völkerrechtlicher Einwände als ein Zeichen für die Gültigkeit eines Vertrages wird von A. Talalajew mit Nachdruck unterstrichen. Vgl. über die Gültigkeit von völkerrechtlichen Verträgen, in : SGiP, Nr. 5, 1960, S. 144 ss. (russisch).

72. So spricht M. Potocny vom Prinzip des guten Glaubens, Das Wiener Abkommen über Vertragsrecht, in : Casopis pro mezinárodni právo, Nr. 1, 1970, S. 6 (tschechisch).

73. Im russischen „Kurs des Völkerrechts“ ist z. B. die Rede vom Prinzip der Treue gegenüber internationalen Verpflichtungen : Bd. II, Moskau 1967, S. 265 (russisch).

74.  „Alle Mitglieder der Organisation erfüllen, um jedem einzelnen von ihnen die sich aus der Mitgliedschaft ergebenden Rechte und Vorteil zu sichern, nach Treu und Glauben die Verpflichtungen, die sie gemäß der vorliegenden Charta übernommen haben.“ Völkerrecht, Dokumente, Teil 1, Berlin 1973, S. 144.

75.  „das Prinzip, dass die Staaten die Verpflichtungen, die sie in Übereinstimmung mit der Charta der Vereinten Nationen übernommen haben, nach Treu und Glauben erfüllen.“ Ibid., Teil 2, S. 1175.

76. „Ein Vertrag muss nach Treu und Glauben entsprechend der üblichen Bedeutung des Vertragswortlautes in seinem Zusammenhang und hinsichtlich seines Gegenstandes und Zwecks interpretiert werden.“ Ibid., S. 1050.

77. „Die Beziehungen zwischen den Staaten sollen auf Treu und Glauben beruhen.“ Ibid., Teil 1, S. 236.

78. C. J. Reports 1952, p. 212. Zit. nach : ILC-Yearbook 1966, Vol. II, S. 211.

79.  Einige ILC-Mitglieder schlugen sogar unter besonderer Beachtung dieser Unterlassungspflicht der Vertragspartner vor, eine entsprechende Bestimmung in den Art. 26 der VTK1 aufzunehmen. Die Kommission war jedoch der Ansicht, dass dies deutlich in der Verpflichtung inbegriffen sei, den Vertrag nach Treu und Glauben zu erfüllen und zog es vor, das Prinzip der Vertragstreue in einer möglichst einfachen Form zu formulieren und aufzustellen : A/Conf. 39/11/Add. 2.

80.  Obwohl zwischen der damaligen UdSSR einerseits und den USA und Großbritannien andererseits das Eröffnungsdatum der zweiten Front konkret vereinbart worden war (1942), schoben die Westmächte den Eröffnungstermin willkürlich und undbegründet so hinaus (1944), dass dadurch die UdSSR militärisch in eine schwierige Lage gebracht wurde. Vgl. Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, S. 269 (russisch).

81.  A. Talalajew polemisiert mit Recht gegen eine in der Fachliteratur anscheinend übliche Verwechslung von Gewissenhaftigkeit und Gerechtigkeit. Er meint, dass die Gewissenhaftigkeit in das Völkerrecht aus dem Zivilrecht übernommen wurde, wo sie nicht als moralischer Grundsatz, sondern als ein gewisser „Schuldmilderungsgrund“ verstanden wird : Internationale Verträge in der Gegenwart, Moskau 1973, S. 105 (russisch).

Zum Verhältnis von Gewissenhaftigkeit und Gerechtigkeit siehe insbesondere G. K. Dmitrijewa, Das Prinzip der Gewissenhaftigkeit im gegenwärtigen Völkerrecht, in : Praqowedenije, Nr. 6, 1976, S. 86 (russisch).

82.  Nach I. Lukaschuk führt eine Analyse der diplomatischen Praxis und der Meinungen der Juristen zu der Schlussfolgerung, dass der Grundsatz der Gewissenhaftigkeit immer eng mit der Moral verknüpft war. Er meint ferner, dass es bei einer Analyse der Praxis bisweilen schwer sei, zu sagen, ob vom Standpunkt der damaligen sozialistischen Staaten die Gewissenhaftigkeit nur eine Vorschrift der Moral oder auch das Recht ist: Über Verpflichtungen aus einem Abkommen über Verhandlungen. in : SEMP 1962, Moskau 1963, S. 120 (russisch).

83. Diese Frage ist bereits aufgeworfen worden. Vgl. z. B. H. Wünsche, Völkerrecht – eine Waffe im Kampf um den Frieden und die Festigung der internationalen Sicherheit, in : Staat und Recht, Nr. 5, 1985, S. 363.

84.  So beispielsweise J. Pehnert, Inhaltliche Aspekte für eine Untersuchung des Grundsatzes von Treu und Glauben in den internationalen Beziehungen und im Völkerrecht der Gegenwart, in: Staat und Recht, Nr. 3, 1987.

85. Vgl. in: Archiv der Gegenwart vom 15. – 17. 10. 1973. Die veränderte Situation wurde vom neuseeländischen Ministerpräsidenten folgendermaßen erläutert: Die SEATO sei als Instrument der Isolierung Chinas eingerichtet worden. Wenn in Südostasien aber Frieden herrschen solle, sei es nötig, mit China ins Einvernehmen zu kommen, deshalb sei ein Instrument wie die SEATO nunmehr überflüssig. Vgl. in : Archiv der Gegenwart vom 12.6.1973, S. 17960.

86. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts, Bd. II, Moskau 1967, S. 278 (russisch), wo die rechtsbildende Bedeutung ökonomischer und politischer Umwälzungen hervorgehoben wird.

87. ILC-Bericht über ihre 15. Session 1963, in : AJ/L, Nr. 1, 1964, pp. 241 ss.

88. A/Conf. 39/11/Add. 2, S. 79.

89. Die grundsätzliche Annahme des Young-Planes erfolgte auf der ersten Haager Konferenz 1929, die endgültige durch das 102 Haager Abkommen vom 20. Januar 1930. Der Young-Plan wurde durch den Hoover-Plan revidiert, wodurch in gewisser Hinsicht eine Milderung für Deutschland eintrat. Vgl. A. Werth – Regendanz, Die Clausula rebus sic stantibus im Völkerrecht, insbesondere in ihrer Anwendung auf den Young-Plan, Göttingen 1931, S. 10, 11, 179.

90. E. v. Bogaert, Le sens de la clause „rebus sic stantibus“ dans le droit du gens, in : RGDIP, Nr. 1, 1966, p.69.

91.  Publ. In : Europa-Archiv, Nr. 13, 1974, S. D 295.

92.  Vgl., Bin Cheng, General Principles of Law as applied by International Courts and Tribunals, London 1953, pp. 48, 113, 262, 274, 278; S. Rosenne, The World Court, Leyden, New York 1962, pp. 44, 66, 83, 85, 95, 154, 171; Wörterbuch des Völkerrechts, Vol. 1, Berlin 1960, S. 60.

93.  A/CONF./39/27 (“Verletzung entweder  einer Vertragspflicht oder einer anderen internationalen Verpflichtung gegenüber einem anderen Vertragspartner”).

94.   Bei diesem Fall handelt es sich um die Frage der Zulässigkeit von Enteignungen nach dem deutsch-polnischen Oberschlesien-Abkommen vom 15. Mai 1922. Der Standige Internationale Gerichtshof  hielt die von Polen durchgeführte Liquidation der Chorzov-Werke für unzulässig und die Schadensersatzansprüche Deutschlands für gerechtfertigt. Vgl. bei : Bin Cheng, General principles of la was applied by International courts and Tribunals, London 1953, pp. 149/150, 351; S Rosenne, The International Court of Justice, Leyden 1957, p. 335.

95.  Fürst Bismarcks Reden, ed. Von Ph. Stein, BD. XII, Leipzig 1899, S. 135/136.

96.  G. Jellinek, Die rechtliche Natur der Staatenverträge, Wien 1880, S. 40.

97.  E. Kaufmann, Das Wesen des Völkerrechts und die clausula rebus sic stantibus, Tübingen 1911, S. 204.

98.  A/CONF./39/27. („Eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber denen, die zur Zeit des Vertragsabschlusses bestanden und die von den Partnern nicht vorausgesehen werden konnte, kann nicht als Grund für die Beendigung des Vertrages oder den Austritt aus ihm geltend gemacht werden, es sein denn,

a) das Bestehen dieser Umstände stellt eine wesentliche Grundlage für die Zustimmung der Partner, an den Vertrag gebunden zu sein, dar und

b) die Auswirkung der Veränderung wandeln das Ausmaß der noch zu erfüllenden Vertragspflichten grundlegend um“).

99.   See E. de Vattel, Le droit des Gens ou principes de la loi naturelle, 1758, Tübingen 1959, S. 322.

100. Aus den Ausführungen G. Tunkins ist zu ersehen, dass der Vorschlag, die Wendung „Doktrin rebus sic stantibus“ zu streichen, von Lachs ausging. Tunkin unterstützte diesen Vorschlag uneingeschränkt. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, S. 145.

101.  Doc. A/CN. 4/156/Add. 1.

102.  A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 78.

103.  Eine im Prinzip ähnliche Unterteilung nimmt auch J.A. P. Ridruejo vor : La doctrine „rebus sic stantibus“. á la Conférence de Vienne 1968, in: Annuaire suisse de droit international, V 1968, p. 81.

104.  Völkerrecht, Dokumente, Bd. 3, Berlin 1973, S. 1358.

105. Weitere Verfechter sind: der indische Jurist, Pal, der die in jedem Vertrag „stillschweigend enthaltene Klausel“ sogar als Vorbehalt betrachtet, ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 254 ; K. Gentzke, Ausweich- und Katastrophenklauseln im internationalen Wirtschaftsrecht, Göttingen 1959, S. 174 ; Es gibt unter den Juristen aber auch Gegner dieser Theorie, wie e. g. D. O´Conell, International Law; Vol. I, London, New York 1965, p. 38: „Es ist empfehlenswert, diese Angelegenheit … eher als eine Rechtsregel als eine implizierte Bedingung“ (aufzufassen).

106. Nach W. Sauer sei die „C. r. s. s.“ „ein stillschweigender Vorbehalt, und es fragt sich, ob der Vertrag im Sinne der Vertragsparteien so auszulegen ist, dass die Klausel als mit vereinbart gilt.“ Er schreibt weiter: „Ebenso wie der Vertrag selbst dient auch die sogenannte Klausel, gewissermaßen ein Sondervertrag gegenüber dem ersten, nur jenem in der Völkerrechtsidee gelegenen Zweck: die Konstruktion eines Sondervertrags ist eine Korrektur des Vertrages, wo dieser versagt. Die `stillschweigende Vereinbarung` ist nur eine doppelte Konstruktion, eine Fiktion von etwas, das gar nicht vorliegt. Die Frage: was hätten die Parteien auch ohne eine entsprechende Erklärung gewollt? Ist richtiger so gestellt: was hatten die Parteien gewollt, wenn sie die zukünftige Entwicklung der Interessenlage gekannt hätten?“. Vgl. System des Völkerrechts, Bonn 1952, S. 389/390.

107.  Nach W. Lissowski würde die Annahme dieser These praktisch die Negierung des völkerrechtlichen Vertrags bedeuten : Völkerrecht, Moskau 1970, S. 108 (russisch).

108.  D. Anzilotti beachtete zwar die objektiven Veränderungen, gab jedoch den Veränderungen im Hinblick auf den Willen der Vertragspartner den absoluten Vorrang. So schrieb er u. a. : „Das Völkerrecht lässt aus den Verträgen Verpflichtungen und Ansprüche erwachsen, wobei es auf den Willen der Parteien abhebt, mit anderen Worten: diese sind verpflichtet, wenn und soweit  sie sich verpflichten wollen. Wenn sie bestimmte oder tatsächliche Verhältnisse zur Voraussetzung der Übernahme gewisser Verpflichtungen gemacht haben, so ist die Folge ihres Aufhörens, dieser Verhältnisse eben, dass man sich nicht mehr auf den Boden des durch den Vertrag ausgedrückten Willens befindet, des Vertrags, welcher die Annahme der Verpflichtungen gerade von dem Bestehen der genannten Verhältnisse abhängig gemacht hat. Auch hier kann man, wie in den Fällen, wo der Krieg den Auflösungsgrund bildet, sagen, dass es nicht die Veränderung der Verhältnisse als solcher ist, welche den Vertrag  zum Erlöschen bringt; dies ist der Wille der Parteien, welcher das Bestehen des Vertrages von der Fortdauer gewisser Umstände, unter denen er und für die er abgeschlossen wurde, abhängig macht.“ D. Anzilotti, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, p. 356. Etwas modifiziert ist die Meinung von J. Brierly, nach dem die Veränderung sich auf die Verhältnisse beziehen müsse, „die ein Faktor in den Köpfen der Parteien waren und sie zum Abschluss des Vertrages veranlasse haben“. Grundlagen des Völkerrechts, Berlin 1948, p. 173.

109. So O. Lissitzyn, Treaties and changed circumstances, in : AJIL, Nr. 4, 1967, p. 896. Ähnliche Ansichten vertritt auch der Mc Nair, der sich dabei von Regelungen in der privatrechtlichen Sphäre leiten lässt: Law of Treaties, Oxford 1961, pp. 436 und 687, Vgl. ferner C. Hill, The Doktrine of „Rebus sic stantibus“ in International Law, Columbia 1934, p. 75.

110. So heißt es im „Restatement Second, Foreign Relations Law oft the United States“, 1965, p. 467, in Bezug auf die wesentlichen Veränderungen der Umstände: “The rule stated in this Section is a rule of interpretation  designed to ascertain the intended obligations of the parties rather than a principle that relieves a party from performing its obligations …” Zit. nach : O. Lossitzyn, op. Cit., p. 901.

111. A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 78. Der   o b j e k t i v e   Charakter der Veränderungen wurde von einzelnen Experten, wie M. Bartos, hervorgehoben. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 148.

112.  V. Pechota verbindet den „genau eingegrenzten Raum“ der Regel mit der Entwicklung und Vervollkommnung der Regeln des Völkerrechts, nach denen sich die Fragen der Gültigkeit von Verträgen richten : Die Beendigung der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge infolge der Anwendung der Regel über die grundlegende Veränderung der Umstände ; in Studie z mezinárodniho práva Nr. 10, 1965, S. 20 (tschechisch).

113. Die Anwendung der Regel nur in Ausnahmesituationen wurde in der ILC vor allem von osteuropäischen Experten hervorgehoben.

Der Ausnahmecharakter der Regel wird in der Fachliteratur häufig unterstrichen : H. Lauterpacht, The function of law in the international community, Hamden, Connecticut 1966, p. 276 ; H. F. Köck, Altes und neues clausule rebus sic stantibus, in: Völkerrecht und Rechtsphilosophie, Internationale Festschrift für St. Verosta, Berlin 1981, S. 81.

114. G. Tunkin relativierte 1963 in der ILC die Bedeutung der Regel, indem er dieses Prinzip   n u r   als ein   z u s ä t z l i c h e s   Mittel zur Überprüfung von Verträgen betrachtete. G. Tunkin meinte ferner, das Leben befinde sich in einer beständigen Entwicklung, die evolutionär oder revolutionär sein können, und diese Entwicklung könne zur Folge haben, dass ein Vertrag veraltet. Außer der Regel gäbe es weitere Rechtsprinzipien, durch die die Änderung eines Vertrages möglich sei. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, S. 155.

115.  Vgl. ferner C. Sepulveda, Derecho Internacional, Mexico 1978, pp. 141/142 ; O. I. Tiunow, Das Prinzip der gewissenhaften Erfüllung internationaler Verpflichtungen und die Doktrin rebus sic stantibus, in : SEMP 198, Moskau 1980, S. 109 (russisch).

116.  Die jugoslawische Vertretung machte die Bedeutung der Regel davon abhängig, ob bei dessen Anwendung die Grundsätze der UN-Charta und das ständige Interesse der „internationalen Gemeinschaft“ beachtet wird oder nicht. See A/Conf. 39/5 (Vol. II), 1968, p. 345.

117. Nach A. Rivier ist es „selbstverständlich“, dass die Veränderung der Verhältnisse vom Staate, der sie behauptet, nachgewiesen werden muss: Lehrbuch des Völkerrechts, Stuttgart 1899, S. 352. Ähnlicher Meinung ist auch P. Guggenheim. Vgl. Traité de Droit international public, tome I, Cenéve 1967, p. 235.

118. Text publ. In: RGDIP, Nr. 2 1966, p. 539.

119. Ibid., p. 543.

120. In: Bulletin des Presse- und Informationadienstes der Bundesregierung vom 22. März 1966, Nr. 39.

121. P. Reuter sieht für die Lösung dieser Frage drei Möglichkeiten : Es gibt keine Autorität über den Parteien; Möglichkeit eines Gerichtsentscheids; Möglichkeit einer politischen Autorität über den Parteien: Droit international Public, Paris 1958, p. 82.

122.  Einige Juristen dagegen, dass ein Staat nach seinen Interessen und seinem Gutdünken entscheiden kann, ob eine wesentliche Änderung der Umstände eingetreten ist. Denn dadurch wäre der eine Vertragspartner schutzlos der Willkür des anderen ausgeliefert. So schrieb z. B. H. Lammasch : „Wenn jeder Staat, wie dies in der Auffassung der Verteidiger der Klausel liegt, nach seinen Interessen und nach seinem Gutdünken darüber entscheidet, ob eine wesentliche Änderung der Umstände eingetreten sei, so würde man dadurch den einen Vertragsteil schutzlos der Willkür des anderen ausliefern. Es stünde das im schärfsten Widerspruch mit dem Zweck des Vertrages, die Verhältnisse für die Zukunft sicherzustellen, und würde dem bösen Willen die Möglichkeit gewähren, den frivolsten Rechtsbruch zu begehen, ohne ihn brutal als solchen zugeben zu müssen.“ Wörterbuch des Völkerrechts, ed. von K. Strupp, II. Stuttgart 1925, p. 336. Vgl. ferner : A. Verdross/B. Simma, Universelles Völkerrecht, Berlin 1976, S. 424.

123. A. Bolintineanu spricht sogar davon, dass die anderen Staaten die Möglichkeit haben müssten, von ihrem Standpunkt aus die Richtigkeit und die Begründetheit der Behauptung ihres Vertragspartners über das Vorliegen einer grundlegenden Veränderung der Umstände „unter Zweifel“ zu stellen. Er gibt aber auch zu, dass dies in den meisten Fällen zu keinem positiven Ergebnis führt. Vgl. Die Stabilität der Verträge als wesentliches Problem der Kodifikation des Vertragsrechts, in : Revista romána de drept, Nr. 1, 1969, p. 66 (rumänisch).

124.  Vgl. hierzu die bemerkenswerten Ausführungen von D. Anzilotti : „Sind die Parteien dagegen darüber uneins, so gelten die Meinung und der Wille der einen Partei ebenso viel wie die der anderen; wir haben es dann mit einem internationalen Streitfall zu tun, der beigelegt werden muss wie jeder andere Streitfall dieser Art. Es folgt daraus jedoch nicht, dass die Auflösung des Vertrages hier auf wechselseitigen Dissens zurückzuführen nist. Die Partei, die sich auf die clausula rebus sic stantibus beruft, macht kein Vertragsangebot, sondern macht damit ein Recht geltend, und die anderen Parteien anerkennen entweder oder bestreiten durch ihre Einlassung das Vorliegen der Voraussetzungen für die Ausübung dieses Rechts. „Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, S. 358.

125. Für die Einleitung von Verhandlungen treten viele Völkerrechtler ein wie z. B. P. Reuter, Droit international Public, Paris 1958, p. 83 ; M. Bartos, in: ILC-Year-book 1963, Vol. I, p. 148; V. Pechota leitet diese Verhandlungs- bzw. Verständigungspflicht aus der Anwendung der Prinzipien der friedlichen Koexistenz in den zwischenstaatlichen Beziehungen ab. Dieser Meinung kann gefolgt werden, weil die Verhandlungen das beste Mittel sind, entstandene Schwierigkeiten und Widersprüche zu überwinden bzw. zu lösen : Die Beendigung der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge …, op. cit., S. 20.

126. Dies Auffassung wird von F. Berber vertreten : Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I, München 1960, S. 464.

127. Vgl. ähnlich I. Seidl-Hohenveldern, Völkerrecht, Köln et alt., 1969, S. 76.

128. Nach M. Bartos käme dies einer Bestrafung der sich etwas verspätet auf die grundlegende Veränderung berufenden Vertragspartei gleich. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 149.

129. A/CONF./39/27. „Ein Partner, der nach den Bestimmungen der vorliegenden Konvention, … entweder …, oder einen Grund zur Anfechtung der Gültigkeit des Vertrages, zu seiner Beendigung, zum Austritt aus ihm oder zur Aussetzung seiner Wirksamkeit geltend macht, muss diesen seinen Anspruch den übrigen Partnern notifizieren“).

130. „Die Notifizierung muss die beabsichtigten Maßnahmen enthalten, diehinsichtlich des Vertrages ergriffen werden wollen, und die dafür vorliegenden Gründe“. Gemäß Art. 78 der VTK1 erfolgt die Notifizierung direkt an die Staaten, für die sie gedacht ist, oder sie wird dem Depositar übermittelt, falls es einen gibt. Sie kann erst dann von dem betreffenden Staat als ausgeführt betrachtet werden, wenn sie bei dem Staat, an den sie gerichtet ist, eingegangen ist. O. R. 1968/1969, A/CONF. 39/11/Add. 2, p. 300.

131. A/CONF./39/27 „Wenn jedoch von einem anderen Vertragspartner Einspruch erhoben wurde, so sollen die Vertragspartner mit Hilfe der in Artikel 33 der Charta der Vereinten Nationen angeführten Mittel eine Lösung der Frage suchen“).

132.  „cuya continuación sea susceptible de poner en peligro el mantenimiento de la paz y la seguridad internacionales”. Zit. in : Goodrich/Hambro/Simons, Charter of the Unites Nations, Comm. And Documents, London 1969.

133.  V. Pechota, Die Beendigung der Gültigkeit … , op. cit., p. 9.

134.  Vgl. auch Tunkin, der 1963 im Rahmen der ILC in Übereinstimmung mit Ago meinte, dass über die Anwendung der  RgVU ein Streit entstehen könne und dass in einem solchen Falle alle Formen der friedlichen Beilegung von Streitigkeiten für die betreffenden Staaten zulässig seien. ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 145.

135.  A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 301. Die Schlichtungskommission wird gebildet, nachdem der Staat oder die Staaten, die Streitparteien sind, einen Schlichtungsbeauftragten der Staatsangehörigkeit diese Staates oder eines dieser Staaten und einen Schlichtungsbeauftragten, der nicht die Staatsangehörigkeit diese Staates oder dieser Staaten besitzt, ernannt haben. Beim UN-Generalsekretär gibt es eine Liste von Schlichtungsbeauftragten, bestehend aus qualifizierten Juristen. Zu diesem Zweck wird vom Generalsekretär jedes UN-Mitglied aufgefordert, zwei Schlichtungsbeauftragte zu nominieren. Die Namen der so nominierten Personen bilden die Liste. Die Streitparteien ernennen zwei weitere Schlichtungsbeauftragte , die nicht in der Liste des Generalsekretärs enthalten sind. Die vier Schlichtungsbeauftragten wählen aus der Liste einen fünften Beauftragten, der als Vorsitzender wirken soll. Die Schlichtungskommission beschließt ihre eigene Geschäftsordnung. Sie kann mit der Zustimmung der Streitparteien jeden Vertragspartner einladen, der Kommission mündlich oder schriftlich ihre Ansichten zu übermitteln. Sie soll zwölf Monate nach ihrer Bildung Bericht erstatten. Der Bericht der Schlichtungskommission und ihre Schlussfolgerung haben nur Empfehlungscharakter. Die Empfehlungen sollen eine gütliche Beilegung erleichtern.

136.  W. Schurschalow bejaht mit Recht die Notwendigkeit, einen Streit über die Auslegung und die Anwendung der Regel im Gerichtsverfahren zu behandeln, jedoch nur für außergewöhnliche Fälle. Wenn z. B. die Staaten nicht zu einer befriedigenden Lösung gekommen sind, aber die Vertragspartei, die die Beseitigung des Vertrages fordert, auch weiterhin auf ihrer Forderung beharrt. Vgl. Die Grundlagen der Gültigkeit völkerrechtlicher Verträge, Moskau 1957, S. 128 (russisch).

137.  Daraus ergibt sich natürlich die Verpflichtung, sich der Entscheidung des Gerichts bzw. des Schiedsgerichtes unterzuordnen. Vgl. auch Kurs des Völkerrechts in sechs Bänden, Bd. II, Moskau 1967, S. 280.

138.  So verneint W. Sauer die einseitige Aufhebung eines Vertrages nach ergebnislosen Verhandlungen. Er meint, nur ein internationales Gericht könnte dies tun. See System des Völkerrecht, Bonn 1952, p.389.

139.  Diese Feststellung wurde auch von S. Filippow getroffen : Die Vorbehalte in der Theorie und Praxis des völkerrechtlichen Vertrages, Moskau 1958, S. 68 (russisch).

140.  Ausgehend vom Art. 435 des Friedensvertrages von Versailles und der damit zusammenhängenden Veränderungen versuchte Frankreich, sich von den auf vertraglicher Grundlage in den Jahren 1815/1816 an die Schweiz gewährten Servituten zu befreien. Frankreich verlangte diesbezüglich eine den neuen Verhältnissen entsprechende Neuordnung. Die Schweiz berief sich jedoch auf ihre „unverjährbaren Rechte“. Der Streitfall wurde dem Ständigen Internationalen Gerichtshof zur Entscheidung überwiesen, der meinte, dass die Rechte der Schweiz weder durch Art. 435 des Friedensvertrages von Versailles nach durch die „C. r. s. s.“ hinfällig geworden seien. In : A/Conf.39/11/Add. 2, 76, Vgl. ferner Mc. Nair, the Law of Treaties, Oxford 1961, p. 698.

141.  Ch. Hill spricht davon, dass manche Juristen zwischen namentlicher Anrufung der „C. r. s. s.“ und den  verschiedenen Stufen   eines weniger ausdrücklichen Gebrauchs des Arguments veränderter Umstände als Grund für die Vertragsbeendigung unterscheiden. The Doktrine of „Rebus sic. stantibus“ in international Law. Colubia 1934, p. 26. Nach der schweizer Völkerrechtsauffassung muss die Geltendmachung der “Clausula” ausdrücklich erfolgen. Also kein automatisches Erlöschen der Vertragspflichten. Vgl. P. Guggenheim, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I, Basel 1948, S. 116.

142.  Publ. in : ZaöRV, Nr. 4 1934, p. 145.

143. Zit. Nach P. Guggenheim, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. I. Basel 1948, S. 113/114.

144. In dieser Konvention wurde durch Deutschland, Großbritannien, das damalige zaristische Russland und Frankreich die Unabhängigkeit Norwegens garantiert. Vgl. C. Hurst, The effect of war on treaties, in : British Yearbook of International Law, Vgl. 1921/22, p. 41.

145. Es wurde überprüft, wie die Kreditverträge zustande gekommen waren, und ob sie dem technischen und wirtschaftlichen Fortschritt des ghanesischen Staates dienen. Die Tilgung der anerkannten Verbindlichkeiten soll sich nach den äußerst günstigen Kreditbedingungen der Internationalen Entwicklungsgesellschaft richten (Laufzeit der Kredite etwa 50 Jahre, zinsfrei, Belastung nur mit einer Verwaltungsgebühr von 0,75 %). Vgl. M. Timmler, Ghana auf der Basis Self-reliance, in : Außenpolitik, Nr. 1, 1973, S. 98.

146. Die ILC meinte in ihrem Kommentar in Auseinandersetzung mit jenen Juristen, die die Regel auf die sogenannten ewigen Verträge beschränkt wissen wollte, dass es gegenwärtig keinen Grund gibt, zwischen „ewigen“ und „langfristigen“ Verträgen Unterschiede zu machen. A/Conf.29/11/Add. 2, p. 78.

147.  Hierbei handelt es sich um die NATO-Satzung in der Fassung des Protokolls zum Nordatlantikvertrag über den Beitritt Griechenlands und der Türkei vom 17. Oktober 1951. Diese Satzung trat am 15.2.1952 in Kraft. Die ursprüngliche Satzung vom 4. April 1949 trat am 24. August desselben Jahres in Kraft. See in : Völkerrecht, Dokumente, Bd. I, Berlin 1973, S. 292.

148.  Vgl. H. Briggs, The Law of Nations, London 1953, p. 452, A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 77 und P. Guggenheim, Traité de Droit international public, Tome I, Genéve 1967, p. 230.

149.  So z. B. Von W. Schurschalow, Die Grundlage der Gültigkeit …, op. cit., p. 121 und V. Pechota, Die Beendigung die Gültigkeit …, op. cit., S. 20. Er macht zutreffend darauf aufmerksam, dass die Entwicklung in der Zukunft in Bezug auf tiefgreifende Umwandlungen ein noch schnelleres Tempo haben wird, als nach dem zweiten Weltkrieg. Vgl. auch E. Chomiak, Die grundlegende Veränderung von Umständen im Völkerrecht, in: Panstvo i Prawo, Nr. 1, 1972, S. 90 (polnisch). Er begründet diese Ansicht mit dem Hinweis auf die rasche und gewaltige Veränderung der Umstände in der Gegenwart.

150. Als Beispiel aus der älteren Völkerrechtslehre seien genannt: D. Anzilotti, Lehrbuch des Völkerrechts, Bd. 1, Berlin und Leipzig 1929, S. 470 ; F. Liszt, Das Völkerrecht systematisch dargestellt, Berlin 1898, S. 118. Aus der neueren Völkerrechtslehre seien erwähnt: G. Dahm, der die vorzeitige Lösung vom Vertrag in erster Linie für langfristige bzw. unbefristete Verträge bejaht: Völkerrecht, Bd. 3, Stuttgart 1961, S. 151; P. Reuter, Droit intenational Public, Paris 1958, p. 82; W. Wengler, Völkerrecht, Bd. I, Berlin, et alt. 1964, S. 375; E. Langen, Internationale Zahlungsabkommen, Tübingen 1958, p. 86.

Es wäre jedoch falsch, von diesen Beispielen ausgehend zu verallgemeinern, denn es gibt ebenfalls Juristen, die auch Verträge von begrenzter Dauer der „C. r. s. s.“ unterordnen möchten. So brachte Amado 1963 in der ILC seine Freude darüber zum Ausdruck, dass die Mehrheit der ILC diese Meinung vertrat. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 142. Vgl. auch I. Seidl-Hohenveldern, der meint: „Insbesondere schließt eine   B e f r i s t u n g   von Verträgen die Berufung auf die clausula nicht aus.“: Völkerrecht, 2. Ed., Köln, Berlin, et alt. 1969, S. 79.

151. A/CONF./39/27. „Eine grundlegende Veränderung der Umstände kann nicht als Grund für die Beendigung oder den Austritt aus ihm geltend gemacht werden, a) wenn der Vertrag eine Grenze festlegt“). Eine ähnliche Bestimmung enthält auch die VTK2.

Die Unantastbarkeit der Grenzverträge wird außerdem in der „Vienna Convention on succession of States in respect of treaties“ bekräftigt: (UN-Doc.A/F´CONF. 80/31).

152. A/Conf. 39/11/Add. 2, p. 79.

153.     Vgl. E. Hambro, The Case Law of the International Court 1947 – 1958, Leyden 1966, p.163.

154. Bemerkenswert ist es, die bereits im vergangenen Jahrhundert von dem Völkerrechtler A. Rivier vertretene Auffassung, nach der die „C. r. s. s.“ auf Handels-, Schifffahrts-, Post-, Telegraphenverträge usw., aber nicht auf Grenzverträge angewandt werde. Er bezeichnete die Friedens- und Grenzverträge als Dispositivverträge, die auf „ewige Zeiten“ geschlossen werden : Lehrbuch des Völkerrechts, 2. Ed., Stuttgart 1899, S. 337.

G. Haraszti meint zu diesem Problem, dass der Grenzvertrag in dem Sinne weiter existiert, dass er die Rechtsgrundlage für den Staat darstellt, der die Souveränität auf dem jeweiligen Territorium ausübt. Der Grenzvertrag ist auf Grund der bereits erfolgten Erfüllung aufgehoben. Vgl. Some Fundamental Problems of the Law of Treaties, Budapest 1973, p, 395. H. I. Tobin vertrat bereits in den 30er Jahren diese richtige Ansicht : The Termination of Multipartite Treaties, New York 1933, pp. 50/51. Vgl. ferner P. Terz, Zu der Nichtanwendung der Clausula rebus sic stantibus und der Staatennachfolge auf Grenzverträge, in : Przeglad Stosunków Miedzynarodowych, Nr. 3, 1978, S. 49 ss. (polnisch).

155. A/CONF./39/27 „3. Wenn gemäß den vorangegangenen Paragrafen ein Partner eine grundlegende Veränderung der Umstände als Grund für die Beendigung eines Vertrages oder den Austritt aus ihm geltend machen kann, kann er diesen Grund auch für die Aussetzung der Wirksamkeit des Vertrages geltend machen“).

156. Zu dieser Schlussfolgerung gelangt auch G. Tunkin, der aber die Frage stellt, was der Inhalt der Rechte und Verpflichtungen sei, die sich aus diesem Völkerrechtsgrundsatz  ergeben könnten. In: ILC-Yearbook 1963, Vo. I, p. 145.

157. Der indische Jurist Pal meinte 1963, die „C. r. s. s.“ schiene gleichbedeutend zu sein mit dem Recht verschiedener Staaten, die eine wesentliche Veränderung von Umständen als Grund für die Aufhebung eines Vertrages betrachteten. Aber die „C. r. s. s.“ gäbe einem Staat   n u r   das Recht zu fordern, durch den Vertragspartner von den Pflichten befreit zu werden. Keinen Schritt weiter tun, hieße m. E., die Regel verneinen. In: ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 137.

158. Nach V. Pechota sind die Verhandlungen und die Verständigung zwischen den Vertragsparteien das Hauptmittel der praktischen Anwendung der Regel. Op. cit., S. 21. Grundsätzlich kann dieser Meinung zugestimmt werden. Es darf allerdings nicht vergessen werden, dass nicht selten von vornherein mit einem Scheitern der Verhandlungen zu rechnen ist.

159. Diese Auffassung wird vor allem von russischen Völkerrechtlern vertreten. So von W. Schurschalow, der die einseitige Beendigung des Vertrages bejaht, wenn Verhandlungen nicht möglich sind oder wenn die Gegenpartei Verhandlungen ablehnt : Die Grundlage der Gültigkeit …, op. cit., S. 319; G. Tunkin, in: ILC-Yearbook, Vol. I, p. 145.

160.  Anhänger der Theorie über die automatischen Vertragsbedingungen waren   v or de m   z w e i t e n   W e l t k r i e g   mehrere Juristen. Stellvertretend seien nur einige als Beispiele genannt: F. Williams, The Permanence of Treaties, in: AJIL 1928, p. 91. Nach ihm würde der Vertrag schon durch die Tatsache der grundlegenden Veränderung, d. h. ohne das Zutun der betreffenden Vertragspartei, seine Gültigkeit verlieren; A. Werth-Regendandz, Die Clausula rebus sic stantibus im Völkerrecht, insbesondere in ihrer Anwendung auf den Young-Plan, Göttingen 1931, S. 101.

Nach dem Zweiten Weltkrieg wurde die automatische Vertragsbeendigung von vielen Völkerrechtlern abgelehnt. So z. B. W. Schaumann, in: Wörterbuch des Völkerrechts, von Strupp-Schlochauer, Berlin, 1960, S. 310.

161. In erster Linie von diesem Aspekt ließen sich die Juristen Finnlands und Kanadas leiten, als sie für die Aufnahme der Aussetzung der Vertragswirksamkeit in den Art. 62, Ziffer 3, plädierten. Der kanadische Jurist Wershof, operierte ferner mit dem Argument, dass die Möglichkeit einer Aussetzung nur ausgeschlossen würde, dass eine grundlegende Veränderung mit einer unwiderruflichen, ständigen und unveränderlichen Veränderung identisch sei. Er verneinte natürlich eine solche Identität (A/Conf. 39/11, p. 366). Noch bis 1966 war jedoch die ILC anderer Meinung. Ausgehend vom Fehlen einer obligatorischen Gerichtsbarkeit bei der Anwendung der RgVU wurden die Vertragsbeendigung oder der Austritt aus dem Vertrag als Folgen vorgesehen. Die Aussetzung wurde abgelehnt. In : ILC-Yearbook 1966, Vol. II, p. 260.

162. Vgl. O. Lissitzyn, Treaties and changed circumstances (rebus sic. Stantibus), in : AJIL, Nr. 4, 1967, p. 910. P. 175/176.

163. Zum Verhältnis zwischen der Vertragstreue und der Norm sowie zu weiteren Aspekten, vgl. ausführlich P. Terz: Zur Bedeutung der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände in den internationalen Vertragsbeziehungen und zu ihrem Verhältnis zum Prinzip Pacta sunt servanda, Habilitation, Leipzig 1975; id., Zu der Abgrenzung der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände von einigen speziellen Bestimmungen der Wiener Vertragsrechtskonvention von 1969, in: Jogtudományi Közlöny, Nr. 3, 1977, S. 162 – 168 (ungarisch), id., Wesen und mögliche Auswirkungen von grundlegenden Veränderungen der Umstände auf die Gültigkeit zwischenstaatlicher Verträge, in : Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Opole 2/1978., S. 121 – 128 (polnisch).

164. Der Ausgleichscharakter des Verhältnisses zwischen der Regel und dem Prinzip der Vertragstreue wird, wenn auch indirekt, auch von M. Bartos bejaht. In : ILC-Yearbook 1963, Vol. I, p. 253.

165. Vgl. ählich auch : G. Haraszti, Treaties and the fundamental change of circumstances, in: RdC 146 (III) 1975, treaties, Leiden 1974, p. 128; M. Draghici, Principiul respectarii cu bunacredinta a obligatiilor international (Pacta sunt servanda), in: D. Popescu/A. Nastase. Ed. Sistemul principiilor dreptului international, Bucuresti 1986, p. 164.

166. Vgl. ähnlich auch G. Haraszti, ibid., p. 60, P. I. Rusu, The fundamental change of circumstances in the modern law of treaties, in : Revue Roumaine d´Etudes Internationales, Nr. 3, 1982, p. 183, und F. Przetacznik, The Clausula rebus sic stantibus, in: Revue de Droit International des Sciences Diplomatiques et Politiques, Nr. 2, 1978, pp. 118/119.

167. So sieht z. B. K. Gentzcke in der „C. r. s. s.“ das Gegenstück zur Pacta sunt servanda: Ausweich- und Katastrophenklauseln im internationalen Wirtschaftsrecht, Göttingen 1959, S. 172. Vgl. ferner E. Bogaert, Le sens de la clause „rebus sic stantibus“ dans le droit du gens, in: RGDIP, Nr. 1, 1966, p. 49, der den Widerspruch zwischen den beiden Prinzipien nur im Hinblick auf ihre Funktion sieht. Mindestens eigenartig ist die Meinung von Yankow. Nach Y. ist die Regel, dass Verträge für die Parteien bindend sind und von ihnen in gutem Glauben erfüllt werden müssen, eine Sicherheit gegen jegliche ungerechtfertigte Zuflucht zur „C. r. s. s.“, In : A/Conf. 39/5 (Vol. I) 1968, p. 174.

168. V. Pechota, Die Beendigung der Gültigkeit …, op. cit., p. 16.

169. W. Schurschalow bezeichnet daher bemerkenswerterweise die „C. r. s. s.“ als eine „vom Leben diktierte Ausnahme“. Vgl. Die Grundlage der Wirksamkeit, op.cit., S. 126.

 

 

 

 

Pactum de negotiando, Pactum de contrahendo, Vorvertrag, Zielstellungen, Punktationen, Absichtserklärungen (in Deutsch)

(Hierbei handelt es sich um die deutsche Fassung, die in ungarischer Übersetzung veröffentlicht worden ist und ebenfalls in diesem  Blog  wieder veröffentlicht wurde  :

Terz, Panos A Pactum de negotiando és Pactum de contrahendo lényege és jelentősége a nemzetközi jogban , JOGTUDOMÁNYI KÖZLÖNY, 1982/XXXVII/4,  320-325, Zeitschrift des Ausschusses für Staats- und Rechtswissenschaften der Ungarischen Akademie für Wissenschaften )

Der Beitrag des Pactum de negotiando und des Pactum de contrahendo sowie von Absichtserklärungen zur dynamischen Stabilität

Zunächst ist zu unterstreichen, dass der altertümlich klingende Begriff “Pactum” eine Vereinbarung,ein Übereinkommen oder Vertrag bedeutet. 1 Bereits Thomas von Aquin operierte in seiner “Summa Theologia” (11.11.78.2c) mit diesem Terminus, wobei er zwischen dem Pactumexpressum und dem Pactum tactitum, also zwischen dem ausgedrückten und dem stillschweigenden Übereinkommen oder Bündnis unterschied. 2 Die Erkenntnis, dass Pactum eine Vereinbarung bedeutet, ist festzuhalten, da sie für die Bestimmung des Wesens und Charakters des Pactum de negotando (folgend: Pdn) vo ausschlaggebender Bedeutung ist.

Das eigentliche Wesen des Pdn besteht in der Verpflichtung der Partner, fair, ernsthaft und in gutem Glauben Verhandlungen zu führen. 3 Ob jedoch die Verhandlungen zu einer Einigung führen oder vielleicht nicht, ist eine andere Frage. Deshalb kann jener Auffassung nicht gefolgt werden, nach der die Verpflichtung zum Verhandeln auch das Erzielen einer Einigung zwischen den Partnern impliziert. 4 Eine Verpflichtung, Verhandlungen aufzunehmen und eine Einigung zu erreichen, würde  m. E. eher dem Wesen des Pdc entsprechen.

Das Pdn ist als ein Pactum im oben verstandenen Sinne ein völkerrechtlicher Vertrag 5 , aus dem sich Verpflichtungen völkerrechtlicher Art ergeben. Die zeitlich erste Pflicht der Partner ist nach Treu und Glaube zu verhandeln. 6 Eine weitere Verpflichtung bezieht sich darauf, dass die Partner “das Gebot eines verhandlungsfreundlichen Mindestverhaltens durch positives Handeln” 7 zu beachten haben. Das bedeutet konkret, dass sie während der Verhandlungen alles zu unterlassen haben, was diese erschweren könnte 8 und sich außerdem gegenseitig entsprechend informieren. Dabei setzt die Erfüllung dieser Pflichten die Bereitschaft voraus, früher eingenommene Standpunkte aufzugeben und der anderen Seite ein Stück entgegenzukommen, um schließlich “eine beiderseits befriedigende Kompromisslösung” zu finden, wie es im Punkt 62 des Urteils des Schiedsgerichtshofes vom 26. Januar 1972 zu dem im Geiste der Identitätsthese der BRD geschlossenen “Abkommen über deutsche Auslandsschulden vom 27. Februar 1953 betreffend griechische Entschädigungsforderungen gegen die Bundesrepublik Deutschland wegen Neutralitätsverletzung im ersten Weltkrieg” heißt. 9

Kommt es trotz gewissenhafter Verhandlungen zu keinem Ergebnis, so kann dennoch angenommen werden, dass die Verhandlungspflicht erfüllt worden ist. 10 So betrachtet, stellt das Pdn weder einen Vorvertrag 11 noch einen Rahmenvertrag dar, denn der Vorvertrag hat einen vorläufigen Charakter und wird durch weitergebende Präzisierungen seiner Bestimmungen konkreter und endgültig, was natürlich Revisionen nicht ausschließt. Der Rahmenvertrag erlangt erst mit dem Abschluss ihn ausfüllender Abmachungen praktische Wirksamkeit.

Aus den Dokumenten, in denen das Pdn seinen Niederschlag gefunden hat, lassen sich unter Zugrundelegung formaler Kriterien einige Arten dieses Instruments voneinanden unterscheiden. Wird als Unterscheidung die Art und Weise der Pflichtrealisierung in Betracht gezogen, so geht es erstens hauptsächlich um Pdn, in denen die Partner sich verpflichten, überhaupt Verhandlungen aufzunehmen und durchzuführen. So heißt es im Art. VI des “Vertrages über die Nichtweitergabe von Kernwaffen” vom 1. Juli 1968″: “Jeder Vertragspartner verpflichtet sich, im Geiste des guten Willens Verhandlungen über wirksame Maßnahmen zur Einstellung des nuklearen Wettrüstens in nächster Zukunft, zur nuklearen Abrüstung sowie über einen Vertrag zur allgemeinen und vollständigen Abrüstung unter strenger und wirksamer internationaler Kontrolle zu führen”. 12 Zweitens beinhaltet das Pdn die Pflicht, auf bestimmten Gebieten aufgenommene Verhandlungen meistens im Sinne der dynamischen Stabilität auf einer qualitativ höheren Ebene fortzusetzen. Eine derartige Pflicht wurde vor allem in multilateralen und bilateralen Verträgen zu Fragen der internationalen Sicherheit und der Rüstungsbegrenzung festgelegt. Gemäß Art. V des “Vertrages über das Verbot der Stationierung von Kernwaffen und anderen Massenvernichtungswaffen auf dem Meeresgrund und Ozeanboden und in deren Untergrund” vom 11. Februar 1971 verpflichten sich z. B. die Vertragsteilnehmer, "im Geiste des guten Willens die Verhandlungen über weitere Maßnahmen auf dem Gebiet der Abrüstung zur Verhinderung eines Wettrüstens auf dem Meeresgrund, dem Ozeanboden und in deren Untergrund fortzusetzen. 13

Die Verpflichtung, die Verhandlungen fortzusetzen, verleiht dem Verhandlungsprozess das Element der Kontinuität, wodurch dieser sich durch eine Dynamik auszeichnet.

Konsultationspflicht

Eine weitere Art des Pdn, möglicherweise verglichen mit den Verhandlungen der oben behandelten Art eine spezifische Form desselben, ist die in Verträgen vereinbarte Konsultationspflicht. So verpflichten sich z. B. gemäß Art. V der  “Konvention über das Verbot der Entwicklung, Herstellung und Lagerung von bakteriologischen (biologischen) und Toxin-Waffen und über ihre Vernichtung" vom 10. April 1972 die Teilnehmerstaaten”, bei der Lösung jener Probleme, die in Bezug auf das Ziel oder bei der Anwendung der Bestimmungen der vorliegenden Konvention auftreten können, einander zu konsultieren und zusammenzuarbeiten”. 14

In der diplomatischen Praxis kommt der umgekehrte Fall ebenfalls vor. So wurde im “Abschlusskommuniqué über die Konsultationen zur Vorbereitung der Verhandlungen über die gegenseitige Verminderung der Streitkräfte und Rüstungen und damit zusammenhängende Maßnahmen in Mitteleuropa” am 28. Juni 1963 in Wien folgendes vereinbart (Punkt 2) : “Im Verlauf dieser Konsultation wurde beschlossen, Verhandlungen über die gegenseitige Verminderung von Streitkräften und Rüstungen und damit zusammenhängende Maßnahmen in Mitteleuropa zu führen. 15

Aus der Staatenpraxis wird ersichtlich, dass im Verlaufe der 70er Jahre die Pdn zu Fragen des Rüstungsstopps und der Abrüstung überwiegen. Dies gilt für multilaterale sowie für bilaterale Verträge. Fast jede Abmachung von Bedeutung auf diesem Gebiet enthält ein Pdn. Wenn diesbezüglich Beispiele genannt werden, so darf dies keinesfalls zu einer Überbewertung des Pdn führen, weil es sich bei der Abrüstungsproblematik um eine überaus wichtige Materie handelt, die mit den Grundprinzipien des Völkerrechts und mit wichtigen internationalen Konventionen und bilateralen Verträgen in Verbindung steht. Genannt seien beispielsweise Art. XI des “Vertrages zwischen der damaligen Sowjetunion und den USA über die Einschränkung der Raketenabwehrsysteme” vom 26. Mai 1972 16 und der bereits behandelte Art. VI des “Vertrages über die Nichtweitergabe von Kernwaffen” vom 1. Juli 1968.

Aus diesen Dokumenten kann man die Schlussfolgerung ableiten, dass durch die Vereinbarung des Pdn die betreffenden Staaten, sicher ausgehend von ihren sicherheitspolitischen Interessen, an Verhandlungen beziehungsweise an weiteren Verhandlungen ernsthaft interessiert sind. Und gerade dies wird öffentlich bekannt gemacht. Daher kann M. Virally nicht zugestimmt werden, wenn er das Vereinbaren eines Pdn damit begründet, dass bei politisch wichtigen Verträgen die Partner eine Unterrichtung der Öffentlichkeit vermeiden wollen. 17 Auch bei der friedlichen Streitbeilegung, wo selbstverständlich das entsprechende Grundprinzip die ausschlaggebende Bedeutung besitzt, nimmt das Pdc an Bedeutung zu. Davon zeugt dieTatsache, dass dieses in mehreren Verträgen vereinbart wurde. Als Beispiel sei die Vereinbarung über die "Grundlagen der Beziehungen zwischen der damaligen Sowjetunion und den USA” vom 29. Mai 1972 erwähnt, in der es heißt : “Sie werden in ihren Beziehungen zueinander stets Zurückhaltung üben und bereit sein, zu verhandeln und Meinungsverschiedenheiten mit friedlichen Mittel zu regeln”.18

Hierbei taucht jedoch das Problem auf, ob es sich tatsächlich um ein Pdn handelt, da die Formulierung “sie werden…” ziemlich allgemein gehalten ist. Es steht einerseits außer Zweifel, dass dies kein Pdn der Art wie in den oben genannten Beispielen zu Fragen des Rüstungsstopps ist. 19 Andererseits besteht jedoch keine Veranlassung, derartigen Fällen jegliche rechtliche Relevanz abzusprechen und sie etwa in ihrer Bedeutung herunterzuspielen. Man könnte unter Umständen derartige Fälle als ein “schwaches” Pdn nennen, das sich auf alle Fälle von bloßen Absichtserklärungen 20 ,Programmsätzen und Wünschen unterscheidet, weil bei den letzeren in der Regel bei den Partnern die Bereitschaft fehlt, sich rechtlich zu binden. Daher liegt kein Pdn vor, wenn im gemeinsamen sowjetisch-amerikanischen Kommuniqué vom 30. Mai 1972 beide Staaten ihre Absicht äußern, “die aktiven Verhandlungen über die Begrenzung der strategischen Offensivwaffen fortzusetzen und sie im Geiste des guten Willens … zu führen”. 21

Die erzielten Untersuchungsergebnisse lassen folgende allgemeine Definitionen des Pdn als begründet erscheinen: Pdn ist die vertraglich vereinbarte Rechtspflicht der Staaten, über die sie interessierenden Fragen Verhandlungen bzw. Konsultationen aufzunehmen und zu führen oder bereits aufgenommene Verhandlungen bzw. Konsultationen fortzusetzen. Hiermit erstreckt sich das Pdn nicht auf die Pflicht, eine Vereinbarung zu treffen. die ist eher Aufgabe des Pactum de contrahendo.

Pactum de contrahendo (folgend : Pdc)

Das Wesen des Pdc besteht in der rechtlichen Verpflichtung der Partner, über einen Gegenstand einen Vertrag abzuschließen. Diese Auffassung wurde bereits Ende des 19. Jh. von A. Rivier vertreten : “… ein pactum de contrahendo bedeutet eine Verpflichtung, wonach die Parteien oder eine von ihnen sich verpflichten, einen Vertrag abzuschließen”.22 Diese Auffassung scheint auch in der Gegenwart vorherrschend zu sein. So wird das Pdc in dem “Dictionnaire de la Terminologie du Droit International” wie folgt definiert : Übereinkunft, die die Verpflichtung enthält, einen Vertrag über einen gegebenen Gegenstand abzuschließen, eventuell unter bestimmten Modalitäten”. 23 Dabei ist es eine Selbstverständlichkeit, dass dem Vertragsabschluss die Verhandlungsführung vorausgeht. Das entscheidende Element ist jedoch der Vertragsabschluss. Deshalb ist es überflüssig, auf die Aufnahme von Verhandlungen extra aufmerksam zu machen.

Eine konkrete Verpflichtung, Verträge abzuschließen, kann allgemein aus dem Völkerrecht, zum Beispiel aus dem Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit (Art. 1, Ziff.3, Art. 55 und 56 der UN-Charta und entsprechende Bestimmungen der UN- Prinzipiendeklaration von 1970) nicht abgeleitet werden. Erwähnenswert ist insbesondere Art. 1, Ziff. 3 der UN-Charta, in dem die friedliche internationale Zusammenarbeit sich im Wesentlichen auf die Lösung internationaler Probleme wirtschaftlicher, sozialer, kultureller oder humanitärer Art bezieht. Es ist im Prinzip nicht daran zu zweifeln, dass die Zusammenarbeit zwischen souveränen Staaten hauptsächlich auf vertraglicher Grundlage erfolgt.

Hieran ist eine hochinteressante Spezifik diese Prinzips hervorzuheben : Die Staaten sind völkerrechtlich verpflichtet, friedlich zusammenzuarbeiten, aber um dieser Verpflichtung nachzukommen, müssen sie sich des völkerrechtlichen Vertrages bedienen. Das soll allerdings nicht heißen, dass sie durch das genannte Prinzip rechtlich verpflichtet wären, über jede Materie, so wichtig sie auch sein mag, und mit jedem Staat Verträge abzuschließen. Das Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit sagt also nicht aus, wann, mit wem und worüber ein Staat Verträge abzuschließen hat.

Infolgedessen ist die konkrete Verwirklichung diese Prinzips jedem souveränen Staat überlassen. Ein Staat kann sich, wenn er es will, direkt durch Vereinbarungen oder indirekt verpflichten, über bestimmte Materien mit anderen Staaten zu kontrahieren. Gerade das ist für das Vorliegen eines Pdc entscheidend. Ein Pdc ergibt sich also nur aus konkreten Vertägen. 24

Eine Vergleichsanalyse infrage kommender internationaler Dokumente führt zur Schlussfolgerung, dass es im allgemeinen folgende Hauptarten des Pdc gibt: Erstens als eine in einem formgebundenen oder weniger formgebundenen völkerrechtlichen Vertrag fixierte Pflicht, über die die Staaten interessierende Fragen Verträge abzuschließen. So sind in der gemeinsamen amerikanisch-panamesischen Erklärung über die Grundsätze eines von beiden Staaten abzuschließenden neuen Panamakanal-Vertrages vom 7. Februar 1974 Bestimmungen enthalten, aus denen eindeutig hervorgeht, dass es sich um ein Pdc handelt und zwar von besonderer Art : Die gesamte Erklärung stellt eigentlich ein Pdc dar, denn es wurde vereinbart – das war der Sinn der gemeinsamen Erklärung – , den seit 1903 zwischen ihnen bestehenden Vertrag über die Panama-Kanalzone durch einen neuen Vertrag zu ersetzen :  “Auf folgende Prinzipien haben wir uns im Namen unserer jeweiligen Regierungen geeinigt : 1. Der Vertrag aus dem Jahre 1903 und seine Zusatzartikel werden durch den Abschluss eines vollkommen neuen Vertrages über den Kanal zwischen den beiden Meeren ersetzt”. 25

Zum Teil ähnlich gelagert ist jener Fall der gemeinsamen Deklaration vom 6. Juni 1950 zwischen der Delegation der Provisorischen Regierung der DDR und der Regierung der Republik Polen. In diesem Dokument wurde vereinbart, die Friedens- und Freundschaftsgrenze an der Oder und der Lausitzer Neiße zu markieren.

In Durchführung dieser Vereinbarung wurde beschlossen, innerhalb einer Monatsfrist die Markierung der festgelegten und bestehenden Grenze sowie andere Grenzfragen durch ein Abkommen zu regeln. 26 In einer zweiten Art des Pdc liegt weder eine eindeutige Verpflichtung noch eine Vereinbarung vor. Die Partner beschränken sich darauf zu unterstreichen, dass sie Verträge abschließen “werden”.

In der Staatspraxis sind relativ viele Beispiele dieser Art zu registrieren. Im “Freundschafts-, Handels- und Schifffahrtsvertrag zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Italienischen Republik vom 21. November 1957″ verpflichten sich beide Seiten, “Maßnahmen einzuleiten, um die geographischen Ursprungsbezeichnungen gegen den unlauteren Wettbewerb im Handelsverkehr wirksam zu schützen”. Es wird ferner in derselben Bestimmung (Art. 19, Punkt4) festgelegt : “Die Vertragsstaaten werden außerdem über diese Angelegenheiten ein Abkommen schließen”.27 Aus dem Kontext ist ersichtlich, dass die Partner sich rechtlich verpflichtet fühlen, ein neues Abkommen abzuschließen.

Zielstellungen

Davon sind die Fälle zu unterscheiden, bei denen es – das ergibt sich ebenfalls aus dem Kontext – um allgemeine Zielstellungen geht, denen der juristische Charakter fehlt. Eine derartige Zielstellung ist in der “Gemeinsamen Erklärung über die vereinbarten Prinzipien für Abrüstungsverhandlungen” als “Anhang” zum “Gemeinsamen Bericht der UdSSR und der USA an die UN-Vollversammlung über die Ergebnisse ihrer bilateralen Abrüstungsgespräche (Sorin-McCloy- Abkommen) vom 20. September 1961″ enthalten :  Die Staaten, die an den Verhandlungen teilnehmen, müssen so schnell wie möglich zur Erzielung und Durchführung einer umfassenderen Übereinstimmung gelangen”. 28

“Punctationen”

Solche gemeinsamen Erklärungen und Zielstellungen können unseres Erachtens als

“Punktationen” qualifiziert werden. Dabei ist aber zugleich zu beachten, dass es über sie unterschiedliche Aussagen gemacht werden. Während zum Beispiel bei L. Oppenheim unter

“punctationes” bloße Verhandlungen über die Gegenstände eines künftigen Vertrages “mere negotiations on the items of a future treaty”) verstanden werden, 29 begnügen sich andere damit, dass es lediglich um Erklärungen über den Inhalt eines in Aussicht genommenen Vertrages geht. 30 Zwischen den beiden Ansichten besteht dennoch eine Gemeinsamkeit : Die “punctationes” besitzen für die betreffenden Staaten keine rechtliche Verbindlichkeit.

Ausschlaggebend dürfte dabei nicht so sehr die Formulierung (“sie verpflichten sich

abzuschließen”, “sie werden abschließen”, “will” oder “shall conclude”), sondern die Feststellung des tatsächlichen Willens der Staaten sein, ob sie sich rechtlich binden wollen oder vielleicht nicht.

Was den Bezugsgegenstand eines Pdc anbelangt, kann festgestellt werden, dass die meisten sich auf Verwaltungsabkommen beziehen. Aber seit dem Beginn der 70er Jahre zeichnet sich allmählich eine andere Tendenz ab und zwar eine Orientierung auf Wirtschafts- und Wissenschaftsabkommen sowie teilweise auf Abkommen über den Rüstungsstopp bzw. die Abrüstung. Die Entwicklung in den zwischenstaatlichen Beziehungen hat inzwischen als ein objektiv bedingter Prozess dazu geführt, dass mitunter, man könnte sagen, eine “negative” Art des Pdc entstanden ist. Ihr Wesen ist, sich vertraglich zu verpflichten, auf bestimmten Gebieten keine Verträge abzuschließen.

In der völkerrechtlichen Fachliteratur werden über das Wesen des Pdc andere Meinungen in dem Sinne ebenfalls vertreten, dass diese auf die Verhandlungspflicht beschränkt wird. Der bekannteste Verfechter dieser Meinung ist  A. Miaja de la Muela, nach dem das Pdc in den internationalen Beziehungen die einfache Rechtswirkung erzeugt, in gutem Glauben zu verhandeln, ohne dabei die Konsequenzen auf die Verpflichtung zum Abschluss eines Vertrages auszudehnen : … das pactum de contrahendo in den internationalen Beziehungen erzeugt die einfache Rechtswirkung, in gutem Glauben zu verhandeln, ohne dass die Konsequenzen auf die Verpflichtungen zum Vertragsabschluss ausgedehnt werden können. 31 Nach ihm würde das Völkerrecht über diese Schlussfolgerung nicht hinausgehen.

Im Hinblick auf dieses Problem empfiehlt es sich, die vom Schiedsgerichtshof in seinem bereits erwähnten Urteil vom 26. Januar 1972 zum Abkommen der deutschen Auslandsschulden vom 27. Februar 1953 gegebene Orientierung zu berücksichtigen. Punkt 62 des Urteils bezieht sich auf Verhandlungen über Forderungen aus Sprüchen des westdeutsch-griechischen Schiedsgerichts. Darin wird zum Art. 19 des Abkommens klargestellt : Artikel 19 muss als ein pactum de negotiando verstanden werden. Die Übereinstimmung, zu der die Parteien im vorliegenden Fall gelangt sind, ist kein pactum de contrahendo, wie wir es verstehen. Diese Bezeichnung sollte jenen Fällen vorbehalten bleiben, in denen die Parteien schon eine rechtlich bindende Verpflichtung eingegangen sind,eine Vereinbarung abzuschließen. 32 Das Schiedsgericht ging dabei von der Verpflichtung der Parteien aus, über den Streit erneut zu verhandeln.

Der Standpunkt des Schiedsgerichts ähnelt in vielem jenem von McNair, der es ablehnt, das Pdc als Terminus auf den Fall von Verhandlungen anzuwenden. Er betont mit Nachdruck :  “Die Anwendung der Bezeichnung pactum de contrahendo dafür kann irreführend sein und sollte vermieden werden”. 33

Wenn nur das Pdc die Staaten rechtlich zu verpflichten vermag, dann kann man annehmen, dass es sich bei ihm um einen völkerrechtlichen Vertrag, 34 wenn auch von besonderer Art, 35 handelt. Daher kann die von D. F. Myers geäußerte Ansicht nicht akzeptiert werden, das Pdc stelle lediglich ein politisches Versprechen ohne Vertragsqualität dar. 36 A. P. Sereni kann ebenfalls nicht gefolgt werden, wenn er die Wirksamkeit eines Pdc ganz pauschal in Zweifel stellt : “Die Wirksamkeit eines Vertrages, durch den sich die Partner verpflichten, in der Zukunft übereinzukommen (agreement to agree), ist zweifelhaft”. 37

Das Pdc ist als ein völkerrechtlicher Vertrag anzusehen, der jedoch von den üblichen Verträgen insofern abweicht, da er im Grunde den Partnern nur bestimmte Verhaltenspflichten auferlegt, um das Zustandekommen des eigentlichen Vertrages nicht zu verhindern. So betrachtet, ist letzerer ein Endvertrag, der Rechte und Pflichten eindeutig materieller Art enthält. Dennoch kann Art. 18 der VTK1 von 1969 mit gewissen Einschränkungen auf das Pdc angewandt werden.

Das Pdc steht als Vertrag zum eigentlichen, zum “Endvertrag” in einem zwiespältigen Verhältnis. Einerseits ist er, wenn auch nicht im materiellen Sinne, ein selbständiger Vertrag, der gemäß pacta servanda sunt einzuhalten ist. Andererseits bereitet er aber den Boden für den Abschluss des eigentlichen Vertrages vor, wobei zwischen den Inhalten beider Verträge Sachzusammenhänge bestehen. Nur in diesem Sinne kann das Pdc als eine Art Vorvertragbetrachtet werden.

Vorvertrag

Löst man ihn aber von diesem Zusammenhang heraus, dann ist er ein durchaus selbständiger Vertrag. In der völkerrechtlichen Fachliteratur wird das Pdc undifferenziert vorwiegend als Vorvertrag 38 oder fast als solcher 39 angesehen. Es steht auf alle Fälle fest, dass das Pdc fürwahr eine “Mittelfigur zwischen den unverbindlichen Verhandlungen einerseits und dem Hauptvertrag andererswseits” 40 ist. Das Pdc ist des weiteren von völkerrechtlichen Rahmenverträgen abzugrenzen, die allgemein oder auch konkret einen Teil des Vertragsinhalts bereits vorwegnehmen. 41

Zusammenfassend kann das Pdc definiert werden als die vertraglich vereinbarte rechtliche Pflicht der Staaten, über die sie interessierenden Fragen einen völkerrechtlichen Vertrag abzuschließen.

Das Pdn und das Pdc vermögen, dem internationalen Vertragsprozess Dynamik und Stabilität auf höherer Ebene zu verleihen. Beziehen sie sich auf die Materie des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit, des Rüstungsstopps und der Abrüstung, dann steht ihr Beitrag zur Schaffung stabiler friedlicher Beziehungen außer Zweifel.

Absichtserklärungen

Eine ähnliche Funktion, wenn auch qualitativ auf niedrigerer Ebene, erfüllen auch die eigentlich erst in den 70er Jahren üblich gewordenen Absichtserklärungen. Aus der Fülle der Beispiele seien nur einige genannt. So bekunden die damalige Sowjetunion und die USA in der “Präambel des Vertrages über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26. Mai

1972″ ihre Absicht, “baldmöglichst eine Beendigung des nuklearen Wettrüstens zu erreichen und effektive Maßnahmen zur Reduzierung der strategischen Rüstung, zur nuklearen sowie zur allgemeinen und vollständigen Abrüstung einzuleiten”. 42  Diese Absicht wurde glücklicherweise für den Weltfrieden realisiert.

Es ist in der Geschichte der internationalen Vertragsbeziehungen beispielgebend, dass in dem SALT-II- Vertrag vom 18. Juni 1979 ebenfalls in der Präambel eine etwas konkretere Absichtserklärung derart verankert ist, dass der Faden der Kontinuität in den gemeinsamen Bemühungen der UdSSR und der USA, den Abrüstungsprozess zu forcieren, nicht abreißt. Die Absichtserklärung lautet : “… ihre Absicht bekundend, in nächster Zeit Verhandlungen über die weitere Begrenzung und Reduzierung der strategischen Offensivwaffen aufzunehmen …”

Diese gewichtige Absicht konnte erst acht Jahre später durch den Vertrag über die Liquidierung der Raketen mittlerer und kürzerer Reichweite vom 8. Dezember 1987 realisiert werden. Somit ist in der Praxis der Beweis für die zunehmende Bedeutung von politischen Absichtserklärungen geliefert worden.

In einem anderen Falle konnten Absichtserklärungen sogar eine wesentliche Qualitätssteigerung erreichen. Hierbei handelt es sich um die Absichtserklärungen des dritten Textteils der KSZE-Schlussakte von 1975, welchen im abschließenden Dokument des Wiener Treffens, des dritten KSZE-Folgetreffens, vom Januar1989 hohe politische Verbindlichkeit verliehen worden ist. So sind die Absichtserklärungen in der Lage versetzt worden, dem Entspannungsprozess ein hohes Maß an dynamischer Stabilität und Mobilität zu verleihen.

Anmerkungen

1. Vgl. H. Klotz, Handwörterbuch der lateinischen Sprache, Zweiter Band, Braunschweig 1857, S. 647.

2. Vgl. nach: Thomas-Lexikon, Sammlung, Übersetzung und Erklärung der in sämtlichen Werken des Thomas von Aquin vorkommenden Kunstausdrücke und wissenschaftlichen Aussprüche, herausgegeben von L. Schütz, Zweite Auflage,Paderborn 1859, S. 559.

Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Wesen und Bedeutung des pactum de negotiando und des pactum de contrahendo im Völkerrecht, in : Jogtumányi Közlöny, Nr. 4 1982, S. 320 – 325 (ungarisch).

3. Mit dieser Auffassung befinde ich mich mit vielen Völkerrechtlern in Übereinstimmung: M. Bennouna, Défi du développement et voluntarisme normatif, in : M. Flory, A. Mahiou/J.-R. Henry (Ed.), La formation des normes en droit international du développement, Paris et Alger 1984, p. 117; R. M. Besteliu, Prinzip der internationalen Zusammenarbeit, in : D. Popescu/A. Nastase (Ed.), System der Prinzipien des Völkerrechts, Bucuresti 1976, p. 81 (rumänisch). G. Dahm, Völkerrecht, Band II, Stuttgart 1961, S. 67; I. Seidl-Hohenveldern, Völkerrecht, Köln et alt 1974, S. 62; I. v. Münch, Völkerrecht in programmierter Form, Berlin 1971, S. 232; E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, München 1979, S. 76.

4. Diese Meinung wird vertreten vor allem von A. Verdross und B. Simma, Iniverselles Völkerecht, Theorie und Praxis, Berlin 1976, S. 275 und H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als völkerrechtliche Entscheidungsnorm, in: Außenwirtschaftsdienst des Betriebsberaters, Nr. 10, 1972, S. 491, 492.

5. Vgl. hierzu auch I. Lukaschuk, über Verpflichtungen aus einem Abkommen über

Verhandlungen in : SEMP 1962, Moskau 1964, S. 118 (russisch) sowie H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als …, op. cit., S. 493, 494 und E. Menzel/K. Ipsen, op. cit., S. 76.

6. Vgl. ähnlich auch M. Loic, La notion de "pactum de contrahendo&quot ; dans la jurisprudence internationale, in: RGDIP Nr. 2 1974, S. 351 ss.

7. Vgl. H. J. Hahn, Das pactum de negotiando als …, op. cit., S. 493.

8. Vgl. auch Lukaschuk, über Verpflichtungen aus einem Abkommen über … op. cit.; S.118.

9. Das relativ umfangreiche Urteil ist im “Archiv des Völkerrechts”, 1974/1975, S. 339 abgedruckt.

10. Diesbezüglich vermag ich jener Auffassung nicht zu folgen, wonach die Verhandlungspflicht nur durch Erfüllung, das heißt durch das Erzielen einer Abmachung, erlöschen würde. Diese Auffasung wird von U Beyerlin vertreten : Pactum de contrahendo und pactum de negotiando im Völkerrecht, in: ZaöRVR, Nr. 1- 3 1976, S. 437.

11. E. Kron kann zugestimmt werden, wenn er die Verwendung des Begriffes

“Vorvertrag” für das Pdn als zu Verwirrung führend einschätzt: Pactum de contrahendo im Völkerrecht, Dissertation, Universität Köln, Köln 1971, S. 1.

12. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, Berlin 1978 322.

13. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1973, S. 1199. Eine ähnliche Fortsetzungsverpflichtung enthält auch der Vertrag zwischen der  Sowjetunion und den USA über eine Begrenzung der Raketenabwehrsysteme vom 26.Mai 1972. In : ibid., S. 1357.

14. Abgedruckt in: Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit., S. 357.

15. In: ibid., S. 385.

16. In dieser Bestimmung verpflichten sich die Partner, “die aktiven Verhandlungen über die Einschränkung der strategischen Offensivwaffen fortzusetzen”. In: ibid., S. 364.

17. Vgl. M. Virally, Le Principe de réciprocité dans ledroit international contemporain, in : Rdc, 122 CIII 1967, p. 35.

18. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1973, S. 1365.

19. Für U. Beyerlin handelt es sich auch in solchen Fällen um Pdn. Vgl. Pactum de contrahendo und pactum de negotiondo …, ibid., S. 47.

20. Vgl. hierzu ausführlicher P. Terz, Zu einigen Aspekten von Erklärungen, vor allem Absichtserklärungen und Empfehlungen in den internationalen Beziehungen, in : Przeglad Stosunków Miedzynarodowych, Nr. 3 1979, S. 35 (polnisch).

21. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit. S. 373.

22. A. Rivier, Principes du droit des gens, Paris 1895, Tome 2, p. 70.

23. Dictionnaire de la Terminologie du Deoit International, Paris 1960, p. 435. Weitere Völkerrechtler sind ebenfalls dieser Meinung. Als Beispiele seien genannt: G. Dahm,Völkerrecht, Band III, Stuttgart 1961, S. 66/67; F. A.v der Heydte, Völkerrecht, Ein Lehrguch, Bd. I, Köln 1958; E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, op. cit., S. 76; I. v. Münch, Völkerecht in programmieter Form, op. cit., S. 233; A. Verdross, Die Quellen des universellen Völkerrechts, Eine Einführung, Freiburg 1973, p. 43 sowie A.Verdross und B. Simma, Universelles Völkerrecht, op. cit., S.275.

24. Vgl. ähnlich auch: E. Oeser, Verhandlungen im Völkerrecht, in: B. Graefrath (Ed), Probleme des Völkerrechts, B. Graefrath, Berlin 1985, S. 189 – 218 (hier S.205/206).

25. Zitiert in : Archiv der Gegenwart, Bonn, et alt. vom 28. Februar 1974, S. 18 537.

26. In : Dokumente zur Außenpolitik der DDR, Band I, Berlin 1974, S. 332.

27. Abgedruckt in : Bundesgesetzblatt der BRD, Teil II, Bonn 1959, Nr. 38, S. 958.

Ähnlich geartet ist eine Verpflichtung im “Vertrag zwischen der Bundesrepublik Deutschland, Frankreich und Luxemburg über die Schiffbarmachung der Mosel” vom

27. Oktober 1956. Im Art. 56 heißt es : “Die Regierung der Vertragsstaaten werden durch zwei- oder mehrseitige Übereinkommen die Fragen regeln, die sich aus den durch die bestehenden internationalen Verträge gegebenen besonderen Rechtsverhältnissen des Mosellaufs an der Grenze zwischen … ergeben”. Abgedruckt in : Völkerrecht, Dokumentensammlung, hrsg. von F. Berber, Bd. I, München 1967, S.1584.

28. Abgedruckt in : Dokumente zur Abrüstung 1917 – 1976, op. cit., S. 245.

29. Vgl. L. Oppenheim, International Law of Treaties, Vol. I, London alt. 1955, p. 890.

30. Vgl. F. A. v. der Heydte, Völkerrecht, op. cit. S. 72/73 und R. Kron, Pactum de contrahendo im Völkerrecht, op. cit. S. 149.

31. A. Miaja de la Muela, Pacta de contrahendo en derecho International in : Revista Espanola de Derecho International, Nr. 2, 1968, p. 414. Bereits im 19. Jahrhundert sagte übrigens der deutsche Staatsmann Otto von Bismarcküber die möglichen Verhandlungen in Österreich wegen der Zollunion, “dass wir auf Verhandlungen in bestimmter Frist eingehen wollten. Ich hatte gegen ein solches

pactum de contrahendo keine Bedenken … Otto von Bismarck, Gedanken und Erinnerungen, Vollständige Ausgabe der drei Bände, München 1952, S. 275.

32. Abgedruckt in : Archiv des Völkerrechts, op. cit. S. 344.

33. Mc Nair, The Law of Treaties, Oxford 1961, p. 29.

34. Diese Einschätzung scheint vorherrschend zu sein. Vgl. beispielsweise in : Dictionaire de la Terminologie du Droit International, op. cit. p. 437; L. Oppenheim, International Law of Treaties, op. cit. pp. 890/891; E. Menzel, Völkerecht. Ein Studienbuch, München, Berlin 1962, S. 254; A. Verdross, Die Quellen des universellen Völkerrechts, op. cit., S. 43.

35. Vgl. F. A. v. der Heydte, Völkerrecht, op. cit., S. 73, B. Wabnitz, Der Vorvertrag in rechtsgeschichtlicher und rechtsvergleichender Betrachtung, Dissertation, Münster 1962, S. 1.

 

 

Εγελος (Hegel) συν Feuerbach = Karl Marx ( Διαλεκτικός Υλισμός)

Hegel συν Feuerbach = Marx

O Hegel (Εγελος) επεξεργάσθηκε πρωτίστως τους κανώνες της ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ τόσο επιτυχώς που αυτή συνδέεται στενά με το όνομά του.

Ηταν γνώστης όχι μόνον της αρχαίας ελληνικής, αλλά και της αρχαίας ινδικής καθώς και της αρχαίας κινεζικής φιλοσοφίας. Και όμως κατά τη γνώμη του (Einführung in die Geschichte der Philosophie) ήταν η ελλξηνική φιλοσοφία η πιο εξελιγμένη

Η Διαλεκτική του Hegel μαζί με τον Υλισμό του Feuerbach ήταν οι προϋποθέσεις για τον Διαλεκτικό Υλισμό, την καρδιά της μαρξιστικής φιλοσοφίας.

Καθημερινή (30.9.16)

Λειψία, Πόλη του Πολιτισμού, της Μουσικής, του Βιβλίου και της Επιστήμης

Σπουδές και σταδιοδρομία στη Λειψία

Λειψία, πολύτιμες πληροφορίες

Ζω στην  Λειψία ακριβώς 55 έτη. Εδώ   σπούδασα και  πραγματοποίησα την ανώτερη επιστημονική σταδιοδρομία ( Ιδέ λεπτομέρειες  στο Βιογραφικό μου στα Ελληνικά  στον  Ιστότοπο μου ) .

Το Πανεπιστήμιό μας με ιστορία 600 ετών έβγαλε  πέντε Νομπελίστες  στην φυσική, ιατρική και χημεία.
Ακόμη περίπου 30 κατοπινοί Νομπελίστες σπούδασαν εν μέρει εδώ. Η Γερμανία έχει έως τώρα 86 Νομπελίστες. Το Πανεπιστήμιο ήταν το κέντρο της ατομικής φυσικής έως τα 30χρονα. Εδώ σπούδασαν οι περισσότεροι επιστήμονες κατασκευαστές της ατομικής βόμβας. Επίσης στη Λειψία σπούδασε ατομική φυσική και  “πατέρας”της υδρογονικής βόμβας, ο Ουγγαροαμερικανοεβραίος Τέλερ.

Γενικά είναι το Πανεπιστήμιό της γνωστό σε όλην την Γερμανία για την αυστηρότητά του. Εδώ δεν «χαρίζουν κάστανα». Για να σταδιοδρομίσει  ένας ξένος σε τέτοιο  Πανεπιστήμιο, πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο φορές καλύτερος από τους Γερμανούς.

Εως τις αρχές του 20ου αι. ήταν η Λειψία το διεθνές κέντρο μουσικών σπουδών και ιδαιτέρως της εκπαίδευσης των σπουδαιότερων μουσικοσυνθετών της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό συνεχίζεται εν μέρει και τώρα.

Επίσης στην Λειψία υπήρχαν έως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επί δεκαετίες τα μεγαλύτερα και πιό σύγχρονα τυπογραφεία του κόσμου. Εδώ εκτυπώθηκαν τα πρώτα ελληνικά σχολικά βιβλία. Ακόμη και το Κοράνιο έχει εκτυπωθεί επί πολλά χρόνια για όλες τις ισλαμικές χώρες στην πόλη μας.

Επίσης στην Λειψία εστιάζεται η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας ( περίπου 25 εκατομμύρια βιβλία) που είναι μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Οταν μπήκα σε αυτόν τον ιερό ναό της γνώσης για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη 1960 μέσα και είδα τόσα βιβλία, κόντεψα να τρελλαθώ από την χαρά μου. Στα 70χρονα δεν πρόσεξα και με κλείδωσαν μίαν ολόκληρη νύχτα μέσα. Καλά που ήταν καλοκαίρι. Εκτός αυτού έχει η υπερπλούσια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη μίαν ιστορία ακριβώς 600 ετών. Εν ολίγοις έπεσα κυριολεκτικά σε άφθονο μέλι της αιωνίας γνώσης.

Η Λειψία είναι στην Ευρώπη γνωστή σαν πόλη του πολιτισμού, ειδικά της κλασσικής μουσικής , του βιβλίου και της επιστήμης. Οι κάτοικοί της έχουν σε όλην την Γερμανία σε σύγκριση με τους Γερμανούς άλλων πόλεων το υψηλότερο πολιτισμικό και μορφωτικό επιπεδο ( Bildungsbürgertum). Μέσω της περίφημης Δεθνούς Εκθεσης της Λειψίας σε συνδιασμό  εδώ και αιώνες με τις επαφές με άλλους λαούς έχει διαμορφωθεί μία νοοτροπία, η οποία δεν έχει τίποτα το παραδοσιακό γερμανικό. Οι κάτοικοι είναι ανοιχτόκαρδοι, πολύ ευγενικοί και έχουν ζεστό χαρακτήρα.

Η Λειψία είναι πέραν τούτου περίφημη σε όλην την Γερμανία ως πόλη με τις ωραιότερες γυναίκες , ένα γερμανοσλαβικό κράμα , αλλά λόγω της Διεθνούς Εκθεσης εδώ και μερικούς αιώνες της Λειψίας έλαβαν χώραν και άλλα εθνοτικά κράματα. Οταν ύστερα από τις γνωστές αλλαγές ήρθαν Γερμανοί από άλλες περιοχές στην πόλη μας έχουν θαμβωθεί απο τη ομορφιά των
γυναικών. Πολλοί πήραν στα γρήγορα διαζύγιο με τις γυναίκες τους, παντρεύτηκαν εντόπιες και ζούν για πάντα εδώ.

Καθημερινή (Μάρτης  2016 )

Νοοτροπία Λαών, Ειδικά

Νοοτροπία Λαών

1. Και για τη νοοτροπία ισχύουν οι κανώνες της Μεθοδολογίας μετάλλαξη και σχετικότητα. Αλλά η μεταλλαγή δεν γίνεται, όταν ζει κάποιος πάντα στο περιβάλλον , όπου έχει δημιουργηθεί η συγκεκριμένη νοοτροπία. Οταν αλλάξει το περιβάλλον, μπορεί κάτω από ευνοϊκές συνθήκες να αλλάξει βαθμιαία και η νοοτροπία.

2. Η νοοτροπία των διαφορετικών Κύκλων Πολιτισμού και μερικών χωρών είναι αντικείμενο μελετών στα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και διδάσκεται πρωτίστως στα πλαίσια της συστηματικής εκπαίδευσης διπλωματικών στελεχών.

3. Εδώ δεν πρόκειται μόνον για την Γερμανία, αλλά για όλες τις χώρες με προτεσταντική (Ηθική αρχή της Εργατικότητας) και με καλβινιστική ( προστίθεται και η Αρχή της Επίτευξης) παράδοση.

4. Επί πολλά έτη κατόρθωσα να εμβολιάσω σε σπουδαστές από αφρικανικές, λατινοαμερικανικές και αραβικές χώρες με κατάλληλες προϋποθέσεις προσόντα των Βορείων λαών, όπως π.χ. την ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, την ΑΥΤΟΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, την ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, την ΟΡΓΑΝΟΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ,την ΥΠΟΜΟΝΗ και την ΕΠΙΜΟΝΗ. Ολοι περάτωσαν τις σπουδές με λίαν καλώς και κατόπιν μπόρεσαν οι επίλεκτοι να υπερασπίσουν την διδακτορική διατριβή με magna cum laude και ένας με summa cum laude.

5. Η νοοτροπία είναι ένα άκρως σύνθετο φαινόμενο αποτελούμενο από πολλά συστατικά στοιχεία και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την Κοσμοαντίληψη και την Εικόνα του Ανθρώπου . Είναι π.χ. αυτονόητο, ότι οι προερχόμενοι από χώρες του Κύκλου Πολιτισμού του Κονφουκιανισμού ( π.χ. Κίνα, Ιαπωνία, Βιετνάμ, Κορέα κλπ.) είναι μεταξύ άλλων πολύ εργατικοί και πειθαρχημένοι.

Οι σπουδαστές μου από τις χώρες με προτεσταντική παράδοση (π.χ. Σουηδοί, Ολλανδοί, Ελβετοί, Δανοί, Φιννλανδοί, Αγγλοι ) ήταν ανεξαιρέτως η ενσάρκωση της εργατικότητας, της αυτοπειθαρχίας και της αποτελεσματικότητας.

Ιδέ εδώ στο Μπλογκ επίσης  τα εξής άρθρα και τις μελέτες : Νοοτροπία Νεοελληνική, Διατί αντικείμενο Ενασχόλησης ;– Εληνική  Νοοτροπία,  Δάνεια –  Ευρώπη, Βορράς -Νότος, Ιστορία, Νοοτροπία, Σύγκριση– Deutsche und Griechen, Mentalitätsunterschiede , Eine komparative ethnologische   Untersuchung — Γάλλοι και Γερμανοί, Διαφορετική Νοοτροπία.

Κσαθημερινή ( 23.9.16 )

Υπερδύναμη, Μεγαλοδυνάμεις, Μεσοδυνάμεις

Υπερδύναμη, Μεγαλοδυνάμεις, Μεσοδυνάμεις

Σύμφωνα με την Θεωρία των διεθνών σχέσεων δεν ήταν η Κίνα στο παρελθόν υπερδύναμη. Τώρα είναι μεγαλοδύναμη και προσπαθεί να εξελιχθεί σε υπερδύναμη.

Η Σοβιετική Ενωση ήταν από στρατιωτική και στρατηγική άποψη υπερδύναμη, ενώ τώρα είναι μεγαλοδύναμη μόνον στον στρατιωτικό τομέα ιδίως λόγω των ατομικων όπλων.

Η μόνη υπερδύναμη του παρόντος είναι οι ΗΠΑ, ενώ η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία είναι μόνον μεσοδύναμες.

Η ΗΠΑ και η Ιαπωνία αποτελούν στον οικονομικό τομέα υπερδυνάμεις, ενώ η Ρωσία σχεδόν έχει ξεπέσει (εξαγωγή μόνον πρώτων υλών (!) και οπλικών συστημάτων).

Η Γερμανία αποτελεί από οικομική άποψη στα πλαίσια της ΕΕ μία υπερδύναμη, ενώ η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παίζουν στον οικονομικό τομέα δευτερεύοντα ρόλο.

Για τους γερμανομαθείς ιδ.,. στο.Μπλογκ μου (Pano’s Terz blog | Professor Dipl.jur.Dr.,Dr.sc./Dr.habil.(DSc) Panos Terz
) την δίμερη μελέτη “Gleichgewichtstheorie und Theorie von den Gegengewichten, Eine Völkerrechtssoziologische Abhandlung, Zwei Teile”.

Καθημερινή (18.9.16)

 

Ατομο – Κοινωνία, Πολίτης – Κράτος, Κοινωνική, Κρατική, Νομική και Φορολογική Συνείδηση

Ατομο, Πολίτης, Κοινωνία κράτος, Κοινωνική, κρατική, νομική και φορολογική συνείδηση

Σύμφωνα με την δυτική (όχι την Κονφουκιανική, την Ινδουιστική και την Εβραϊκή) πολιτική και τη νομική επιστήμη αποτελούν η ΚΡΑΤΙΚΗ και η ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ την conditio sine qua non για κάθε κράτος.
Και οι δύο καθιερωμένοι όροι (termini technici) δεν σημειώνονται στην ελληνική γλώσσα. Αντ αυτών χρησιμοποιείται η έκφραση “αίσθημα δικαίου “, κάτι που ο καθείς (μη πολίτης) ερμηνεύει κατά το δοκούν, δηλαδή σύμφωνα με το δικο του συμφέρον.
Και οι δύο όροι είναι συστατικά στοιχεία του citoyen (πολίτου), ο οποίος στην Ελλάδα υπάρχει μόνον προ φόρμα. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ στηρίζεται στο ΑΤΟΜΟ

Σύμφωνα με την πολιτική, τη νομική και την κοινωνιολογική επιστήμη είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία του σύγχρονου ΑΤΟΜΟΥ τα εξής : αυτονομία, ιδία βούληση , ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθηση, φιλοπονία (εργατικότητα), φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία, ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της ΕΥΘΥΝΗΣ ( δεν είναι οι άλλοι υπαίτιοι για τις προσωπικές αποτυχίες), ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, διαλεκτική αλληλοεξάρτηση μεταξύ των ΔΙΚΑΙΩΝ και των ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ.

Ακριβώς αυτό το ΑΤΟΜΟ ήταν και είναι περαιτέρω η προϋπόθεση και βάση για τον σύγχρονο ΠΟΛΙΤΗ (CITOYEN) , προϊόν του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ και ιδιαιτέρως της Γαλλικής (Αστικής) Επανάστασης (1789).
Ο συνδετικός κρίκος των ατόμων και της κοινωνίας ειναι η ΣΥΝΘΗΚΗ (Επίκουρος) η σύγχρονα το Contrat social (Jean-Jacques Rousseau).

Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ΠΟΛΙΤΟΥ είναι τα ακόλουθα : ΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ή διαλεκτική αλληλοεξάρτηση δικαίων και ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ( άγνωστο στην Ελλάδα) και
το ΚΟΙΝΟΝ ΚΑΛΟΝ (Αριστοτέλης) ή  το ΣΥΜΦΕΡΟΝ του ΣΥΝΟΛΟΥ (Δημόκριτος).

Φυσικά σημειώνονται και άλλες απόψεις γώρω από το άτομο και την κοινωνία πρωτίστως εκ μέρους ρωμαιοκαθολικών και ορθόδοξων θεολόγων που έχουν μερικά κοινά γνωρίσματα όπως την εξωπραγματικότητα, την ηθικολογία, την αοριστολογία, την αγνοια, την μεσαιωνολατρεία και μία μαζοχιστική θρησκευτική ομφαλοσκόπηση.

Πέραν τούτου δεν παίζουν ύστερα από τη νικητήρια εμφάνιση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και την Αστική Επανάσταση στη Γαλλία (1789) απολύτως ουδένα ρόλο στη Δύση ( ο σύγχρονος ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ όρος είναι Δυτικός Κύκλος Πολιτισμού). Και αυτό είναι στην Ελλάδα σχεδόν άγνωστο.

Καθημερινή ( 18.9.16 )

Απόδημος Ελληνισμός και Ελληνική “Αναγέννηση”

Από το λίαν αποκαλυπτικό άρθρο (

Αλέξης Παπαχελάς ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ : Η αναγέννηση θα έλθει από το εξωτερικό, Καθημερινή , 18.09.2016 )

 

απορρέουν μερικά σημαντικά ερωτήματα :
1. Ποιες είναι οι κύριες αιτίες για τον ξεπεσμό της Ελλάδας σχεδόν σε ένα failed state ?

2. Ποιός φταίει για την πολυσύνθετη κρίση ;

3. Τί εννοούμε συγκεκριμένα με την έκφραση “από το εξωτερικό” ; τον Απόδημο Ελληνισμό ή την ΕΕ ή και τα δύο μαζί ;

4. Εάν σκεφτόμαστε τον Απόδημο Ελληνισμό, ποιοί θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της “Αναγέννησης” ; Οι πολιτικοί ανά τον κόσμο ή οι επιχειρηματίες ή οι επιστήμονες ( οι εκπρόσωποι ποιών επιστημών ;)

5. Πώς θα συμπράξουν οι Ελληνες του εξωτερικού ; ως πολιτικοί, ως μέλη κυβέρνησης, ως σύμβουλοι ή ως  πανεπιστημιακοί ;
6. Ποια ηλικία θα ήταν κατάλληλη ;

Κανονικά θα μπορούσε να συγγράψει κανείς ολόκληρη διδακτορική διατριβή η ένα μεγάλο δοκίμιο επί του θέματος.
Θα κάνουμε μια προσπάθεια να απαντήσουμε στα τεθέντα ερωτήματα αυτονοήτως στα πλαίσια ενός σχολίου σε εφημερίδα.

1. Η κρίση της Ελλάδας αναδεικνύει διαφορετικές διαστάσεις (οικονομική, πολιτική, ιδεολογική, εθνοψυχολογική, αξιακή (νοοτροπία) και ιστοριοπαραδοσιακή.

Δηλαδή πρόκειται για ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, το οποίο στην ουσία αποτελεί ένα σύστημα, στο οποίο τα αναφερθέντα στοιχεία είναι μέσω αλληλουχιών , αλληλοεπιδράσεων και αλληλοεξαρτήσεων μεταξύ τους στενά συνδεδεμένα.
Ακριβώς αυτό κάνει την κρίση δυσεπίλυτη , εν τω μεταξύ και επικίνδυνη.

Αλλά κάθε φαινόμενο εμπεριέχει έναν πυρήνα ( punctum quaestionis). Στην περίπτωσή μας αποτελούν η Κοσμοαντίληψη και η Εικόνα του Ανθρώπου της Ορθοδοξίας τον καθ ευτού πυρήνα της κρίσης και γενικά εδώ και διακόσια έτη των διαχρονικών εθνικών παθογενειών. Και τα δύο προέρχονται από τη ορθοδοξοβυζαντινή, δηλαδή από την ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ παράδοση και είναι τελείως παρωχημένα.

Αν και έχουν παρέλθει δύο αιώνες από την εμπέδωση του νεοελληνικού κράτους, παραμένει η Ελλάδα μία ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ή πιο σωστά, μία ΒΑΛΚΑΝΟΑΝΑΤΟΛΙΤΙΚΗ χώρα. Αυτό σημαίνει, ότι η σημερινή Ελλάδα δεν ανήκει ακόμη στην Ευρώπη του ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ, τον οποίο αντιμετωπίζουν ο ορθόδοξος κλήρος και οι θεολόγοι του με θανάσιμο μίσος.

Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτισμικά, πολιτικά, οικονομικά και τεχνολογικά καθυστερημένη ορθόδοξη Ρωσία καθώς και στις άλλες χώρες με ορθόδοξη παράδοση.

2. Για την κρίση ύστερα από την απομάκρυνση της στρατιωτικής χούντας από την την εξουσία είναι υπαίτιοι πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ λόγω της ολέθριας οικονομικής πολιτικής των υπέρογκων δανείων για μικροπολιτικούς σκοπούς και ιδιαιτέρως ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Νέα Δημοκρατία ύστερα από την “ΠΑΣΟΚοποίησή” και ιδιαιτέρως ο Κώστας Καραμανλής που συνέχισε την πολιτική της επίπλαστης ευημερίας επί τη βάσει αστρονομικών δανείων.

3. Με την έκφραση “από το εξωτερικό” θα ήταν προτιμότερο να εννοουμε τον απόδημο Ελληνισμό σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Ενωση, εν μέρει και τις ΗΠΑ.
Και στο παρελθόν έπαιξε ένας παρόμοιος συνδιασμός καθοριστικό ρόλο ( Φιλική Εταιρεία και Ρωσία, Ναυμαχία του Ναυαρίνου και απελευθερωτικός αγώνας γενικά, Μεγάλες Δυνάμεις και Καποδίστριας). Οι ημιβάρβαροι των Βαλκανίων τον έχουν δολοφονήσει.
Σε μιαν άλλη περίπτωση έχουν οι τότε Ελληναράδες εκδιώξει τον Οθωνα και τους Βαυαρούς, οι οποίοι έχουν μεταξύ άλλων εμπεδώσει τις κρατικές δομές της Ελλάδας.

4. Πρωτεύοντα ρόλο θα μπορούσαν να παίξουν επιτυχείς επιχειρηματίες με πολιτική εμπειρία ή πολιτικοί πρώην επιχειρηματίες που είναι οικονομικά ανεξάρτητοι.
Κατόπιν έπονται διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί, οι οποίοι διαθέτουν εμπειρία ως ειδικοί σύμβουλοι η ως ανώτεροι συνεργάτες κυβερνήσεων ή διεθνών οργανισμών.
Κατάλληλοι είναι πρωτίστως οι εκπρόσωποι των οικονομικών εν μέρει και των σύγχρονων πολιτικών επιστημών και οι ειδικοί γύρω από την διοίκηση.

5. Η conditio sine qua non είναι η μη εμπλοκή σε κομματικά ζητήματα που στην ελληνική παράδοση σημαίνουν πρωτίστως διαμάχες, συγκρουσιασμούς, ραδιουργίες και πολιτικά μίση.
Θα ήταν σε θέση να προσφέρουν υπό την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου, μέσω γνωματεύσεων, ως μέλη κυβέρνησης, ως πρωθυπουργοί , στην ανωτάτη παιδεία, στην τοπική διοίκηση κλπ.

6. Οι ήδη συνταξιούχοι θα ήταν κατάλληλοι ως ειδικοί σύμβουλοι και ως πραγματογνώμονες. Αμφιβάλλουμε, εάν αυτοί θα ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν καθήκοντα σε καίρειες θέσεις.

7. Η βοήθεια από το “εξωτερικό” είναι εφικτή μόνον , εάν οι Ελλαδικοί από το ένα μέρος θέλουν πράγματι να βοηθηθούν ( δέον να υπερβούν τον περιβόητο υπερεξυπνακισμό) και ο Απόδημος Ελληνισμός από το άλλο μέρος είναι διατεθειμένος να παράσχει βοήθεια.

Το τελευταίο δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Ζούμε σε αξιοκρατικά συστήματα (αγάπη στην εργασία, κανώνας της επίτευξης κλπ. ως ύψιστες αξίες), ενώ στην Ελλάδα επικρατούν η ευνοιοκρατία, η φαυλοκρατία και η διαφθορά σε όλους τους τομείς της ζωής.
Μία επιστροφή θα σήμαινε για μας κατ αρχάς ένα ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ σόκ.

- Προσθήκη : Γενικά θα λάβει χώραν η “Αναγέννηση” όταν ωριμάσουν οι εσωτερικές συνθήκες στην Ελλάδα (εξευρωπαϊσμός, εκσυγχρονισμός, εξορθολογισμός, ), και όταν διατηρηθεί στον Απόδημο Ελληνισμό η ελληνική εθνική συνείδηση.

Καθημερινή (18.9.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 13η

Panos Terz  : Αρης Νούλης

Εχει σε όλη τη ζωή του σύμφωνα με το αρχαίο ρητό “Γηράσκω αεί διδασκόμενος” σπουδάσει επιτυχέστατα (όλα με άριστα) πολλές ανώτερες επιστήμες ( π.χ. Θεολογία, Ιστορία, Λογοτεχνία, Γλωσσολογία, Πατερολογία, Υποκρισιολογία, Γλοιωδολογία , Ατιμολογία, Φαρισαιολογία, Χυδαιολογία, Χαϊβανολογία, Επουρανολογία, Ιησουλογία , Παναγιολογία, Αγιολογία, Αερολογία κλπ.) σε πολυάριθμα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο (π.χ. Οξφόρδη, Σορβόνη, Στάνφορδ, Λομονόζοφ, εις Παρισίους, εις Βερολίνας, εις Ρώμας, εις Μαδρίτας, εις Πεκίνας, εις Τεχεράνας κλπ. κλπ. ) εις τουλάχιστον δέκα ξένας γλώσσας ( Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Ρωσικά, Κινέζικα, Αραβικά, Περσικά, Φιννλανδικά, Σουηδικά και Κορσικά , ίσως και Σουαχέλι).
Αυτό το διανοητικό τέρας είναι όντως αξιέπαινο , αξιοθαύμαστο και το ιδανικό εληναράδικο και ορθοδοξάρικο πρότυπο υπό το νόημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.

Οποία διάνοια, οποίος πολιτισμός, οποία παιδεία, οποία ευγένεια !
Ετσι είναι αυτονόητο, ότι όλοι οι “ριψάσπιδες”, οι “αποτυχημένοι” οι “αμόρφωτοι”, οι “τιποτένιοι”, οι “επάρατοι”και πρωτίστως ο σχεδόν 90ντάρης συσχολιαστής κ. Χαραμής τον φθονούν.
Μεγάλη υπόθεση.

Προσθήκη : Σπούδασε και σε άλλους κλάδους όπως π.χ. Κοπρολογία, Μισαλλοδοξία, Τριαδολογία, Δυσφημολογία, Φρεατολογία, Πατριδολογία κλπ.

Καθημερινή (9.10.16)

///////////////////////////////////////////////////////

Α προς  Άρης Νούλη

Aντιληπτος έχεις γίνει προ πολλού, μπάρμπα, και δυστυχώς για σένα έχεις εκτεθεί ανεπανόρθωτα, παρόλες τις “φιλοσοφίες” που ξεφουρνίζεις κατα καιρούς. Εχεις καταντήσει γραφικός. Οι αυτόφωτοι δεν ανατρέχουν, προς “ενίσχυσιν”, σε τσιτάτα άλλων σημαντικών ή ασήμαντων, μόνο οι ετερόφωτοι. Αυτό δηλώνει ένδεια και έλλειμμα αυτοεμπιστοσύνης. Και όσο για τα “προφανώς”, τις “αξιολογήσεις” και τις “κατηγοριοποιήσεις” σου, θα σου έλεγα τι να κάνεις, αλλα σέβομαι την ηλικία σου.  Καθημερινή (2.10.16)

_____________________________________

Πηγή για τα παρακάτω σχόλια : Καθημερινή

4.5.16), κάτω από το άρθρο του Χ. Γιανναρά “Η διαφορά της πρόσληψης από τη μίμηση”

-Αυτό το φαινόμενο (προσβολές) είναι στην Ελλάδα πολύ διαδεδομένο.
Εκφράζει ανεπάρκεια πραγματικού πολιτισμού και σύγχρονης παιδείας. Η λεκτική “αγάπη προς αλλήλους” (ο Αρης Νούλης την διακηρύττει εδώ και χρόνια ακατάπαυστα) έχει παραγκωνίσει τελείως την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ (dignitas ), η οποία είναι χριστιανικής προέλευσης και αποτελεί την γενική βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .
Στην περίπτωσή μας σημειώνονται και άλλα ψυχολογικά προβλήματα.

Είναι μάλλον ένα πρόβλημα πολιτισμικής ανεπάρκειας που συναντάται στις βαλκανικές χώρες συνήθως σε ημιμορφωμένους. Πάντως προχθές έχω ανακοινώσει στον κ. Αρχισυντάκτη, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν είμαι περαιτέρω διατεθειμένος να συνεχίσω την ανάρτηση σχόλιων στην Καθημερινή. Δυστυχώς δεν έχει το κείμενο δημοσιευθεί.

-Η ΠΡΟΣΤΥΧΙΑ ως καθοριστικό γνώρισμα του ΒΑΛΚΑΝΟΛΕΒΑΝΤΙΝΙΚΟΥ Νουλισμού.

_____________________________________

Παρακάτω αναφέρεται η γνώμη περί του Νούλη άλλων σχολιαστών :

-αντικειμενικά προς Παναγιώτη  Βύρα :

Σίγουρα έχετε σε πρώτη φάση δίκαιο, ότι δηλαδή αδιαμφισβήτητες εξυβρίσεις και ακόμα περισσότερο δυσφημίσεις (βλ. δηλαδή διάδοση ψευδών γεγονότων ως αληθών με στόχο να πληγεί η τιμή του συκοφαντούμενου), συνιστούν ποινικά αδικήματα (πλημμελήματα), και η σχετική νομική πρόνοια αποτελεί ένα από τα αναχώματα απέναντι σε τέτοιου είδους συνεχείς προσβολές…

Ο κύριος Νούλης ξαποσταίνει προς στιγμήν, ώστε να ανασυντάξει δυνάμεις, μελετήσει καλά τον αντίπαλο εξ Εσπερίας και τον πλήξει αποτελεσματικά, κατά το δυνατό. Έχουμε μάχη μεταξύ ευρωπαικού διαφωτισμού και βαλκανικού βυζαντινισμού με τάσεις και νεοελληνικού διαφωτισμού.

-αντικειμενικά προς Μανώλης (φίλος του Νούλη) :

Τους σχολιαστές, που λέτε ότι αποτελούν ομάδα συμπηγμένη σε βάρος σας, τους γνωρίζω μεν από χρόνια, όμως δεν είμαστε φίλοι ή γνωστοί, απλά έχω αναφέρει την εκτίμησή μου προς τον

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ (με όλη τη σημασία του όρου) και όχι γιαλαντζί καθηγητή κύριο Τερζόπουλο, καθότι έχω διαβάσει παλιά ολόκληρο το μπλογκ του και είχα εντυπωσιαστεί με την ευστοχία του στις πολιτικές αναλύσεις για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, ενώ επίσης εκτιμώ την τάση του να εκλαικεύει και εξηγεί αναλυτικά την επιστημονική γνώση, άλλως δυσνόητη λόγω πολλών ατάλαντων καθηγητάδων της φακής και της ασάφειας.

____________

-αντικειμενικά προς Α.Νούλη :

Υπό το πρίσμα αυτό, το ότι επιχειρείτε, κύριε Νούλη, να προβάλλετε και εκφοβίσετε τους συναναγνώστες με πνευματικές αυθεντίες, χωρίς ιδιαίτερη τεκμηρίωση-ανάλυση μάλιστα των γραφομένων τους, έμμεσα δημιουργεί κίνδυνο-απειλή για την πνευματική ελευθερία, τη διαπάλη των ιδεών και την ατομική ωρίμανση. Σημασία έχει τι λέει κάποιος και πώς το τεκμηριώνει, και όχι ποιος το λέει.

 

-αντικειμενικά προς Π. Βύρα :

Συναφώς, προσωπικές προσβολές άστοχες καταρχάς και επί της ουσίας (ο συγκεκριμένος σχολιαστής, σε σχόλιο του οποίου απαντάτε, αποκαλεί εν προκειμένω αδιάβαστο έναν πτυχιούχο φυσικών επιστημών και διδάκτορα φιλοσοφίας μάλιστα με συγγραφική δράση και κάποιας ηλικίας άνθρωπο, άρα εντελώς άτοπος και επί της ουσίας ο χαρακτηρισμός αυτός, πέραν από προσβλητικός) είναι απαράδεκτες, ναρκοθετούν το διάλογο, γεννούν αχρείαστο μίσος και ένταση, απομόνωση-περιχαράκωση, εμποδίζουν την υγιή διαπάλη των ιδεών και τελικά δημιουργούν την εντύπωση ότι ο διάλογος γίνεται πρόσχημα-όχημα προκειμένου να εκφραστεί μίσος, εμ-πάθεια, εγωισμός, τάση επίδειξης γνώσεων κλπ.

Φυσικά, η ανωτέρω συμπεριφορά είναι αντι-χριστιανική καθόλα ως οργίλη και μισάνθρωπη έναντι της εικόνας Θεού-ανθρώπου, αντιδημοκρατική και συχνά και ποινικής απαξίας (βλ. σχετικά αδικήματα εξύβρισης, συκοφαντικής δυσφήμισης βλ. όπου κατηγορεί άλλον σχολιαστή ως πράκτορα της στάζι, φαντάζομαι χωρίς να είναι σε θέση να προσκομίσει σχετικές αποδείξεις). Το δε ενοχλητικό είναι ότι οι συμπεριφορές αυτές είναι συνεχείς και δεν αποτελούν για παράδειγμα κάποιες μεμονωμένες εξάρσεις.

Με το σχόλιο αυτό δεν αρνούμαι φυσικά την τεράστια ευρυμάθεια του σχολιαστή αυτού ειδικά σε φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, πάντως δεν είναι ευχάριστο να ασκείται συνέχεια ιδεολογική-ψυχολογική τρομοκρατία.

 

_____________________________________________

Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης : Αρχίζεις οπωσδήποτε με την εκφώνηση “καλέ μου” και συνεχίζεις εκθέτοντας επιχειρήματα : Ρήσεις αγίων! Επειδή πρέπει να καθοδηγήσεις, ο ποιμήν, όλους τους άλλους. Είναι και στην Ιταλία κοπάδια, μήπως ενδιαφέρεσαι να τα προσηλυτίσεις ελληνοτρόπως;

 

Παναγιώτης Βύρας προς Οίστρος : Όσο και να στοιχίζεται παραμένει στοιχειωμένος, ο αστοιχείωτος! Από τα πολλά βιβλία (μαζί με βουλωμένες αρτηρίες) έγινε μια ελληνότροπη θολούρα. Να τι μας έλεγε, να μαθαίνουμε… https://disqus.com/home/discus…

-Οίστρος προς  Άρης Νούλης : Τι να τα κάνεις τα λεξικά άν δεν εχεις ιδέες μέσα στο κρανίο σου Θρασύβουλε; Θα είααι, όπως είσαι ένα σκύβαλο αλλαλάζον. Ωιμέ.

-Ένας Σουλιώτης προς Panos Terz : Er wird auf jeden Fall Patriarch in Istabul. Wie seine Vorfahren besessener. Με καταλαβαίνετε ποιον εννοώ.

  -Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης  : Μέσα σε 2 γραμμές επιδαψιλεύεις 3 κοσμητικά, σαν ένδειξη γενναιοδωρίας: 1. Αμαθής (αδιάβαστος) 2. Δόλιος 3. Ανάξιος. Είναι ακριβώς, η καλύτερη μέθοδος ώστε να εξασφαλίσεις επιπλέον φίλους! Ομολογουμένως, αποτελεί μια μορφή τέχνης: Η προβολή της αγάπης με τόσο συμπαγή τρόπο. Συνοπτικά παραθέτεις αρκετές ιδιότητες και γίνεσαι σπουδή κακοήθειας: Αυθάδεια, περιαυτολογία, αμετροέπεια, σπουδαιοφάνεια, γελοιότητα… Τι να πρωτοθαυμάσουμε;
  -Παναγιώτης Βύρας προς vasilis : Χρειάζεται κλινική προσέγγιση, για την ειδική ψυχοπαθολογία. He is quite helpless at that, as it were. https://disqus.com/home/discus…

-Παναγιώτης Βύρας προς μαυρη”  : Ανήκεστος εγκεφαλική βλάβη! Παρόλο που έχει ανάγκη μια νοσηλεία την αρνείται πεισματικά. Δεν υπάρχει πιθανότητα συνεννόησης, θαυμάστε τρόπο και στάση: https://disqus.com/home/discus…

-Μια “δηλητηριώδης ψυχή” προς Άρης Νούλης : Γιατί θυμώνεις μπάρμπα; Τι σου θίξαμε; Τις ηθικές αξίες ή τις “συμμαχίες”; Και όσο για τη “χάρη”, αυτή δεν θα σας την κάνω. Όπου αξίζει ειρωνεία θα την εισπράττετε, όπου χρειάζεται αλήθεια, θα σας μαστιγώνει.

-Peter Haramis προς Άρης Νούλης : Άντε, πλησιάζει η μέρα και θά μας λες είσαι “Nepoleon”.

  -Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης : Είναι πολλαπλή η φύση των προβλημάτων σου. Αδύνατο να βοηθηθείς, από μένα. Να αποταθείς αλλού.

-Πάρης Κομνηνός προς Vasilis David Sakellarakis : Κύριε Σακελαράκη, εσείς πρώτα διαβάζετε και μετά πιστεύετε, ο κύριος Νούλης πρώτα πιστεύει και μετά διαβάζει.

-Παναγιώτης Βύρας προς Vasilis David Sakellarakis : Είναι θαυμαστό που συνδιαλέγεσαι με το ορθόδοξο ποίμνιο! Κάνε λίγη υπομονή, θα ακούσεις ότι αρχή της ορθοδοξίας είναι ο Σωκράτης. Η δε Παναγία κάτι ανάμεσα σε Δήμητρα και Περσεφόνη, κατά το δοκούν. Εκεί βρίσκεται η συνέχεια…
  -Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης : Αρχίζεις οπωσδήποτε με την εκφώνηση “καλέ μου” και συνεχίζεις εκθέτοντας επιχειρήματα: Ρήσεις αγίων! Επειδή πρέπει να καθοδηγήσεις, ο ποιμήν, όλους τους άλλους. Είναι και στην Ιταλία κοπάδια, μήπως ενδιαφέρεσαι να τα προσηλυτίσεις ελληνοτρόπως;
-Peter Haramis προς Άρης Νούλης : Στο υ/γ περιγράφεις θαυμαστά τον εαυτό σου: παρατηρούμενη επι ατόμων “ψυχοπαθών”. ύριε ελέησον, επιτελείται θαύμα; Is the poor bugger finally threading the needle of his hitherto incurable psychotic affliction?
  -Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης : Όπως και να το προσφωνήσω κάποιο γαϊδούρι θα παραμείνει ζώο, δεν γίνεται άνθρωπος! Είναι την εκφώνηση που θέλω, της εξοδίου σου… γιατί μόνο με αυτή θα μας απαλλάξεις.

_______________________________________________

Πηγή για τα παρακάτω σχόλια : Καθημερινή (28.8.16), κάτω από το άρθρο του Χ.Γιανναρά “Eίσαι Eυρωπαίος όταν κομίζεις διαφορά”

 -Παναγιώτης Βύρας προς ekappos : Τίποτα δεν ευαγγελίζεται, πειραματίζεται με τη συγγραφή. Το άλλο ρήμα κόβεται στη λογοκρισία. Παραγωγή του: Πατάτες και σαματάς, ελληνότροπος. Όσο περισσότερο μιλάνε τόσο κι επιβιώνει (κάπως) η αποβλακωμένη τους ιδιοτυπία.

  -Παναγιώτης Βύρας  προς  Panos Terz :Θεούσες ολοφυρόμενες είναι (συνήθως) αρκετά διεστραμμένες, εκτός από καταπιεσμένες υστερικές.

-Μια “δηλητηρώδης μαυρη” ψυχή” προς Άρης Νούλης : Πού διάλο τη βρίσκεις τόση χολή ;
-Savvas Karagiannidis προς  Άρης Νούλης:

Ἀπό τὸ νὰ γίνεσαι ό πισι-νούλης όλων τῶν σχολίων σχέτλιε βάβαξ, σοῦ προτεῖνω νὰ ξοδεύεις τὸν χρόνο σοῦ διδάσκοντας, ἄν μπορεῖς; τὴν Έλληνική σὲ βάρβαρους ἐκεῖ πού μένεις, καὶ μάλιστα ἀ-φῖλ-άργῦρως. Έδραξάμην τὴν εὐκαρία.

Σχετλία και αγρία αίξ, ούκ έχει σχόλην! Αγαπά γαρ αδιαλείπτως αφοδεύειν εκηβόλους σπυράθους…

-Παναγιώτης Βύρας προς Guest : Ὄφις, ὄργανον τοῦ διαβόλου, φθονῶν τὴν εὐδαιμονίαν ημών! Δηλοῖ καθ᾿αὐτὸ τὸν φθόνον καὶ τὴν ἐθελοκακίαν…

-Παναγιώτης Βύρας προς JOHNP

Δυστυχώς, έχουμε τεράστιο πρόβλημα κι εντελώς ανεξάρτητα από ψεκασμούς! Όλα τούτα τα ψώνια, που με τόσο μίσος εκδηλώνονται για τη Δύση, τι γνωρίζουν από ιστορία; Μάθηση κολοβή: Κηρύγματα πατέρων, αφορισμοί αγίων. Ούτε καν από περιέργεια δεν ακούνε τι προβλήματα δημιουργεί (στους άλλους!) ο φανατισμός αυτός…

-Παναγιώτης Βύρας προς  Άρης Νούλης :

Δεν ελπίζω σε κάτι, μόνο χάρη της ιστορίας απαντώ: 1. Σου εξήγησα και προηγουμένως γιατί γράφεις αμάθειες κι ανοησίες: https://disqus.com/home/discus…
2. … Εχεις ένα τυφλωτικό μίσος (όπως αμορφωσιά, ασέβεια ΚΑΙ αθεϊα) τέτοια που δεν αφήνουν περιθώρια γιατρειάς. Είναι κληρονομιά του πιο σκοτεινού παρελθόντος, όπως μαρτυρούν ΟΛΕΣ οι πηγές. Αντί να διαβάζεις ελληνορθόδοξα κείμενα και βίους αγίων ενημερώσου από σύγχρονους (τότε και τώρα) για να ξέρεις πώς έπεσε μια αυτοκρατορία και τι είναι που εμποδίζει τους Έλληνες, ανέκαθεν.http://www.einaudibologna.it/s…

-Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης : Ολες οι πηγές, από σύγχρονους μάρτυρες, περιλαμβάνονται στον τόμο που σου παραθέτω για τρίτη (και τελευταία) φορά:
http://www.einaudibologna.it/s…
Καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο να παλεύεις με προβλήματα υγείας, ειδικά με βουλωμένες αρτηρίες. Άσε την ανόητη διαμάχη κι επιδώσου περισσότερο στην ησυχία, σαν άσκηση προετοιμασίας…

-Παναγιώτης Βύρας προς  Άρης Νούλης : Μαράζωσες επειδή πλησιάζει η ώρα. Μετά το γεύμα (σου άρεσε;) να τώρα κι η βρώση, από τα σκουλήκια! Χώνεψέ το, δεν ενδιαφέρομαι για ψυχογηριατρικούς ασθενείς όσο και να με πληρώσεις. Απαρίθμησα με λεπτομέρειες αρκετά σημεία για την ανηθικότητα και κακία σου. Να σε αναλάβει η Παναγία σου πια:
https://disqus.com/home/discus…

Μια “δηλητηριώδης μαυρη” ψυχή” προς Άρης : Μιλάει και ο “πιστός” “Ελλην”….χε, χε.. χε…!!

Είδαμε δα τι κατάφεραν οι ‘μη-ριψάσπιδες’ σαν εσένα και το συνάφι σου – να καταντήσουν την Ελλάδα σαν τα μούτρα τους, ρεζίλι των σκυλιών να ζητιανεύει. Τη χώρα την χαντάκωσαν οι μέσα και όχι οι έξω, πανίβλακα. Χατζηαβάτη που έχεις το θράσος να μοιράζεις πιστοποιητικά ελληνικότητος.
  -Παναγιώτης Βύρας προς ekappos : Ανάγνωση, προσευχή ΚΑΙ γονυκλισία παρακαλώ! Κι όχι Χατζηαβάτης. Ελληνικότατος, αυθεντικός Καραγκιόζης. Από εκείνους που πουλάνε και τον θεό τους ακόμη.

-Παναγιώτης Βύρας προς Panos Terz  : Δεν είναι ακριβώς αποβλάκωση, μάλλον αποκτήνωση! Τα υποκείμενα αυτά, πέρα από τη γραφικότητά τους, είναι κι επικίνδυνα. Συνιστούν υπόστρωμα για την ανάπτυξη του εθνικισμού, με θρησκευτικό φανατισμό και μεγάλες ιδέες αλυτρωτισμού. Τοξικά συστατικά που ταλανίζουν, ακριβώς, αυτό το κομμάτι γης επειδή ανθίζουν (εδώ) τα αναίσθητα κι αποκτηνωμένα τούτα ανθρωποειδή. Πανέτοιμα να επιδοθούν (κάθε τόσο) σε εμφυλίους, εθνοκαθάρσεις και συναφή αθλήματα…

-Μια “δηλητηριώδης μαυρη” ψυχή. προς Παναγιώτης Βύρας : Διαθέτει μπόλικη χολή ο μπάρμπας, μη τον παρεξηγείς, κάπου πρέπει να την διοχετεύσει για να νοιώσει καλύτερα..

-Παναγιώτης Βύρας προς Μια “δηλητηριώδης μαυρη” ψυχή : Δεν είναι ένας αλλά πολλοί. Και το φονικό δηλητήριο τους αστείρευτο. Μιας ελληνικότητας όλο φαρμάκι.

___________________________________________________

Πηγή των παρακάτω σχόλιων : Καθημερινή (15.8.16)

Οιστρος προς  Άρης Νούλης

Ξαναμίλησεν ο Αρης

Κι έβγαλεν φωνήν μεγάλην

Και ξυπνήσαν κ’ οι γαϊδάροι

Και τον πήρανε χαμπάρι

Πως ο Αρης ο Μεγάλος

Δάσκαλος περι-οπής

Της ελληνικης γραμματικής

Είναι σκύβαλο αλλαλάζον

Κι ότι εκ περιτροπής

Με προφήτες κι ιερείς

Την παρτίδα πάει να σώσει

Με αντάλλαγμα να δώσει

Της πατρίδος την τιμή

Τούτα λάλησεν ο Αρης

Και το
δήλωσε ευθαρσώς

Και σε λόγιους κα σε Αγιους

Και σε φίλους και σε φαύλους

Και μικρο-
πνευματικους

Σαν το Μήτσο απ’τα Λιόσια

Τη Μαγδάλω με τα Γρόσια

Και λοιπούς περαστικούς

Πως ποτέ δε
θα δεχθεί

Λάθη της γραμματικής

Να μολύνουνε τα όσια

Και τη γλώσσα της φυλής

Στο ‘να χέρι ένα καντήλι

Στ’αλλο ένα καριοφύλι

Πέρα δώθε κάνει βόλτες

Μεσ’ των Γερμανών τις μπότες

Απειλώντας γενικώς

Ζώντες τε και τεθνεότες

Λάθη της γραμματικής

Είναι έγκλημα μεγάλο

Και αν
είσαι παπαγάλος

Με δυο λέξεις για να πεις

Τις ποινές θα υποστείς

Τούτα είπε κι άλλα ακόμα

Κι όλοι πέσαμε σε κώμα

Είπε και για το Μουζάλα

Τον παλιό το Μαθουσάλα

Πρόσφυγες και μετανάστες

Που γεμίσαν την Ελλάδα

Με σαρίκια και Μουλάδες

Ταλυμπάνους με ζουρνάδες

Με αντίσκηνα,
σωσίβια

Της Ελλαδας τα βαρίδια
Οίστρος.

——————————————————

 

Παναγιώτης Βύρας Άρης Νούλης2 μέρες πριν

 

Ιδού μια ανθολόγηση χριστιανικής αξιοσύνης, από καταγραμμένα σχόλια σου! Συνέβησαν όλα μετά την ορθόδοξη μετάνοια και μεταστροφή σου στην αγάπη:
1. Αμετροέπεια και περιαυτολογία: http://disq.us/p/1b290ou
2. Ασυνέπεια κι υποκρισία: http://disq.us/p/1b77fta
3. Ασύστολος εκφοβισμός άλλων: http://disq.us/p/1at3l4b
4. Θρησκόληπτος φανατισμός: http://disq.us/p/1as79ox
5. Πονηριά και γελοιότητα: http://disq.us/p/1ar8j1g
6. Σπουδή συμπλεγμάτων: http://disq.us/p/1abohjr
7. Διπολική συμπεριφορά: http://disq.us/p/1arpn7j
8. Επιτομή χυδαιότητας: http://disq.us/p/1aepsi8
9. Αμάθεια και σπουδαιοφάνεια: http://disq.us/p/1a96ha1
Συν ένα απύθμενο θράσος όσον αφορά “μελέτες” από τις οποίες αντιλαμβάνεσαι πως ο Πολωνός Józef Maria Bocheński μεταμορφώθηκε σε Ούγγρο κλπ…
Καθημερινή (23.10.16)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οίστρος • 2 days ago

 

Αγαπητή Κ, βλέπω
ότι κόψατε το εν λόγω σατιρικό. Καλά κάνατε. Ελπίζω οι ψυχοπαθείς και νταήδες
της ιστοσελίδας να πήραν το μήνυμα, ότι αν η Κ δεν θέλει να φιλτράρει το υλικό
της ιστοσελίδας, υπάρχουν τρόποι να συνετισθούν οι εν λόγω. Πιστέψτε με η πένα
πιο δυνατή και απ’΄το σπαθί που λενε. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας αλλά δεν
θα ασχοληθώ στο μέλλον με την Κ. Να είσθε καλά.

Βρήκαμε και Αρχηγό

Αρη τα ‘μαθες τα νέα

Που’ρθανε απ’τη Νεμέα

Βρήκαμε και αρχηγό

Στις κατσάδες και βρισίδια

Μας περνάει και τους δυό

Τ’ονομά του είναι Πολάκις

Μ’ένα πρόβλημα μικρό

Είναι απ’την αλλη φάρα

Τη φυλή του Τσε Γκεβάρα

Κατα τ’αλλα είναι κουφάλα

Με βρισίδια
και κατσάδα

Θα τη σώσει την Ελλάδα

Λένε οι κακές οι γλωσσες

Πως μιλάει με το Μαζιώτη

Εχει λέν και στο γραφείο

Και τον Αρη Βελουχιώτη

Κρεμασμένο ‘κει ψηλά

Να τον βλέπουν οι εχθροί του

Να μη βγάζουνε μιλιά

Αλλά τι μας νοιάζει εμάς

Αν τους κατσαδιάζει όλους

Και αθώους και χαχόλους

Εμεις θέλουμε αρχηγό

Να μπορεί να βρίζει κιόλας

Αν το φέρει η ανάγκη

Και τους δώδεκα αποστόλους

Ετσι γίνεται δουλειά Μανώλη

Και οι λόγιοι απ’την Πόλη

Τούτα λέγανε κι αυτοί

Βρίσε, βρίσε κάθε μέρα

Κάθε Κυριακή και σχόλη

Καταφέραν τελικά

Να την πάρουνε την Πόλη.

-Παναγιώτης Βύρας προς  Άρης Νούλης

Ως πολυμαθής Έλλην (επίθετο!) βρωμολόγος είθισται να κάνεις ανανέωση λεξιλογίου. Να μια ανθολογία από ουσιαστικά, προς εμπλουτισμό της ελληνικής σου χυδαιότητας: Βάτταλος, γέλως, γύννις, δοσίπυγος, εναλλακτής, ευρύπρωκτος, καταπυγόσυνος, κλύσμα, λακκοσκάπερδον, λάστρις, λώταξ, μύρτων, όλολος, πυγαίος, σακκινόσυκος, σποδόρχης…

 -Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης

Το μόνο κρέας που περιφέρεται στην αγορά είναι η δική σου μούρη! Δεν είναι πρόσωπο. Χωρίς ανθρώπινες ιδιότητες, ένα πράγμα σαν επίμονη ενόχληση που πρέπει να καταπολεμηθεί…

 

-Παναγιώτης Βύρας προς  Panos Terz

 

Υπεραναπλήρωση λέγεται! Σε απλή γλώσσα: Καραγκιόζης, εθνικός ήρωας Ελλήνων. Όμως ο συγκεκριμένος (ακατονόμαστος) είναι βαθμίδες ανώτερος. Ιδού μια ανθολόγηση παρατηρήσεων επί του βίου και πολιτείας αυτού. Δείγματα, για μελέτη.
1. Αμετροέπεια και περιαυτολογία:
https://disqus.com/home/discus…
2. Ασυνέπεια κι υποκρισία:
https://disqus.com/home/discus…
3. Ασύστολος εκφοβισμός:
https://disqus.com/home/discus…
4. Θρησκόληπτος φανατισμός:
https://disqus.com/home/discus…
5. Πονηριά και γελοιότητα:
https://disqus.com/home/discus…
6. Σπουδή συμπλεγμάτων:
https://disqus.com/home/discus…
7. Διπολική διαταραχή:
https://disqus.com/home/discus…
8. Επιτομή χυδαιότητας:
https://disqus.com/home/discus…
9. Αμάθεια και σπουδαιοφάνεια:
https://disqus.com/home/discus…
  • Πράγματι, κακά συμβουλεύει το γήρας. Ειδικά για την επιλογή φίλων! Ο δικός σου (πρώην) φίλος έχει το “πους” εκείνο που θαυμάζεις ως ελληνότροπο. Και γράφει, χοίρος ων, όχι με χείρα αλλά κοπρίζων. Ο χειρότερος πους της πατρίδας, ένα σαθρό και παραλυμένο πόδι που παρουσιάζεται πιστό στην ελληνικότητα: Φτηνό εργαλείο για αχρειότητες. Η γραφή του χυδαία,

  • Ναι είναι βρες και βρέσε στην δημοτική που δεν έχώνεψες ποτέ σου συ και η ταλυμπανοκρατία που με τον κλασσικισμό σας και την καθαρεύουσα, αφήσατε γενεές Ελληνων αμόρφωτους. Ανδρείκελα του ελληνικκού γένους.

Δωσίλογοι και ανθέλληνες είσαι εσύ και ο μέντοράς σου, γελοίε χονδέμπορα, καρικατούρα Έλληνος.

-Ηλίας Μπάκας προς Άρης Νούλης

Πως μπορείς εσύ ένα δίποδο ανθρωποειδές να σηκώσει τόσο βάρος ρε Φιλέλληνα. Δεν νομίζεις χρειάζεσαι τέσσερα πόδια να σηκώσεις όλο αυτό το φορτίο; Εγώ θα σου έλεγα να κλεισεις το ποίμνιο σε κανά μαντρί μπας και προγκίξει με τις νέες ιδέες. Το ίδιο κάνουν και οι Αρχι-μαντρίτες ή αρχιτσέλιγκες της Ορθοδοξίας.

-Ηλιας Μπάκας προς Άρης Νούλης

Κοίταξε βρέσε κανα Θησαυρό γιατί όπου νάναι σε βλεπω να ξεμένεις από κοσμητικά επίθετα τη φαρέτρα να εμπλουτίσεις γιατί έρχονται κι αλλοι σχολιαστές και θα τα χρειασθείς. Είναι το μόνο που μπορείς να κάνει ένα πνευματικά ευνουχισμένο ανθρωπάκι που το μόνο που έμαθε στη ζωή του είναι να αποστηθίζει τις Γραφές και τους Πατέρες.Ο όρος κριτική σκεψη δεν την άκουσε ποτέ στα άντρα των Πατέρων κα της ταλυμπανοκρατίας. Προσπάθησε να ανοιξεις διάλογο με τους Πατέρες και τους απογόνους τους, αμπελοφιλόσοφε της συμφοράς και θα δείς πως θα σου έρθει ο ουρανός σφοντύλι. Εσύ μου θυμίζεις τους Μογγόλους όταν εισέβαλλαν στη Ευρώπη τον 13α. Ό’τι δεν καταλάβαιναν το κατέστρεφαν. Ετσι και σύ. Ο’τι δεν καταλαβαίνεις το απαξιώνεις με όπλα απ΄ τη φαρέτρα τις ύβρεις και τα εθνικο-ρατσιστικά σου σχόλια. Το τελευταίο προπύργιο της πνευματικής σου ατροφίας και χρεοκοπίας. Γι αυτό συνιστώ να μην ξεχνας να παίρνεις τα χάπια σου γιατί δημιουργεις ηχορύπανση κάθε μέρα και βλάπτεις και το περιβάλλον.

-Ηλίας Μπακας προς  Άρης Νούλης

Εχεις και φίλους ψυχίατρους; Τόσο το καλύτερο, κράτα τους θα τους χρειασθείς.

-Ηλίας Μπάκας προς Άρης Νούλης

Συγνώμη ξέχασα, ήθελα να πω πισωθέτω, και είπα υποθέτω. Ο Βύρας έκανε καποιες ΄νύξεις ότι έχεις και σαδομαζοχιστικές ΄τάσεις και ιδαίτερες ανάγκες….Μάλλον κάτι περισσότερο θα ξέρει για σένα που εμείς δεν ξέρουμε.

-Ηλίας Μπάκας προς  Άρης Νούλης

Θα βγάλει τη φαρέτρα με τα κοσμητικά επίθετα και μετά ποιος μας ξεπλένει. Ο άνθρωπος πασαλείφτηκε τόσο πολύ με τις κρέμες της “Ελληνικής Γραμματείας” που τώρα οπου να τον αγγιξεις λερώνεσαι. Το απύθμενο χάος της ηλιθιότητας come alive.

-Παναγιώτης Βύρας προς  Panos Terz

Δεν αρκεί, δυστυχώς, ένα κόψιμο κεφαλής. Άλλωστε έχει άπειρα κεφάλια, με ψυχή! Και το φίδι πολλαπλασιάζεται, πρέπει να ζήσει. Κάτι δείχνει κι αυτό..

-Παναγιώτης Βύρας προς πανος

Δηλαδή, για σας αυτό είναι το πρόβλημα; Κι όχι το τερατώδες, ότι “πάντα” στην αρχαία γραμματεία δηλώνει χρονικό επίρρημα! Τέτοια γράφει ο αθεόφοβος…

-Παναγιώτης Βύρας προς Άρης Νούλης

Τώρα λοιπόν ενδιαφέρεσαι και περί Kant ερμηνειών; Επειδή διαβάζοντας ένα βιβλίο για νοημοσύνη θα γίνεις (ελπίζεις) και νοήμων! Όμως ο McDowell αδυνατεί να θεραπεύσει τη δική σου γλώσσα, προθέσεις, ανηθικότητα κι υποκρισία. Παραμένεις ένα απαύγασμα γελοιότητας.

-Παναγιώτης Βύρας προς  Άρης Νούλης

Διαφωνείτε (και με τους υπόλοιπους) ως προς τα εξής: 1. Η επιστήμη κάνει θαύματα, πρέπει μόνο να ακολουθείς πιστά τις ιατρικές οδηγίες. 2. Σύνταξη σημαίνει να αναπαύεσαι, διαφορετικά παθαίνεις υπερκόπωση. 3. Αν η Σαγαπώ δεν ανταποκρίνεται βρες άλλη ασχολία, γράφε για γλυκά του κουταλιού…

-Παναγιώτης Βύρας προς  Άρης Νούλης

Ολο το σύμπαν συνωμοτεί για να σε προσβάλει! Γιατί μόνος εσύ δικαιούσαι να προσβάλλεις άλλους. Επιτομή του ναρκισσισμού.

-Ηλίας Μπακας προς Άρης Νούλης

Αρχίζεις τις ύβρεις και μετά βγαίνεις και από πάνω. Your petty ego will be scattered in the winds pal.

-Ηλιας Μπάκας προς  Άρης Νούλης

Μάχαιραν έδωσες μάχαιραν θα λάβεις, αυτά δεν λένε οι Γραφές ταλαίπωρο ανθρωποειδές; Τι παραπονιέσαι τώρα. Εσύ τους απαξιώνεις όλους εκτός από το δέρμα σου. Ποιός σου φταίει; Νομίζεις ότι θα γυρίσουμε το άλλο μάγουλο για να μας ραπίσεις εσύ ο άξεστος και αμόρφωτος κοινωνικά και επιστημονικά; Όχι δα, πολύ δε σου πάει. Εχεις συνηθίσεις στους τραμπουκισμούς και στα νταηλίκια, φαίνεται από μικρό παιδί, γιατί οι γονείς σου δεν σε πήραν ποτέ στα σοβαρά. Και τώρα ζορίζεσαι για αναγνωριση από το πουθενά. Ταλαίπωρο ανθρωποειδές σε λυπάται η ψυχή μου. Με αυτα που έχεις πει ως τώρα, έχουμε ένα καλό ψυχογράφιμά σου και μπορούμε να εξηγήσουμε γιατι τα βάζεις με όλους σ’αυτή τη σελίδα. Αναγνωριση που δεν πήρες ποτέ απο το Daddy. Καιρός να μεγαλώσεις και να ωριμάσεις by joining the human race, idiot.

-Ηλίας Μπάκας προς  Άρης Νούλης

Τι να απαντήσεις εσύ ρε τενεκέ ξεγάνωτε για να μη σε πω επιχρυσωμένο αγγείο που σε λέν στο καφενείο, εσύ μόνο για ζήτω είσαι και για εθνικούς διθυράμβους, ένας κράχτης της πιάτσας, που όταν βρίσκεται σε πνευματική ενάργεια μπορεί να μιλάει μόνο για πάτους και αποπάτους η δε μπόχα που αναδύεται, να κάνει τους σχολιαστές της ιστοσελίδας να τρέχουν να βρουν μάσκες.

-Ηλίας Μπάκας προς Άρης Νούλης

Μετράς την αξία των ιδεών με πόσα στρέμματα κειμένου έχουν γράψει οι Πατέρες, χαζοχαρούμενε αναγνώστη και όχι σε ποιά βάση στηρίζουν τα γραφόμενά τους; Αυτό δείχνει σε τι σκοταδια πελαγοδρομείς ταλαίπωρο ανθρωποειδές. Εμ,αφού δεν έμαθες τίποτε και απ’ το Σωκράτη που αμφέβαλλε τα πάντα επι της γης, τι μπορώ να κάνω εγά να σε διαφωτήσω; Το μυαλό σου έχει γίνει κουρκούτη, για να μην πω μπετόν
-Panos Terz προς  Άρης Νούλης

Μεταξύ άλλων άκρως αρνητικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων προστίθεται και η ΠΡΟΣΤΥΧΙΑ ενός τριτοκοσμικού αλητηρίου.

-Ηλίας Μπάκας προς Παναγιώτης Βύρας

Το πρόβλημα του λαλίστατου ηλίθιου, Βύρας, νομιζω ότι είναι “αστεροκτυπημένος” starstruck, γι’αυτό γαυγίζει ακατάπαυστα κάθε φορά που κάποιος αγγίζει το ίνδαλμά του, Γιανναρά, και βασίζεται στο ίδιο DNA των σκυλιών που φυλάσσουν τα μαντριά από τους λύκους και τους κλεφτες. Και όποιος επιχειρήσει να συζητήσει μαζί του ματαιοπονεί. Εχει να κάμει καθαρά με το παράλογο, θρησκευτικές καταβολές και Αρχι-μαντρίτες δηλαδή, αρχι-τσοπάνηδες, της Ορθοδοξίας που τάχθηκαν να φυλάνε και να καθοδηγουν το ποίμνιο.

Cuestiones teoricas fundamentales del proceso de formacion de las normas internacionales, Con especial analysis de las resoluciones de la ONU

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -1

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -2

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -3

Cuestiones-teoricas-fundamentales-parte -4

 

 

Αρης Νούλης Νουλιάδα 12η

Νουλιάδα 12η

Ο Αρης Νούλης είναι η προσωποποίηση του βαλκανολεβαντίνικου τρόπου (μη ) σκέψης, της πολιτισμικής καθυστέρησης , της μορφωτικής ανεπάρκειας καθώς και ψυχολογικών διαταραχών, δηλαδή είναι βλαμένος.

Ενα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του είναι ο ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ βαλκανολεβαντίνικης κοπής, δηλαδή πολύ χαμηλού πολιτισμικού επιπέδου.  Είναι αναμφιβόλως η ενσάρκωση της ΒΑΛΚΑΝΟΛΕΒΑΝΤΙΝΙΚΗΣ κουτοπονηριάς, της ψευτιάς και της υπουλότητας.

Πρόκειται γενικά για μία  μπασταρδεμένη ,διεστραμμένη και άκρως τοξική έκδοση του Νεοέλληνα.

Του λείπουν οι στοιχειώδεις γνώσεις γύρω από τον ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ τρόπο σκέψης. Ούτε καν μπορεί να φαντασθεί, τί εστί πολιτισμένος επιστημονικός διάλογος.
Μα ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΠΟΥΔΑΣΕΙ ΤΙΠΟΤΑ.

Πρόκειται για συμπλεγματικά υποκείμενα που προσπαθούν να κάνουν επίδειξη ανύπαρκτων επιστημονικών γνώσεων στηριζόμενοι σε αποφθέγμαστα και σε μερικά κείμενα, τα οποία ούτε καν μπορούν να καταλάβουν.
Αυτό το δυσάρεστο φαινόμενο είναι πολύ διαδεδομένο στα ορθόδοξα Βαλκάνια καθώς και στις ισλαμικές χώρες. Καθημερινή (4.9.16

Η εθνοκεντρική ομφαλοσκόπηση μερικών αποτυχημένων οδηγεί σε τελεία ΑΠΟΒΛΑΚΩΣΗ.
Εως τώρα δεν έχει αναρτήσει ουδέν σχόλιο της προκοπής. Μόνον παίζει τον ρόλο ενός πειραχτήρι και παριστάνει τον Ελληνάρα.

Παναγιώτης Βύρας προς Panos Terz

Δεν είναι ακριβώς αποβλάκωση, μάλλον αποκτήνωση! Τα υποκείμενα αυτά, πέρα από τη γραφικότητά τους, είναι κι επικίνδυνα. Συνιστούν υπόστρωμα για την ανάπτυξη του εθνικισμού, με θρησκευτικό φανατισμό και μεγάλες ιδέες αλυτρωτισμού. Τοξικά συστατικά που ταλανίζουν, ακριβώς, αυτό το κομμάτι γης επειδή ανθίζουν (εδώ) τα αναίσθητα κι αποκτηνωμένα τούτα ανθρωποειδή. Πανέτοιμα να επιδοθούν (κάθε τόσο) σε εμφυλίους, εθνοκαθάρσεις και συναφή αθλήματα… Kαθημερινή (28.8.16). )

 

Εχω αναρτήσει στο Μπλογκ μου (Pano’s Terz blog | Professor Dipl.jur.Dr.,Dr.sc./Dr.habil.(DSc) Panos Terz
ή και μέσω της Ιστοσελίδας μου (http://panosterz.de) κάτω από τον τίτλο Νουλιάδα (1η έως 12η) ήδη στην Καθημερινή δημοσιευθέντα κείμενα. Αυτονοήτως προωθούνται μέσω του Google όλες οι Νουλιάδες στο Ιντερνέτ που σημαίνει , ότι εστιάζονται κάτω από το όνομα Αρης Νούλης.

Οι 12 ΝΟΥΛΙΑΔΕΣ είναι έκφραση της στωϊκοχριστιανικής “αγάπης προς αλλήλους “καθώς και της αναγνώρισης των συστηματικών σπουδών και γνώσεών του στην Φιλολογία, στην Θεολογία, στην Ιστορία, στην Βυζαντiνολογία, στην Κοινωνιολογία, στην Ψυχολογία , στην Μυστικολογία, στην Υπερβατολογία, στην Επουρανιολογία, στην Αγιολογία, στην Πατερολογία, στην Αποφθεγματολογία, στον Ελληνα τρόπο κλπ. κλπ.

Από σήμερα θα ασχοληθούμε συστηματικά , μεθοδικά και αποτελεσματικά με το sui generis εθνολογικό και κοινωνικοψυχολογικό φαινόμενο του ΝΟΥΛΙΣΜΟΥ στα πλαίσια ερευνών που άρχισαν ήδη προ 55 ετών γύρω από την νοοτροπία των Νοελλήνων.
Ο Νουλισμός θα αποτελέσει ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο. Είναι σκοπός μου, να αναβιβασθεί η λέξη ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ διεθνώς σε terminus technicus της Εθνολογίας και της Κοινωνιολογίας. Η μελέτη θα δημοσιευθεί τον επόμενο χρόνο σε πανεπιστήμια στο εξωτερικό.
Ανεξάρτητα από αυτό θα αναρτηθεί το τεμάχιο γώρω από το ΝΟΥΛΙΣΜΟ όπως και οι 12 (ίσως και περισσότερες) Νουλιάδες τις επόμενες εβδομάδες στο Μπλογκ μου.
Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι ο καθοριστικός μεθοδικός κανώνας.

Καθημερινή (4.9.16)

__________________________________

Panos Terz

  • Γενική και Εγκυκλοπαιδική
    Μόρφωση, Παιδεία (και γύρω από την «ευρυμάθεια» κάποιου εδώ στη σελίδα)

    Ευρυμάθεια κλπ. σύμφωνα με ποιά
    κριτήρια ; ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ευκαιρίας
    δοθείσης

    Γενική και Εγκυκλοπαιδική
    Μόρφωση, Παιδεία

    Πρόκειται για την γενική και
    εγκυκλοπαιδική μόρφωση και παιδεία ειδικά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

    Διατί είναι η εγκυκλοπαιδική μόρφωση αναγκαία ;

    Αναφέρουμε τους πιό σημαντικούς
    λόγους :

    α ) Διότι η εγκυκλοπαιδική
    μόρφωση είναι μία ιδιαίτερη μορφή του διανοητικού, πολιτισμικού και αισθητικού
    ηδονισμού. Μέσω της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης επιτυγχάνει ο άνθρωπος μίαν
    ισορροπημένη ζωή με χαρά και ευτυχία. Αυτό μπορεί να συμβεί και χωρίς
    οικονομική ευχέρεια και εξαρτήσεις από άλλους.

    β ) Η εγκυκλοπαιδική μόρφωση
    συμβάλλει στην δημιουργία μίας πολύπλευρης εξέλιξης της προσωπικότητας και έτσι
    μπορεί να αναβιβάσει την ακτινοβολία και το κοινωνικό της κύρος .

    γ ) Η αναγκαιότητα μίας τέτοιας
    ενασχόλησης απορρέει και από την διαπίστωση ενός εννοιολογικού χάους, το οποίο
    επικρατεί στην Ελλάδα ειδικά σε ό,τι αφορά την νεοελληνική γλώσσα. Εχουμε
    επανειλλημμένα διαπιστώσει , ότι ή δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι πειστικοί όροι ή
    τα λίγα που διαβάζουμε στα ελληνικά λεξικά είναι ανεπαρκή.

    Στα ΜΜΕ χρησιμοποιούνται έννοιες , όπως μόρφωση, γενική μόρφωση, κοινωνική
    μόρφωση , καλλιέργεια, παιδεία αλλά σπάνια εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Η ερμηνεία
    των όρων είναι ούτως ή άλλως ως επί το πλείστον άκρως υποκειμενική και μερικές
    φορές φτάνει στα όρια της σύγχισης και της λεκτικής απειθαρχίας και ασυδοσίας.

    δ ) Είχαμε την ευκαιρία να δούμε,
    ότι στην εποχή της Μεταπολίτευσης και πρωτίστως ύστερα από το 1981 με το ΠΑΣΟΚ
    και την επικράτηση ενός πρωτόγονου υλισμού στα πλαίσια της επίπλαστης
    ευδαιμονίας και ενός τριτοκοσμικού ηδονισμού και νεοπλουτισμού έχουν
    συστηματικά καταστραφεί σχεδόν σε όλα τα πεδία οι ισχύουσες αξίες. Εδώ
    ενδιαφέρουν οι πολιτιστικές και οι μορφωτικές αξίες. Η απόλυτη προτεραιότητα
    της υλιστικής ευδαιμονίας έχει παραγκωνίσει την μόρφωση και το χειρότερο από
    όλα και την παιδεία.

    Επί τη βάσει της κοινωνικής ισοπέδωσης και του μορφωτικού μηδενισμού ξαφνικά
    όλοι τα ήξεραν όλα. Ο γνωστός νεοελληνικός εξυπνακισμός έχει εξελιχθεί σε κύριο
    τρόπο ζωής. Η μόρφωση , η παιδεία και οι επιστήμονες έχουν απαξιωθεί. Έχουν
    αντικατασταθεί με ένα απίστευτα χαμηλό μορφωτικό επίπεδο , η γλώσσα έχει εν μέρει
    αλητοποιηθεί, πράγμα το οποίο ισχύει και για βουλευτές στα πλαίσια
    ημιπολιτισμένων αντιπαραθέσεων ακόμη και μέσα στην βουλή.

    ε ) Η Ελλάδα είναι εδώ και πολλά
    χρόνια μέλος της ΕΕ, αλλά ο Νεοέλληνας έμεινε εθνοκεντριστής ακόμη και όταν
    βρίσκεται στο εξωτερικό για πολλά χρόνια. Ο πολιτισμός, η λογοτεχνία, η
    μουσική, η ιστορία κοκ. των άλλων ευρωπαϊκών λαών δεν τον ενδιαφέρει ουδόλως. Η
    ελληνοκεντρική αυτοπεριχαράκωση τον κάνει τυφλό και ανίκανο να καταλάβει τους
    άλλους ευρωπαϊκούς λαούς με διαφορετικές νοοτροπίες. Σημειώνονται φυσικά και
    λίγες εξαιρέσεις.

    ζ ) Εν τω μεταξύ έχει επικρατήσει
    η παγκοσμιοποίηση ως ένα αντικειμενικό φαινόμενο και όχι σαν έργο “σκοτεινών”
    δυνάμεων . Σα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και μέσω του διαδικτύου λαμβάνουν
    χώραν κοσμοϊστορικές εξελίξεις, από τις οποίες απορρέει η αναγκαιότητα να
    ασχοληθούμε και με λαούς και πολιτισμούς άλλων ηπείρων. Ακόμη και για
    επαγγελματικούς λόγους είναι μία τέτοια ενασχόληση απαραίτητη και σημαντική.

    Τρίτον : Μόρφωση, “Κοινωνική
    μόρφωση”, Γενική μόρφωση, Εγκυκλοπαιδική μόρφωση, Παιδεία, Καλλιέργεια,
    Καλοκαγαθία, Εκπαίδευση

    1. Μόρφωση

    Είναι απίστευτο και όμως αληθινό,
    πόσο πενιχρά ερμηνεύεται αυτή η έννοια. Το ένα λεξικό την ερμηνεύει απλά ως διάπλαση
    (Ιδέ Λεξικόν Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Πρωίας, 2ος τόμος, σελ. 184 ), ενώ στο
    άλλο επαναλαμβάνεται πολύ επιπόλαια ο ορισμός της γερμανικής λέξης Bildung ( Ιδέ Γ. Μπαμπινιώτης, Ετυμολογικό Λεξικό
    της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, 2010, σελ. 875 ) σαν “σύνολο των παιδευτικών
    γνώσεων”. Ήδη στο παρελθόν το θεωρήσαμε απαραίτητο να ασχοληθούμε νηφάλια και
    εμπεριστατωμένα με τον κορυφαίο Νεοέλληνα γωσσολόγο ( Ιδέ στο Μπλογγ μου : “Μπαμπινιώτης, Διάλογος με το Ετυμολογικό
    Λεξικό ).

    Η κοινωνιολογική επιστήμη της
    Γερμανίας ερμηνεύει τον όρο Bildung ( Μόρφωση ) σαν “εξέλιξη του παιδιού και του νέου υπό το νόημα της
    ατομικής ικανότητας του πράττειν και της κοινωνικής αρμοδιότητας” στα μορφωτικά
    ιδρύματα. Οι πολιτικοί και οι νομοθέτες έχουν αναγνωρίσει την ορθότητα αυτού
    του ορισμού ( Ιδέ Lexikon der Soziologie, W.Fuchs-Heinritz et. alt., Opladen, 1985, S.103 ). Πέραν τούτου αναφέρεται η παλαιότερη παιδαγωγική παράδοση, σύμφωνα
    με την οποία πρόκειται για την καλλιέργεια των αξιών του ανθρωπισμού, για
    ιδεώδη και για έναν πολιτισμένο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς.

    Στον 19ο αι. έχει διατυπωθεί η έκφραση Bildungsbürgertum , η οποία σημαίνει την μορφωμένη αστική τάξη και δή την μεγαλοαστική καθώς
    και την ανώτερη μεσαία αστική τάξη. Η μόρφωση αφορούσε πρωτίστως το έντονο
    ενδιαφέρον για την λογoτεχνία
    και τον πολιτισμό ( κλασσική μουσική, όπερα, θέατρο ) και τους εκλεπτυσμένους
    τρόπους συμπεριφοράς. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε η αστική τάξη να ξεχωρίζει από
    τον απλό λαό, ο οποίος ενδιαφερόταν μάλλον για τα πρακτικά ζητήματα της ζωής
    και για τον λαϊκό πολιτισμό.

    Αυτή η ελίτ-έκφραση έχει
    εξαφανισθεί ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά εδώ και μερικά έτη έγινε
    βαθμιαία πάλι της μόδας. Σημείωνεται παραλλήλως και μία
    πολιτισμική και γλωσσική διαφοροποίηση . Έτσι δείχνει η αστική τάξη, ότι δεν
    ανήκει στον λαού που
    έχει την πλειοψηφία του ήδη αποβλακωθεί μέσω της τηλεοπτικής υποκουλτούρας (
    Ιδέ ιδιαιτέρως M. Jürgs, Seichtgebiete, Warum wir hemmungslos verblöden, München 2009 ). Τοιουτοτρόπως έχει δημιουργηθεί ένα κάπως
    επικίνδυνο κοινωνικοψυχολογικό και πολιτισμικό πρόβλημα.

    1. “Κοινωνική μόρφωση”

    Έχουμε διαπιστώσει, ότι αυτή η
    έκφραση χρησιμοποιείται πρωτίστως από αριστερούς και ιδιαιτέρως από οπαδούς του
    ΚΚΕ, οι οποίοι έχουν τελειώσει κάποτε μόνον το Δημοτικό και το πολύ το Γυμνάσιο
    και επομένως διαθέτουν πολύ περιορισμένες γνώσεις. Αυτό όμως το μειονέκτημα
    ισοφαρίζεται με έντονο ενδιαφέρον για κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα και με
    σποραδικές γνώσεις περί μαρξισμού-λενινισμού ή με την χρησιμοποίηση βαρύγδουπων
    εννοιών όπως π.χ. “νομοτέλεια” , “πλουτοκρατία” , “κεφάλαιο” , “υπεραξία”,
    “συμφέρον” κοκ.

    Εδώ πρόκειται για ένα μάλλον κοινωνικοψυχολογικό φαινόμενο του αυτοαναβιβασμού ως
    προσωπικότητα, η οποία θεωρεί τον εαυτό της πολύ πιό έξυπνο, καταρτισμένο και
    φυσικά ανώτερο από τους κοινωνικά “αμόρφωτους”, μεταξύ των οποίων υπάρχουν και
    πολλοί περιφρονητέοι “τενεκέδες’ καθηγητές λυκείου, ακόμη και πανεπιστημίου !
    Εάν αυτοί ήταν πιό σεμνοί, δεν θα υπήρχε λόγος να σχολιάσουμε εδώ την λίαν
    γελοία και ενοχλητική συμπεριφορά τους.

    Κατά την γνώμη μου είναι αυτό το παράξενο φαινόμενο μία ιδιαίτερη και μάλιστα
    μία αριστερή έκφανση του γνωστού νεοελληνικού υπερεξυπνακισμού, γιατί ο
    αριστερός εξυπνάκιας έχει εσαεί καπαρώσει την μοναδική και απόλυτη αλήθεια (
    Ιδέ στο Μπλογγ μου το άρθρο “Αριστερός ανορθολογισμός και εξυπνακισμός” ). Ο
    αριστερός εξυπνάκιας είναι καθ οδόν να “βάλλει στη θέση ” τους άλλους κατά την
    γνώμη του ανίδεους. Ήδη στην παιδική μου ηλικία μου έκανε εντύπωση , πως
    “κατατρόπωναν” λεκτικά οι “κοινωνικά μορφωμένοι” αριστεροί, μεταξύ τους και
    μερικοί που πήγαν στο σχολείο μόνον τρία χρόνια, τους “αμόρφωτους” δεξιούς.
    Αυτό το θέατρο του παραλόγου συνεχίζεται.

    3. Γενική μόρφωση

    Αυτή εστιάζεται πέραν της
    επαγγελματικής μόρφωσης, η οποία είναι αυτονοήτως μονοδιάστατη . Αυτό ισχύει
    και για απόφοιτους πανεπιστημίου καθώς και για πανεπιστημιακούς . Η γενική
    μόρφωση μπορεί να εκφράζεται στο γενικά ένδιαφέρον για πολιτικά, οικονομικά,
    πολιτιστικά ( μουσική,θέατρο, όπερα ) , ιστορικά, θεολογικά κλπ. θέματα. Το
    ενδιαφέρον πάλι είναι δυνατόν να περιορίζεται ως πηγή των πληροφοριών και
    γνώσεων στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες, σε ειδικά περιοδικά ή σε βιβλία. Αλλά και
    στη περίπτωση αυτή δέον να διαφοροποιούμε, εάν π.χ. πρόκειται για επιστημονικά
    ή επιστημονικά εκλαϊκευμένα ή δημοσιογραφικά βιβλία. Σημειώνεται, ότι
    δημοσιεύουν άρθρα, μελέτες και βιβλία όχι μόνον ειδικοί , αλλά και τσαρλατάνοι.
    Αυτό γίνεται πρωτίστως περί ιστορικών η μυθολογικών θεμάτων.

    Συμβαίνει επίσης, να ασχολείται
    κανείς επί χρόνια και εντατικά δίπλα στο επάγγελμά του με ζητήματα μίας άλλης
    επιστήμης, όπως π.χ. της Ιστορίας, της Κοινωνιολογίας, της Εθνολογίας, της
    Φιλοσοφίας της Θρησκείας , της Λογοτεχνίας, της Γλωσσολογίας ή της Ψυχολογίας.
    Πάντως η γενική μόρφωση δημιουργεί ιδανικές προϋποθέσεις για ουσιώδεις και πολιτισμένες
    συζητήσεις. Δεν επιτρέπεται όμως να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του λόγω των
    πολλών γνώσεων ανώτερο από τους συνανθρώπους του και να γίνει υπερόπτης. Ο κάθε άνθρωπος αποφασίζει, πιά στοιχεία της
    γενικής μόρφωσης προσδίδουν στην ζωή του πολιτιστική χροιά και αυξάνουν την
    ευδαιμονία του.

    Αντιθέτως οδηγεί η μονοδιάστατη επαγγελματική αυτοπεριχαράκωση σε πνευματική ,
    κοινωνική και πολιτιστική πτώχευση και τελικά σε συμπλέγματα κατωτερότητας.

    4. Παιδεία, Καλλιέργεια,
    Καλοκαγαθία

    Και σε αυτήν την περίπτωση, είναι
    οι πληροφορίες των ελληνικών λεξικών πολύ ρηχές και ανεπαρκείς. Το ένα λεξικό
    ορίζει την παιδεία ως πράξη και αποτέλεσμα της εκπαίδευσης ( Πρωίας, ibid., 2ος τόμος, σελ. 1814 ), στο άλλο
    γίνεται λόγος για “διαδικασία ανατροφής ενός παιδιού, τη διανοητική του
    καλλιέργεια ” ( Γ. Μπαμπινιώτης, ibid. , σελ. 1020 ).

    Και όμως λείπει η πολιτιστική και η ηθική ( ήθος ) διάσταση. Ακριβώς το ήθος
    είναι το κύριο περιεχόμενο της παιδείας, γιατί αυτό εκφράζεται μέσω κανόνων και
    ιδανικών σαν βάση υποκειμενικών σκοπών και εσωτερικών κριτηρίων ( Ιδέ Duden, Das große Fremdwörterbuch, Mannheim, Leipzig et alt., 2000, S.419 ).

    Ένα άλλο συστατικό στοιχείο της παιδείας έγκειται στους πολιτισμένους τρόπους
    συμπεριφοράς. Τοιουτοτρόπως συμπίπτει σχεδόν η παιδεία με την καλλιέργεια ενός
    ανθρώπου, η οποία σημαίνει κατά τον Κικέρωνα ( Cicero, Tusc.2,13 ) ηθικό εξευγενισμό του ανθρώπου ( Ιδέ K. Georges, Lateinisch-Deutsches Handwörterbuch, Leipzig, 1890, S. 640 ). Αυτό όμως θυμίζει την αρχαία ελληνική
    καλοκαγαθία ( των τρόπων ), η οποία εμπεριέχει τις ψυχικές αρετές ( Ιδέ Γ.
    Μπαμπινιώτης, Ibid., σελ. 618
    και Griechisch Deutsch, Verlag Enzyklopädie, Leipzig, 1989, S. 25).

    5. Εκπαίδευση

    Ενώ ο Γ. Μπαμπινιώτης (Ibid. , σελ. 42 ) γράφει απλούστατα
    εκπαίδευση, ανατροφή, είναι η ερμηνεία του Λεξικού της Πρωίας ( 1ος τόμος, σελ.
    866 ) πιό πειστική : “η δια της διδασκαλίας μόρφωση”, η προετοιμασία για
    επιτυχή ζωή. Το πρόβλημα έγκειται στο εάν αυτή η προετοιμασία δημιουργεί τις
    προϋποθέσεις για περαιτέρω αναβιβασμό της γενικής μόρφωσης, η οποία ύστερα από
    την φοίτηση στο Λυκείο για τους περισσότερους Νεοέλληνες περατώνεται μάλλον δια
    παντός και αντικαθίσταται ως επί το πλείστον με αμπελοφιλοσοφίες, πολιτικολογία
    στα καφενεία και με ασυνάρτητες υπερεθνικιστικές κορώνες. Σχεδόν το ίδιο συμβαίνει
    και με τους απόφοιτους πανεπιστημίου, οι οποίοι αυτονομάζονται επιστήμονες,
    κάτι το πρωτοφανές στην προηγμένη Ευρώπη. Ύστερα από τις σπουδές δεν διαβάζουν,
    εκτός από λίγες εξαιρέσεις, κανένα άλλο βιβλίο.

    6. Εγκυκλοπαιδική μόρφωση

    α ) Εθνική διάσταση

    Εχουμε διαπιστώσει πολλάκις, ότι
    μερικοί Νεοέλληνες αρκούνται στο να ξέρουν μερικά αποφθέγματα των αρχαίων
    Ελλήνων , τα οποία επαναλαμβάνουν για να κάνουνν επίδειξη γνώσεων περί του
    αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αυτό είναι παλιμπαιδισμός par excellence. Αλλά οι λιγότεροι έχουν πράγματι διαβάσει τα έργα των φιλόσοφων και έχουν
    διεισδύσει στην ουσία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

    Εκτός τούτου πρέπει ο μορφωμένος Νεοέλληνας να έχει διαβάσει τουλάχιστον τα
    έργα των νομπελιστών και διεθνώς γνωστών ποιητών Σεφέρη και Ελύτη καθώς και των
    ποιητών Καβάφη, Βάρναλη και Ρίτσο και του περίφημου συγγραφέα Καζαντζάκη. Ο
    αριστερός μορφωμένος πρέπει αυτονοήτως να έχει φυσικά διαβάσει όλα τα ποιήματα
    του Βέρναλη και του Ρίτσου.

    β ) Ευρωπαϊκή διάσταση

    Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    είναι όντως αυτονόητο να κατέχουμε γνώσεις περί της ιστορίας, της λογοτεχνίας,
    της εθνογένεσης, της παράδοσης και της θρησκείας των άλλων ευρωπαϊκών λαών και
    ιδιαιτέρως των σπουδαιότερων ( Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία). Οι
    μορφωμένοι Ευρωπαίοι έχουν φυσικά γνώση ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ των υπέροχων έργων των
    Ιταλών ( Dante, Petrarca, Moravia), Αγγλων (Shakespeare, Dickens ) και Γερμανών ( Goethe,
    Schiller, Lessing ) ποιητών των παρελθόντων αιώνων και των
    αξέχαστων μυθιστορημάτων των Γάλλων ( Balzac, Flaubert, Stendhal, Hugo, Zola, Dumas) και των Ρώσων συγγραφέων και ποιητών του 19ου αι. (Tolstoi, Dostojewski, Puschkin ). Είναι αυτονόητο για τους μορφωμένους Έλληνες , οι οποίοι ζουν πολλά έτη
    σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες να ασχοληθούν με τον πολιτισμο και την λογοτεχνία των
    συστηματικά.

    γ ) Παγκόσμια διάσταση

    Οποιος θέλει να κατανοήσει τους
    άλλους Κύκλους πολιτισμού ( Κονφουκιανικός Κύκλος Πολιτισμού, Ισλαμικός Κύκλος
    Πολιτισμού, Κύκλος Πολιτισμού του Ινδουϊσμού ), πρέπει να διαβάσει τουλάχιστον
    μερικά σημαντικά βιβλία του Κονφούκιου και του Λάο Τσε, το Κοράνιο των
    Μωαμεθανών, τις βάσεις του Βουδδισμού και τα διεθνώς περίφημα έπη της Ινδίας Ramayana και Mahabharata ( μάχα: μέγα ), τα οποία είναι ακόμη και σήμερα η
    καθοριστική βάση της μόρφωσης και της παιδείας των Ινδών. Είναι επίσης
    αυτονόητο, να διαβάσουμε τουλάχιστον τα έργα των νομπελίστων της λογοτεχνίας
    των ΗΠΑ και της Λατινικής Αμερικής. Η γνώση των ωραιότατων ποιημάτων του Neruda βοηθά πολύ να κατανοήσουμε καλύτερα τους
    Λατινοαμερικανούς.

    Οποιος έχει μια τέτοια
    εγκυκλοπαιδική μόρφωση δεν κάνει πεπαλαιομένη εθνοκεντρική ομφαλοσκόπηση και
    δεν γίνεται ούτε φθηνός υπερεθνικιστής ούτε γελοίος ρατσιστής. Τουναντίον
    σέβεται τους άλλους λαούς και πολιτισμούς επί τη βάσει του αμυντικού
    ουμανισμού.

  • Καθημερινή ( 4.9.16 )

Αρης Νούλης Νουλιάδα 11η

Νουλιάδα 11η

Προς έναν θρησκόληπτο
Ελληναρά

Είσαι η ενσάρκωση του λεκτικού
υπερπατριωτισμού και της ορθόδοξης
θρησκοληψίας καθώς και του μεσαιωνικού
θρησκευτικού σκοταδισμού.

Αυτά δεν κοστίζουν ούτε εργασία, ούτε
ιδρώτα, ούτε απαιτούν ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΟΡΓΑΝΟΤΙΚΟΤΗΤΑ,
ΜΕΘΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ,
ΕΞΥΠΝΟΤΗΤΑ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ και ΑΝΤΟΧΗ.

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Εμείς, οι επιτυχείς στο εξωτερικό και
ιδιαιτέρως οι επιστήμονες-πανεπιστημιακοί
έχουμε άλλες ΑΞΙΕΣ :

ατσαλένια ΒΟΥΛΗΣΗ,
σιδερένια ΑΥΤΟΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, γρανιτένια
ΑΝΤΟΧΗ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ από χρυσό,
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ από ασήμι και
παράφορον ΕΡΩΤΑ (όχι τον γελοίο
χριστιανικό) στην ΕΠΙΣΤΗΜΗ (ΕΡΓΑΣΙΑ).

Γι αυτό μας θεωρούν ανά τον κόσμο ως
γνήσιους απογόνους και τιμητές της
αρχαίας ελληνικής

(όχι αυτό το ξενόφερτο και άκρως γελοίο ρωμαίϊκης)
ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. Εμείς τιμούμε μέ επιτεύξεις το ελληνικό όνομα παντού και πάντα.

Μάλλον αμφιβάλλω , εάν καταλαβαίνεις
αυτήν την ΓΛΩΣΣΑ των πράξεων, των
επιτυχιών και των επιστημονικών
περγαμηνών.

Κaθημερινή (7.8.16)

______________________

Πληροφορία :
Στο Μλογκ μου εστιάζονται πολλά ήδη δημοσιευθέντα ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ μου συγγράμματα (Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Θεωρία, Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ των ΒΑΣΙΚΩΝ και ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ) στα Γερμανικά, στα Ισπανικά, στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ρωσικά, στα Πολωνικά και στα Ουγγρικά (Ακαδημία Επιστημών) καθώς και ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ γνωματεύσεις για τα Ηνωμένα Εθνη (όλα με πηγές που μπορεί ο καθείς νε ελέγξει) , για κυβερνήσεις και κράτη καθώς και για κοινοβούλια.
Περί των τελευταίων επιτεύξεων
μπορεί ο καθείς να διαβάσει τα επίσημα ντοκουμέντα (Dank- und Anerkennungsschreiben).
Τα επιστημονικά μου συγγράμματα στηρίζονται σε πηγές σε 12 (δώδεκα) γλώσσες. Και αυτό μπορεί να ελεγχθεί.
Αγνωστε με ψευδώνυμο, ποιό είναι το πρόβλημά σας ;

Μία ερώτηση : Πόσα , που και σε ποιές ξένες γλώσσες έχετε δημοσιεύσει επιστημονικά συγγράμματα και για πόσες κυβερνήσεις για πόσα κράτη και για ποιούς διεθνείς οργανισμούς έχετε συγγράψει ειδικές γνωματεύσεις ; Περιμένω απάντηση.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Προσθήκη στο προηγουμενο σχόλιο : Ακόμη τρία βιβλία βρίσκονται για μετάφραση και έκδοση σε ένα πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο : 1. Dimensionen der Völkerrechtswissenschaft…. 2. Gleichgesichtstheorie… 3.Menschenbilder… .
Εχω αναρτήσει το κείμενο στα Γερμανικά και των τριών βιβλίων στο Μπλογκ μου. Οι γερμανομαθείς μπορούν να διαβάσουν και τα τρία βιβλία.Ακόμη ένα έτοιμο βιβλίο (360 σελ.) πρόκειται να παραδοθεί στον εκδοτικό οίκο.
Παραχωρώ σε όλους τη δυνατότητα να ΕΛΕΓΞΟΥΝ τα γραφόμενά μου.

Καθημερινή (4.9.15)

 

 

Αρης Νούλης Νουλιάδα 10η

Νουλιάδα  10η

Μιλά συχνά και με υποκρικότατο πάθος περι το χριστιανικό «Αγαπάτε αλλήλους».

Αλλά η συμπεριφορά του είναι ακριβώς το αντίθετο :

Μάλλον  ”Συκοφάντισε τους άλλους” ή και “Πρόσβαλε τους άλλους” η και “Φθόνησε τους ανώτερους άλλους” ή και “Να λες ψέματα κατά άλλων” ή και “Να είσαι ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΟΤΑΤΟΣ” ή και “Να είσαι γλοιώδης” κλπ., κλπ.

Ολα αυτά είναι χριστιανικά και ειδικά πατερικά και σύμφωνα με τον “ελληνα τρόπο” των νοητικά, μορφωτικά και πολιτισμικά καθυστερημένων ΒΑΛΚΑΝΟΛΕΒΑΝΤΙΝΩΝ.
Κατόπιν θα εισέλθει στον παράδεισο.

Πρόκειται για μίαν άκρως μπασταρδεμένη και διεστραμμένη έκδοση του Νεοέλληνα.

Εκτός από αυτήν την ενσάρκωση της ΒΑΛΚΑΝΟΛΕΒΑΝΤΙΝΙΚΗΣ κουτοπονηριάς, της ψευτιάς και της υπουλότητας είναι όλοι οι άλλοι ψεύτες.

Εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια.

Καθημερινή 7.8.16

____________________________

  Panos Terz

Ο κ. X. Γιανναράς, Γενική Αντιπαράθεση με την προσέγγισή του σε διάφορα ζητήματα

  • Προοίμιο
    Αρθρα στην εφημερίδα δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν την ποιότητα ενός
    επιστημονικού συγγράμματος, γιατί η εφημερίδα έχει πρωτίστως το καθήκον
    να αναλύει προβλήματα και να ενημερώνει τους αναγνώστες έτσι, ώστε να
    γίνονται αυτά νοητά στον καθένα. Αυτό ισχύει σε γενικές γραμμές
    ανεξάρτητα από το εάν έχει ο αρθρογάφος την ικανότητα και τις γνώσεις να
    συγγράψει ένα ποιοτικά ανώτερο άρθρο.

    Είναι φαεινότερον του
    ηλίου, ότι ο κ. Γιανναράς, συγγραφέας πάνω από είκοσι επιστημονικών
    βιβλίων, είναι από κάθε άποψη σε θέση, να συγγράψει και διαφορετικά
    άρθρα από τα τωρινά. Γι αυτόν είναι ο τρόπος του γράφειν και γενικά τα
    άρθρα μία ιδιαίτερη μορφή και δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσης ως
    ανθρώπινο ον.

    Από το άλλο μέρος έχουμε τους αναγνώστες και
    χρήστες με διαφορετικές προϋποθέσεις σε μόρφωση και παιδεία, με συχνά
    αντίθετες ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις καθώς και με
    διαφορετικές επιθυμίες.

    Πάντως δεν είναι ανάγκη να είμαστε σύμφωνοι με τις απόψεις του κ. Γιανναρά. Εχουμε την δυνατότητα να
    κάνουμε άμεση ή έμμεση αντιπαράθεση, η οποία (έμμεση) δεν είναι τόσο
    διαδεδομένη στην Ελλάδα, όπου τουναντίον υπερτερούν ο συγκρουσιασμός και
    η ατάκα πολλές φορές με αγενέστατο τρόπο έναντι του αρθογράφου μας, ο
    οποίος δυστυχώς ποτέ δεν επεμβαίνει για να διευκρινίσει κάποιο πρόβλημα.
    Αυτονοήτως έχουμε την δυνατότητα να εφιστήσουμε την προσοχή του
    αρθρογράφου επί μερικών σημαντικών προβλημάτων, τα οποία μας
    απασχολούν.

    Μεθοδικά (τεχνικά) προβλήματα

    Τα άρθρα δεν αφορούν συνήθως

    ένα θέμα, αλλά πολλά θέματα, από τα οποία προκύπτουν προβλήματα και
    αδυναμίες της τεχνικής μεθοδικής προσέγγισης. Εδώ αναφέρουμε τα πιό
    σημαντικά :
    -Δεν διαπιστώνουμε μία λογική συνοχή μεταξύ των θεμάτων.
    -Δεν εφαρμόζεται ο κανώνας από το Γενικό στο Μερικό .
    -Σημειώνεται μία μεγάλη ρηχότητα. Δεν λαμβάνει χώραν ουδεμία εμβάθυνση.
    -Υπερτερεί η αόριστη ηθικολογία που γενικά είναι κάτι το ανέξοδο, ίσως και
    κουραστικό όπως και η συνεχής ατάκα καθώς και η αέναη μεμψιμοιρία.
    -Πρυτανεύει το απόλυτο πλατωνικό πνεύμα, όπως ήδη έχουμε προ δύο ετών μερικές φορές διαπιστώσει.
    -Η γενική θέαση είναι μάλλον σουρεαλιστική , τουλάχιστον μη ρεαλιστική.
    -Δεν προτείνεται ουδεμία λύση.

    Μεθοδολογικά προβλήματα (πιό σημαντικά)

    Στην ιστορία της παγκόσμιας επιστήμης ( π.χ. Geschichte des
    wissenschaftlichen Denkens im Altertum, Autorenkollektiv unter der
    Leitung von Fritz Jürss, Akademie der Wissenschaften , Berlin, 1982 ,
    Andre Pichot, La naissance de la science, Paris, 1991) υπήρχαν ευθύς εξ
    αρχής δύο βασικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, η υλιστική και η
    ιδεαλιστική.

    Σην αρχαία Ελλάδα ήταν οι σπουδαιότερη εκπρόσωποι
    αυτών προσεγγίσεων ο Δημόκριτος και ο Πλάτων, ενώ ο Αριστοτέλης έχει
    εμπεδώσει την κοινωνιολογική προσέγγιση, η οποία εμπεριέχει στοιχεία των
    προαναφερθέντων μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Μόνο ο υλισμός η μόνον ο
    ιδεαλισμός όντως δεν αρκούν να θεωρήσουμε και κατανοήσουμε τον κόσμο.

    Ο κ. Γιανναράς εφαρμόζει όμως αποκλειστικά την ιδεαλιστική Μεθοδολογία, η
    οποία δεν δύναται να παράσχει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε την
    κοινωνία και τον άνθρωπο και κατόπιν να εξεύρουμε δυνατότητες επίλυσης
    των υπαρχόντων προβλημάτων. Επομένως ο αρθρογάφος δεν είναι σε θέση
    να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις. Πολλοί έθεσαν πολλές φορές το
    θεμιτό ερώτημα «Δάσκαλε ποιά λύση προτείνεις» και ο Δάσκαλος τηρεί
    δυστυχώς σιγήν ιχθύος.

    Λόγω χώρου δεν είναι δυστυχώς εφικτό να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα. Λοιπόν οι κανόνες της Μεθοδολογίας:

    -Πολυσυνθετικότητα
    των φαινομένων : Τα φαινόμενα αναδεικνύουν πολυποίκιλες πτυχές. Γι αυτό
    δεν μπορεί η μεθοδολογική προσέγγιση να είναι αποκλειστικά ιδεαλιστική
    ή υλιστική.

    -Συστημικότητα(φιλοσοφική Θεωρία του Συστήματος) :
    Μεταξύ των στοιχείων η πτυχών σημειώνονται αλληλοεπιδράσεις και
    αλληλοεξαρτήσεις υπό το νόημα του κάθε ένα με κάθε άλλο. Με αυτόν τον
    τρόπο δημιουργείται επί τη βάση των
    χαρακτηριστικών ποιοτήτων όλων των στοιχείων ή πτυχών μία καινούρια,
    ανώτερη ποιότητα με μεγάλη δυναμικότητα.

    -Ιστορικότητα
    : Αξιολόγηση γεγονότων και ιδεών του παρελθόντος όχι με σημερινά
    κριτήρια, αλλά στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συνθηκών τους , οι οποίες
    δεν είναι αιώνιες. Επομένως δεν μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε σήμερα
    πολιτικά συστήματα του παρελθόντος (π.χ. κοινοκτημοσύνη) ή να έχουμε
    τον 21o αι. ως βαση του βίου μας κοσμοθεωρίες και εικόνες του
    ανθρώπου από την
    εποχή του Μεσαίωνα, όπως νομίζει συχνά ο αρθρογράφος.

    -Σχετικότητα : Τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά κλπ. φαινόμενα και οι
    ανταποκρινόμενες ιδέες δεν είναι απόλυτες. Π.χ. δεν έχουν απόλυτο
    χαρακτήρα η δημοκρατία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ισότητα κλπ. Το
    απόλυτο είναι σουρεαλιστικό και εξωπραγματικό και μπορεί να οδηγήσει σε
    μεγάλες καταστροφές π.χ. σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

    Ο κ. Γιανναράς αξιολογεί τα πάντα πολύ αρνητικά και απαισιόδοξα (π.χ. ύψιστη
    δυστυχία, μέγιστη διαφθορά, τελεία ολοσχερής καταστροφή των ηθικών
    αξιών). Επομένως πρέπει να έπεται και μία ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ λύση ;

    -Συγκριτικότητα
    : Η εφαρμογή αυτού του κανώνα βελτιώνει κατά πολύ την σωστή αξιολόγηση
    κοινωνικών , πολιτικών, οικονομικών και εθνικών φαινομένων και
    προβλημάτων. Ας συγκρίνουμε π.χ. τους μεγάλους μισθούς και τις
    αξιόλογες συντάξεις της Ελλάδας με τους πολύ χαμηλούς μισθούς και τις
    όντως ασήμαντες συντάξεις στην Βουλγαρία και στην Ρουμανία. Τα ελληνικά
    έσοδα είναι τουλάχιστον οχτώ φορές περισσότερα, αν και η Ελλάδα δεν
    έχει να αναδείξει μίαν οχταπλάσια οικονομική βάση σε σύγκριση με τις
    προαναφερθείσες χώρες. Τα έσοδα των Ελλήνων στηρίζονται πρωτίστως στα
    δανεικά (και αγύριστα). Προ των γνωστών περικοπών των μισθών και των
    συντάξεων
    στην Ελλάδα είχαν οι Ελληνες σχεδόν τα ίδια έσοδα , ίσως και
    περισσότερα από τους πολίτες οικονομικά αναπτυγμένων χωρών. Η λύση
    αυτού του προβλήματος θα έχει για τους Ελληνες τραγικές συνέπειες και δη
    ανεξάρτητα από την ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση της εκάστοτε
    κυβέρνησης.

    -Ρεαλιστικότητα : Αντικατοπτρισμός και όχι τεθλασμένη
    αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας (Δημόκριτος, Θεωρία της
    αντανάκλασης ή του Αντικτοπτρισμού, Griechische Atomisten, Texte und
    Kommentare, F. Jürss /R. Müller/E.G.Schmidt (Edit, Leipzig 1977,
    S.!60-178, Sextus Empiricus, Gegen die Wissenschaftler
    7,137—Theophrastos, Über die Ursachen bei den Pflanzen 6,17,
    11–Theophrastos, Id., 6,1,2–Theophrastos, Über die Sinne 49-83 (236),
    εδώ και η λέξη ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ/–Aetios 4, 8,10 και εδώ η λέξη
    ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ//Aetios 4,13, 1, κασι εδώ η λέξη
    ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ–Hippokrates , 10. Brief κασι εδώ η λέξη
    ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ–Alexander von Aphrodisias, Kommentare zu
    Aristoteles,Über die Sinneswahrnehmung, S. 24, 14 ff., Wendland, και εδώ
    η λέξη ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΜΟΣ–Υπάρχουν ακόμη επτά πηγές , στις οποίες
    αναφέρεται expressis verbis η λέξη ΑΝΤΙΚΑΤΟΠ{ΤΡΙΣΜΟΣ).

    Γενικά : Η
    Δημοκριτική Θεωρία του ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΥ είναι μία από τις φιλοσοφικές
    βάσεις του Διαλεκτικού Υλισμού. Αλλο Δημόκριτος και άλλο ο μεγάλος
    αντίπαλός του Πλάτων. Αυτονοήτως δεν αναφέρονται εδώ οι “Αγιοι Πατέρες”.

    Δεν
    είναι ούτε λογικό ουτε σωστό να αντικατασταθεί η δυσάρεστη
    πραγματικότητα με ιδεοληψίες (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) ή με υπερπατριωτικές κορώνες
    (ΑΝΕΛ) ή με θρύλους και παραμύθια (Χ.Α.). Αλλά το κακό έγκειται εν μέρει
    και στον εθισμό μας σε σουρεαλισμό , αυτοβαυκαλισμό και εθνοκεντρική
    ομφαλοσκόπηση, γιατί δεν κατέχουμε ως έθνος το “γνῶθι σεαυτόν”.

    -Διαφοροποίηση
    : Αυτή τίθεται εναντίον των ανεύθυνων γενικεύσεων. Απέτυχε το ελληνικό
    έθνος πράγματι τόσο πολύ που υπάρχει κίνδυνος αφανισμού του Ελληνισμού,
    όπως οι συνωμοσιολόγοι και οι κινδυνολόγοι Ελληναραδες ισχυρίζονται ;
    Είναι όλοι οι Ελληνες πολιτικοί διεφθαρμένοι, κλέφτες και ανίκανοι; Δεν
    σημειώνεται στην πατρίδα μας απολύτως τίποτε το θετικό ;
    Δεν υπάρχουν επιτυχείς Ελληνες επιχειρηματίες ; Πρέπει λοιπόν να
    διαφοροποιούμε και να επισημάνουμε και θετικές εξελίξεις που αναμφιβόλως
    υπάρχουν. Αλλά ο αξιότιμος κ. Γιανναράς παραβιάζει σχεδόν σε κάθε
    άρθρο του αυτόν τον κανώνα.

    Σημειώνονται
    και άλλοι κανώνες της Γενικής Μεθοδολογίας των βασικών και
    προγνωστικών επιστημονικών (κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών,
    νομικών, ιστορικών και παρόμοιων ) ερευνών.

    Καθημερινή (4.9.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 9η

Νουλιάδα 9η

Σημειώνονται οι εξής κατηγορίες  προσωπικού αυνανισμού του Αρη Νούλη :

ψευτοπατριωτικός,

ψευτοχριστιανικός, ψευτοηθικός,
ψευτοπολιτισμικός,

ψευτομορφωτικός , ψευτοφιλοσοφικός, ψευτοθεολογικός,

ψευτογλωσσολογικός, ψευτοφιλολογικός και
πρωτίστως ΨΕΥΤΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ.

Εν ολίγοις : ψέματα εδώ, ψέματα εκεί ,
ψέματα παραπέρα,
ψέματα χθες,
ψέματα σήμερα και

ψέματα φυσικά και στο μέλλον.

Το ψέμα είναι καθοριστικό συστατικό στοιχείο του εθνοψυχολογικού φαινομένου  sui generis ΝΟΥΛΙΣΜΟΥ.

Και όμως, αυτός ο  a priori ψεύτης έχει αποκαλέσει  πέντε συσχολιαστές στην Καθημερινή ως ψεύτες ! Ας υποσημάνουμε, ότι όλοι αυτοί είναι επιστήμονες του απόδημου Ελληνισμού.

Καθημερινή (7.8.16)

____________________________________________

Ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς, Φιλόσοφος και Θεολόγος ασχολείται
ως επιφυλλιδογράφος της Καθημερινής με κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά
προβλήματα μεν , αλλά διαπιστώνουμε μεγάλες ανεπάρκειες.

Δεν εκφράζουμε τη γνώμη μας επί του φιλοσοφικού και θεολογικού έργου του κ. Γιανναρά, αλλά αποκλειστικά επί των θιγομένων πολιτικών και κοινωνικών
θεμάτων, τα οποία όμως προϋποθέτουν επιστημονικές σπουδές και γνώσεις
της Πολιτολογίας , της Θεωρίας των διεθνών σχέσεων, της Ιστορίας, των
Οικονομικών επιστημών, της Κοινωνιολογίας καθώς και της ανάλογης
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ.
Αλλοι τα έχουν αυτά σπουδάσει και εν μέρει ΔΙΔΑΞΕΙ !

Σε ό,τι αφορά την Φιλοσοφία υπάρχουν διεθνώς όχι μόνον η “Φιλοσοφία καθ
ευτού”, αλλά ήδη και η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, η ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (ύστερα απο1991 ιδιαίτερη έδρα στο Πανεπιστήμιό μας ) , η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ του ΔΙΚΑΙΟΥ καθώς και ειδικά η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΑΚΑΙΟΥ.

Αμφιβάλλω, αν αυτές οι εξελίξεις είναι στην Ελλάδα γνωστές.

Η Θεολογία είναι ούτως ή άλλως τελείως ανεπαρκής ως βάση αξιολόγησης
συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών και οκονομικών φαινομένων. Το μόνο
αποτέλεμα είναι μία βαρετή γενικολογική ηθικολογία, η οποία είναι
ανέξοδη και εύκολη.

Η “Φιλοσοφία καθ εαυτού” οδηγεί επίσης σε
αοριστολογίες και γενικολογίες ή το χειρότερο σε παράλογα συμπεράσματα
(π.χ. τα παραδείγματα με τον Πούτιν ,τον Ενρντογκάν και κυρίως με την
εξιδανίκευση του ανίκανου και λαοπλάνου Τσίπρα).

Καθημερινή (25.12.15), (4.9.16)

 

Αρης Νούλης Νουλιάδα 8η

Νουλιάδα, 8η

Δεν ασχολούμαι πλέον με διεστραμμένους συκοφάντες και ψυχασθενή και φρενοβλαβή υποκείμενα, με παλιμπαιδιστές αποφθεγματολόγους , με υπερυποκριτές και γλοιώδεις ψευτοχριστιανούς και φαντασιακούς υπερπατριώτες, με σκοταδιστές και μεσαιονολάγνους που δεν έχουν σπουδάσει τίποτα και παριστάνουν  σύμφωνα με βαλκανολεβαντίνικα κριτήρια τον μορφωμένο και πολιτισμένο.

Χαιρετίσμαστα από τις επτά (7) ΝΟΥΛΙΑΔΕΣ που έχουν όλες δημοσιευθεί στην Καθημερινή και κατόπιν έχουν αναρτηθεί στο Μπλογκ μου ) . Οποιος θέλει μπορεί να διαβάσει μερικές από αυτές στο ιντερνέτ κάτω από το όνομά σου.

Ετοιμάζεται συστηματικά (ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΘΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΤΟΧΗ, ΕΠΙΜΟΝΗ, ΥΠΟΜΟΝΗ ) η κοινωνιολογική και εθνολογική μελέτη με τον τίτλο “ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ, ένα ενδιαφέρον βαλκανολεβαντίνικο κοινωνιολογικό και εθνολογικό φαινόμενο”.

Σκοπός είναι να γίνει ο όρος ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ γνωστός στην διεθνή κοινωνιολογία. Φυσικά θα δημοσιευθεί και σε άλλες γλώσσες. Voila και τέλος.

Καθημερινή (24.7.16)

__________________________________

Πολιτισμένος Ανθρωπος

Στα παρελθόντα χρόνια είχα πολλές φορές
συζητήσεις με Έλληνες, με άλλους Ευρωπαίους καθώς και με μορφωμένους
ανθρώπους από άλλους Κύκλους Πολιτισμού, π.χ. του Ισλαμικού, του
Κονφουκιανικού και του Ινδουϊστικού. Οι αντιλήψεις περί του πολιτισμένου
ανθρώπου ήταν πολύ διαφορετικές, μόνο σε ένα σημείο , στην ευγενική
συμπεριφορά, υπήρχε μία βασική ομοφωνία.

Η Εικόνα του Ανθρώπου με
τα συστατικά στοιχεία της, όπως π.χ. το άτομο, ο πολίτης , τα ανθρώπινα
δικαιώματα κοκ. δεν παίζει στους μη Ευρωπαίους ουδένα ρόλο.
Αλλά ποιά να είναι άραγε τα καθοριστικά στοιχεία ενός πολιτισμένου Ευρωπαίου ,
υποτιθέσθω ότι και εμείς οι σημερινοί Έλληνες ανήκουμε πολιτιστικά στην
Ευρώπη και γενικότερα στον Δυτικό Κύκλο Πολιτισμου ;

Παρακάτω θα προσπαθήσω να επεξεργασθώ τα κύρια χαρακτηριστικά του.

1. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος είναι πρωτίστως ΑΤΟΜΟ, δηλαδή έχει δική του
βούληση, ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτονομία ( αυτεξουσία ),
αυτοπεποίθηση, εγκράτεια, φιλοπονία, φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία,
σεμνότητα και ιδιαιτέρως κοινωνική συνείδηση, η οποία σημαίνει ότι
σέβεται την αξιοπρέπεια των συναθρώπων του, σκέπτεται το συμφέρον του
κοινωνικού συνόλου, δεν είναι ατομικιστής και εγωϊστής και σέβεται τους
γενικά αναγνωρισμένους πολιτισμένους κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς.

2. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος πρέπει να είναι Πολίτης με τα εξής κύρια
χαρακτηριστικά : αναγνώριση της αλλλοσύνδεσης των δικαιωμάτων και των
υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και στους συμπολίτες, έχει νομική
συνείδηση , δηλαδή σέβεται τους νόμους και εκτός τούτου έχει φορολογική
συνείδηση που θα πει ότι πληρώνει κανονικά και εκουσίως τους φόρους,
χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κοινωνικό κράτος.

3. Πρέπει να έχει μόρφωση και παιδεία και να ενδιαφέρεται για τις καλές τέχνες και την μουσική.

Διευκρίνιση :

Τα αναφερθέντα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα προϋποθέτουν την
ύπαρξη ενός κράτους, το οποίο δημιουργεί και προωθεί τον Πολιτισμένο
Ανθρωπο.
Διερωτιέται όμως κανείς, αν κάτι τέτοιο είναι στην Ελλάδα
αυτονόητο, γιατί αυτή , όπως λένε και Έλληνες επιστήμονες και διανοητές
δεν έχει ακόμη πλήρως την ποιότητα ενός ευρωπαϊκού κράτους, αν και
ιστορικά και γεωγραφικά ούτως η άλλως, ανήκει στην Ευρώπη. Δημοσιευθέν
στον ηλεκτρονικό τύπο (2012), Καθημερινή (4.9.16)

_________________________________________

Αυτό το φαινόμενο είναι στην Ελλάδα διαδεδομένο.
Εκφράζει ανεπάρκεια πραγματικού πολιτισμού και σύγχρονης παιδείας. Η λεκτική “αγάπη προς αλλήλους” έχει παραγκωνίσει τελείως την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ (dignitas ), η οποία είναι χριστιανικής προέλευσης και αποτελεί την γενική βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .
Στην περίπτωσή μας σημειώνονται και άλλα ψυχολογικά προβλήματα.

Πάντως προχθές έχω ανακοινώσει στον κ. Αρχισυντάκτη, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν είμαι περαιτέρω διατεθειμένος να συνεχίσω την ανάρτηση σχόλιων στην Καθημερινή. Δυστυχώς δεν έχει το κείμενο δημοσιευθεί.

Καθημερινή (4.9.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 7η

Νουλιάδα 7η

Αθλια προσβολή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, της βάσης επίσης και του νεοελληνικού πολιτισμού , γιατί αναφέρεται ένα εβραϊκό παραμύθι.

Τί σχέση έχει βρε αδιάντροπε και αγράμματε άνθρωπε του βαθειού Μεσαίωνα ο “Ελλην Τρόπος” με τον εβραιο-χριστιανικό σταυρό ; Ο σταυρός ήταν εκτός τούτου γνωστός ήδη στους αρχαίους Αιγυπτίους.

Ε τότε θα έπρεπε και όλοι οι άλλοι χριστιανικοί λαοί των τριών δογμάτων να περιορίσουν την ταυτότητά των στον σταυρό ;

Αυτά παθαίνεις, γιατί δεν έχεις σπουδάσει τίποτα και επομένως δεν είσαι σε θέση να σκεφθείς ΛΟΓΙΚΑ και πέραν τούτου είσαι στην ουσία ένας φανατισμένος υπερπατριώτης (Ελληναράς) του γλυκού νερού και η ενσάρκωση της γλοιώδους ψευτοχριστιανικής υποκρισίας.

Καθημερινη (7.3.16)

———————————————————–

Σταυρός, αρχαιότατο και οικουμενικό σύμβολο

ΟΙ ειδικοί ιστορικοί έχουν προ δεκαετιών αποδείξει, ότι ο σταυρός ανήκει στα πιο οικουμενικά και πιο αρχαία σύμβολα της ανθρωπότητας. Π. χ. στην Κύπρο ήδη 2500 π.χ. , στην Ασσυρία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα ακόμη και στο αρχαίο Μεχικό ( “Codex Fejervary-Mayer”).

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ (από την Βιβλιοθήκη μου) :
-Knaurs Lexikon der Symbole, v. Hans Biedermann, , ISBN 3-89996-252-4, München, 2004, S. 248-252.
-Lexikon der Symbole, v. Udo Becker, ISBN 3-89836-219-1, Köln, 1992, S.154-156.

Καθημερινή ( 6.3.16)

———————————————————-

Εχεις αποβλακωθεί, όπως φαίνεται, τελείως με τα κείμενα των “Αγίων Πατέρων”. που αμφιβάλλω , αν τα καταλαβαίνεις χωρίς συστηματικές σπουδές στην Φιλοσοφία και ειδικά στην φιλοσοφική ΜΕΘΟΔΟ.

Hegel: “Aus einer gebratenen Katze wird keine Hasenpastete” : “Από μία ψημένη γάτα δεν γίνεται παστίτσιο λαγού”.
Λοιπόν, από έναν εμποράκο ξυλείας δεν γίνεται ένας φιλόσοφος. Καθημερινή (6.3.16)

_____________________________________

Panos Terz προς Andreas Constantinides

Μάλλον έκλεψαν την ΗΘΙΚΗ ουσία αυτού του κινήματος, το οποίο έχει ως φιλοσοφία της ζωής επικρατήσει σε όλο το Imperium Romanum προ δύο χιλιάδων ετών.
Βλέπε λεπτομερειακά παρακάτω :

Αγάπη προς Αλλήλους, Ελληνες Στωϊκοί

Συνήθως αναφέρεται η αγάπη προς αλλήλους σαν μία αρχή της χριστιανικής ηθικής σε συνδυασμό με την πεποίθηση, ότι μόνον η χριστιανική θρησκεία γνωρίζει αυτήν την όντως υψίστη ηθική αρχή.
Σκοπός του παρόντος σχόλιου είναι να αποδείξει, ότι αυτή είναι γνωστή και έξω από τον χριστιανικό αστερισμό.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και τις πολλαπλές πηγές
βασίζεται το σχόλιο σε ένα ήδη υπάρχον δικό μου κείμενο περίπου 350 σελίδων περί αυτού και παρομοίων θεμάτων , το οποίο μεταφράζεται από τα Γερμανικά στα Ισπανικά και εν μέρει και στα Αγγλικά και πρόκειται να εκδοθεί σαν βιβλίο από ένα ειδικό πανεπιστήμιο του Βατικανού με δικά του έξοδα.

Οι φιλόσοφοι ήταν οι πρώτοι, οι οποίοι έχουν κηρύξει με ιδιαίτερο τρόπο τη αγάπη μεταξύ των ανθρώπων και ιδιαιτέρως των καταδυναστευμένων και των πτωχών , δηλαδή αγάπη μεταξύ των μελών των απλών κοινωνικών στρωμάτων, αν και αφετηρία της ανθρωποαντίληψης ήταν το γεγονός, ότι
όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Για αυτόν τον λόγο πρέπει να ασκηθεί μεταξύ τους φιλανθρωπία και αγάπη χωρίς αντίτιμο.

Eνας από τους πιό σπουδαίους εκπροσώπους της „Τρίτης γενεάς“, της „Ρωμαϊκής“ Στωάς, ο Ρωμαίος φιλόσοφος Lucius
Annaeus Seneca, έχει εξελίξει στις “Επιστολές περί της διδασκαλίας των ηθών προς τον Lucilius“ με το γνωστό του απόφθεγμα „Homo
res sacra homini“ ( „Ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο ένα ιερόν
πράγμα“) την αντίληψη περί της αγάπης. Αυτό επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες.
α ) Ο άνθρωπος ως αδελφός του ανθρώπου είναι κάτι το ιερόν
και επομένως απαραβίαστος.
β ) Ο άνθρωπος είναι υπό την ιδιότητά του ως
δημιούργημα του θεού ιερός και επομένως αξιοσέβαστος.
γ ) Ο άνθρωπος είναι επίσης κάτι το θεϊκό (πανθεϊστική ερμηνεία).
δ ) Το απόφθεγμα αφορά κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση , π.χ. ακόμη και ένα σκλάβο και από την εθνική προέλευση. Επομένως διακατεχεται η άποψη του Seneca από το πνεύμα του γενικού και πανθρώπινου ουμανισμού.

Δημοσιευθέν συχνά στην ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής. Τελευταία φορά : Καθημερινή  (4.9.16)

 

Αρης Νούλης Νουλιάδα 6η

Νουλιάδα 6η

Από ψυχολογική άποψη σημειώνεται ένα λίαν ενδιαφέρον φαινόμενο. Οσο περνούν οι μέρες, τόσο μικραίνει η απόσταση προς στο φρενοκομείο.

Δεν μπορούσα να φαντασθώ, πως θα καταρρεύσεις τόσο σύντομα.
Πάρα λίγο θα λησμονούσα τις υπέροχες Νουλιάδες (όλες ήδη δημοσιευθείσες στην Καθημερινή) και την εθνολογική , κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη ΝΟΥΛΙΣΜΟΣ. Θα σου στήσω στην κοινωνιολογική επιστήμη έναν ανδριάντα δια παντός.

Σε έχω προειδοποιήσει ήδη προ τριων ετών :
Είμαι ΠΑΝΘΕΙΣΤΗΣ και υπέρμαχος του ΑΜΥΝΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ, του οποίου καθοριστική βάση είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια επί της βάση της ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ και όχι το άκρως ουτοπικό “Αγαπάτε αλλήλους… ”

Οι ύψιστες ΗΘΙΚΕΣ αξίες μου είναι οι εξής : ατσαλένια θέληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένεια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και έρωτας προς στην Εργασία (Σοφία συν ΕΠΙΣΤΗΜΗ).

Τώρα δεν είναι πλέον ανάγκη να σε “στολίζω”. Το κάνεις μόνος σου.
Απο εδώ και πέρα είσαι για εμέ ένα ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ.  Καλόν ύπνο.

Καθημερινή (6.3.16)

—————————————————-

Σπουδές και σταδιοδρομία στη Λειψία

Λειψία, πολύτιμες πληροφορίες

Ζω στην  Λειψία ακριβώς 55 έτη. Εδώ   σπούδασα και  πραγματοποίησα την ανώτερη επιστημονική σταδιοδρομία ( Ιδέ λεπτομέρειες  στο Βιογραφικό μου στα Ελληνικά  στον  Ιστότοπο μου ) .

Το Πανεπιστήμιό μας με ιστορία 600 ετών έβγαλε  πέντε Νομπελίστες  στην φυσική, ιατρική και χημεία.
Ακόμη περίπου 30 κατοπινοί Νομπελίστες σπούδασαν εν μέρει εδώ. Η Γερμανία έχει έως τώρα 86 Νομπελίστες. Το Πανεπιστήμιο ήταν το κέντρο της ατομικής φυσικής έως τα 30χρονα. Εδώ σπούδασαν οι περισσότεροι επιστήμονες κατασκευαστές της ατομικής βόμβας. Επίσης στη Λειψία σπούδασε ατομική φυσική και  “πατέρας”της υδρογονικής βόμβας, ο Ουγγαροαμερικανοεβραίος Τέλερ.

Γενικά είναι το Πανεπιστήμιό της γνωστό σε όλην την Γερμανία για την αυστηρότητά του. Εδώ δεν «χαρίζουν κάστανα». Για να σταδιοδρομίσει  ένας ξένος σε τέτοιο  Πανεπιστήμιο, πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο φορές καλύτερος από τους Γερμανούς.

Εως τις αρχές του 20ου αι. ήταν η Λειψία το διεθνές κέντρο μουσικών σπουδών και ιδαιτέρως της εκπαίδευσης των σπουδαιότερων μουσικοσυνθετών της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό συνεχίζεται εν μέρει και τώρα.

Επίσης στην Λειψία υπήρχαν έως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επί δεκαετίες τα μεγαλύτερα και πιό σύγχρονα τυπογραφεία του κόσμου. Εδώ εκτυπώθηκαν τα πρώτα ελληνικά σχολικά βιβλία. Ακόμη και το Κοράνιο έχει εκτυπωθεί επί πολλά χρόνια για όλες τις ισλαμικές χώρες στην πόλη μας.

Επίσης στην Λειψία εστιάζεται η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας ( περίπου 25 εκατομμύρια βιβλία) που είναι μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Οταν μπήκα σε αυτόν τον ιερό ναό της γνώσης για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη 1960 μέσα και είδα τόσα βιβλία, κόντεψα να τρελλαθώ από την χαρά μου. Στα 70χρονα δεν πρόσεξα και με κλείδωσαν μίαν ολόκληρη νύχτα μέσα. Καλά που ήταν καλοκαίρι. Εκτός αυτού έχει η υπερπλούσια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη μίαν ιστορία ακριβώς 600 ετών. Εν ολίγοις έπεσα κυριολεκτικά σε άφθονο μέλι της αιωνίας γνώσης.

Η Λειψία είναι στην Ευρώπη γνωστή ως πόλη του πολιτισμού, ειδικά της κλασσικής μουσικής , του βιβλίου και της επιστήμης. Οι κάτοικοί της έχουν σε όλην την Γερμανία σε σύγκριση με τους Γερμανούς άλλων πόλεων το υψηλότερο πολιτισμικό και μορφωτικό επιπεδο ( Bildungsbürgertum). Μέσω της περίφημης Δεθνούς Εκθεσης της Λειψίας σε συνδιασμό  εδώ και αιώνες με τις επαφές με άλλους λαούς έχει διαμορφωθεί μία νοοτροπία, η οποία δεν έχει τίποτα το παραδοσιακό γερμανικό. Οι κάτοικοι είναι ανοιχτόκαρδοι, πολύ ευγενικοί και έχουν ζεστό χαρακτήρα.

Η Λειψία είναι πέραν τούτου περίφημη σε όλην την Γερμανία ως πόλη με τις ωραιότερες γυναίκες , ένα γερμανοσλαβικό κράμα , αλλά λόγω της Διεθνούς Εκθεσης εδώ και μερικούς αιώνες της Λειψίας έλαβαν χώραν και άλλα εθνοτικά κράματα. Οταν ύστερα από τις γνωστές αλλαγές ήρθαν Γερμανοί από άλλες περιοχές στην πόλη μας έχουν θαμβωθεί απο τη ομορφιά των
γυναικών. Πολλοί πήραν στα γρήγορα διαζύγιο με τις γυναίκες τους, παντρεύτηκαν εντόπιες και ζούν για πάντα εδώ.

Μάρτης  2016

Αρης Νούλης Νουλιάδα 5η

Νουλιάδα 5η

Απλούστατα : Διεστραμμένο και μπασταρδεμένο υποκείμενο βαλκανολεβαντίνικης κοπής :

βαλκανική είναι η υπουλότητα, η παμπονηριά και η αρρωστημένη τάση σε συκοφαντίες και ψέμματα, λεβαντίνικη είναι η ζήλεια, η τεμπελιά ,η μοχθηρια και ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ χειρίστου είδους.

Εγώ έγραψα κάπου, ότι ένας συγγενής μου θρησκόληπτος έχει ασχοληθεί σε όλη του τη ζωή με την Αποκάλυψη του Ιωάννη και κάποτε άρχισε να τα χάνει, αλλά εσύ διαστρεβλώνεις την πληροφορία και βγάζεις ανέντιμα και άνανδρα συμπεράσματα για όλο το σόϊ μου. Θα μπορούσα να σε βρίσω και στα ισπανικά, αλλά σέβομαι τις μητέρες.

Παρακαλώ τους υπεύθυνους να δημοσιεύσουν το παρόν σχόλιο, το οποίο είναι μόνον απάντηση στις διαρκείς συκοφαντίες φρενοβλαβών και ψυχασθενών υποκειμένων.

Καθημερινή (21.2.16)

—————————————

Οι Πανεπιστημιακοί μου κλάδοι

Καθηγητής Πανεπιστημίου, Λειψία, Universidad Santiago, Pontificia Universidad Βατικανό

Εδρα : Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο ( Θετικό ΔΔΔ, Θεωρία,Φιλοσοφία,Κοινωνιολογία και Μεθοδολογία του ΔΔΔ), Φιλοσοφία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, Γενική μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών και φουτουρολογικών ερευνών.
Το τελευταίο μόνον για την επιμόρφωση άλλων καθηγητών πανεπιστημίου.
Δημοσιευθέν στην Καθημερινή (2015)

Ιδέ εκτενώς στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Aυτοκληθέντες Εθναμύντορες

Δική μου εμπειρία ήδη στα τέλη των 40χρονων :

Οι αυτοκληθέντες εθναμύντορες (Ελληναράδες) είναι συχνότατα πατριδοκάπηλοι, ανέντιμοι , υποκριτές και βρώμικοι χαρακτήρες. Αυτό ισχύει και σε άλλες χώρες.

Θυμάμαι τον Βλάχο δάσκαλο του Δημοτικού που στην κατασκήνωση για φτωχά παιδιά έβγαζε πύρινους λόγους με “εθνικόν παλμόν” , μερικές φορές και με “δάκρυα” στα μάτια, αλλά τελικά έκανε υπεξαίρεση ενός μεγαλου χρηματικού ποσού, τον καθήρεσαν και φυλάκισαν.

Στα 50χρονα έχω βιώσει μίαν παρόμοια περίπτωση : “Εθνικόφρων” βουλευτής , κι αυτός Βλάχος, πάτησε δημόσιο χώρο, διοργάνωσε το όργωμα , έσπειρε στάρι , όλα με δημόσια έξοδα, είχε σχετικά μεγάλη σοδειά, κατόπιν πούλησε το στάρι και έβαλε όλο το ποσό στην τσέπη του.

Ηταν η εποχή που εμείς πεινούσαμε. Τέτοια βιώματα δεν ξεχνιώνται ποτέ, μα ποτέ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα γλοιώδη και βρώμικα ψευτοπατριωτικά ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ.

Καθημερινή (9.2.16)

______________________________________

Panos Terz  προς  vasilis

Μπράβο , ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ όχι χριστιανορθόδοξη στειρότητα και αιωνιότητα επί τη βάσει του “υπερβατικου”, της οκνηρίας και της πλύσης εγκεφάλου.
Η ορθοδοξία ξέρει μόνον την θεϊκή “δημιουργικότητα” σύμφωνα με τα εβραϊκά παραμύθια. Καθημερινή (4,9.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 4η

Νουλιάδα 4η

Γράφει εις το πνεύμα του “αγαπάτε αλλήλους” της “ελληνότροπης χριστιανικής παιδείας” (!!!) με μεγίστη σεμνότητα (στην ουσία ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ) και ταπεινοφροσύνη (στην ουσία ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ) και με αποφθεγμαικές “γνώσεις” κάποιος τσαρλατάνος sui generis βαλκανολεβαντίνικης κοπής με ψευτοχριστιανικό περιτύλιγμα που δεν έχει σπουδάσει Φιλοσοφία, Θεολογία, Λογοτεχνία, Ιστορία, Ψυχολογία, Κοινωνιολογία και βάλε και όμως παριστάνει τον ¨σοφό” μη έχοντας ουδεμία αυτογνωσία.

Εν κατακλείδι :

Γράφει ένας “χριστιανός” της κακιάς ώρας και υπερπατριώτης του γλυκού νερού, σύμφωνα με διεθνή, όχι με βαλκανονοβλάχικα κριτήρια, ένα ανεπαρκέστατα μορφωμένο και επιστημονικά ουχί καταρτισμένο άκρως γελοίο , αλλά ένα βαθειά κομπλεξικό, γενικά ψυχικά τεταραγμένο, κοινωνικά γλοιώδες και επαγγελματικά αποτυχημένο και διεστραμμένο ανθρωπάριο όπως συνήθως ως μία σκατ..μυγα και πρωτίστως ως μία πρωτοφανώς ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΗΣ ΟΧΙΑ που δημιουργεί εδώ και τέσσερα χρόνια ένα, όχι μόνον συγκρουσιακό , αλλά ένα σχεδόν εμφυλιοπολεμικό κλίμα.

Αν και ξέρει ότι ο συσχολιαστής κ. Χαραμής είναι 87 ετών , τολμά να προσβάλλει ακόμη και αυτόν με ΑΛΗΤΗΡΙΟ και αναιδέστατο τρόπο. Ο αδιάντροπος είναι όντως για δέσιμο.

Ο “Αγιος” Augustinus μας λέγει : Η υπερεπισήμανση της ηθικής και της ταπεινοφροσύνης είναι η μεγαλύτερη ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ.

Παρακαλώ τον αρμόδιο συντάκτη να δημοσιεύσει το σχόλιό μου.
Από εδώ και πέρα δεν είμαι διατεθειμένος πλέον να ασχολούμαι με φρενοβλαβείς και ψυχασθενείς “σχολιαστές” (είναι δύο).
Αμάν, τί πάθαμε .
Τελεία και παύλα.
Ευχαριστώ.

Καθημερινή (17.1.16)

__________________________________

Panos Terz προς vasilis

Τί να πει κανείς.
Του λείπουν οι στοιχειώδεις γνώσεις γύρω από τον ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ τρόπο σκέψης. Ούτε καν μπορεί να φαντασθεί, τί εστί πολιτισμένος επιστημονικός διάλογος.
Μα ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΠΟΥΔΑΣΕΙ ΤΙΠΟΤΑ.

Πρόκειται για συμπλεγματικά υποκείμενα που προσπαθούν να κάνουν επίδειξη ανύπαρκτων επιστημονικών γνώσεων στηριζόμενοι σε αποφθέγμαστα και σε μερικά κείμενα, τα οποία ούτε καν μπορούν να καταλάβουν.
Αυτό το δυσάρεστο φαινόμενο είναι πολύ διαδεδομένο στα ορθόδοξα Βαλκάνια καθώς και στις ισλαμικές χώρες.

Καθημερινή (4.9.126)

 

Αρης Νούλης Νουλιάδα 3η

Νουλιάδα 3η

Εάν εσύ είσαι η μέλισσα, είμαι εγώ ο Κονφούκιος.

Που έχει μείνει ω ενσάρκωση της βαλκανοβλάχικης κακίας, του βαλκανολεβαντίνικου φθόνου, της αφάνταστης υποκρισίας με “χριστιανικό” περιτύλιγμα και της αρρωστημένης ροπής σε επανειλλημμένη συκοφαντία η μέλισσα ; Μάλλον βλέπω μία σκατόμυγα, εν μέρει και μία δηλητηριώδη οχιά.

Πιστεύεις λιλιπούτειε, νηπήτιε, ουτιδανέ, γελοίε και αποτυχημένε , ότι μπορείς να με ταπεινώσεις μεταθέτοντάς με από το διεθνές περίφημο Πανεπιστήμιο της Λειψίας ( πέντε ΝOΜΠΕΛΙΣΤΕS στις φυσικές επιστήμες και άλλοι τριάντα Νομπελίστες που παράδωσαν εκεί μαθήματα) κάπου στη μακρινή Λατινική Αμερική ;

Οποιος θέλει μπορεί να διαβάσει τον Ιστότοπό μου  το βιογραφικό μου και να με αναζητήσει ( Panos Terz ) επίσης στο Ιντερνέτ. Δεν έχω ουδέν μυστικό. Να σε αναζητήσει και σένα.. Θα εκπλαγεί που δεν υπάρχει τίποτα.

Αλλά σε πόσους επιστημονικούς κλάδους έχεις σπουδάσει, πόσα πτυχεία και πόσα δοκτοράτα έχεις και πού είναι τα δικά σου επιστημονικά συγγράμματα και οι επιστημονικές γνωματεύσεις, σε πόσα πανεπιστήμια και σε πόσες χώρες έχεις παραδόσει επιστημονικές διαλέξεις, Ξέρεις , τι σημαίνουν οι όροι ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΓΝΩΣΗ ;

Και όμως τολμάς με απίστευτη βαλκανική θρασύτητα να προκαλείς και να προσβάλεις πανεπιστημιακούς του απόδημου Ελληνισμού που τιμούν όντως ΔΙΕΘΝΩΣ με το επιστημονικό έργο τους και όχι με παλιμπαιδιστικό ψευτοπατριωτισμό η με γλοιώδη ηθικολογία βυζαντινοφαναριώτικης προέλευσης το ελληνικό όνομα.

Το χειρότερο έγκειται στο ό,τι τολμάς με μεγίστη βλακανοβλάχικη υπουλότητα, θρασύτητα και με μέγιστο φθόνο ως έκφραση βαθειών συμπλεγμάτων κατωτερότητας να αμφισβητήσεις την ελληνική συνείδηση των συσχολιαστών που μερικές φορές γράφουν κάτι σε μιάν άλλη γλώσσα.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, hic et nunc (εδώ και τώρα).

Καθημερινή (10.1.16)

- ————————————————————-

Σπουδές στην Λειψία (πρώην Ανατολική Γερμανία)

Στην Ανατολική Γερμανία έχουν
σπουδάσει και πολλοί άλλοι. Ηταν ως επιστήμονες επιτυχέστατοι προ και ύστερα από την
Αλλαγή στην ενωμένη Γερμανία.

Μερικά παραδείγμαστα :

1. Πρώην φοιτητής και αργότερα
συνάδελφός μου έχει ύστερα από την ΑΛΛΑΓΗ αγορευθεί σε καθηγητή πανεπιστημίου
και κατόπιν έγινε και διεθυντής ενός μεγάλου ινστιτούτο στην Δυτική Γερμανία στην πόλη Bochum.

2. Ο πρώην υπεύθυνος του τμήματος
Λογικής και καθηγητής έμεινε στη θέση του και ύστερα από την Αλλαγή και έχει γίνει μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου επιστημονικών ερευνών σε όλην την Γερμανία
κλπ. κλπ.

3. Πρώην καθηγητής της Χημείας
έγινε ύστερα από την Αλλαγή για χρόνια πρύτανης του πανεπιστημίου μας.

4. Ο Πρέδρος της Γερμανίας Gauck (ΘΕΟΛΟΓΙΑ, κάθε πανεπιστήμιο είχε μία Θεολογικη σχολή) και η καγκελάριος Merkel (Φυσική με άριστα) σπούδασαν με μεγστη επιτυχία στην Ανατολική Γερμανία.

5. Εχω συγγράψει πολλές
επιστημονικές γμωματεύσεις για κυβερνήσεις ύστερα από την Αλλαγή (Ιδέ το ανάλογο παράρτημα με πηγές (πότε, τί, για ποιόν ) στο εκτενέστατο Βιογραφικό μου : «Wissenschaftliche Gutachten“) καθώς και την επίσημη αναγνώριση ύστερα από τη μεγάλη αλλαγή  (Ιδέ στο Μπλογκ μου  Dank- und Anerkennungsschreiben).

Κατά τα άλλα έχουν κατορθώσει να
αναλάβουν υψηλές θέσεις στην πολιτική της ενωμένης Γερμανίας ακόμη και πρώην αξιωματικοί της Στάζι (Staatssicherheit). Αυτά ανήκουν εδώ καθώς και στις άλλες πρώην «σοσιαλιστικές
« χώρες στο ΠΑΡΕΛΘΟΝ.

Προσθήκη : Τα πανεπιστημιακά διπλώματα όλων των αποφοίτων όλων των νομικών σχολών της Ανατολικής Γερμανίας έχουν ΕΠΙΣΗΜΑ αναγνωρισθεί !
Σήμερα ανήκουν αυτοί στην εύπορη μεσαία τάξη.

Καθημερινή ( 21.3.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 2η

Νουλιάδα 2η

Απάντηση σε κάποιον κοπρολόγο

Απαντώ σε ένα άτομο με τεράστιες ψυχικές ταραχές, με μεγάλα συμπλέγματα κατωτερότητας, με αφάνταστη ημιμάθεια ( δεν σπούδασε ουτε Φιλοσοφία, ούτε Φιλολογία, ούτε Γλωσσολογία, ούτε Θεολογία, ούτε Ιστορία, ούτε πολιτικές, ούτε κοινωνικές κλπ. επιστήμες, αλλά το παίζει “μορφωμένος” αποκλειστικά επί τη βάση γνωμικών και αποφθεγμάτων χωρίς να μπει στο νόημα της Φιλοσοφίας των αρχαίων ημών).

Απαντώ σε κάποιον παλιμπαιδιστή ξιτατολόγο, ουτιδανό και άσχετο σε επιστημονικά ζητήματα , σε ένα αρλεκίνο που ούτε καν ξέρει τί είναι ένα επιστημονικό σύγγραμμα, σε ένα τριτοκοσμικό και βαλκανοανατολίτικο λασπολόγο και λίαν υποκριτικό χριστιανό της κακιάς ώρας χωρίς παιδεία και ήθος.

1. Εχω αντιδράσει ήδη στο συκοφαντικό κείμενο του κ. Βασιλειάδη και τον παρακάλεσα να ξητήσει δημόσια (εδώ στην Καθημερινή) συγγνώμη για το ολέθριο ολίσθημά του . Περιμένω ακόμη. Ειδάλλως θα κάνω μήνυση στον οφθαλμίατρο της Θεσσαλονίκης.

2. Δεν υπάρχει μεταξύ του κ. Χαραμή και εμού ουδέν πρόβλημα.

3. Επαναλαμβάνομαι : Αμέσως ύστερα από την “Αλλαγή” του συστήματος έχουν εξετασθεί όλοι οι πανεπιστημιακοί εξονυχιστικά .Οποιος ήταν πράκτορας της Στάζι έχει αμέσως εκδιωχθεί από το εκάστοτε πανεπιστήμιο. Οποιος όμως ήταν καθαρός, έλαβε ένα ΕΠΙΣΗΜΟ ντοκουμέντο περί αυτού και του επέτρεψαν να συνεχίσει την επιστημονική εργασία του. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκα και εγώ.

Και κάτι το λίαν ενδιαφέρον : Ημουν ηγετικό μέλος μίας πανεπιστημιακής επιτροπής, η οποία έχει ασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα και μού έχει αναθέσει να επεξεργασθώ το σχέδιο του συγκεκριμένου νόμου γηια το υπεύθυνο υπουργείο! Voila. Περί αυτού υπάρχουν επίσημα ντοκουμέντα.

4. Είμαι γνωστός παγκοσμίως μέσω των συγγραμμάτων μου ιδιαιτέρως στο επιστημονικό περιοδικό ανωτάτου επιπέδου Archiv für Rechts und Sozialphilosophie (Archives for Philosophy of Law and Social Philosophy) , το οποίο εκδίδεται στην παράδοση των μεγάλων φιλοσόφων Kant και Hegel από την Διεθνή Εταιρία για την Φιλοσοφία του Δικαίου και της Κοινωνίας.

Είναι διεθνώς γνωστό, ότι όποιος κατόπιν λίαν τιμητικής πρόσκλησης καλείται να δημοσιεύσει σε αυτό το επιστημονικό περιοδικό τα αποτελέσματα αποκλειστικά πολυετών βασικών ερευνών, επιστημονικά αριστοκρατικοποιείται ( η έκφραση δεν είναι δικό μου δημιούργημα).
Πέραν τούτου υπάρχουν και άλλα συγγράμματα σε επιστημονικά περιοδικά διεθνούς περιωπής.

Αλλά ίσως το πιό σημαντικό να είναι το γεγονός , ότι από τα χέρια μου έχουν περάσει πάρα πολλοί μεταπτυχιακοί δικοί μου, οι οποίοι κατέχουν θέσεις κλειδιά στα πανεπιστήμια των χωρών του ( Ευρώπη, Ασία, Λατινική Αμερική, Αφρική, Αραβικές χώρες) και στον ΟΗΕ.

Για όλους αυτούς είμαι Ο ΕΛΛΗΝΑΣ πανεπιστημιακός. Τον Ελληνισμό, ιδιαιτέρως την επιστημονική κληρονομιά των αρχαίων ημών την τιμά κανείς διεθνώς με ΑΡΙΣΤΕΙΑ και όχι με μπούρδες και βλακείες νοητικά υποανάπτυκτων κι επιστημονικά ανύπαρκτων και γελοίων υποκειμένων.

Δημοσιευθέν στην Καθημερινή (29.8.14)

_________________________________

Συκοφάντης Βασιλειάδης, Ιατρός

Ο συκοφάντης έχει αντιδράσει σε μια κριτική που του έκανα λόγω ενός άκρως εθνικιστικού σχόλιο στο Βήμα. Διάβασε το βιογραφικό μου στο Μπλογκ μου και έβγαλε το συμπέρασμα, ότι είχα στην πρώην Ανατολική Γερμανία ανώτερη θέση και ίσως να ήμουν και συνεργάτης της Στάζι. Κατόπιν εξαφανίσθηκε και μόνον μια φορά με έβρισε λόγω ενός άρθρου στο Μπλογκ μου ως ανθέλληνα.

  • Ούτε τον γνωρίζω, ούτε αυτός με γνωρίζει. Προσπάθησα να διαπιστώσω πού μένει και τελικά βρήκα μεν μία διεύθυνση στην Θεσσαλονίκη και ανέθεσα σε έναν συγγενή μου δικηγόρο να ασχοληθεί με την υπόθεση αλλά και αυτός δεν μπορεσε να τον βρει, γιατί , όπως φαίνεται ο συκοφάντης ζει στην Γερμανία. Αν έχει μπέσα, ας διαβάσει τα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ (ντοκουμέντα είναι ντοκουμέντα) που έχω αναρτήσει στο Μλογκ μου που σε λίγο θα μπορεί ο καθείς να τα διαβάσει και στο Διαδίκτυο και να μας ανακοινώσει, από που ξέρει, ότι δήθεν ήμουν συνεργάτης της Σταζι.

Κατά τα άλλά το Μπλογκ μου εμπεριέχει αποκλειστικά μόνο διεθνώς και σε πολλές γλώσσες ήδη δημοσιευθείσες επιστημονικές μελέτες, εκλαϊκευμένα επιστημονικά άρθρα και στα Γερμανικά καθώς στα Ελληνικά σχετικά πολλά άρθρα . Αυτονοήτως αναφέρονται όλα με ΠΗΓΕΣ.
Dennoch bitte ich Sie erneut, die paar Dokoumente zu lesen und danach , hier Ihren Eindruck zu veröffentlichen. Vielen Dank.

Ακόμη μία παρατήρηση : Αυτό που συμβαίνει τώρα (άρχισε κανονικά προ πέντε ετών) εδώ στη σελίδα αποτελεί στην ουσία μία πολιτισμική αντιπαράθεση μεταξύ των Ελλήνων της ομογένειας ως εκπροσώπους του δυτικού τρόπου της ζωής και σκέψης (λογική, δυναμικότητα) και των εκπροσώπουν του βαλκανοανατολίτικου σουρεαλισμού και σκοταδισμού, γεμάτου με συμπλέγματα κατωτερότητας.

  • ———————————————————

Η Ελλάς μεταξύ του Φωτός και του σκοταδισμού

H Ελλαδα πρέπει ταχέως να αποφασίσει μεταξύ του Μεσαίωνα και της σύγχονης εποχής.
Αυτό όμως απαιτεί σκληρούς ιδεολογικούς και επιστημονικούς αγώνες μεταξύ των φορέων του ΦΩΤΟΣ της “επάρατης” Εσπερίας (ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ) και του άκρως καταστροφικού βαλκανοανατολίτικου ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΥ.

Καθημερινή (28.2.16)

—————————————————————–

Σπουδές μου
σύμφωνα με το ρητό «Γηράσκω αεί διδασκόμενος»

-Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο (Δ.Δ.Δ.), στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου.

- Bάσεις της Φιλοσοφίας, της Εθνικής Οικονομίας και Πολιτικές Επιστήμες , της πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής, Διδακτικής , Μεθοδικής/Μεθοδολογίας, Ψυχολογίας , της Κοινωνιολογίας και του Πανεπιστημιακού Managemant.

-Πέραν τούτου σπουδές στο Μαρξισμό-Λενινισμό, στην Μαρξιστική-Λενινιστική Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , στην Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού Κινήματος, στο Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, στην Θεωρία της Επανάστασης και στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα.

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολούμαι από το 1960 ερασιτεχνικά, αλκλά συστημαστικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με την Μεσολιθική και την Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας, απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών και από 1995 ερασιτεχνικά και συγκριτικά με τους διφθόγγους στις αρχαιότατες ινδοευρωπαϊκες γλώσσες (Χιττιτικά, Σανσκριτική, Αρχαία Ιρανικά, Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Λατινικά και Νεοκελτικά ).
Λόγω επιστημονικών σκοπών εκμάθηση πολλών ξένων γλωσσών.

Αυτά δεν πραγματοποιούνται ούτε με υπερεπαναστατικές εξυπνάδες αριστερόστρεφης κοπής, , ούτε με ανέξοδες υπερπατριωτικές κορώνες των Ελληναράδων, ούτε με στείρη αρχαιολατρεία, ούτε με γλοιώδη πατριδοκαπηλεία, ούτε με εμετική υποκριτική θρησκοληψία, αλλά επί τη βάση των εξής ΗΘΙΚΩΝ αξιών :

ατσαλένια βούληση, σιδερένια αυτοπειθαρχία, γρανιτένια αντοχή, υπομονή και επιμονή από χρυσό και παράφορος έρωτας προς την Σοφία -Επιστήμη.

Μόνον μέσω τέτοιων αξιών μπορεί να σωθεί η Ελλάδα και να εξελιχθεί σε μίαν πραγματικά ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ χώρα.

Ιδέ εκτενέστερα στον Ιστότοπό μου : http://panosterz.de

Καθημερινή (21.2.16)

_______________________________________________

 

 

Περί του Ελληνοκεντρισμού και άλλων Εθνοκεντρισμών

Ελληνοκεντρισμός ( Σινοκεντρισμός, Γαλλοκεντρισμός,
Γερμανοκεντρισμός, Σερβοκεντρισμός, Ρωσσοκεντρισμός)

1.Συγκριτική ερμηνεία , διαστάσεις του …..κεντρισμού

α) Εκφράζει εθνοκεντρισμό και ισχυρή, σχεδόν παθολογική ομφαλοσκόπηση καθώς και αυτοβαυκαλισμό.

β) Εκφράζει πρωτίστως μεγάλη πολιτισμική , μερικές φορές και φυλετική υπεραυτοεκτίμηση (Σινοκεντρισμος ,Γερμανοκεντρισμός υπό Χίτλερ), Ελληνοκεντρισμός (πρωτίστως οι Ελληναράδες, μύθοι περί του «περιουσίου λαού», περί της “ελληνικής μοναδικότητας”, περί “της ελληνικής ιδιαιτερότητας” και άλλα χαρίεντα).

ε) Ενδειξη υπερπατριωτισμού, εθνικής αλαζονείας ( Σινο…, Γαλλο…, Ελληνοκεντρισμός), εν μέρει και σωβινισμού ( Γαλλο…, πρώην Γερμανο…, Ελληνοκεντρισμός).

δ) Ενδειξη προσπάθειας ισοφαρίσματος συμπλεγμάτων κατωτερότητας ( πρώην Γερμανο…, Ρωσσο…, Ελληνοκενρισμός).

2. Συνέπειες

α) Αυτοπεριχαράκωση, αυτοαπομόνωση (Κίνα έως τις αρχές του 20ου αι.).

β) Από πολιτισμική άποψη μαζοχισμός και αυτοευνουχισμός (Κίνα, Γερμανία
έως τα μέσα του 19ου αι., Ρωσσία , έως τον Τσάρο Πέτρο).

γ) Πολυεπίπεδη,πολυδιάσταη και πολυμερής καθυστέρηση (Κίνα, Γερμανία, Ρωσία (όπως στο β).

δ) Καταστροφικές στρατιωτικές περιπέτειες ( Μικρασιατική καταστροφή, Γερμανία υπο Χίτλερ, Σερβία υπό Μιλόσεβιτς).

Καθημερινή (4.9.16)

Αρης Νούλης Νουλιάδα 1η

Νουλιάδα 1η

Τα δήθεν ψέματα και η πραγματική συκοφαντία

Σε ένα σχόλιο προ ενός έτους έχω αναφέρει το  γνωστό γνωμικό  του Ηρακλείτου «Τα πάντα ρεί». Ο κ. Νούλης, χρήστης της Καθημερινής, ήθελε  να του γνωστοποιήσω την πηγή. Του έχω ανακοινώσει την πηγή ( Simlikios , in Phys. 1313,8 f. =DK 65 A 3 ) , όπως την διάβασα  στο εξής βιβλίο : Die Vorsokratiker, Neu übersetzt und  herausgegeben  von Matthias Hackemann, Köln,2007, S.82 .

Ετσι αναφέρεται  το γνωμικό, αλλά στα επιστημονικά βιβλία με την προσθήκη, ότι αυτό ήδη στην αρχαιότητα έχει αποδοθεί στον Ηράκλειτο , γιατί αντανακλά την ουσία της διαλεκτικής του, αν κα αυτός δεν το έχει διατυπώσει με αυτόν τον τρόπο. Αυτό είναι γνωστό και επομένως  όταν αναφέρεται το ρητό, δεν είναι ανάγκη να τα εξηγήσουμε όλα αυτά.

Ο κ. Νούλης απάντησε σε ένα σχόλιο υβρίζοντάς με σαν ψεύτη , ή σαν κάποιο που λέγει «ψέματα, ψέματα, ψέματα» (πράγματι τρεις φορές).  Αυτό συνεχίζεται και εδώ προσβάλοντάς με πάλι σαν ψεύτη.

Φυσικά ήθελα να μάθω, ποιός είναι αυτός και τι έχει σπουδάσει. Υστερα από πολύ καιρό μου απάντησε, ότι κάποτε άρχισε να σπουδάζει Οικονομία στο Λονδίνο και ύστερα ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο. Δηλαδή δεν έχει σπουδάσει ούτε αρχαία ελληνική Φιλολογία, ούτε Γλωσσολογία,  ούτε Φιλοσοφία , ούτε Λογοτεχνία, ούτε Θεολογία, ούτε Πολιτολογία,  ούτε Κοινωνιολογία, ούτε Ιστορία. Αυτό είναι δική του υπόθεση μεν, αλλά είναι ενδιαφέρον να το διαπιστώσουμε.

Αλλά οι προσβολές  και οι συκοφαντίες πάνε παραπέρα γιατί γράφει εδώ στη σελίδα παρακάτω : «Από τότε που για να δικαιολογηθεί παρουσίασε ψευδή στοιχεία και μετά εξαφανίστηκε για κάποιο διάστημα για να παρουσιαστεί δίχως ντροπή και τσίπα». ! Στην περίοδο που «εξαφανίστηκα» , έχω παρατώσει  και παραδώσει στον εκδοτικό οίκο του πανεπιστημίου  σύμφωνα με χρονοδιαγραμμα ένα επιστημονικό σύγγραμμα, το οποίο θα εκδοθεί τον επόμενο μήνα.

Επισημαίνει όμως και κάτι άλλο : «εμφανέστατη είναι η αμάθειά του»! Αμάν .

Παρατηρήσεις :

α) Οι αξιότιμοι συσχολιαστές μπορούν να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα.

β) Πρέπει κανονικά να τον ευχαριστήσω, γιατί  με τη ασυνήθιστη συμπεριφορά του εμπλουτίζει το υλικό  που συλλέγω συστηματικά εδώ και μισόν αιώνα με την επιδίωξη να εκδόσω  στο μέλλον μία μελέτη περί της νεοελληνικής νοοτροπίας, με την οποία ασχολούμαι εντατικότητα ιδιαιτέρως εδώ και τρία χρόνια. Ενας από τους λόγους γιατί άρχισα προ τριών ετών να γράφω στον ελληνικό τύπο σχόλια  ήταν να γνωρίσω και με αυτόν τον τρόπο καλύτερα τη νεοελληνική νοτροπία και ταυτόχρονα να βελτιώσω τα νεοελληνικά μου, τα οποία έχω παραμελήσει στο παρελθόν.

γ) Πάντως  μου έγινε πιό εμφανές, γιατί αυτή η χώρα δεν προοδεύει.

Δημοσιευθέν ως σχόλιο στην Καθημερινή (22.8.14), ηλεκτρονική έκδοση.

_____________________________________________

Απάντηση και σύντομες παρατηρήσεις, γιατί έχω στην σελίδα του κ.Τάκη Θοδωρόπουλου (Καθημερινή) ήδη δημοσιεύσει ολόκληρη μελέτη.Διευκρίνιση : Το σχόλιο προορίζεται για κάθε ανεγκέφαλο και παλιμπαιδιστή ξιτατολόγο.

1. Η Deutsche Bibliothek ( Leipzig και Frankfurt/Main ) έχει έναν τεράστιο πλούτο βιβλίων, περίπου 28 εκατομμύρια. Μόνον στην Λειψία βρίσκονται περί του Ηράκλειτου (Η.) 241 βιβλία και κτός τούτου πολλές διδακτορικές διατριβές.

2. Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει αναφερθεί ο Ηράκλειτος παρεμπιπτόντως μόνον μερικές φορές. Στην Δύση ήταν αυτός έως τον 12 αι. άγνωστος. Τον έχει αναφέρει για πρώτη φορά ο φιλόσοφος Bernardus Silvestris. Από τον 13 αι. άρχισε η δυτική σχολαστικιστική φιλοσοφία να ενδιαφέρεται για τον Η.
Το 1808 έχει εκδώσει ο προτεστάντης φιλόσοφος και θεολόγος F. Schleiermacher ένα βιβλιαράκι υπό τον τίτλο «Herakleitos oder der Dunkle“(«Ηράκλειτος η ο Σκοτεινός») με 73 Fragmenta. To 1913 έχουν εκδώσει πάλι Γερμανοί ένα πολύτιμο βιβλίο με 117 Framenta (H.Diels/W.Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, Berlin ).
Το αποκορύφωμα της εκδοτικής δραστηριότητας είναι το βιβλίο του Γερμανοαμερικανοεβραίου C.Kahn, The Art and throught of Heraclitus, Cambridge, 1989.

3.Σαν πηγές αναφέρονται πρωτίστως οι “Πατέρες της Εκκλησίας” («Πατρίστες») Clemens της Αλεξάνδρειας και ο Ιππόλυτος της Ρώμης καθώς και ο Διογένης Λαέρτιος, ο Στρωβαίος, ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, ο Πλούταρχος και άλλοι.

4. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι της Ευρώπης, ακόμη και o Hegel και ο Heidegger έχουν ασχοληθεί με τον Η. Οι μαρξιστές φιλόσοφοι τον εκτιμούν σαν φιλόσοφο πρώτης κατηγορίας και μαζί με τον Δημόκριτο σαν εμπεδωτή της επιστημονικής σκέψης στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κατά την ταπεινή γνώμη μου ισχύει αυτή η αξιολόγηση αναμφιβόλως για τον Δημόκριτο, ο οποίος είναι ισάξιος με τον Αριστοτέλη.

5. Δεν σκοπεύουμε να αναφέρουμε τα γνωστότατα περί της αντίθεσης μεταξύ του αρχαίου »ειδωλολατρικού» πνεύματος , το οποίο στηρίζεται στον Λόγο (Ratio) από το ένα μέρος και της χριστιανικής καθώς και της ισλαμικής θρησκείας από το άλλο μέρος, οι οποίες βασίζονται στην πίστη και στον μυστικισμό. Εδώ πρόκειται για μία contradictio in adiecto (οξύμωρον) ,(Ιδέ μέσω της Ιστοσελίδας μου στο Μπλογγ τις εξείς μελέτες : «Επιστήμη vs Μυστικισμού, Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά», “Φιλοσοφία και Μεταφυσική, Διάλογος με Χρήστο Γιανναρά», «Πίστη, Μύθοι, Μεταμορφώσεις, Γνώση», »Ο Νταβούτογλου και οι Μωαμεθανοί Φιλόσοφοι»). Οι θεολόγοι και των δύο θρησκειών αγνόησαν τους υλιστές και τους κοινωνιολόγους φιλόσοφους.

Και οι δύο θρησκείες παρέμειναν στον μεσαιωνικό σκοταδισμό, ενώ η Δύση έχει εμπεδώσει επί τη βάσει του αρχαίου ελληνικού πνεύματος τον ορθολογισμό (ius rationis). Η προτεραιότητα της τυφλής πίστης έναντι του Λόγου ήταν και είναι η αιτία της κατάπτωσης ειδικά της χριστιανικής ορθοδοξίας και του Ισλάμ . Οι χώρες τους έχουν καθυστερήσει σε απελπιστικό βαθμό σε όλα τα επίπεδα.

6.Τα αποφθέγματα δεν δύνανται ουδόλως να αντικαταστήσουν μη υπάρχουσες συστηματικές φιλοσοφικές και γενικά πανεπιστημιακές σπουδές . Δεν μπορεί κανείς να παριστάνει με αποφθέγματα και επιπόλαιες γνώσεις τον φιλόσοφο, μια που εκτός τούτου δεν έχει ουδεμία ιδέα από την επιστημονική μεθοδολογία, η οποία είναι η conditio sine qua non ( τελίως απαραίτητη προϋπόθεση ) για την κατανόηση φιλοσοφικών και γενικά επιστημονικών κειμένων, εκτός εάν διακατέχεται από το ολέθριο «πνεύμα» του γελοίου νεοελληνικού υπερεξυπνακισμού.

Αλλά ακόμη και οι πανεπιστημιακές γνώσεις δεν σημαίνουν , ότι κάποιος αυτόματα είναι σε θέση να διεισδύσει στο punctum quaestionis ( πυρήνας του ζητήματος ) και εκτός τούτου να σκεφθεί φιλοσοφικά, λογικά, δημιουργικά και όχι παπαγαλιστικά.

7. Η χρησιμοποίηση αποφθεγμάτων οπωσδήποτε παρμένων από βιβλία συλλογών αποφθεγμάτων και παροιμιών είναι τόσο αντιεπιστημονική που στα πανεπιστήμια της προηγμένης Ευρώπης δεν επιτρέπεται σε επιστημονικά κείμενα αντί επιχειρημάτων.

Η μαζική χρησιμοποίηση αυτών είναι πέραν τούτου ένδειξη έλλειψης σοβαρών γνώσεων ,επιστημονικής σκέψης, μη επαρκώς εξελιγμένης διανοητικότητας και εκτός τούτου και ένδειξη παλιμπαιδισμού.

Πράγματι, όταν είμασταν στο Γυμνάσιο περίπου 15 ετών , προσπαθούσαμε να εντυπωσιάσουμε αδαείς ανθρώπους με αρχαία αποφθέγματα και πολλές γελοίες ελληνικούρες α λα Πολύδωρα και άλλους γραφικούς τύπους.

Δημοσιευθέν στην ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής ( 9. 1. 14 )

————————————————————————-

Ελλειψη κριτικής σκέψης, σοβαρά προβλήματα προσέγγισης
Σύμφωνα με το Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Πρωίας ( 1ος τόμος, σελ. 104 ) σημαίνει η λέξη ακρισία το εξής : « ιδιότης του ακρίτου, έλλειψις κρίσεως, ελαφρότης διανοητική, ανοησία».
Στην ουσία πρόκειται για την έλλειψη της «κριτικής σκέψης», η οποία είναι ένας Terminus technicus που σημαίνει ένας διεθνώς καθιερωμένος επιστημονικός όρος.
Επομένως αυτός πρέπει να είναι η αφετηρία και βάση μίας σοβαρής θέασης του ανάλογου φαινομένου. Αλλά χωρίς μία λογική προσέγγιση , η οποία εδώ σημαίνει μία μεθοδολογία ( διδασκαλία, επιστήμη, θεωρία περί των μεθόδων ) είναι η θέαση τελείως ανέφιγγτη ή εσφαλμένη. Θέτουμε λοιπόν τον όρο «κριτική σκέψη» στο επίκεντρο της ανάλυσης.

Η κριτική σκέψη είναι, μία πνευματική επίτευξη πρωτίστως των υλιστών Ιώνων φιλόσοφων, του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο πυρήνας της είναι η ικανότητα της αξιολόγησης διαφοροποιώντας μεταξύ δύο αντικειμένων ή φαινομένων (π. χ. „το κρίνειν το αληθές τε και μη», Theait. 150b3 ).

Οι μεγάλοι Γάλλοι εγκυλοπαιδιστές την ανακάλυψαν τον 18ο αι. ( „esprit critique“ και η κριτική σαν „Δικαστήριο της αλήθειας“). Την έχει επεξεργασθεί ο Γερμανός φιλόσοφος I.Kant και έχει φθάσει στο απόγειό της μέσω της θεωρίας του „Κριτικού ρεαλισμού“ της Σχολής της Φρανκφούρτης, της οποίας ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος στο παρόν είναι ο διεθνώς κορυφαίος κοινωνικός και πολιτικός Γερμανός φιλόσοφος Jürgen Habermas.

Η Ελλάδα δεν εβίωσε όμως τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό που σημαίνει ότι δεν γνωρίζει ούτε το κοινωνικά συνειδητό άτομο , ούτε τον κρατικά συνειδητό πολίτη και για το πνεύμα πολύ αρνητικό ούτε τον ορθολογισμό ( ius rationis : δίκαιο του ορθού λόγου), ο οποίος είναι η προϋπόθεση για την κριτική σκέψη και την κριτική αμφιβολία. Αυτό το διαπιστώνουμε σε πολά πεδία του βίου και ιδιαιτέρως στην παιδεία. Εννοούμε το γνωστό μεσαιωνικό φαινόμενο του αποστηθίζειν σαν να μην πρόκειται για λογικά όντα.

Εφαρμόζοντας τον μεθοδικό κανόνα της συγκριτικότητας διαπιστώνουμε όλως αντικειμενικά, ότι το παπαγαλίζειν είναι διαδεδομένο στην Ευρώπη (Νότια, Ανατολική, Νοτιοανατολική), ανεξαιρέτως σε όλες τις ισλαμικές χώρες καθώς και σε όλη την Λατινική Αμερική. Είχα την μοναδική ευκαιρία να εκπαιδεύσω επί δεκαετίες σπουδαστές από όλες τις προαναφερθείσες περιοχές του κόσμου και έτσι να πραγματοποιήσω εκτενέστατες εθνολογικές και κοινωνικοψυχολογικές μελέτες.

Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι στις χώρες αυτές λείπει η κριτική σκέψη, η οποία αντικαθίσταται με σουρεαλισμό, εικασίες, ιδεοληψίες, φανατισμό (ιδεολογικό και θρησκευτικό), πατριδοκαπηλεία και θρησκοκαπηλεία, συνωμοσιολογία, κινδυνολογία παροιμίες και αποφθέγματα (είπε αυτός και είπε εκείνος), παράλογο εξυπνακισμό, εν μέρει και με παράνοια.

Αλλά όταν επί πολλά χρόνια οι μαθητές και αργότερα οι φοιτητές δεν έχουν μάθει να σκέπτονται λογικά και κριτικά, τότε είναι φυσικό, ότι η έλλειψη της κριτικής σκέψης είναι πλατειά διαδεδομένη . Ο κανώνας της σχετικότητας αναδεικνύει όμως , ότι η διαπίστωση δεν επιτρέπεται να θεωρείται απόλυτη. Υπάρχουν παντού και άτομα, τα οποία διαθέτουν επαρκή κριτική σκέψη μεν, αλλά αυτά αποτελούν μία μειοψηφία.

Χωρίς κριτική σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει μία λογική και ρεαλιστική θέαση των πραγμάτων. Η αμφισβήτηση είναι μία συγεκριμένη έκφανση της κριτικής σκέψης, η οποία αντιτίθεται σε άλα τα δόγματα ( ιδεολογικά, θρησκευτικά κοκ.).

Επομένως είναι αυτονόητο που για την χριστιανική θρησκεία ( Ρωμαιοκαθολικισμός, Ορθοδοξία, όχι όμως Προτεσταντισμός ) αποτελεί η αμφισβήτηση κάτι το ανεπιθύμητο και στο Ισλάμ είναι το κριτικό πνεύμα απαγορευμένο και η αμφισβήτηση κίνδυνος ξωής.

Η έλλειξη της κριτικής σκέψης αποτελεί μίαν ιδανική προϋπόθεση για την δημαγωγία, τον λαϊκισμό , την εξαπάτηση και την συστηματική αποβλάκωση ιδίως των ανθρώπων με χαμηλό πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο.

Η διαπαιδαγώγηση τής νεολαίας στην κριτική σκέψη απαιτεί στην Ελλάδα μία ριζική μεταρρύθμιση υπό το νόημα του εκσυγχρονισμού της παιδείας σε άλα τα επίπερδα.
Το πρώτο ανέξοδο βήμα θα μπορούσε να είναι η καταπολέμηση της αποστήθισης με σκοπό να μάθουν επί τέλους οι μαθητές και οι σπουδαστές να χρησιμοποιούν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα και να αιτιολογούν τη γνώμη τους ( π.χ. αυτό είναι έτσι , ΔΙΑΤΙ… ). Πολλές φορές είναι αυτό το ΔΙΑΤΙ ανυπέρβλητο.

Το αποκορύφωμα της έλλειψης της κριτικής σκέψης είναι η παλιμπαιδιστική αποφθεγματολογία,  πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα πρωτίστως σε άτομα που δεν έχουν σπουδάσει τόποτα. Ετσι αντικαθιστούν  τα τσιτάτα και τα αποφθέγμαστα ιδιατέρως αρχαίων Ελλήνων τις ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις.

Δημοσιευθέν στην Καθημερινή, ηλεκτρονική έκδοση( 5. 3. 14 )

_______________________________________

 Panos Terz προς agisilaos mpatseας

Ξέρω, ότι υπάρχουν στην Γερμανία και έδρες της ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. Αυτό που εννοείτε εσείς ορθά, είναι ο επιτυχέστατος Αγγλοαμερικανικός ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ως ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ βίου,αλλά και πολιτικής.

Φυσικά υφίστανται και έδρες της “καθ ευτού” φιλοσοφίας, οι οποίες στην ουσία έχουν εμπεδωθεί από τους παγκοσμίως κορυφαίους Φιλόσοφους Kant και Hegel ύστερα από τον Μεσαίωνα. Ας επισημάνουμε, ότι αυτοί έχουν συγγράψει τα φιλοσοφικά τους έργα στην γερμανική γλώσσα που σημαίνει όχι στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Μερικοί ανόητοι ελληνοκεντριστές έχουν εδώ στην εφημερίδα συχνά την άποψη διατυπώσει. , ότι μόνον η ελληνική γλώσσα είναι κατάλληλη για την φιλοσοφική σκέψη.
Καθημερινή (4.9.16)

Prinzipien und Normen des Völkerrechts, Ihr Verhältnis zueinander

Verhältnis von Prinzip und Norm im Völkerrecht als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Der Begriff „Prinzip“ bedeutet in der Rechtstheorie eine grundlegende Idee des Rechtssystems, eine normative Aufforderung und vor allem einen „Leitgrundsatz“ im Recht. In den Prinzipien kristallisieren sich heraus und vereinen sich die typischen Züge des jeweiligen Rechtstyps.

1 Dabei unterscheiden sich die Prinzipien des Rechts „von anderen ähnlichen gesellschaftlichen Kategorien, insbesondere von den Prinzipien der Rechtswissenschaft, des Rechtsbewusstseins…2  Weil der Begriff „Prinzip“ im

__________________________________________________
1. S. S. Aleksejew, allgemeine Theorie des sozialistischen Rechts, Swerdlowsk 1963, S. 3 150 und 151 (in Russisch).
2. O. W. Smirnow, Das Wechselverhältnis von Normen und Prinzipien im sozialistischen Recht, in: SGIP, S. 11 (in Russisch).

__________________________________________________
innerstaatlichen Recht eben etwas Grundlegendes per definitionem bedeutet, ist es nicht üblich, noch dazu den Begriff „Grundprinzip“ zu verwenden. Abgesehen davon, der Begriff „Grundprinzip“ wäre eine Tautologie und sogar bezüglich der Verwendung ein Pleonasmus. Die Prinzipien des Rechts besitzen Rechtsnormativität.

Die objektiven Erfordernisse in den internationalen Beziehungen finden über den consensus iuris generalis der Staaten ihre Widerspiegelung in entsprechenden grundlegenden und allgemeinanerkannten Prinzipien, die jedoch auch Rechtsgrundlage bei der Entscheidung konkreter Fälle sein können. Ein Prinzip des Völkerrechts ist wie jede Rechtsnorm eben eine normative Vorschrift. Seine typische Merkmale sind hoher Abstraktionsgrad, universelle Geltung, allgemeine Anerkennung und zwingender Charakter. Es bringt ferner grundlegende und konsensfähige internationale Werte zum Ausdruck und regelt das Verhalten ausnahmslos aller Staaten in ihrer Eigenschaft als Völkerrechtssubjekte.

Mit dem Ziel, in das gegenwärtige terminologische Chaos Ordnung zu bringen, ist in der UNITAR-Studie vom Oktober 1984 in Verbindung mit der Herausbildung von Prinzipien der Neuen Internationalen Wirtschaftsordnung der Versuch unternommen worden, den Begriff „Prinzip“ zu definieren. Dabei sind die Verfasser der Studie von der internationalen Praxis ausgegangen und haben insofern den Ist-Zustand eingefangen und beschrieben. Hiernach kann ein Prinzip folgendes sein: a) eine fundamentale Norm des Völkerrechts wie z. B. das Verbot der Gewaltandrohung und –anwendung; b) eine gut etablierte und tief verwurzelte Norm wie z. B. das Prinzip der Freiheit des offenen Meeres; c) eine Norm von allgemeiner Natur und größerer Reichweite als spezielle Normen.

Ausgehend von der Makrostruktur des Völkerrechtssystems könnte die Meinung vertreten werden, dass innerhalb dieses Systems sieben Prinzipien – sie sind in der UN-Prinzipien-Deklaration von 1970 genannt worden – und dazu noch zahlreichen Normen existieren. Einige Normen haben allgemeinen Charakter, ohne jedoch die Qualität der Prinzipien zu besitzen. Die meisten Normen sind jedoch spezieller Natur. Geht es dann um das Verhältnis zwischen den Prinzipien und den anderen Normen, so sind diese Unterschiede zu beachten. Hierdurch entsteht ein differenzierteres Bild, als im allgemeinen im Schrifttum angenommen wird. Zwischen ihnen kann in der Regel ein Wechselverhältnis bestehen. Auch ist es möglich, dass ein Prinzip Normen hervorbringt oder umgekehrt, d. h., es entstehen allmählich Normen, die sich eines Tages zu einem Prinzip verdichten.3  Prinzipien können von Normen spezifiziert werden. In diesem Falle gilt zwischen ihnen das Verhältnis von Allgemeinem (Prinzip) und Besonderem (Normen).4

Diese möglichen Beziehungen gelten jedoch nicht für alle Normen. Sie gelten z. B. nicht für Normen, die zwar allgemein und allgemein anerkannt sind, ohne jedoch Prinzipien zu sein. In einem solchen Fall kann nicht davon die Rede sein, dass die Normen die Prinzipien konkretisieren, ergänzen oder allmählich formen. Andererseits ist es durchaus möglich, dass Normen mit allgemeinem Charakter von speziellen Normen konkretisiert und ergänzt werden.
Der wesentliche Unterschied zwischen einem Prinzip und einer Norm besteht darin, dass erstere einen höheren Grad normativer Verallgemeinerung besitzen.

______________
3. UN-Doc. A/39/504/Add. 1, p. 34.
4. Siehe ähnlich auch V. Outrata,, Zum Begriff der allgemeinen und grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts, in: Cazopis pro mezinárodni právo, 1961 (3), S. 191 (in Tschechisch).

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

 

Völkerrechtsnormen, Charakter, Merkmale, Struktur, Bedeutung

Völkerrechtsnormen als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Charakter und Merkmale der Völkerrechtsnormen

Für die Zwecke der Normbildungstheorie im Völkerrecht ist jene Definition besonders geeignet, nach der die Rechtsnorm eine „allgemeinverbindliche, formalbestimmende allgemeine Verhaltensregel“1 ist. Eine ähnliche Auffassung wird von mehreren Völkerrechtlern vertreten.2  Als Verhaltensregel ist ferner die Rechtsnorm ein „allgemeinverbindlicher, gleicher Maßstab für das Handeln“ jedes Rechtssubjekts. Insofern besitzt jede Rechtsnorm Aufforderungscharakter. Demnach sind die Völkerrechtsnormen das allgemeinverbindliche Maß für das notwendige und mögliche Verhalten der Staaten innerhalb des Gesamtsystems der internationalen Beziehungen.

Die einzelne Rechtsnorm ist im Wesen nach „die kleinste sinnvolle Einheit des Systems des geltenden objektiven Rechts, für die die allgemeinen Eigenschaften des Rechts zutreffen“.3.  Dabei handelt es sich um folgende Eigenschaften des Rechts: a) Die Allgemeinheit (Generalität). Sie bedeutet in erster Linie, dass die Rechtsnormen für mehrfache Anwendung durch die Rechtssubjekte bestimmt sind und für ihr Verhalten gleiche Maßstäbe setzen. Es wird also von den konkreten Sachverhalten abstrahiert und es werden ungleiche, aber gleichartige Rechtssubjekte und Vorgänge am gleichen Maßstab gemessen.

Die Generalität bedeutet ferner, dass die in den Rechtsnormen fixierten Handlungsaufforderungen abstrakten Charakter besitzen. Die allgemeinen Verhaltensmaßstäbe können individualisiert werden. b) Die Rechtsnormen haben außerdem Aufforderungscharakter. Er kann von unterschiedlicher Intensität und Schärfe sein.

_____________________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich: UNITAR-Studie vom Oktober 1984 (A/39/504/Add. 1) unter Berufung auf das „Concise Oxford Dictionary“ (Norm als legitimiertes rechtlich vorgeschriebenes Verhalten).
2. Es seien beispielsweise einige genannt : I. I. Lukaschuk, Der Mechanismus der völkerrechtlichen Regulierung; Kiew, 1980, s. 27; D. B. Lewin, Das Völkerrecht, die Außenpolitik und die Diplomatie, Moskwa, 1981, S. 96 (beides in Russisch); G. Morelli, Nozioni di diritto internazionale, Padova, 1963, p. 60; H. Neuhold et alt., Österreichisches Handbuch des Völkerrechts, Band 1, Wien, 1983, (darin Herausgeber-Bemerkung: Normen als „Verhaltensmuster“), S. 2.
3. W. Grahn, Die Rechtsnorm – eine Studie, Leipzig, 1979, S. 6.

________________________________________________________________

Diese rechtstheoretischen Erkenntnisse können etwa modifiziert und differenziert von der Völkerrechtstheorie übernommen und verwendet werden. In einem hohen Abstraktionsgrad stellt die Rechtsnorm auch im Völkerrecht die kleinste sinnvolle Einheit und die „primäre Zelle“ dar.4 Während jedoch die Eigenschaften der Allgemeinheit, Allgemeinverbindlichkeit und Abstraktheit für allgemeine Prinzipien und Normen gelten, ist dies bei den konkreten Vertragsnormen nicht unbedingt der Fall. Die Eigenschaft hingegen, Verhaltensmaßstab zu sein, gilt für alle Rechtsnormen.

Ebenso stellt das Völkerrecht als Recht gleichen Maß für ungleiche Sachverhalte und Subjekte dar. Gerade diese Eigenschaft macht die Normativität des Völkerrechts aus. Dabei sind jedoch neuere Entwicklungen wie z. B. die bevorzugte Behandlung von Entwicklungsländern zu beachten. In diesem Falle gilt eher der Grundsatz ungleiche Maßstäbe auf ungleiche Rechtssubjekte anzuwenden.

Struktur der Völkerrechtsnormen

Nach gängiger Auffassung in der Rechtstheorie hat eine Rechtsnorm drei Bestandteile:

a) Prämisse (Hypothese). Sie gibt an, unter welchen Bedingungen eine Rechtsnorm verwirklicht werden muss. Sie legt ferner fest, unter welchen Umständen und Bedingungen für welche Rechtssubjekte Rechte und Pflichten entstehen.

b) Disposition (Erlaubnis, Gebot, Verbot). Sie legt das Verhältnis fest, das beim Vorliegen der Prämisse von den betreffenden Rechtsadressanten verbindlich gefordert wird. Sie enthält damit die eigentliche Verhaltensregeln.

c) Sanktion. Sie bestimmt die Rechtsfolgen, die für jeden Normadressaten eintreten, der die Disposition verletzt bzw. nicht verwirklicht.
Da es aber schwierig ist, in jeder Rechtsbestimmung diese Elemente zusammen zu finden, wird seit einiger Zeit von einzelnen Rechtstheoretikern vorgeschlagen, in einer Rechtsnorm nur zwei Elemente zu sehen: Tatbestandteil und ein Folgehandlungsteil (hauptsächlich Sanktionen) mit einem Operator. Für gleichartige Situationen und Bedingungen (Tatbestand) gebietet, verbietet oder erlaubt (Operator) sie ein angegebenes Verhalten (Folgehandlung).5  Dabei gestaltet der Operator („ist verpflichtet“, „darf“, „ist

__________________________________________________
4. Vgl. auch I. I. Lukaschuk, (Anm. 154), S. 30.
5. W. Grahn, Recht als eine besondere Widerspiegelung der Gesellschaft, in: Staat und Recht, 1982 (2), S. 2.

_____________________________________________________

verboten“, „muss“), eindeutig Rechtsnormen von allgemeinen Aussagen, Werturteilen und Fragen zu unterscheiden.6 Gemäß der hier vorgestellten Zweigliederungs-Konzeption wird also jede Rechtsnorm betrachtet als eine durch einen deontischen (Gebots-, Verbots- oder Erlaubnis) Operator verknüpfte Beziehungen zwischen einem Tatbestand und einer Folgehandlung.

Im Prinzip kann dieser modernen Konzeption von der Rechtsnormstruktur von der Völkerrechtswissenschaft übernommen werden. Zugleich ist jedoch darauf hinzuweisen, dass die Sanktion nicht in jeder einzelnen Rechtsnorm, sondern vielmehr im Völkerrechtssystem und zwar im Institut der völkerrechtlichen Verantwortlichkeit enthalten ist. Ginge man von der Dreigliederungs-These aus, so wäre es kaum möglich, alle drei Elemente in einer Völkerrechtsnorm zu finden. Deshalb ist in der Völkerrechtstheorie diese überholte These abzulehnen.

Es kann somit festgestellt werden: Einerseits gehört die Sanktion zum Recht und ganz allgemein gesehen, auch zur Rechtsnorm,7 andererseits ist sie im Völkerrecht nicht unbedingt bei jeder Rechtsnorm als ein konkret ausgewiesenes Strukturelement anzutreffen, sondern im Gesamtsystem des Völkerrechts.

Es kann aber auch festgestellt werden, dass es inzwischen im Interesse von Entwicklungsländern Völkerrechtsnormen gibt, die nicht unbedingt Sanktionen vorsehen. Hierbei handelt es sich um Normen zur bevorzugten und nichtreziproken Behandlung von Entwicklungsländern. Versucht man jedoch nachzuweisen, dass auch Resolutionen der UN-Vollversammlung Rechtsnormen seien8  – sie sehen in der Regel keine Sanktionen vor – so ist dies nicht überzeugend. Die rechtliche Sanktion wird ferner ziemlich lato sensu so aufgefasst, dass Reaktionen der öffentlichen Meinung miterfasst werden. Im Völkerrecht sollte jedoch diese eminente Frage eher lege strictum betrachtet werden.

_________________________________________
6. Vgl. H. Klenner, Zur logischen Struktur sozialistischer Rechtsnormen (Thesen), in: Wissenschaftliche Zeitschrift der riedrich-Schiller-Universität Jena, 1966, S. 451 ff.
7. Vgl. auch M. Bos, will an order in: the nation-state system, in: Netherlands International Law Review, 1982 (XXIX – 1), p. 22.
8.So R.-J. Dupuy im Zusammenhang mit dem Entwicklungsvölkerrecht und dem Umweltschutz. Vgl. Droit déclaratoire et droit programmatoire: de la coutume souvage al la „soft law“, in: L´élaboration du droit international public, Paris, 1975, p. 147.

_______________________________________________________________

Bedeutung der Völkerrechtsnormen

Die Rechtsnorm ist das zentrale Element des Systems der rechtlichen Regelung,des gesamten rechtlichen Normenbildungs- und –durchsetzungsprozesses und damit das Kernstück des Völkerrechts. Dies gilt insbesondere für die Prinzipien und Normen mit einem ius cogens-Charakter.

Auf Grund ihrer volitiven Natur vermögen die Rechtsnormen nicht nur Interessen widerzuspiegeln, sondern auch gesellschaftliche Verhältnisse aufrecht zu erhalten und auch zu gestalten. D. h., dass die Rechtsnormen eine passive sowie eine aktive, eine statische sowie eine dynamische Funktion haben. Entstehen zwischen der Widerspiegelungs- und der Gestaltungsfunktion der Rechtsnormen irgendwelche Widersprüche, dann können diese nur durch die souveränen Staaten im Rahmen des komplexen Normenbildungsprozesses überwunden werden.

Dies bedeutet, dass angesichts der Existenz von souveränen Staaten die Rechtsnormen ex nihilo und automatisch weder entstehen noch vergehen. Es ist also so gut wie ausgeschlossen, dass sich über Nacht aus einer res necessaria (z. B. Entwicklung in der Dritten Welt) ein ius necessarium (z.B. ein „Recht auf Entwicklung“) herausbildet.

Nur durch das konsuale Wirken der souveränen Staaten und auf der Basis gegenseitiger Kompromisse können Rechtsnormen geschaffen werden.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrechtsprinzipien und Normen, Hierarchien

Hierarchie der Völkerrechtsnormen

Innerhalb des Systems des Völkerrechts bedingen sich Prinzipien und Normen gegenseitig. Hierdurch werden Aufgaben und Funktionen des Völkerrechts realisiert. Demnach kann man innerhalb der Völkerrechtsordnung eine gewisse Rangordnung erkennen. Sie widerspiegelt indirekt materielle Erfordernisse, Interessen und Willen. Die Hierarchie von Prinzipien und Normen ist nicht zufällig. Sie besitzt dem Wesen nach einen dreifachen Charakter

: a) Sie ist objektiv bedingt und wird durch die Willensübereinstimmung der Staaten geschaffen.

b) Sie ist Widerspiegelung der oben genannten Art sowie der Rechtsstruktur.

c) Sie stellt ferner eine Metawiderspiegelung dar, d. h. eine wissenschaftliche Widerspiegelung.

Rechtstheoretisch betrachtet, ergibt sich die Normenhierarchie aus der inneren Struktur, dem Begriff als eines Normensystems und aus der Makrostruktur des Rechts, aus der gegenseitigen Abhängigkeit der Normen, aus dem Normativitätscharakter und nicht zuletzt aus der besonderen Bedeutung von Prinzipien und Normen für die gesamte Völkerrechtsordnung sowie für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit.

Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass zum einen das Bestimmen der Hierarchie nicht willkürlich sein kann und darf und zum anderen, dass es konkreter Kriterien bedarf, um innerhalb des Völkerrechtssystems eine oder mehrere Rangordnungen aufstellen zu können.

Wird der Normativitätscharakter als Kriterium genommen, dann ist zwischen den ius cogens und den ius dispositivum Normen zu unterscheiden.1 168 Erstere besitzen Priorität. Legt man die Bedeutung der Normen für den internationalen Normenbildungsprozess zugrunde, so stehen die sieben Prinzipien an erster Stelle.

Wird die Bedeutung der Normen für die Lösung der globalen Probleme der Menschheit zum Maßstab erhoben, dann entsteht eine andere hierarchische Ordnung :

a) Alle Prinzipien und Normen zur Erhaltung des Weltfriedens, der internationalen Sicherheit und zur Abrüstung;

b) die Prinzipien und Normen zur Überwindung der Unterentwicklung; c) die Prinzipien und Normen zum Schutze der menschlichen Umwelt.

_________________________________________
1.  Hierauf machetn mehrere Autoren aufmerksam. Siehe beispielsweise R. Quadri, Diritto internazionale pubblico, Palermo, 1964, p. 86, et 87.

________________________________________

Hier handelt es sich offensichtlich um eine vertikale Struktur, die jedoch horizontale Strukturbeziehungen nicht ausschließt. Wird die Erhaltung des Weltfriedens zum entscheidenden Maßstab erhoben, dann sieht die vertikale Struktur etwas anders aus: An erster Stelle stehen die sieben Prinzipien

. An zweiter Stelle stehen Normen in den multilateralen Verträgen universellen Charakters. Unter ihnen genießen wiederum jene Verträge Priorität, welche echten Abrüstungsmaßnahmen enthalten, von den in Frage kommenden Staaten ratifiziert und in Kraft gesetzt worden sind.

Den dritten Platz könnten Normen bilateralen Charakters zwischen der Sowjetunion und den USA einnehmen. Danach würden unter Umständen jene ius cogens-Normen folgen, die nicht zu den sieben Prinzipien gehören. Schließlich würde man weitere ius dispositivum-Normen in Betracht ziehen.

Unabhängig von den jeweiligen Kriterien stehen die sieben Prinzipien an erster Stelle. In bezug auf die Verbindlichkeit mögen sie gleichwertig sein. Damit käme ein horizontales Verhältnis in Frage. Es ist jedoch legitim, unter ihnen etwas zu differenzieren :

Nimmt man als Kriterium das schwerwiegendste globale Problem der Menschheit, nämlich die Gefährdung des Weltfriedens, dann würde das Prinzip des Verbots der Gewaltandrohung und Gewaltanwendung den ersten Platz einnehmen. Wird das globale Problem der Unterentwicklung in Betracht gezogen, dann kämen in erster Linie die Prinzipien der friedlichen internationalen Zusammenarbeit und der souveränen Gleichheit in Frage.

Geht man insgesamt von den Erfordernissen des Zeitalters der Globalisierung aus, so würde sich folgende politische Gewichtung innerhalb des Systems der sieben Prinzipien ergeben:

Verbot der Gewaltandrohung und –anwendung, friedliche internationale Zusammenarbeit, souveräne Gleichheit der Staaten. Hieraus könnten hinsichtlich der staatlichen Souveränität schwerwiegende Konsequenzen erwachsen. Abgesehen davon, ist die politische Bedeutung auch der Prinzipien historisch bedingt. So stand z. B. in der Zeit des antikolonialen Kampfes das Selbstbestimmungsrecht der Völker im Mittelpunkt. In unserem Zeitalter wird dem Prinzip des Verbots der Gewaltandrohung und –anwendung Priorität zuerkannt. In der Persektive  wird bei einer weiteren Zuspitzung der globalen Probleme der Unterentwicklung und der Gefährdung der menschlichen Umwelt das Prinzip der friedlichen internationalen Zusammenarbeit höchstwahrscheinlich die wichtigste Rolle spielen.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Zweige und Institute des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Zweige  und Institute  des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Zunächst sei die Bemerkung vorangestellt, dass fast ausschließlich Völkerrechtler der ehemaligen Sowjetunion sich der Zweigproblematik zugewandt haben, und dass es außerdem über die Zweitkriterien keine einheitliche Auffassung festgestellt werden kann. Werden die verschiedenen Meinungen kritisch und wertend zusammengefasst, so müssen die folgenden Kriterien vorliegen, damit von einem Völkerrechtszweig gesprochen werden kann :

a) Ein bestimmter Bereich der internationalen Beziehungen, in concreto ein spezieller Gegenstand;1.  b) Auf alle Fälle ein mit dem Gegenstand in enger Verbindung stehendes spezielles Ziel;  2.  c) Spezielle Rechtsnormen mit inhaltlich ebenso speziellen Rechten und Pflichten;3 d) Die Normengruppe stütz sich auf ein grundlegendes Völkerrechtsprinzip 4 und widerspricht keinem der sieben grundlegenden Völkerrechtsprinzipien; e) Die Zweigmaterie, also der Gegenstand ist von der Mehrheit der Staaten als wichtig und als normierungsnotwendig betrachtet worden; f) Möglicherweise liegt ein besonderes Rechtserzeugungsverfahren vor 5  wie z. B. bei der Internationalen Seerechtskonvention von 1982. Dagegen ist jedoch Einwand durchaus berechtigt, weil die Normierungsmethode bzw. der Regelungsmechanismus im Völkerrecht grundsätzlich einheitlich ist. Bedingt durch den Normierungsgegenstand kommt es allerdings zu Modifizierungen des einheitlichen

_____________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich z. B. I. T. Ussenko, das Prinzip des demokratischen Friedens – die Grundlagen des Völkerrechts, in: SEMP, 1973, Moskau, 1975, S. 34; L. A. Iwanaschenko, Internationales Sicherheitsrecht – Ein neuer Zweig des modernen Völkerrechts, in: SGPiP, 1985 (6), S. 99 ff; W. I. Margiew, Zum System des Völkerrechts, in: Prawowedenije, 1981 (2), s. 106; D. I. Feldmann (Anm. 107), S. 47 (alle Quellen in Russisch).
2. Vgl. ähnlich auch L. A. Iwanaschenko, ibid., S. 99 ff; I. T. Ussenko, ibid., S. 34.
3. Vgl. ähnlich auch J. A. Schibajjewa, Das Recht der internationalen Organisationen als Zweig des gegenwärtigen Völkerrechts, in: SGiP, 1978 (1), S. 105 (in Russisch); W. I. Margiew (Anm. 137), S. 107; M. B. Ramirez, El derecho internacional del desarrollo, nueva rama del derecho internacional publico, in: Bolletin Mexicano des Derecho Comparado, 1986 (57 – XIX), p. 859.
4. So I. T. Ussenko (Anm. 137), S. 34; L. A. Iwanaschenko (Anm.1)                                                                                  S. 99 ff.; M. B. Kotzew, Die allgemein anerkannten Prinzipien und Normen des gegenwärtigen Völkerrechts, Rechtswesen und Bedeutung, in: Prawna Misal, 1985 (2), S. 71 (in Bulgarisch).
5. Vgl. M. B. Ramirez (Anm. 1), p. 859.
_______________________________________________________

völkerrechtlichen Rechtserzeugungs- und Normenbildungsprozesses,6  der auf den Kodifikationskonferenzen im allgemeinen als treaty making process bekannt ist. Es liegt bereits eine Definition des Völkerrechtszweiges vor: „Gesamtheit der Rechtsprinzipien und Normen, die die spezifischen Beziehungen zwischen den Völkerrechtssubjekten auf einem bestimmten Gebiet ihrer gegenseitigen Beziehungen regeln sowie ein Rechtsregime einer bestimmten Sphäre festlegen“.7

Im Prinzip kann man dieser Definition zustimmen. Sie ist allerdings sehr allgemein. Daher soll hier versucht werden, auf der Grundlage der oben gewonnenen Erkenntnisse eine konkretere Definition zu formulieren: Der Völkerrechtszweig ist ein rechtlich geregelter, bestimmter Bereich der internationalen Beziehungen mit besonderen Normen sowie mit besonderen Rechten und Pflichten, der sich auf ein grundlegendes Völkerrechtsprinzip stützt, dessen Normen den sieben grundlegenden Völkerrechtsprinzipien nicht widersprechen, dessen Normierungsnotwendigkeit von der Staatenmehrheit akzeptiert worden ist und außerdem ein modifiziertes Rechtserzeugungsverfahren aufweist.

Will man die gegenwärtig tatsächlich vorhandenen Völkerrechtszweige aufzählen, so ist zunächst methodisch davon auszugehen, welche in den Völkerrechts-Lehrbüchern, international gesehen, normalerweise und traditionell Erwähnung finden. D. h. über sie liegt ein Consensus generalis doctorum et professorum vor: Diplomaten- und Konsularrecht, Humanitäres Völkerrecht („Ius in bello“), Internationales Verwaltungsrecht, Internationales Vertragsrecht (Völkervertragsrecht), Internationales Seerecht (Völkerseerecht), Internationales Luftrecht, Weltraumrecht, Völkerrechtlicher Schutz der Menschenrecht,

_______________________________________________________________
6. Vgl. Hierzu sehr ausführlich P. Terz,  1999). Cuestiones teóricas fundamentales del proceso de formación de las normas internacionales, Con especial análisis de las recoluciones de la ONU, Universidat Santiago de Cali, 1999 , speziell pp. 65 – 71, ss. Vgl. ferner: W. I. Margiew (Anm. 1), S. 106; I. W. D. Sorokon, Die Methode der rechtlichen Regelung, Moskwa, 1976, S. 118 (in Russisch).
7. So das sowjetische Standardlexikon des Völkerrechts („Slowar meshdunarodnowo prawa“), (hrsg.) von B. F. Petrowski/B. M. Klimenko/J. M. Rybakow), Moskwa, 1982, S. 142.

__________________________________________________________

Internationales Flüchtlingsrecht, Internationales Recht der Staatennachfolge, Internationales Strafrecht, Internationales Wirtschaftsrecht (größtenteils). Weitere Völkerrechtszweige sind hinzugekommen: Internationales Atomrecht, Internationales Sicherheitsrecht, Vertragsrecht der internationalen zwischenstaatlichen Organisationen, das „Entwicklungsvölkerrecht“ in statu nascendi sowie – bedingt durch den wissenschaftlich-technischen Fortschritt  8  – das Internationale Umweltschutzrecht und das Internationale Informations- und Kommunikationsrecht.

Während einige Völkerrechtler weitere Zweige nennen wie z. B. das Internationale Medizinrecht, das Internationale Meteorologische Recht, das Internationale Handelsrecht 9 , das Internationale Arbeitsrecht  10 , finden andere diese Sicht übertrieben 11 oder lehnen sogar die Zweigproblematik im Völkerrecht überhaupt schlicht weg ab. 12 150
Die Elemente, vor allem die Prinzipien und Normen eines Völkerrechtszweiges, machen dessen System aus. Die Wechselbeziehungen wiederum dieser Elemente untereinander stellen seine Struktur dar. Am perfektesten ist dies bei einigen Zweigen wie z. B. bei dem Völkerseerecht festzustellen, das einen gewaltigen Prinzipien- und Normenkomplex wie aus einem Guss bildet.

______________________________________________________
8. Vgl. ähnlich auch J. Azud, Die wissenschaftlich-technische Revolution und das Völkerrecht, in: Právny Obzor, 1980 (63 – 9), s. 769 ff. (in Tschechisch); M. I. lasaarew, Das Völkerrecht und die wissenschaftlich-technische Revolution, in: SEMP, 1978, Moskau, 1980, S. 41 ff. (in Russisch).
9. So beispielsweise S. A. Malinin, Friedliche Nutzung der Atomenergie, Völkerrechtliche Fragen, Moskwa, 1971, S. 6 – 9 (in Russisch).
10. Vgl. z. B. G. I. Tunkin, Ideologischer Kampf und Völkerrecht, Moskau, 1967, S. 117 (in Russisch).
11. So D. I. Feldmann  (1983). Das System des gegenwärtigen Völkerrechts, Moskau , 1983, S. 9.
12. Vgl. z. B. J. A. Schibajewa (Anm.1), S. 103.

_____________________________________________________________

6. Institute des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Weil die ausführliche Behandlung der relativ komplizierten Instituts-Problematik den Rahmen des vorliegenden Beitrages bei weitem sprengen würde, kann darauf nur knapp eingegangen werden. Auch bei dieser Problemstellung gilt die Festlegung, dass sich fast ausschließlich Völkerrechtler der ehemaligen Sowjetunion ihr zugewandt haben. D. I. Feldmann schätzt allerdings den Diskussionsstand in den 60er Jahren sehr kritisch ein: Das Institut werde häufig betrachtet als „zu umfassend, verschwommen und unbestimmt.13  Es herrscht in der Tat ein Begriffswirrwarr vor.
Deswegen erweist sich der linguistisch-semantische Weg ad fontes als absolut notwendig. Das lateinische Wort Institutum bedeutet „jede durch Sitte, Gewohnheit, Verfassung … Anordnung des häuslichen und bürgerlichen Lebens 14 oder – etwa konkreter – das „durch positives (gesetzlich verankertes) Recht geschaffene Rechtsgebilde (z. B. Ehe, Familie, Eigentum o. ä.).15 Hieraus ergibt sich die Schlussfolgerung, dass erst durch das Recht ein Wort zum Rechtsbegriff wird. Aus der Rechtspraxis (Gesetzesbücher) lässt sich ableiten, dass zu einem solchen Institut mehrere und sogar zahlreiche Spezialnormen gehören, die in ihrer Gesamtheit ein Rechtsgebiet bzw. einen Rechtszweig wie z. B. Familienrecht, Arbeitsrecht, Polizeirecht etc. ausmachen.
Diese Erkenntnis kann auf das Völkerrecht angewandt werden: Ein Völkerrechtsinstitut ist ein durch internationale Konventionen geschaffenes Rechtsgebilde oder Rechtsphänomen. Aus Platzgründen seien hier nur einige Beispiele genannt wie z. B. Staatennachfolge, die insgesamt in zwei Konventionen umfassend geregelt wird: „Wiener

____________________________________________________________
13.  D. I. Feldmann, Die Anerkennung von Staaten im gegenwärtigen Völkerrecht, Kasan, 1965, S. 39 (in Russisch).
14.  K. E. Georges, Kleines Handwörterbuch, Lateinisch-Deutscher Teil (2734 S.), Leipzig, 1980, S. 1318.
15.  Duden, Das große Fremdwörterbuch, Herkunft und Bedeutung der Fremdwörter (1540 S.), Leipzig, et alt., 2000, S. 629.

____________________________________________________

Konvention über die Staatennachfolge in Verträge“ von 1978 und „Wiener Konvention über Staatennachfolge in Staatsvermögen, Staatsarchive und Staatsschulden“ von 1983. Es entstehen mehrere Institute. Ferner ist der Vertrag zu erwähnen, dessen Regelung in der „Wiener Konvention über das Recht der Verträge“ von 1969 sowie in der „Wiener Konvention über das Recht der Verträge zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen Staaten und internationalen Organisationen oder zwischen internationalen Organisationen“ von 1986 umfangreich erfolgt ist. Relativ viele Institute sind in der „Seerechtskonvention“ von 1982 enthalten wie z. B. Territorialgewässer, Anschlusszone, Meerengen, Festlandsockel, Offenes Meer und Meeresboden. Zu jedem dieser Institute gehören gleich geartete Normen, die ähnliche Materien regeln. Die Gesamtheit dieser Institute und Rechtsnormen bilden im Wesentlichen der Völkerrechtszweig Völkerseerecht.
Die Institute sind in den oben genannten Konventionen auf der Basis der grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts rechtlich geregelt bzw. verankert worden. Dies ist durch zahlreiche Rechtsbestimmungen, Rechtsnormen geschaffen worden. Hieraus folgt, dass das jeweilige Institut zwischen den grundlegenden Prinzipien und den Spezialnormen steht. Gerade in diesem Verhältnis liegt auch seine Funktion. Eine andere Schlussfolgerung besteht darin, dass zwischen den grundlegenden Völkerrechtsprinzipien und den Völkerrechtsinstituten ein vertikales Verhältnis besteht. Das Verhältnis jedoch zwischen den Instituten eines Völkerrechtszweiges sind eher horizontaler Natur. Dies gilt ebenso für die Beziehungen der zu einem Institut gehörenden Spezialnormen untereinander. Gehört aber dazu ein Prinzip, dann ist sein Verhältnis zu den Spezialnormen eindeutig vertikal. Weil aber Institute wichtige Elemente der jeweiligen Zweige sind, entsteht zumindest chronologisch eine interessante Kette: Grundlegende Völkerrechtsprinzipien – Völkerrechtsinstitute – Völkerrechtsnormen spezieller Natur – Völkerrechtszweige. In gnoseologischer Hinsicht sieht aber die Kette anders aus: Grundlegende Völkerrechtsprinzipien – Völkerrechtszweige – Völkerrechtsinstitute – Völkerrechtsnormen.16

____________________________________________________
16. E. A. Puschmin sieht eine „Struktur-Triade“: Norm – Institut – Zweig, Unter Anwendung der Dialektik betrachtet er ferner, ausgehend von dem Wechselverhältnis von Allgemeinem, Einzelnem und Besonderem, das Prinzip als das Allgemeine, das Institut als das Einzelne und die Norm als das Besondere. In Kenntnis seines Dialektik-Verständnis kann ich seinen interessanten Gedankengängen folgen und grundsätzlich zustimmen. Vgl. seinen stark theoretischen Beitrag „Über den Begriff …“ (Anm. 1), S. 81 – 82.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrecht, Hauptfunktionen

Unter Beachtung der durch die Allgemeine Rechtstheorie erarbeiteten Funktionen des Rechts soll folgend auf die Hauptfunktionen des Völkerrechts eingegangen werden. Dabei sind die Spezifika des Völkerrechts als einer internationalen Rechtsordnung gebührend zu berücksichtigen.

1. Ordnungsfunktion : Sie besteht in erster Linie darin, das Verhalten der Staaten so zu steuern, dass das friedliche Zusammenleben der Völker gesichert wird. Hierdurch wird in den internationalen Beziehungen völlige Anarchie verhindert. Die Ordnungsfunktion liegt im Interesse aller Staaten. 1

________________________________________________________________
1. Vgl. ähnlich auch I. Seidl-Hohenfeldern , Völkerrecht, Köln et alt., 1987,   S. 7.

_______________________________________________________

2. Friedensfunktion : Gewährleistung der internationalen Sicherheit und des Weltfriedens als wichtige Voraussetzung für die Lösung vor allem der globalen Probleme der Menschheit sowie für das Wohlergehen aller Völker.2

3. Kooperationsfunktion : Förderung der Zusammenarbeit der Staaten auf allen relevanten Gebieten der internationalen Beziehungen durch entsprechende internationale Rechtsinstrumente3.

4. Stabilisierungsfunktion : Sie wird realisiert hauptsächlich durch die Schaffung stabiler ínternationaler Vertragsbeziehungen, vorausgesetzt, dass die Verträge auch tatsächlich erfüllt werden (Pacta sunt servanda).

5. Anpassungs- und Umgestaltungsfunktion : Zwischen ihr und der oben erwähnten Stabilisierungsfunktion besteht ein dialektisches Wechselverhältnis. Daher kann Michel Virally nicht beigepflichtet werden, wenn er schreibt: „Cést qu´on veut faire de lui instrument de changement, au lieu d´un instrument de stabilisation, ce qui lud confere une fonction vouvelle.4 Diese für die Weiterentwicklung des Völkerrechts unentbehrliche Funktion wird weder automatisch noch durch einzelne Staaten, sondern durch die hierfür vorgesehenen internationalrechtlichen Organe und Verfahren und ohne Zweifel auf der Grundlage von entsprechenden internationalen Konventionen realisiert.

6. Sicherungs- und Konfliktregulierungsfunktion : Es geht um die Sicherung der Prinzipien und Normen der gesamten Völkerrechtsordnung durch die dafür geeigneten Organe, Methoden und Maßnahmen.5  Hierdurch wird ein höheres Maß an Rechtssicherheit in den internationalen zwischenstaatlichen Beziehungen erreicht.6 92

______________________________________________________
2.   Vgl. teilweise ebenso P. Fischer/H. F. Köck, Allgemeines Völkerrecht, Ein Grundriss, Eisenstadt, 1983, S. 10.
3.  Vgl. auch E. Menzel/K. Ipsen, Völkerrecht, Ein Studienbuch, München, 1979, S. 20.
4.  M. Virally, Panorama du droit international contemporain, in : RdC, 1983 (83-V), pp. 33/34.
5.  Vgl. ähnlich auch : E. Menzel/K. Ipsen E, Völkerrecht, Ein Studienbuch, München, 1979, S. 21.
6. Vgl. auch K. Ipsen, Völkerrecht, Lehrbuch, München, 1990, S. 44.

_______________________________________________

7. Gerechtigkeits- und Entwicklungsfunktion: Gewährleisten, dass ein Mindestmaß an Gerechtigkeit in den internationalen Beziehungen herrscht, was in einigen Konventionen (z. B. Staatennachfolge in Verträge, Seerechtskonvention) durch die sachbezogene bevorzugte und präferentielle Behandlung von Entwicklungsländern sowie durch die Anwendung des Grundsatzes der Nichtgegenseitigkeit beachtet worden ist.7

8. Legitimitätsfunktion: Es geht vorwiegend darum, dass Handlungen militärischen Charakters durch den UN-Sicherheitsrat gemäß Kapitel VII der UN-Charta legitimiert sein müssen. Aber gerade diese absolut notwendige völkerrechtliche Legitimation fehlte bei dem Krieg der USA gegen den Irak. Die verheerenden Folgen dieser völlig völkerrechtswidrigen Aktionen sind gegenwärtig nicht zu übersehen.

9. Sanktionsfunktion: Das Völkerrecht verfügt über viele, deren Anwendungen von dem konkreten Kräfteverhältnis abhängt. Es ist z. B. gegenwärtig nicht möglich, die USA für ihr völkerrechtswidriges Vorgehen gegen andere Staaten zur Verantwortung zu ziehen.

10. Schutzfunktion: Schutz hauptsächlich der kleinen und schwachen Staaten sowie der Menschenrechte.

_______________
7. Vgl. hierzu ausführlicher die Dissertationsschriften der ehemaligen Doktoranden und Mitglieder der von P. Terz geleiteten Forschungsgruppe „Normbildungstheorie/Neue und gerechte Internationale Wirtschaftsordnung“ sowie „Entwicklungsländer und Völkerrecht“:

R. Kossi, Normbildungstheoretische Aspekte der gleichberechtigten und bevorzugten Behandlung von Entwicklungsländern in den internationalen Beziehungen, Universität Leipzig, 1987;

K. Höhne, Die Bedeutung der Gerechtigkeit für das demokratische Völkerrecht. Eine normbildungstheoretische Untersuchung, Universität Leipzig 1986;

H. Rambinintsoa, Zum Verhältnis von Gegenseitigkeit und Nichtgegenseitigkeit im Völkerrecht, Universität Leipzig, 1990;

E. Pastrana, Die Bedeutung der Charta der ökonomischen Rechte und Pflichten der Staaten von 1974 zur Schaffung einer neuen internationalen Wirtschaftsordnung, Universität Leipzig 1995;

E. Pastrana, El principio de la no-reciprocidad  entre el deber ser y su regulación jurídica en el marco de las relaciones económicas internacionales y de cooperación,en : Papel 2005 (17) pp. 67 – 117.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Methodologie des Völkerrechts, Methodologie der Völkerrechtswissenschaft, Überblick

1. Theorie, Philosophie und Methodologie sind Bestandteile der Wissenschaft. Bei der Theorie geht es um das „Was“ bei der Philosophie um das „Warum“ und bei der Methodologie um das „Wie“. 1. Die Theorie besitzt eigene Philosophie und eigene Methodologie. Die Philosophie hat eigene Theorie und eigene Methodologie.

2. Die Völkerrechtsmethodologie setzt sich aus der Methodologie des Völkerrechts als internationale Rechtsordnung sowie aus der Methodologie der Völkerrechtswissenschaft zusammen.

3. Die Methodologie des Völkerrechts als internationale Rechtsordnung stellt die Lehre über völkerrechtliche Methoden dar, um völkerrechtsspezifische Erkenntnisse zu erlangen sowie Problemlösungen zu erzielen. Zu diesen Methoden gehören vorrangig die Deskriptivität, die Normativität, der Geneseprozess (historische Methode), die Funktionalität, die Analyse, die Systemhaftigkeit, die Strukturalität, die Differenziertheit, die Komparativität, die empirische Methode, die Stabilität, die Veränderung und die Prognose. Darüber hinaus bestehen spezielle Methoden für Völkerrechtszweige sowie für Probleme mit Querschnittscharakter (z. B. Interpretationsmethoden).

4. Die Methodologie des Völkerrechts hat eigene Theorie („Was“) und eigene Philosophie („Warum“).

5. Die Methodologie der Völkerrechtswissenschaft besteht aus den Methodologien der Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft, vor allem aus der Methodologie der Völkerrechtsphilosophie und aus der Methodologie der Völkerrechtssoziologie.

6. Die Methodologie der Völkerrechtsphilosophie als Bestandteil der Völkerrechtswissenschaft sowie als Wissenschaftsgebiet in statu naschend ist die Lehre über Methoden, um völkerrechtsphilosophische Erkenntnisse zu erzielen. Sie besitzt eine Reihe von Methoden wie z. B. die Objektivität, die Komplexität, die Globalität, die Differenziertheit, die Systemhaftigkeit, die Analyse-Synthese, die Historizität, die Normativität, die Funktionalität, die Komparativität und die Prognose. Sie beziehen sich auf die Gegenstände der Völkerrechtsphilosophie, d. h., sie weisen einen spezifischen Inhalt auf.

7. Die Methodologie der Völkerrechtssoziologie stellt die Lehre über Methoden dar, um völkerrechtssoziologische Erkenntnisse zu erlangen. Sie weist eine Reihe von gegenstandsbezogenen Methoden auf, wie vorwiegend die Priorität des Völkerrechts gegenüber der internationalen Politik, die Priorität der Völkerrechtswissenschaft gegenüber der Lehre von den internationalen Beziehungen, die Objektivität, die Komplexität, die Differenziertheit, die Systemhaftigkeit, die Analyse-Synthese, die Historizität, die Normativität, die Funktionalität und die Komparativität.

8. Die Völkerrechtsmethodologie und speziell der Methodologie der Völkerrechtssoziologie benötigt nicht die von den Vertretern der „political scienses“ („Theory of International Relations“) entwickelten konzeptionellen Konstrukte.

Quelle : Panos Terz, Die Völkerrechtsmethodologie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Ad promotionem Gradus Investigationis Scientiae Iuris inter Gentes , In honorem illustris Parmenides, in: Papel Politico, 2007/12/1 , p.173-208 ,Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana

Völkerrechtssoziologie, Überblick

1.Die Völkerrechtssoziologie ist eine Wissenschaft in statu nascendi. Sie stützt sich in erster Linie auf die Soziologie, die Rechtssoziologie und die Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen. Sie besteht aus den folgenden Bestandteilen: Theorie, Methodologie, Dogmatik und Geschichte der Völkerrechtssoziologie.

2. Die wichtigsten Gegenstände der Völkerrechtssoziologie sind die folgenden: die globalen Herausforderungen der Menschheit; die Interessen der Menschheit, der Völker und der Staaten; der politische Wille der Staaten; die Macht, der Einfluss, das internationale Kräfteverhältnis und nunmehr das fehlende Gleichgewicht; die Problemstellungen der Stabilität, der Entwicklung und Veränderung in den internationalen Beziehungen; die geopolitischen und geostrategischen Faktoren; das Verhalten der Staaten; die internationale öffentliche Meinung; die Verhandlungen, die politischen Abmachungen und politischen Normen sowie ihr Verhältnis zu den Rechtsnormen; die politische Verbindlichkeit und die politische Verantwortlichkeit sowie die politischen Reaktivmaßnahmen; das Verhältnis zwischen der Völkerrechtswissenschaft und der Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen.

3. Die Völkerrechtssoziologie hat eine Reihe von methodologischen Grundsätzen mit spezifischem Inhalt wie Objektivität, Analyse/Synthese, Induktion, Komplexität, Systemhaftigkeit und Globalität. Bei dem internationalen Normenbildungsprozess gilt die „goldene“ Kette Bedürfnisse – Interessen – Wille – Normen – Verhalten. Dieser Prozess hat weitestgehend konsensualen Charakter. Durch ihn entstehen drei Normkategorien, namentlich die Rechtsnormen, die politischen Normen und die Moralnormen. Für die politischen Normen gilt der Grundsatz „ex consenso norma Politica oritur“.

4. Normen in Deklarationen/Resolutionen bringen einen consensus opinionis politicae generalis der Staaten zum Ausdruck. Politische Normen in konkreten Abmachungen politischen Charakters sind Ausdruck eines consensus voluntatis politicae der daran beteiligten Staaten. Aus politischer Normen erwachsen politische Verpflichtungen bzw. die politische Verbindlichkeit. Solche Verpflichtungen sind nach dem Grundsatz bona findes zu erfüllen. Andernfalls kommt es auf der Grundlage der politischen Verantwortlichkeit zu politischen Reaktivmaßnahmen. In diesem Falle sind vor allem die grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts sowie spezielle Grundsätze, wie die Verhältnismäßigkeit, zu respektieren. Politische Normen können sich zu Rechtsnormen entwickeln.

5. Die Völkerrechtssoziologie ist die absolut notwendige und auch die passende völkerrechtswissenschaftliche, völkerrechtsfreundliche sowie völkerrechtsverteidigende Antwort auf die vorwiegend völkerrechtsnihilistisch, völkerrechtsleugnerisch und mitunter auch völkerrechtszerstörerisch ausgerichtete, betriebene und wirkende Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen, insbesondere im Sinne des US-amerikanischen political sciences („Theory of International Relations“). Die Völkerrechtssoziologie weist weitestgehend die Vorzüge der Wissenschaft von den Internationalen Beziehungen auf, ohne jedoch ihre Mängel zu enthalten.

6. Politische Normen werden in der Regel dann geschaffen, wenn die Zeit für Völkerrechtsnormen noch nicht reif ist. Sie weisen in hohem Maße Dynamik, Anpassungsfähigkeit und Flexibilität auf. Politische Normen können zum Vorläufer von Rechtsnormen werden.

7. Politische Normen besitzen Aufforderungscharakter. Ihre wichtigsten Merkmale sind die folgenden: Sie werden von der politischen Überzeugung sowie von den politischen Interessen der Staaten bestimmt; sie regeln gesellschaftliche Verhältnisse; bei Verletzung besteht die Möglichkeit, Reaktivmaßnahmen (Sanktionen) politischen Charakters einzuleiten.

8. Für die politischen Normen gilbt der allgemein gehaltene Grundsatz bona fides.

Quelle : Panos Terz, Die Völkerrechtssoziologie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen. Defensio Scientiae Iuris inter Gentes in : Papel Politico, Pontificia Universidad JAVERIANA, Facultad de Ciencias Politicas y Relationes Internacionales, Vol. 11, No. 1 , 2006, pp. 261-303 )

 

Völkerrechtsphilosophie, Überblick

1.Durch die teilweise naturrechtlich ausgerichteten Forderungen von Entwicklungsländern haben philosophische bzw. rechtsphilosophische Fragen des Völkerrechts an Bedeutung gewonnen.

2. Die Völkerrechtsphilosophie versteht sich als die Wissenschaft von der Anwendung philosophischer bzw. rechtsphilosophischer Erkenntnisse auf völkerrechtlich bedeutsame Materien in den internationalen Beziehungen.

3. Die Völkerrechtsphilosophie kann nicht isoliert von den anderen Säulen der Völkerrechtswissenschaft, vor allem von der Völkerrechtstheorie und der Völkerrechtssoziologie betrieben werden: Es darf zu keiner Verwechslung von Idealität und Realität, von Moralität und Normativität, von Rechtsvorstellungen und Rechtsnormen kommen.

4. Die Völkerrechtsphilosophie setzt sich aus den folgenden Bestandteilen zusammen: Theorie, Methodologie, Geschichte.

5. Die Theorie der Völkerrechtsphilosophie untersucht in erster Linie Wesen und Bedeutung der Völkerrechtsphilosophie, das Verhältnis der Völkerrechtsphilosophie zu den anderen Bestandteilen der Völkerrechtswissenschaft und durchdringt theoretisch alle Gegenstände der Völkerrechtsphilosophie selbst.

6. Zum Gegenstand der Völkerrechtsphilosophie gehören vor allem: Werte, Gerechtigkeit und Billigkeit, Gleichheit/Ungleichheit, Commune bonum humanitatis, Solidarität/Hilfeleistung, Moral, Moralnormen, Verantwortung, Pflicht, Interessen der gesamten Menschheit, Rechtsbewusstsein, Rechtsgefühl, System/Struktur.

7. Zu den Hauptkategorien der Völkerrechtsphilosophie gehören insbesondere die Werte (Gerechtigkeit und Billigkeit, Gleichheit, Commune bonum humanitatis, Interessen der gesamten Menschheit, Solidarität/Hilfeleistung) und die Moralnormen.

8. Die in Resolutionen der UN-Generalversammlung enthaltenen konkreten Moralnormen sind Ausdruck eines consensus opinionis moralis. Die allgemeinen Moralprinzipien (Commune bonum humanitatis, Gerechtigkeit, Verantwortung, Pflicht) bringen einen consensus opinionis moralis generalis zum Ausdruck.

9. Während die Rechtsnormen moralische Elemente enthalten, weist nicht jede Moralnorm rechtliche Aspekte auf. Moralnormen können im Rahmen des Normenbildungsprozesses Ausgangspunkt für juristische Regelungen werden. Unter Umständen können konkrete Moralnormen in Rechtsnormen umgewandelt werden.

10. Die Moralnormen stellen Verhaltensaufforderungen dar. Deswegen sind sie von den Staaten zu respektieren.

11. Aus der obligatio moralis ergibt sich die moralische Verantwortung. Bezüglich der Verpflichtungen aus den Moralnormen gilt nicht das Prinzip pacta servanda sunt, sondern vielmehr der allgemeine Grundsatz bona fides. Die Verletzung von Moralnormen zieht moralisch ausgerichtete Reaktivmaßnahmen (Sanktionen) nach sich.

 

 

 

Völkerrechtstheorie , Überblick

 

1. Die Völkerrechtstheorie ist ein Bestandteil der Völkerrechtswissenschaft sowie ein Wissenschaftsgebiet in statu nascendi. Sie stützt sich größtenteils auf philosophische und teilweise auch auf rechtstheoretische Grundkenntnisse. Sie hat allgemeinen Charakter (Allgemeine Völkerrechtstheorie).

2. Die Völkerrechtstheorie stellt eine systematisch-logisch geordnete Menge von Aussagen bzw. Erkenntnissen über die gesamte Völkerrechtsordnung sowie über das Verhältnis der Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft untereinander dar.

3. Zu den Gegenständen der Völkerrechtstheorie gehören vor allem das Wesen des Völkerrechts als Recht, das System und die Struktur des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft, die Prinzipien und Normen, das Völkergewohnheitsrecht, die „Allgemeinen Rechtsgrundsätze“, die Normenhierarchie, die Normenbildung und Normendurchsetzung, die Zweige und die Institute des Völkerrechts.

4. Die Völkerrechtstheorie besitzt empirische Durchdringungs-, analytische Ordnung-, Erklärungsnormative und prognostische Funktion.

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana.

Völkerrechtswissenschaft, Bestandteile, Überblick

Die Völkerrechtswissenschaft ist die Summe und das System von Kenntnissen, Erkenntnissen und Methoden über völkerrechtlich bedeutsame Materien. Ihr Gegenstand ist breiter als jener des Völkerrechts.

Die Völkerrechtswissenschaft hat folgende Bestandteile und zugleich Wissenschaftsgebiete in statu nascendi:

Völkerrechtstheorie, Völkerrechtsphilosophie, Völkerrechtssoziologie und Völkerrechtsmethodologie.

Weitere integrale Bestandteile der Völkerrechtswissenschaft existieren bereits: Völkerrechtsdogmatik, Geschichte des Völkerrechts und Geschichte der Völkerrechtswissenschaft.

Quelle :   Panos Terz ,  Die Polydimensionalität der Völkerrechtswissenschaft oder Pro scientia lata iuris inter gentes, in :  Archiv des Völkerrechts 30. Bd., No. 4, (1992), pp. 442-481

Struktur des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft, als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Zweige  und Institute  des Völkerrechts als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Struktur des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft als Gegenstand der Völkerrechtstheorie

Die Völkerrechtstheorie muss bei der Behandlung der Strukturproblematik des Völkerrechts und der Völkerrechtswissenschaft unbedingt auf den philosophisch-gnoseologischen Strukturbegriff zurück greifen., sonst bestünde die Gefahr, über das Niveau der einfachen Beobachtung, d. h. über den ersten Schritt, nicht hinauszugehen.

Fast einmütig wird in der philosophischen Literatur die Struktur als eine „Menge der die Elemente eines Systems miteinander verknüpfenden Relationen“ definiert 1. Hieraus lässt sich ableiten, dass die Struktur eines Systems drei wesentliche Merkmale aufweist: Zum einen besteht eine Menge; ein geordnetes Ganzes 2. Zum anderen existieren zwischen den Elementen des Ganzen wechselseitige Beziehungen, auf die es ankommt. Zum dritten macht erst die Struktur das System dynamisch 3. und damit entwicklungsfähig. Deswegen kann m. E. die Völkerrechtstheorie dieser gnoseologisch-dynamischen Strukturdefinition folgen und nicht einer ontologisch-statischen 4.

______________________________________________________-

1. In: Philosophisches Wörterbuch, Band 8, 1992 (4), G. Klaus, Stichwort „Struktur“.

2.  Vgl. ähnlich auch: A. Rapoport, General Systems Theory, in International Encyclopedia of the Social Sciences, 1967 (15), pp. 452 ss; Vgl. T. Eckhoff/N. K. Sundby, Rechtssysteme, Eine systemtheoretische Einführung in die Rechtstheorie, Berlin, 1988, S.18  (Sätze von Elementen und Beziehungen bilden ein „strukturiertes Ganzes“); M. Busse-Steffens, Systemtheorie und Weltpolitik, eine Untersuchung systemtheoretischer Ansätze im Bereich der internationalen Beziehungen, München, 1980, S. 13, 22.
3. Vgl. auch Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von M. Müller/A. Halder), Freiburg i. B. et alt., 1988, S. 299, ferner G. Klaus/H . Liebscher , Stichwort System ; in: Philosophisches Wörterbuch, Band 2, S. 1180.

4. Beispielsweise seine stellvertretend für mehrere genannt: E. Huber, Stichwort „Struktur“, in: Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von W. Brugger), Wien et alt., 1985, 381/382; F. Händle/S. Jensen (Hrsg.), Systemtheorie und Systemtechnik, München, 1974, S. 31 ff.

_____________________________________________________________

Es ist ein Verdienst der Rechtstheoretiker Karl. A. Mollnau und Hermann Klenner gewesen, bereits wesentliche Elemente einer Strukturtheorie innerhalb der Allgemeinen Rechtstheorie herausgearbeitet zu haben. Ihre Grunderkenntnisse können von der Allgemeinen Völkerrechtstheorie fast ohne Einschränkungen übernommen werden. Deswegen sollen hier ihre Untersuchungsergebnisse kurz vorgestellt werden. Mollnau stellt folgende Strukturebenen im makrostrukturellen Bereich fest:
a) Beziehungen zwischen den Zweigen sowie innerhalb von Rechtszweigen, was noch zu behandeln sein wird; b) Beziehungen zwischen Rechtsnormen verschiedener hierarchischer Stufen als Ausdruck verschiedener Rechtserzeugungsverfahren; c) Beziehungen zwischen Rechtsnormen gleicher oder hierarchischer Stufen, gleicher oder verschiedener Rechtszweige, horizontaler oder vertikaler Normenverknüpfungen; d) Beziehungen zwischen Rechtsnormen und Rechtsnormengruppen; e) Beziehungen zwischen Rechtsnormen verschiedener semantischer Stufen (z. B. zwischen Objekt- und Metanormen, strukturelle Bedeutung von Legaldefinitionen etc.) Er betrachtet dieses Beziehungsgeflecht als ein dynamisches Phänomen mit Übergängen zum Struktur-Mikrokosmos. Mollnau sieht ferner die Rechtsstruktur als eine „Momentaufnahme vom Veränderungs- und Entwicklungsprozess des Rechts“ und die Rechtsstruktur als „geronnene Rechtsentwicklung“ an 5. Klenner wiederum lehnt eine Beschränkung auf die Mikro- und die Makrostruktur eines Rechtssystems ab und plädiert für die Beachtung der Sozialstruktur des Rechts, vorausgesetzt, dass an ihr das Recht als „produziertes oder produzierenden Element“ unmittelbar beteiligt ist. Er unterscheidet außerdem zwischen der ontologischen (Rechtsnormen, Recht als Produkt und auch Produzierendes) und der gnoseologischen (Strukturtheorie des Rechtssystems, insbesondere der Rechtsnorm) Dimension 6.

__________________________________________________________

  1. K. A. Mollnau, Zum Charakter der Rechtsstruktur ,  in: id. (Hrsg.), Probleme einer Strukturtheorie des Rechts, Berlin, 1985, S. 49; T. Mayer-Maly, Rechtswissenschaft, München/Wien, 1988, S. 81; K. Larenz, Methodenlehre der Rechtswissenschaft, Berlin et alt., 1991,
  2. H. Klenner,   Systemstrukturen als Gegenstand von Rechtstheorie und Rechtsphilosophie, in: K. A. Mollnau (Hrsg.), Probleme einer Srukturtheorie des Rechts, Berlin, S. 38 – 40.

________________________________________________________

Ein jahrzehntelanges systematisches Studium der völkerrechtlichen Literatur hat gezeigt, dass die Strukturproblematik ziemlich stiefmütterlich behandelt worden ist. Eine wohltuende Ausnahme bilden mehrere Völkerrechtswissenschaftler der ehemaligen Sowjetunion, die sich dieser Problematik sowie weiteren „weißen Flecken“ der Völkerrechtswissenschaft zugewandt haben. Völkerrechtler anderer Länder haben sich zur Strukturfrage des Völkerrechts entweder nur sporadisch und oberflächlich 7 oder äußerst ontologisch-statisch 8 geäußert.

Unter den Völkerrechtlern des ehemaligen Imperium Sovieticum Absolutum sind in Sonderheit zwei zu nennen, die interessanterweise nicht im Zentrum des Imperiums, sondern in der Peripherie tätigen D. I. Feldmann (Kasan) und E. T. Rulko (Kiew) hervorzuheben. Gestützt auf philosophische Erkenntnisse, haben sie eine Strukturposition erarbeitet, der man grundsätzlich folgen kann. Beide, und zwar unabhängig voneinander, gelangen zu der Feststellung, dass die Wechselbeziehungen zwischen den einzelnen Elementen des Völkerrechtssystems seine Struktur darstellen.9

_______________
7.  So beispielsweise: J. Stone, Poblems confrotning sociological enquires concerning international law, in: RdC 1956 (89-I), pp. 68, 101, 124; g. Moca, Dreptul International, Bucuresti, 1983, p. 28.
8. Vgl. beispielsweise A. Bleckmann, Zur Strukturanalyse im Völkerrecht, in: Rechtstheorie, 1978, S. 151 – 154. Andererseits ist zu bemerken, dass  B. fast als einziger Völkerrechtler innerhalb der nach wie vor stark rechtspositivistisch ausgerichteten deutschen Völkerrechtswissenschaft sich mit völkerrechtstheoretischen Fragestellungen gründlich befasst hat. Sein rechtstheoretisches Verständnis ist jedoch größtenteils in der Tat ontologisch statisch. Es fehlt die absolut notwendige Anreicherung der Völkerrechtswissenschaft durch philosophische Grunderkenntnisse. Dies entspricht vollauf der Tradition fast der gesamten deutschen Rechtswissenschaft, spätestens seit der Gründung des Deutschen Reiches 1871. Die wenigen Naturrechtler haben, abgesehen von einer kurzen Zeit nach dem Zweiten Weltkrieg, kaum eine entscheidende Rolle gespielt.
9. D. I. Feldmann, , Das System des gegenwärtigen Völkerrechts, Moskau, 1983 S. 54, 10/11, ,S. . E. T. Rulko, Der Begriff der Struktur des Völkerrechts, Methodologische Aspekte, in: Westnik Kiewskowo, Universiteta, 1980 (10), S. 74 ff. Vgl. teilweise auch, wenn auch sehr lapidar. L. A. Alexidxe, Die Stellung und Rolle des jus cogens im Völkerrechtssystem, in: SEMP, 1969, Moskwa, 1970, s. 127 ff (alle drei Quellen in Russisch).

_________________________________________________________

Bei beiden Völkerrechtlern fehlt jedoch eine tiefer gehende Behandlung der Beziehungen zwischen den Systemelementen. Unter Anwendung der in erster Linie von dem Rechtstheoretiker Karl A. Mollnau herausgearbeiteten Beziehungskriterien innerhalb des Rechtssystems und bei gebührender Beachtung des Völkerrechtssystems mit seinen Charakteristiken soll hier der Versuch unternommen werden, das ziemlich komplexe Beziehungsgeflecht der Völkerrechtsstruktur zu analysieren. Dabei kommt es auf das jeweilige Kriterium bzw. auf die jeweilige Ausgangsbasis an.
a) Wird der Aufbau – absichtlich wird der philosophische Strukturbegriff nicht verwendet – zugrunde gelegt, so gibt es zwischen den Zweigen wechselseitige Beziehungen horizontaler Art.
b) Werden die grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts als Kriterium für die Rechtsnormen verwendet, dann gibt es hauptsächlich hierarchisch-vertikale Beziehungen im gesamten Normensystem des Völkerrechts.
c) Werden die Rechtsnormen in ihrer Gesamtheit in Erwägung gezogen, so bestehen Beziehungen zwischen ihnen. Derartige Beziehungen existieren ebenso zwischen den Rechtsnormen eines einzigen Völkerrechtszweiges.
d) Geht es nur um Völkervertragsnormen, dann werden sowohl vertikale als auch horizontale Beziehungen bejaht.
e) Bei den Völkervertragsnormen können ebenso vertikale sowie horizontale Relationen festgestellt werden.
f) Zwischen Völkervertragsnormen und Völkergewohnheitsnormen sind gleichfalls Beziehungen vorhanden.
g) Die „Allgemeinen Rechtsgrundsätze“ stellen ebenso ein System (Subsystem) dar, welches seine eigene Struktur besitzt. Zwischen ihm und den anderen Subsystemen (siehe d) und e)) stellt man ebenso Beziehungen fest etc.
h) Bisher sind hauptsächlich Beziehungen im Rahmen des Makrokosmos des Völkerrechtssystems erwähnt worden. Es gibt aber auch Beziehungen innerhalb des Normenmikrokosmos, z. B. die mikrostrukturellen Beziehungen innerhalb einer Norm, und zwar unabhängig von der Normenart.
Nicht zuletzt sind die Beziehungen zwischen den Rechtsnormen des Völkerrechts auf der einen Seite und den politischen sowie den Moralnormen auf der an anderen Seite unbedingt zu berücksichtigen, die – philosophisch betrachtet – zu der politischen und der sozial-ethischen „Umgebung“ des Völkerrechtssystems gehören. Derartige Umgebungs- oder Umfeldbeziehungen sind möglich, weil alle drei Normensysteme namentlich die Völkerrechtsnormen, die politischen Normen und die Moralnormen einen sozialen Charakter besitzen und daher „offen“ sind. In diesen Normenmakrokosmos existiert ein äußerst lebendiges, dynamisches, wandlungs- und entwicklungsfähiges, äußerst komplexes Beziehungsgeflecht in den internationalen Beziehungen. In solchen internationalen Dimensionen und Zusammenhängen betrachtet, stellt das Völkerrechtssystem ein Subsystem des Hauptsystems der internationalen Beziehungen dar. Diese hierarchische Sicht ist allerdings nur gnoseologisch und formal-logisch gemeint. Eine ontologische Betrachtungsweise führt zu einem anderen Ergebnis: Das Normensystem des Völkerrechts steht im Mittelpunkt der internationalen Beziehungen, denn es ist ohne Zweifel älter und vor allem wichtiger als das System der politischen Normen und das System der Moralnormen.
Zwischen den bereits erwähnten Bestandteilen (Elementen) der Völkerrechtswissenschaft als System erster Ordnung, namentlich der Völkerrechtsphilosophie, der Völkerrechtstheorie, der Völkerrechtsmethodologie, Völkerrechtssoziologie, Völkerrechtsdogmatik und Geschichte der Völkerrechtswissenschaft, die in ihrem Verhältnis zu dem System der Völkerrechtswissenschaft als System zweiter Ordnung bzw. als Teilsysteme zu betrachten sind, gibt es Verzahnungen, Querverbindungen, ja dialektische Wechselbeziehungen, die in ihrer Totalität die Struktur der Völkerrechtswissenschaft bilden.
Ähnlich ist es auch bei den Elementen eines Teilsystems, z. B. der Völkerrechtsphilosophie, Theorie, Methodologie, Dogmatik und Geschichte. Sie sind in ihrem Verhältnis zu dem Teilsystem Völkerrechtsphilosophie Systeme der dritten Ordnung, dem Wesen nach Subsysteme. Ihre Beziehungen untereinander machen die Struktur der Völkerrechtsphilosophie aus.
Unabhängig davon, ob es sich um ein ontologisches oder um ein gnoseologisches System handelt, erlangt dieses durch die sich dynamisch abspielenden dialektischen Prozesse eine neue Qualität, die über die Qualität der einzelnen Bestandteile weit hinausgeht. Hieraus können neue Erkenntnisse erwachsen, die gleichermaßen für die Völkerrechtspraxis sowie für die Völkerrechtswissenschaft von eminenter Bedeutung sind.

 

Quelle :  Panos Terz, Die Völkerrechtstheorie, Versuch einer Grundlegung in den Hauptzügen, Pro theoria generalis Scientiae Iuris inter Gentes, in : Papel Politico, 2006/11/2, S.683-737. hrsg, von der Facultad de Ciencias Politicas y Relaciones Internacionales , Pontificia Universidad Javeriana

Spannungsfeld von Stabilität und Veränderung Stabilität und Veränderung in den Internationalen Beziehungen und im Völkerrechtsowie das Verhältnis von Pacta sunt Servanda und Clausula rebus sic Stantibus

Spannungsfeld von Stabilität und Veränderung

Obwohl es sich hierbei nicht um eine philosophische Abhandlung handelt, erweist es sich als nützlich, auf den philosophischen Begriff der Stabilität zurück zu greifen:
„Eigenschaft oder Zustand eines Systems der zufolge das System in der Lage ist, gegenüber einer Störung oder einer Klasse von Störungen sein Gleichgewicht zu wahren oder die Störung in der Weise zu bewältigen, dass es selbsttätig in den Zustand eines Gleichgewichts zurückkehrt.“13

Zunächst ist die philosophische Erkenntnis festzuhalten, dass das Gleichgewicht zur Wesensbestimmung der Stabilität gehört. Diese Erkenntnis kann etwas modifiziert, auf die internationalen Beziehungen angewandt werden. In der politologischen Literatur wird der Stabilitätsbegriff verwirrend verwendet, worauf J. Frankel zu Recht aufmerksam macht: „Stability is a frequently explored aspect of international systems. It ist sometimes confusingly applied either to structural stability i. e. the continuation across time of the essential variables of the system without major change, or to dynamic stability which denotes a tendency to move towards an equilibrium following disturbances”.14

Hiermit werden einige theoretische Fragen aufgeworfen: Genannt sei vor allem jene nach dem eigentlichen Wesen der Stabilität: Ist sie statisch oder vielleicht dynamisch aufzufassen? Die Beantwortung dieser Frage ist insofern diffizil, da Statik und Dynamik ebenfalls sehr interpretationsfähige Begriffe sind. Die Statik hat z. B. in der Politik (Innen- und Außenpolitik) sowie im Recht (Landes- und Völkerrecht) zwei Hauptzüge aufzuweisen: Zum einen ist das Beharren einer politischen Erscheinung in einem Zustand, der in seiner

_______________

13 Klaus, G. (1969), Stichwort „Stabilität“ in: Philosophisches Wörterbuch (hrsg. von G. Klaus/M. Buhr), Band 2, Leipzig, S. 117. Ähnlich lautet die soziologische Stabilitätsdefinition: „Eigenschaft eines Systems bei Abweichung von einem Gleichgewicht aufgrund von Störungen (externer Impulse) zu einem Gleichgewichtszustand zurückzukehren. Der Bereich von Abweichungen um einen bestimmten Gleichgewichtspunkt, innerhalb dessen das System zum Gleichgewicht zurückkehrt, heißt Souveränitätsbereich“. Wienhold, H. (1995), Stichwort „Stabilität“ in: Lexikon zur Soziologie (hrsg. von W. Fuchs-Heinritz et alt.), Opladen, s. 638/639.

14 Frankel, J, (1973) , Contemporary international theory and the behaviour of state , Oxford/New York, pp. 10/1 ss.

Wesenheit schlecht oder gut, progressiv oder konservativ sein kann. Dies gilt für die Politik genauso wie für das Recht. Zum anderen gehört im Recht die Rechtssicherheit.
Die Praxis der internationalen Beziehungen zeigt jedoch, dass vielfältige Entwicklungen die Schaffung neuer Normen des Völkerrechts notwendig machen (Kodifikation des Völkerrechts).
Die Dynamik hingegen impliziert a priori Entwicklung und Veränderung, was zumindest begrifflich der Stabilität widersprechen würde. Hierbei gilt es, ein Kriterium zu finden, das die dynamische Stabilität stützen würde. Ein solches Kriterium wäre z. B. die Gewährleistung des Weltfriedens. Legt man ihn den angestellten Überlegungen zugrunde, so würde die Stabilität in den internationalen Beziehungen in erster Linie die Aufrechterhaltung des Weltfriedens bedeuten.
Dies wiederum erfordert weitere Schritte, um den Weltfrieden sicherer zu machen. Sie würden zu einer weiteren Verbesserung die Stabilität auf einer höheren Ebene und damit zu einer Qualitätswandlung führen. Diese friedensbejahende Stabilität wird gegenwärtig durch die oben erwähnten Abrüstungsverträge zwischen den USA und Russland erreicht. Dies gilt auch für eine bessere Kontrolle von Atommaterial, auch mit dem Ziel, dass es nicht in die Hände von Terroristen fällt.

Die Stabilität in den internationalen Beziehungen erstreckt sich hauptsächlich auf stabile friedliche Beziehungen, die den Grundinteressen aller Völker entsprechen.15 Dies kann sich auch auf das Gebiet der nuklearen Abrüstung erstrecken. Gerade dieser Aspekt wurde in relativ vielen Dokumenten unterstrichen.
In diesem Zusammenhang taucht die Formulierung der „strategischen Stabilität“ auf. So heißt es z. B. in der Präambel des SALT-II-Vertrages vom 18. Juni 1979: „In Anerkennung der Tatsache, dass die Stärkung der den Interessen der Seiten und den Interessen der internationalen Sicherheit entspricht…“.16 Raymond Aron betrachtet eine Lage als militärisch stabil („militärische Stabilität“), wenn keiner der beteiligten Staaten versucht, Gewalt anzuwenden „und zwar auch dann nicht, wenn er mit dem status quo nicht zufrieden ist“.17 Dieser Auffassung kann man uneingeschränkt

_______________

15 Vgl. ähnlich auch Stupak, R./Gilman, S. (Anm. 8, p. 139).

16 Dokument in: Völkerrecht, Dokumente, Teil 3, Berlin 1980, S. 1070.

17 R. Aron (Anm. 9, S. 207).

zustimmen. Eine unerlässliche Voraussetzung der strategischen Stabilität ist das „strategische Gleichgewicht“. In der „Gemeinsamen Erklärung über die Prinzipien und die Hauptrichtungen künftiger Verhandlungen über die Begrenzung der strategischen Rüstungen zwischen der UdSSR und den USA“ vom 18. Juni 1979 bekunden beide Atommächte ihre Entschlossenheit, „um die Gefahr des Ausbruchs eines Kernwaffenkrieges zu verringern und anzuwenden, weiterhin nach Maßnahmen zur Festigung der strategischen Stabilität, unter anderem durch die Begrenzung der strategischen Offensivwaffen, die das strategische Gleichgewicht destabilisieren … zu suchen“.18

Von der strategischen Stabilität ist die politische Stabilität im Sinne der Aufrechterhaltung des sozialpolitischen Status quo in der Welt zu unterscheiden. Wie der friedliche Zusammenbruch des „sozialistischen Weltsystems“ deutlich gezeigt hat, kann es eine derartige Stabilität nicht geben.

Davon wiederum ist die Stabilität im Sinne des Völkerrechts zu unterscheiden. Sie ist hauptsächlich als Rechtssicherheit aufzufassen. Sie setzt die unbedingte Achtung der Prinzipien und Normen des Völkerrechts voraus.19 Dies gilt in besonderem Maße für das Prinzip der Vertragstreue (Pacta sunt servanda), denn eines der Ziele der internationalen Vertragsabschlüsse ist, im Interesse der Aufrechterhaltung des Weltfriedens und der internationalen Sicherheit stabile und beständige internationale Beziehungen zu schaffen.20 Konkret bedeutet dies, dass auch die Verträge auf dem Gebiet der Rüstungsbegrenzung und der Abrüstung strikt einzuhalten sind.

_______________

18 Dokument in: (Anm. 16, S. 1079 ff.

19 Dies wird von E. Menzel und K. Ipsen unter der „Ordnungsfunktion“ des Völkerrechts subsummiert. Vgl. Völkerrecht, Ein Studienbuch, München 1979. S. 15.

20 Theoretische Fragen der Vertragsstabilität wurden hauptsächlich in folgenden Arbeiten behandelt:
Bourguin, M. (1938). Stabilité et mouvement dans l` ordre juridique international, in: Recueil des cours de l` Academie de dreit international de la Haye, II, Vol. 64 p. 347 ss, und Bolintineanu, A. (1969). Stabilitatea tratatelor-problema esentiala a codificarii dreptului tratatelor, in: Revista romana de drept 1, p. 66, Bucuresti. Zum Teil gilt dies auch für S. Myslil, S. (1974), Kodifikace smluvniho prava, in: Gasopis pro mezinarodni prave, XV, Nr. 2 Praha S. 183. M. Virally, M (1966), betrachtet bereits den völkerrechtlichen Vertrag als ein Mittel, um die Beziehungen der Staaten “auf einer stabilen Basis zu regeln”. Vgl. Reflections sur le „jus cogens“, in: Annuaire Francais de Droit International, XIII, Paris p. 10.

Die im philosophischen Sinne vorhandene engste Beziehung zwischen der Stabilität und dem Gleichgewicht gilt ebenso in den internationalen Beziehungen und speziell für die Materien der Abrüstung. Darauf ist bereits seitens einiger Politologen hingewiesen worden.21 Der Auffassung hingegen von R. Aron kann nicht gefolgt werden. Er schlägt vor, den Begriff „Gleichgewicht“ durch jenen der „Stabilität“ zu ersetzen. Dies würde in der wissenschaftlichen Beschäftigung mit komplizierten Gegenständen zu großen Unschärfen führen.

In direktem Verhältnis zur Stabilität steht der status quo. Dabei kommt es auf den konkreten Bezug an. Geht es um den sozial-politischen Zustand, so ist eine Abmachung darüber so gut wie ausgeschlossen.
Davon wiederum ist die grundsätzliche Respektierung der sozial-politischen Ausrichtung eines Staates zu unterscheiden, vorausgesetzt, dass die grundlegenden Menschenrechte respektiert werden.
Handelt es sich um den militärstrategischen Zustand, so sind konkrete Abmachungen über das Festschreiben dieses Zustandes normal und notwendig. Dies ist der Fall bei einem Moratorium der Rüstungen. Verglichen damit ist jedoch eine Rüstungsreduzierung, d. h. Dynamik auf einem niedrigeren Niveau oder sogar die Abrüstung friedensbejahender. Somit läge ein dynamischer status quo vor.22 Die militärstrategische Komponente ist allerdings eine unter mehreren wie z. B. die Wirtschaftskraft, der Industrie und Technologiestand etc. Eine wesentliche Veränderung dieser Komponenten könnte unter Umständen zu einer Störung des Gleichgewichts führen.
Sogar innerhalb des militärstrategischen Gleichgewichts sollte zwischen den konventionellen Waffensystemen und den Kernwaffen unterschieden werden. Veränderungen dieser Elemente würden unweigerlich zu einer Störung des Gleichgewichts führen, was die relativ schnelle Schaffung von Gegengewichten herbeiführen könnte.

_______________

21 Vgl. Beispielsweise die folgenden Autoren : Morgenthau, H. (Anm. 4, S. 146). Das Gleichgewicht ist ein „wesentliches Element der Stabilität“, Schwarzenberger, G. (1955), Machtpolitik, Eine Studie über die internationale Gesellschaft („A Study of International Society“, New York, 1951), Tübingen 1955, S. 113: „Koalitionen, Gegenkoalitionen können unter günstigen Bedingungen zu einer begrenzten Stabilisierung der internationalen Beziehungen führen. Eine solche Konstellation bezeichnet man als Gleichgewicht der Kräfte“; Kissinger, H. (1969), Amerikanische Außenpolitik, Düsseldorf/Wien, S. 135 betrachtet es als Dilemma für die USA, „dass es keine Stabilität ohne Gleichgewicht gegen kann“.

22 A. Nussbaum betrachtet Sa Mächtegleichgewicht, das auf eine Aufrechterhaltung des status quo abzielt an und für sich als „ein Axiom der hohen Diplomatie. Dieser Verabsolutierung kann nicht gefolgt werden. Er unterscheidet ohnehin nicht zwischen dem sozial-politischen und dem militärstrategischen Gleichgewicht. Vgl. Geschichte des Völkerrechts in gedrängter Darstellung, München/Berlin, 1960, S. 153. Im Unterschied dazu kann der Ansicht von W. Grewe (Anm. 1, S. 17) zugestimmt werden: Die damaligen Supermächte waren speziell an einem militärisch-strategischen Gleichgewicht interessiert. Der friedliche sozial politische Wandel sei weiterhin ein Ziel des Westen gewesen.

Den Gegenpol der Stabilität bilden die Veränderungen in den internationalen Beziehungen. Derartige Veränderungen besitzen einen vorrangig objektiven Charakter. Zu ihnen gehören in erster Linie die Zuspitzung der globalen Herausforderungen der Menschheit. Eine weitere Veränderung mit gewaltigen Konsequenzen für die internationalen Beziehungen ist das allmähliche Wachsen Chinas zu einer Supermacht.

Auch im Völkerrecht vollziehen sich Veränderungen, die jedoch das Ergebnis der vobuntas iuris der Staaten sind, obwohl die tieferen Ursachen objektiv bedingt sind.
Das Völkerrecht ist nicht statisch, sondern dynamisch. Hierauf hat bereits einer der Väter der Völkerrechtswissenschaft, der berühmte spanische Jurist und Theologe Francisco Suarez hingewiesen: Er meinte, „dass das Völkerrecht, soweit es von menschlicher Übereinkunft abhängt, veränderlich ist.“23 Dies bedeutet in concreto, dass das Völkerrecht Veränderungen unterworfen ist.24 Diese Aussage gilt jedoch für sämtliche ius cogens Prinzipien und Normen des Völkerrechts nur bedingt.

Bei den Veränderungen des Völkerrechts geht es der Zielstellung nach um eine Anpassung des Völkerrechts an veränderte Bedürfnisse der internationalen Staatengemeinschaft. Je schneller diese Anpassung erfolgt, umso vollkommener ist das Rechtssystem in den internationalen Beziehungen. In der völkerrechtlichen Fachliteratur hat vor allem Wilfred Jenks immer wieder das Anpassungserfordernis unterstrichen, das er offenkundig als Bestandteil des von ihm entworfenen „common law of mankind“ ansieht.25 In diesem Sinne ist das Völkerrecht tatsächlich Ausdruck eines konkreten Kräfteverhälsnisses.26

______________

23 Ausgewählte Texte zum Völkerrecht, Band IV („Die Klassiker des Völkerrechts in modernen Übersetzungen“). hrsg. von W. Schätzel, Tübingen 1965, S. 75.

24 In dieser Beurteilung stimmen wir mit Röhling, B. (1960), International law in an expanded world, Amsterdam, p. 87, überein. G. Morelli meint zu dieser Problematik, dass bei einer Nichtanpassung des Völkerrechtssystems an die veränderte Welt ein Widerspruch entsteht. Vgl. Nozioni di diritto internazionale, Padova, 1963, pp. 46 ss.

25 Ihm ist vorbehaltlos zu folgen, wenn er schreibt: “The law of nations, like the common law, must grow out of and reflect the expansing and changing needs of life in society. The common law of mankind must be an expression of and response to human need …” Jenks, W. (1965), Unanimity, The Veto, weighted voting, in: Cambridge Essays in International Law, London/New York, p. 63.

26 Vgl. ähnlich auch Chemillier-Gendreau, M. (1975), A´propos de l effectivité en Droit International, en : Revue belge de droit international, 1/II, p. 41. Es wird zugleich zu Recht darauf hingewiesen, dass Rechtsnormen auch über mögliche Veränderungen des Kräfteverhältnisses ihren Charakter behalten müssen (p. 43).

Veränderungen in den realen internationalen Beziehungen wirken sich auf die zwischenstaatlichen Vertragsbeziehungen aus. Dies findet seine Widerspiegelung in der „Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände“ (dem Wesen nach die alte Regel „Clausula rebus sic stantibus“).
Nach dieser Norm kann unter bestimmten Bedingungen eine grundlegende Veränderung der Umstände gegenüber jenen, die zur Zeit des Vertragsabschlusse bestanden und die von den Vertragspartnern nicht vorausgesehen werden konnten, als Grund für die Beendigung des Vertrages oder den Austritt auf ihm geltend gemacht werden.27 In diesem Zusammenhang stellt sich die Frage nach dem Verhältnis zwischen der Norm der grundlegenden Veränderung der Umstände und der Pacta sunt servcanda.

Zwischen ihnen besteht ein großer qualitativer Unterschied: Während erstere eine Regel des internationalen Vertragsrecht ist, stellt die Pacta sunt servanda in der Ausformulierung der UN-Charta ein grundlegendes Prinzip dar. Diese Klarstellung ist für die Verträge zu den Materien des militärstrategischen Gleichgewichts von eminenter Bedeutung. Die Priorität der Vertragstreue erweist sich auf diesem Gebiet als betont friedenserhaltend.

Insgesamt sollten Veränderungen in den internationalen Beziehungen nicht leichtfertig zu Vertragsverletzungen führen. Die Vertragserfüllung schafft hingegen stabile und friedliche internationale Beziehungen, die der Friedenserhaltung dienen.28 Aus der Sicht des Völkerrechts ist entscheidend, ob durch die Stabilität und die Veränderungen bestehende und geltende Rechtsnormen verletzt werden. So kann zwar einerseits die Stabilität nicht bedeuten, dass Rechtsnormen weiterhin existieren, obwohl sie von der Entwicklung der internationalen Beziehungen völlig veraltet geworden sind. Andererseits können jedoch erfolgte Veränderungen nicht automatisch bestehende Normen und Verträge außer Kraft setzen. Im Völkerrecht geht es allgemein um ein ausgewogenes Verhältnis von Stabilität (Achtung der

_______________

27 Vgl. hierzu ausführlicher Terz, P. (1979), Wesen und mögliche Auswirkungen von grundlegenden Veränderungen der Umstände auf die Gültigkeit zwischenstaatlicher Verträge, in: Przeglad Stosunkow Miedzynarodowych, Nr. 6, S. 115 – 130 (in Polnisch).

28 Ein ähnlicher Gedanke klingt an auch bei Frankel, J. (1973), Contemporary intenational theory and the behaviour of states, Oxford/New York, p.173, Er meint, dass unter „Umständen“ die Veränderung die Stabilität erhöhen kann, indem Elemente der Instabilität vermindert werden.

grundlegenden Prinzipien des Völkerrechts, stabile zwischenstaatliche Vertragsbeziehungen) und Veränderung (Weiterentwicklung des Völkerrechts in erster Linie auf vertraglicher Grundlage bei gleichzeitiger Respektierung des ins cogens). Es wäre allerdings unkorrekt, von einem ausgewogenen Verhältnis zwischen Pacta sunt servanda und der Clausula rebus sic stantibus zu sprechen29, weil sie zwei völlig unterschiedliche Ebenen des Völkerrechts zum Ausdruck bringen.

 

Βάρβαρος, Ορος

Βάρβαρος , Ορος

Εως τώρα έχουμε ασχοληθεί με τη λέξη βάρβαρος στηριζόμενοι σε μίαν αποκλειστικά ελληνοκεντρική προσέγγιση στο θέμα ( Βάρβαρος : μη ελληνικά ομιλών, δηλαδή όχι με την τωρινή σημασία ).
Αλλά σημειώνεται διεθνώς στην παγκοσμιοποιημένη κοινότητα επίσης μία διεθνής θέαση.

α) Οι Κινέζοι θεωρούσαν πολύ υποτιμητικά κασι περιφρονητικά τους άλλους λαούς δυτικά και
βόρεια των συνόρων της τεράστιας αυτοκρατορίας τους (σημερινή Κεντρική και Βόρεια Ασία καθώς και όλους τους Ευρωπαίους) ως βαρβάρους. Ακόμη και
στα τέλη υου 18ου αι. ονόμαζαν τους Αγγλους και τους Αμερικανούς  βαρβάρους.

β) ΟΙ Ινδοί ονόμαζαν όλους τους λαούς πέραν των βορείων και των ανατολικών συνόρων “αγρίους” , για τους οποίους δεν ίσχυαν οι
πρώτοι στην ιστορία της ανθρωπότητας ανθρωπιστικοί κανώνες πολέμου του
Βιβλίου Μανού ( βλέπε Mahabharata και ιδιαιτέρως Bhagavadgita).
Αυτοί οι κανώνες απαγόρευαν μεταξύ άλλων την χρησιμοποίηση δηλητηριασμένων
βελών, την θανάτωση των αιχμαλώτων καθώς και την θανάτωση γέρων , γυναικών και παδιών.

γ) Οι Ισπανοί Conquistadores θεωρούσαν επίσηςς
τους Ιντιος ( Indigenas) στην Κεντρική και Νότια Αμερική ως “αγρίους”, τους οποίους μπορούσαν κατά το δοκούν να σφάζουν.

Κασθημερινή  (4.9.16)

Σχόλια, Διάλογος, Ελλειψη Μεθόδου

Η διατύπωση εμπεριστατωμένων αναλύσεων προϋποθέτει

α) ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ γνώσεις, τις οποίες αποκτά κανείς μέσω ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΩΝ σπουδών και
β) ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ Μεθοδολογία που αποικτάται επίσης μέσω ειδικών σπουδών.

Η Μεθοδολογία είναι στην γενέτειρά της σχεδόν άγνωστη. Από ό,τι διαπίστωσα στα πλαίσια μερικών διαλέξεων το 1994 στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι υποαναπτυγμένη. Αυτό μου το είπαν και ανέψια μου που έχουν σπουδάσει στα αναφερθέντα πανεπιστήμιια καθώς και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Το 1996 είχα την επιστημονική εποπτεία για έναν απόφοιτο (με άριστα) από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά δεν είχε ιδέα ούτε από την επιστημονική Μέθοδο, ούτε από την επιστημονική Μεθοδολογία. Αυτό έκανε στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας αλγεινή εντύπωση.

γ) Σημειώνονται και άλλες προϋποθέσεις όπως η συστηματικότητα, η αντοχή, η επιμονή και η υπομονή. Και αυτά είναι στην Ελλάδα δυστυχώς υποανάπτυκτα.

Λοιπόν, τί περιμένετε από δημοσιογράφους ή ιδιαιτέρως από “σχολιαστές” που δεν έχουν σπουδάσει τίποτα ;

Ευτυχώς υπάρχουν και μερικοί,  οι οποίοι προσπαθούν να αναρτήσουν ολοκληρωμένα σχόλια. Αυτά όμως ενδιαφέρουν εδώ πολύ λίγους.

Σε σύγκριση με την Καθημερινή δημοσιεύονται σε σοβαρές εφημερίδες στην Ευρώπη μόνον νηφάλια και ποιοτικά σχόλια. Προσωπικές προσβολές , προκλητικές απόψεις κλπ. είναι αδιανόητες και ακατανόητες. Το τριτοκοσμικό φαινόμενο της αποφθεγματολογίας είναι εκεί απορριπτέο.

Δηλαδή υφίσταται μεταξύ των “σχόλιων” μερικών “σχολιαστώ픨και του γενικά χαμηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου των Νεοελλήνων στην πλειονότητά τους μία άμεση σχέση.

Καθημερινή (4.9.16)

Εθνος , Εθνική Συνείδηση

΅Εθνος,  Εθνική συνείδηση

Σύμφωνα με την διεθνή Πολιτολογία (Πολιτική Επιστήμη) σημαίνει ο όρος Εθνος το εξής :

1. Μία ομάδα ανθρώπων έχει την πεποίθηση, ότι τα μέλη της έχουν κοινά
εθνοτικά, πολιτισμικά, , γλωσσικά, ιστορικά, γεωγραφικά και επίσης
πολιτικά χαρακτηριστικά .

2. Μέσω αυτών των κοινών χαρακτηριστικών
διαφέρουν από άλλες ομάδες ανθρώπων, οι οποίες αναδεικνύουν επίσης ίδια
κοινά χαρακτηριστικά όπως παραπάνω.

3. Αλλά εξαρτάται από το κριτήριο :

α) Συνδιασμός με το ήδη υπάρχον κράτος ( Κρατικό Εθνος), αν και φυσικά
υφίσταται διαφορά μεταξύ του Εθνους και του Κράτους, γιατί μερικά κράτη
είναι πολυεθνικά , και μερικά έθνη δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικό τους κράτος.

Στην περίπτωση του “Κρατικού Εθνους” συμπίπτουν η εθνική
και η κρατική συνείδηση (προηγμένη Ευρώπη ) ή σημειώνεται μόνο η εθνική
συνείδηση, ενώ δεν υπάρχει η κρατική συνείδηση ( ανεξαιρέτως όλες οι βαλκανικές χώρες).
Γενικά το κράτος εκπροσωπεί διεθνώς το έθνος.

β) Συνδυασμός με τον πολιτισμό που σημαίνει, ότι το καθοριστικό στοιχείο ενός έθνους είναι ο κοινός πολιτισμός. Εδώ παίζει λοιπόν η εθνική
συνείδηση έναν σημαντικό ρόλο, ενώ η κρατική συνείδηση παραγκωνίζεται κάπως ή και λείπει εντελώς.

Οι Ελληνες που ζούν ανά τον κόσμο,
θεωρούνται ως μέλη του ελληνικού έθνους, ανεξάρτητα από το αν κατέχουν
και την ξένη ιθαγένεια ή μόνον την ιθαγένεια του κράτους , όπου ζουν.
Οι Τούρκοι σε ευρωπαϊκά κράτη θεωρούν τον εαυτό τους ως μέλη του
τουρκικού έθνους αν και πολλοί από αυτούς κατέχουν δίπλα στην τουρκική
ήδη και την ιθαγένεια άλλων κρατών.

Καθημερινή (4.9.16)

Ορθόδοξοι Θεολόγοι, Σκοταδιστές vs Ευρωπαϊκού Ορθολογισμού

 

Τα αδέρφια ρώσοι  φιλόσοφοι Πγιοτρ και Ιβάν Κιρεγιέβσκι έχουν θέσει ήδη τον 19ο αι. τις ψευτοθεωρητικές βάσεις για την απόρριψη και την εχθρότητα των ρώσων ορθόδοξων ιεραρχών και θεολόγων έναντι του ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ Διαφωτισμού.

Σ´ αυτούς στηρίζονται όλοι οι μετέπειτα ρώσοι θεολόγοι και κληρικοί. Ακριβώς τώρα οργιάζουν παρόμοιες απόψεις στην Ρωσία υπό Πούτιν.

Εχει ήδη επισημανθεί η ομοιότητα των βασικών απόψεών τους με μωαμεθανούς Ιδεολόγους και Ιάπωνες υπερεθνικιστές. Βλέπε το εξής άκρως διαφωτιστικό βιβλίο : Ian Buruma, Occidentalism . The West in the Eyes of its Enemies, ISBN 3-446-20614-0, New York, 2004.

Εν ολίγοις, οι θέσεις του Μαλεβίτση , του κ. Χ. Γιανναρά και άλλων αντιπάλων ή και εχθρών του ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ πρωτίστως στις πολιτισμικά καθυστερημένες χώρες δεν είναι ούτε νέες, ούτε πρωτότυπες.

Καθημερινή (4.9.16)

Εθνική Συνείδηση, Προϊόν του 19ου αι.

Η ΕΘΝΙΚΗ συνείδηση είναι προϊόν του 19ου αι. !

ΟΙ Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαn τον όρο gens (Φύλο, Γεν. : gentis, Πληθυντ. gentes, gentium ) . Εκαναν διαχωρισμό μεταξύ του Ius civilis ( Δίκαιο των (Ρωμαίων) πολιτών) και του Ius gentium (Δίκαιο των φύλων).
Οι “Πατέρες ” της επιστήμης του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου οι Ισπανοί Νομικοί και Θεολόγοι Francisco de Vitoria (15oς/16ος αι.) και Francisco de Suarez (16ος/17ος αι.) ονόμαζαν αυτό το δίκαιο Jus inter Gentes (Δίκαιο μεταξύ των Φύλων).

Τον 19οαι. έχει εμπεδωθεί ο επιστημονικός όρος Droit INTERNATIONAL Public ( Αγγλ.INTERNATIONAL Public law, Ισπαν. Derecho INTERNACIONAL Publico, Ιταλ. Diritto INTERNAZIONALE PUBBLICO, Γερμ. INTERNATIONALES öffentlicheς Recht ).

Στην ελληνική γλώσσα προηγήθηκε η λέξη Εθνος, αλλά με την σημασία των Φύλων. Ετσι έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο πρόβλημα. Υπάρχουν και άλλα αυτού του είδους.

Το “Ιτε παίδες Ελλήνων”  δεν έχει ουδεμία σχέση με την σύγχρονη εθνική συνείδηση. Ο παιάν εκφράζει  μερικά κοινά (μυθολογία, θρησκεία, αξίες, ήθη και έθιμα, και  εν μέρει πολιτικές αντιλήψεις).

Το επίγραμμα του λυρικού  ποιητού Σιμωνίδη του   Κείου, αφιερωμένο στον Λεωνίδα και στους  300 πεσόντες μαχητές στις Θερμοπύλες εκφράζει  κάτι  το κοινό :
“Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε // κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι” .
Δεν έγινε όμως ποτέ λόγος για την Ελλάδα, αλλά υπήρχαν   άλλα φυλωνύμια ( ελληνικά φύλα, “εθνωνύμια”) όπως Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Θηβαίοι, Μακεδόνες κλπ.  , μεταξύ των οποίων επικρατούσε ΠΟΛΕΜΟΣ.

Δεν έγινε όμως ποτέ λόγος για την Ελλάδα, αλλά υπήρχαν άλλα φυλωνύμια ( ελληνικά φύλα, “εθνωνύμια”) όπως Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Θηβαίοι, Μακεδόνες κλπ. , μεταξύ των οποίων επικρατούσε ΠΟΛΕΜΟΣ.

Υπενθυμίζουμε, ότι το γνωστό λατινικό γνωμικό bellum omnia contra omnes είναι ματάφραση από τα Ελληνικά και αντικατοπτρίζει τις σχέσεις μεταξύ των ελληνικών Πόλεων .

Ας λάβουμε επί τέλους την ιστορική αλήθεια υπ όψη και ας παρατήσουμε τις φαντασιώσεις αδαέστατων και ημιαμόρφωτων ελληναράδων.

Καθημερινή (4.9.16)

Βυζάντιο, Ρωμαίοι και Ελληνες, Αρχαίος Πολιτισμός, Νεοέλληνες

Εκρωμαϊσμένη ναι, όχι όμως εκλατινισμένη.
Είναι ιστορικό γεγονός, ότι όλοι οι υπήκοοι της ΡΩΜΑΙΚΗΣ αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από το φύλο και την εθνότητα ήταν Romani (Ρωμαίοι εξ ου αργότερα Ρωμιοί), όχι Ελληνες, μια που η λέξη Ελλην έχει απορριφθεί και ως ειδωλολατρική απαγορευθεί.
Η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας και του ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΟΥ (όχι μόνον του ελληνικού) πολιτισμού δεν σημαίνει, ότι υπήρχε κάποια ελληνικότητα. Εως τον 19ο αι. έχει επικρατήσει το εθνωνύμιο Ρωμιός. Κατόπιν έχει εισαχθεί το εθνωνύμιο Ελληνας.

Ο επικρατών πολιτισμός δεν έχει πολύ σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ή το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Ο χριστιανισμός έχει κατ αρχάς καταστρέψει το ελληνικό πνεύμα. Υστερα από τον 8ο αι. ανακάλυψαν οι Ρωμαίοι πάλι τα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων (πρωτίστως Πλάτωνα και Αριστοτέλη) μεν, αλλά η ενασχόληση με αυτά είχε φιλολογικό και σχολαστικιστικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα, ενώ ύστερα από την Αναγέννηση στην Ευρώπη έχει συστηματικά αξιοποιηθεί το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Η Ευρώπη δεν έχει παραλάβει σχεδόν τίποτα το καθαρώς βυζαντινό, ενώ ο βυζαντινός πολιτισμός και η η περιβόητη βυζαντινή νοοτροπία έχουν μια συνέχεια στο νεοελληνικό κράτος και στους Νεοέλληνες.

Ετσι έμειναν οι Νεοέλληνες στα κατάβαθα της ψυχής των ΑΝΑΤΟΛΙΤΕΣ, που δεν καταλαβαίνουν ή και μισούν την Δύση του κοσμοϊστορικού ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ. Εχει δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο πολιτιστικό και μορφωτικό αδιέξοδο, στην δημιουργία του οποίου έχουν πρωτοστατήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Θεολόγοι της, μεταξύ αυτών και ο κ. Γιανναράς.

Καθημερινή (4.9.16)

 

Ευρώπη, Προϊστορική Εποχή

Ευρώπη , Προϊστορία

Ήδη προ 25χιλ. (γυναικεία είδωλα ίσως θεοτήτων ) και μία φλογέρα,
προ 18χιλιάδων ετών (ζωγραφιές) έχουν συντελεσθεί στην Ευρώπη στην
Παλαιολιθική Εποχή (700χιλ-8χιλ. π.Χ.) μερικές πολιτισμικές επιτεύξεις.
Με την Νεολιθική Εποχή ( 5.500-2.500 π.Χ. ) έλαβε χώραν η „Γεωργική
Επανάσταση“ και έχει αρχίσει ο συστηματικός εκπολιτισμός των Ευρωπαίων (
οικισμοί, καλλιέργεια δημητριακών , καταμερισμός εργασίας, κεραμική (
5χιλ. π.Χ.) και αστεροσκοπείο (Stonehenge, 3χιλ. π.Χ.). Οι πρώτοι
αγρότες έχουν προέλθει από την περιοχή μεταξύ της Ανατολικής Μικράς
Ασίας, της Συρίας και του Ιράκ ( DNA ! ) . Εκεί έχει εφευρεθεί 9 χιλιάδες
έτη π.Χ. η γεωργία .

Η Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη είχαν γεωργικό πολιτισμό ήδη μεταξύ
του 5.500 και του 4.500 π.Χ. Μερικές επιτεύξεις των Ευρωπαίων είναι πολύ
αρχαιότερες και από τις αιγυπτιακές πυραμίδες ! Και όμως, πολλοί αφελείς
και αδαέστατοι Ελληναράδες νομίζουν , ότι οι Βόρειοι Ευρωπαίοι ζούσαν
επάνω στα δένδρα και είχαν τα βελανίδια σαν διατροφή. Αυτό είναι το
αποκορύφωμα της αμορφωσιάς , της άγνοιας και της μορφωτικής αυτοπεριχαράκωσης.

Καθημερινή (28.8.16)

Φιλοσοφία, Πανεπιστημιακές Εδρες

Φιλοσοφία, Πανεπιστημιακές Εδρες

Στα πανεπιστήμια των προηγμένων χωρών υπάρχουν υπερεξειδικευμένες φιλοσοφικές έδρες :

Πολιτική Φιλοσοφία (Politische Philosophie), Πολιτιστική Φιλοσοφία (Kulturphilosophie), Κοινωνική Φιλοσοφία (Sozialphilosophie), Φιλοσοφία του Δικαίου (Rechtsphilosophie). Εδώ πρόκειται για την συστηματικοποίηση των επιστημών. Το Βήμα (25.6.15)

Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι μεταξύ των υφίσταται ένα κινεζικό τείχος. Ξέρω, ότι υπάρχουν στην Γερμανία και έδρες της ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. Αυτός ο φιλοσοφικός κλάδος είναι στην ουσία ο επιτυχέστατος Αγγλοαμερικανικός ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ως ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ βίου,αλλά και πολιτικής.

Φυσικά υφίστανται και έδρες της “καθ ευτού” Φιλοσοφίας, οι οποίες στην ουσία έχουν εμπεδωθεί από τους παγκοσμίως κορυφαίους Φιλόσοφους Kant και Hegel.

Ας επισημάνουμε, ότι αυτοί έχουν συγγράψει τα φιλοσοφικά τους έργα στην γερμανική γλώσσα που σημαίνει όχι στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Μερικοί ελληνοκεντριστές (μεταξύ αυτών και ο  Θεολόγος και Φιλόσοφος Χ. Γιανναράς)  έχουν στην Καθημερινή συχνά την άποψη διατυπώσει , ότι μόνον η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι κατάλληλη για την φιλοσοφική σκέψη. Καθημερινή (28.8.16 )

Ευρωπαίοι, Μετακινήσεις και Συγχωνεύσεις μερικών Λαών (Γερμανοί, Ούννοι, Βικινγκες, Μαγιάρι

1.Η “Μετακίνηση των Γερμανικών φύλων ” (καθιερωμένος επιστημονικός όρος στην Ευρώπη ) έλαβε χώραν κυρίως τον 4. και τον 5ο αι. μ.Χ. Σε αυτήν έχουν
συμμετάσχει οι Γότθοι από την Σκανδιναβία (έφθασαν έως την Κριμαία και από εκεί κατευθύνθηκαν μέσω της
Κεντρικής Ευρώπης και της Βόρειας Ιταλίας έως την Ισπανία). Οι άλλοι γερμανικοί λαοί έχουν κινηθεί προς την Νότια, την Δυτική, την Ανατολική Ευρώπη και προς την Βρεταννία (Σάξονες , Αγγλοι).

2. Από τα βάθη της Ασίας έφθασαν μόνον οι
μογγολικοί Ούννοι, οι οποίοι ύστερα από μίαν ήττα στην Γαλία έχουν βαθμιαία πάλι εγκαταλείψει την Ευρώπη. Μόνον
μερικές χιλιάδες έμειναν στην Ουγγαρία. Τον 9ο αι. έφθασαν πάλι απο την Ασία στην Ουγαρία οι Μαγιάροι και συγχωνεύθηκαν με τον εντόπιο πληθυσμό.

Περίπου την ίδια εποχή πέρασαν οι μογγολικοί Πρωτοβούλγαροι τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν στην Βουλγαρία και κατόπιν συγχωνεύθηκαν με τον σλαβικό πληθυσμό.

3. Οι Βίκινγκες έχουν φθάσει στην Γαλία ( αργότερα Νορμανδοί :Βόρειοι άνδρες), στην Βρεταννία και στην Ρωσία (“Βαρέγγοι”) μεταξύ του 8ου και του 9ου αι.

Λαϊκισμός, Καθοριστικά συστατικά στοιχεία

Panos Terz

Καθοριστικά συστατικά στοιχεία του όρου Λαϊκισμός

Ο όρος Λαϊκισμός είναι μετάφραση του διεθνώς γνωστού όρου της Πολιτολογίας (Πολιτικές επιστήμες) POPULISMUS (λατινικά populus = Λαός).

Τα καθοριστικά συστατικά του στοιχεία είναι τα εξής :
1. Πρόκειται για πολιτική στρατηγική και τακτική.
2. Θέτει στο επίκεντρο διαδεδομένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές ανησυχίες και συναισθήματα.
3. Ενισχύει αυτή την κατάσταση και προτείνει δήθεν εύκολη και ταχεία επίλυση των υπαρχόντων κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών προβλημάτων.
4. Σημειώνονται ισχυρές τάσεις σε μεσσιανισμο και πολιτική μαγεία, στην ουσία ΑΠΑΤΗ.
5. Επιδιώκει ιδίους πολιτικούς σκοπούς που στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση σχέση με τα υπάρχοντα προβλήματα.
6. Οι Λαϊκιστές δεν είναι σε θέση , αφού αναρριχθούν μέσω κίβδηλων υποσχέσεων στην εξουσία, να υλοποιήσουν ούτε μίαν υπόσχεση και συνήθως κάνουν ακριβώς το αντίθετο

Αυτό ισχύει πλήρως για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.
Καθημερινή (4./9.16)

Επαναστάσεις Παραγωγικών Δυνάμεων στην Ανθρώπινη Ιστορια : Αγροτική Επανάσταση , Βιομηχανική Επανάσταση, Επανάσταση των Υψηλών Τεχνολογιών

Επαναστάσεις παραγωγικών δυνάμεων

Οι Αγγλοι έχουν παραγματοποιήσει την Revolution of Industry που έχει καθιερωθεί διεθνώς ως terminus technicus (επιστημονικός όρος) σε όλες τις σημαντικές γλώσσες. Μόνον στην Ελλάδα χρησιμοποιείται η έκφραση Βιομηχανική επανάσταση, μέσω της οποίας δεν εξηγείται η Δεύτερη Επανάσταση των παραγωγικών Δυνάμεων στην ανθρώπινη ιστορία
Ο όρος Industry είναι λατινογενής (industris ) και σημαίνει ΦΙΛΟΠΟΝΙΑ.

Μεταξύ της Revolution of Industry και του Προτεσταντισμού σημειώνεται άμεση σχέση.
Στην Ολλανδία προηγήθηκε η Revolution of Trade (Επανάσταση του Εμπορίου) με ιδεολογικοθρησκευτικό υπόβαθρο
τον Καλβινισμό.

Εδώ πρόκειται για τις δύο οικονομικές βάσεις του Καπιταλισμού και δη του Εμπoρικού Καπιταλισμού (Ολλανδία) και του Βιομηχανικού Καπιταλισμού (Αγγλία). Και οι δύο όροι είναι διεθνώς καθιερωμένοι (termini technici).

Η πρώτη επανάσταση των παραγωγικών δυνάμεων στην ιστορία της ανθρωπότητας έλαβε χώραν στη Μέση Ανατολή προ περίπου 11 χιλιάδων ετών (στον ελληνικό χώρο προ 8 χιλιάδων ετώn).
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, ότι οι πρώτοι Υψηλοί Πολιτισμοί έχουν εμπεδωθεί σε αυτήν την περιοχή.

Προσθήκη στο σχόλιο περί της “Βιομηχανικής Επανάστασης”.

Στη Μέση Ανατολή έχει συντελεσθεί η “Αγροτική Επανάσταση”, η πρώτη μεγάλη πρόοδος των παραγωγικών δυνάμεων που έχει δημιουργήσει ευνοϊκές προϋποθέσεις για την εμπέδωση των πρώτων κρατών, των πρώτων νόμων, των πρώτων επιστημών (π.χ. των μαθηματικών, της ιατρικής, της αστρονομίας, της γεωμετρίας κλπ. ) στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Εν τω μεταξύ βιώνουμε την “Επανάσταση των υψηλών Τεχνολογιών”, στην οποία πρωτοστατούν χώρες του Δυτικού Κύκλου Πολιτισμού και ιδιαιτέρως αυτές με ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ παράδοση. Οι χώρες με ορθόδοξη παράδοση δεν είναι ικανές να συμβάλλουν σε αυτήν την κοσμοϊστορική πρόοδο των επιστημών.

Αυτά που γραφω εδώ, μπορεί να τα διαβάσει όποιος θέλει σε κάθε πανεπιστημιακό εγχειρίδιο ή λεξικό της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής επιστήμης.
Εξω από αυτά υπάρχει μόνον η παρα-επιστήμη καθυστερημένων σκοταδιστών.

Καθημερινή (28.8.16)

Theoretische Grundfragen des Internationalen Normenbildungsprozesses unter besonderer Berücksichtigung der UN-Resolutionen . Grundlegung einer modernen Norbildungstheorie. Pro scientia lata juris inter Gentes

Internationaler Normenbildungsprozeß-Grundlegung einer modernen Normbildungstheorie (1999)

Theorie Moderne de la Formation des Normes en les Relationes Internationales et Du Droit International Public

Theorie modern-de-Normes-Internationales-et -du-Droit-International-Public (1987)

Menschenrechtskonzepte der Gegenwart , Eine Komplexe und Globale Sicht, Gutachten (1990)

Menschenrechtskonzepte der Gegenwart

Panos Terz, Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Ελλήνων του Εξωτερικού Ελληνική Γνώμη ( 1.7.2014 )

Αποκαλυπτική συνέντευξη στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ του διεθνώς γνωστού έλληνα πανεπιστημιακού ( Πανεπιστήμιο Λειψίας  και Universidad Santiago de Cali ) κ. Παναγιώτη  Δημητρίου  Τερζόπουλου ( Panos Terz ).

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

 

Ο κ. Τερζόπουλος, γεννήθηκε το 1938 στο Μακρύγιαλο των Πιερίων από πολύ φτωχή αγροτική οικογένεια. Από την πρώτη του Δημοτικού (1947) έως την περάτωση των πανεπιστημιακών σπουδών του (1964)  και κατόπιν κατείχε τα πρωτεία.

Σπούδασε

α) Νομικές Επιστήμες με ειδίκευση στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο , στο Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και στην Θεωρία/ Φιλοσοφία του Δικαίου,

β) Bάσεις της Φιλοσοφίας, της Εθνικής Οικονομίας , της Πολιτολογίας, της πανεπιστημιακής Παιδαγωγικής, της  Διδακτικής , της Μεθοδικής/Μεθοδολογίας, της Ψυχολογίας , της Κοινωνιολογίας και του πανεπιστημιακού Managemant.

γ) Πέραν τούτου σπουδές λόγω γενικού ενδιαφέροντος στο Μαρξισμό-Λενινισμό, στην Μαρξιστική-Λενινιστική Φιλοσοφία ( ιδιαιτέρως τον Διαλεκτικό και τον Ιστορικό Υλισμό ), στην Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού , στην Ιστορία του Διεθνούς Εργατικού Κινήματος, στο Διεθνές Επαναστατικό Κίνημα, στην Θεωρία της Επανάστασης και στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Σύστημα.

Οι πανεπιστημιακοί του κλάδοι είναι οι εξής :

Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Θεωρία, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Θεωρία των διεθνών σχέσεων, Γενική Μεθοδολογία των βασικών επιστημονικών και προγνωστικών ερευνών. Το τελευταίο μόνον για την επιμόρφωση άλλων καθηγητών πανεπιστημίου.

Στα πλαίσια της ανώτερης εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης ασχολείται από το 1960 ερασιτεχνικά, αλλά συστημαστικά με την Αρχαιολογία (ειδικά με τη Μεσολιθική και τη Νεολιθική Εποχή καθώς και με την Εποχή του Χαλκού ), με την συγκριτική παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού και της Λογοτεχνίας, με την Μυθολογία και την Ετυμολογία, συστηματικά με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής , των Χιττιτών, της Ινδίας και της Κίνας και  απο το 1985 επιστημονικά με την Εθνολογία (προέλευση, φυσιογνωμία και νοοτροπία ) των ευρωπαϊκών και μερικών ασιατικών λαών.

Από το 2003 είναι συνταξιούχος.

 

Πού οδηγείται κ. Τερζόπουλε η Ευρώπη μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ κρατών, όπως συνηθίζεται να λέγεται;

Επί τη βάση της Θεωρίας των διεθνών  σχέσεων διαπιστώνουμε, ότι προ της ειρηνικής κατάρρευσης του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» επικρατούσε μέσω της «ισορροπίας του τρόμου»   ειρήνη υπό το νόημα της μη πολεμικής σύρραξης μεταξύ των δύο παγκοσμίων συστημάτων. Αυτή η ισορροπία επηρέαζε θετικά και τον βασικό κώδικα συμπεριφοράς των μεσαίων και μικρών δυνάμεων στις διεθνείς σχέσεις.  Είναι γεγονός , ότι ύστερα απο αυτήν την ριζική μετάλλαξη   σε  διαφορετικές καταστάσεις , στις οποίες επικρατούν οι ΗΠΑ ως μοναδική υπερδύναμη (Imperium Supremum Americanum ) έλαβαν χώρα επιθετικοί πόλεμοι  με πρωταγωνιστή τις ΗΠΑ και πέραν τούτου υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πολεμικών συρράξεων  σε χαμηλό επίπεδο ιδίως στην Ασία και στην Αφρική.

Αυξήθηκαν ή μειώθηκαν οι ανισότητες μεταξύ των κρατών και πολιτών;

Λαμβάνοντας υπ όψη την  ύπαρξη  του σοσιαλιστικού συστήματος, ήταν  οι καπιταλιστικές  δυνάμεις και ιδιαιτέρως ο τρισκατάρατος νεοφιλελευθερισμός  πολύ προσεκτικές έναντι της εργατικής τάξης.  Κατόπιν όμως,   έχει εξελιχθεί ο καπιταλισμός υπό την μορφή  του νεοφιλελευθερισμού σε αδάμαστο θηρίο, και κάτω από τέτοιες συνθήκες έχουν γίνει πιο έντονες οι ανισότητες μεταξύ  πολιτών  και μεταξύ χωρών. Σχετικά με τις ανισότητες μεταξύ των πολιτών  παραπέμπω στον Αριστοτέλη , ο οποίος έχει στο αθάνατο έργο του  «Πολιτική» εντατικά ασχοληθεί με τις ανισότητες στην κοινωνία και ειδικά με την σχέση μεταξύ της ισότητας και τηςδικαιοσύνης.  Ο αιώνιος Αριστοτέλης γράφει μεταξύ άλλων : Ήδη οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έγραψαν , ότι η κοινωνία αποτελείται από τάξεις ! Δηλαδή  οι ανισότητες είναι το αργότερο μέσω  της διάσπασης της κοινωνίας σε τάξεις προ περίπου 5 χιλιάδων ετών στην Σουμερία/Ακκαδία (Νότιο Ιράκ και Ιράν) κάτι το κανονικό. Μόνο η εκμετάλλευση  δεν επιτρέπεται να αγγίζει τα όρια της Υβρεως, ειδάλλως θα έπεται η Νεμεσις.

Μπορεί να αισθάνεται περισσότερο ασφαλής ο Ευρωπαίος πολίτης;

Γενικά μπορεί ο Ευρωπαίος πολίτης να αισθάνεται πιο ασφαλής σε πολιτικό επίπεδο. Σε ό,τι όμως αφορά την οικονομική διάσταση , πρέπει να αγωνισθεί φυσικά με ειρηνικά μέσα, γιατί δεν πρόκειται να του δωρισθεί τίποτα. Αυτό είναι μάλλον υπόθεση των συνδικάτων.

Εκτιμάτε ότι υπάρχει ο πλούσιος Βορράς όπως ορισμένοι αναφέρουν σε αναλύσεις τους και ο φτωχός Νότος; Ή τίποτα από αυτά δεν ισχύει; Μήπως όλα είναι θέμα κουλτούρας και αναπτυξιακών προτεραιοτήτων;

Στην Βόρεια Ευρώπη (Αγγλία) έχει δημιουργηθεί και εμπεδωθεί τον 19ο αι. ο Βιομηχανικός Καπιταλισμός. Από τότε υπάρχει ένα μεγάλο οικονομικό χάσμα μεταξύ του Βορρά και του σήμερα καθυστερημένου Νότου. Ιδιαιτέρως τα Βαλκάνια ζούσαν ούτως ή άλλως επί αιώνες σε άλλον αστερισμό και έχουν αποκοπεί από τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στην πραγματική Ευρώπη ( Αναγέννηση, Διαφωτισμός, αστική επανάσταση, σύγχρονο αστικό κράτος, ανθρώπινα δικαιώματα κ.π.). Στην κεντρική και Βόρεια Ευρώπη έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις, η βιομηχανία και οι επιστήμες.

Αλλά και στην εξελιγμένη Ευρώπη διαπιστώνουμε διαφοροποιήσει, οι οποίες έχουν συντελεσθεί   ύστερα από την κατάρρευση της αποικιοκρατίας και κατόπιν ύστερα από την κρατική επανένωση της Γερμανίας, η οποία έχει εξελιχθεί σε πραγματική οικονομική και βιομηχανική υπερδύναμη στην Ευρώπη, ενώ οι πάλαι τότε υπερδυνάμεις Αγγλία και Γαλλία πήραν την πολύπλευρη κατιούσα. Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι η Γερμανία είναι, ανεξάρτητα αν το επιδιώκει, η ηγετική μεγαλοδύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κλιματικές συνθήκες, η παράδοση και η θρησκεία έχουν επιδράσει σημαντικά και στην διαμόρφωση της διαφορετικής νοοτροπίας μεταξύ των Βόρειων και των Νότιων ευρωπαϊκών λαών. Εδώ αναφέρονται μόνον τα πιό καθοριστικά χαρακτηριστικά στοιχεία :

( Προτεσταντικός ) Βορράς : εργατικότητα εν μέρει τρόπος ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης, δυναμικότητα, αντοχή, ισχυρή θέληση, υπομονή, επιμονή, πειθαρχία, αυτοπειθαρχία, οργανωτικότητα, συστηματικότητα, μεθοδικότητα, αποτελεσματικότητα, κοινωνική, κρατική και νομική συνείδηση, συνείδηση της υπευθυνότητας για το σύνολο και  προτεραιότητα του γενικού έναντι του ατομικού συμφέροντος .

Νότος : Αρχή της απόλαυσης της ζωής, κανώνας της ήσσονος προσπάθειας, και  έλλειψη δυναμικότητας κλπ.( τα αντίθετα του Βορρά ).  Εν ολίγοις : Η νοοτροπία των Βορείων Ευρωπαίων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και του αστικού κράτους, ενώ η νοοτροπία των Νοτίων είναι σε γενικές γραμμές ιδανική για την απόλαυση της ζωής.

Πατριωτισμός, φιλοπατρία. Ένα πολυσύνθετο θέμα. Εκτιμάτε ότι στη σύγχρονη Ελλάδα αυτές οι έννοιες πέφτουν θύμα εκμετάλλευσης; Ποια η άποψή σας;

Το θέμα εμπεριέχει τις εξής διαστάσεις : γλωσσολογική, ιστορική, εθνική, πολιτική, κοινωνική και εθνολογική.

1. Γλωσσολογική διάσταση (ετυμολογία, σημασιολογία)

Αφετηρία δεν είναι η λατινική λέξη Pater , Patris (γενική, εξ ου και Patria, γαλλικά Patrie), αλλά η ελληνική λέξη Πατήρ, Πατρός και εξ αυτού Πατρίς. Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα δημιουργήθηκε η λέξη πατριώτης (καταγωγή από το ίδιο γένος) μετατράπηκε στα “απλά λατινικά” σε patriota (συμπατριώτης) και βραδύτερα στα γαλλικά patriote ( ΦΙΛΟΠΑΤΡΗΣ ).

Κάτι το παρόμοιο συνέβη και με το επίθετο πατριωτικός, μετατροπή σε patrioticus και σε patriotique. Σε αυτήν την βάση εμφανίσθηκε στα γαλλικά η έννοια patriotisme η οποία επέστρεψε στην πατρίδα της ως Πατριωτισμός.

Πατριωτισμός, σημασιολογικώς

Πρόκειται για την πολιτική τοποθέτηση επί τη βάσει μίας συναισθηματικής δέσμευσης στις αξίες, στην γλώσσα, στην παράδοση, στην θρησκεία και στον πολιτισμό ( τρόπος ζωής, λογοτεχνία, μουσική κ.λ.π.) ενός έθνους. Πολλές φορές είναι αυτή η τοποθέτηση συνδεδεμένη με υπερβολική υπερηφάνεια και αλαζονεία, γνωστό φαινόμενο στην Ελλάδα.

2.Ιστορική διάσταση

Η Marseillaise καλεί όλα τα παιδιά της Πατρίδας , να την υπερασπισθούν ( “Allons enfants de la Patrie…,”). Πρότυπο ήταν , όπως φαίνεται, ο παιάνας στην ναυμαχία της Σαλαμίνας ( ” Ίτε παίδες Ελλήνων…,” ).

3. Εθνική διάσταση

Οι Γάλλοι υπερασπίσθηκαν την Πατρίδα τους κατά ξένων εισβολέων. Ο Πατριωτισμός τους ήταν στενά συνυφασμένος με το γαλλικό έθνος και αυτό πάλι ήταν συνδεδεμένο με την νέα κατάσταση πραγμάτων. Δημιουργήθηκε μία δυνατή εθνική συνείδηση . Στην Ελλάδα υπήρχε επίσης μία ακραιφνής εθνική συνείδηση , δίχως σύνδεση όμως με τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του λαού. Επομένως λείπουν η κοινωνική και η κρατική συνείδηση.

4. Πολιτική διάσταση

Η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε ένα τελείως καινούριο πολιτικό και πολιτειακό σύστημα , το οποίο βασιζόταν στον πολίτη  (citoyen) με τα δικαιώματα καθώς και με τα καθήκοντά του ως κάτι το αυτονόηπο. Η αστική τάξη ήταν και είναι η καθοριστική. Ο πολίτης έχει κρατική και νομική συνείδηση.

Σε σύγκριση με την Γαλλία έπαιζαν στην Ελλάδα στην ουσία οι κοτζαμπάσηδες τον πιό αποφασιστικό ρόλο. Ακόμη και σήμερα δεν έχει η ελληνική αστική τάξη ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν ανήκει στην κατηγορία του πολίτου. Δεν διαθέτει ούτε κρατική, ούτε νομική, ούτε φορολογική  συνείδηση και δεν ανανωρίζει την αλληλουχία δικαιωμάτων και καθηκόντων. Η εθνική συνείδηση δεν κοστίζει απολύτως τίποτα. Δεν συμπίμπτουν το εθνικό και το πολιτικό στοιχείο του πατριωτισμού. Αυτό θα πεί, ότι ο ελληνικός Πατριωτισμός στηρίζεται μόνον στην εθνική συνείδηση, δηλαδή δεν είναι ευρωπαϊκος, αλλά βαλκανικός. Είναι ένας ανέξοδος, εύκολος και λεκτικός πατριωτισμός.

5. Κοινωνική διάσταση

Όταν λείπουν κρατική και νομική συνείδηση (όχι το γενικό και ανέξοδο αίσθημα δικαίου με πάμπολες ερμηνείες) , δεν δύναται να λειτουργήσει μία κοινωνία ανθρώπων. Το συμφέρον του συνόλου παραγκωνίζεται από ατομικιστικά συμφέροντα.

 

6. Εθνολογική διάσταση

Στο επίκεντρο τίθεται η νοοτροπία του Νεοέλληνα που σε γενικές γραμμές είναι ένα κράμα από βαλκανική πονηριά και ανατολίτικο ραχάτι.  Είναι πασίγνωστο, ότι η Ελλάδα δεν έζησε ούτε την Αναγέννηση, ούτε τον Διαφωτισμό, ούτε την αστική επανάσταση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε ότι αφορά την ιστορία της βρισκόταν κάτω από ξένη κατοχή ( έως τον 7ο αι., δηλαδή πάνω από 800 έτη η ρωμαϊκή κατοχή (Imperium Romanum) συν 400 έτη ο τούρκικος ζυγός. Πρόκειται για 1200 απολεσθέντα έτη, ενώ οι Ευρωπαίοι ζούσαν από εθνική άποψη σχετικά ελεύθερα και προόδευαν πάνω από 1400 έτη.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση μίας νοοτροπίας, η οποία εμποδίζει την εφαρμογή ενός γνήσιου και σύγχρονου Πατριωτισμού. Λείπουν αξίες, όπως π.χ., η ιδέα του γενικού συμφέροντος, η αξιοπιστία , η αυτογνωσία, η αντοχή και η δυναμικότητα. Λείπουν οι περισσότερες προϋποθέσεις για τον εκμοντερνισμό, τον εξευρωπαϊσμό και τον εξορθολογισμό.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για κάθε Έλληνα πατριώτη. Ας θυμηθούμε από καμιά φορά τους προγόνους μας. Ο Ησίοδος είπε προ 2.600 ετών κάτι το πολύ ενδιαφέρον : “Οι αιώνιοι θεοί του Ολύμπου έθεσαν προ της επιτυχίας τον ιδρώτα”.

Ένας οκνηρός ή ένας διεφθαρμένος δεν δύναται ποτέ να είναι καλός πατριώτης. Ο άμεσος συνδιασμός της εθνικής συνείδησης με τις παραπάνω κατηγορίες της συνείδησης είναι τελείως απαραίτητος.

Ποιος είναι για σας ο πολιτισμένος άνθρωπος;

Στα παρελθόντα χρόνια είχα πολλές φορές συζητήσεις με Έλληνες,με άλλους Ευρωπαίους καθώς και με μορφωμένους ανθρώπους από άλλους Κύκλους Πολιτισμού, π.χ. του Ισλαμικού, του Κονφουκιανικού και του Ινδουϊστικού.

Οι αντιλήψεις περί του πολιτισμένου ανθρώπου ήταν πολύ διαφορετικές, μόνο σε ένα σημείο , στην ευγενική συμπεριφορά υπήρχε μία βασική ομοφωνία.

Η Εικόνα του Ανθρώπου με τα συστατικά στοιχεία της, όπως π.χ. το άτομο, ο πολίτης , τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ο.κ. δεν παίζει στους μη Ευρωπαίους κανένα ρόλο.

Αλλά ποιά να είναι άραγε τα καθοριστικά στοιχεία ενός πολιτισμένου Ευρωπαίου , υποτιθέσθω ότι και εμείς οι Έλληνες ανήκουμε πολιτισμικά στην Ευρώπη και γενικότερα στον Δυτικό Κύκλο Πολιτισμου ;

1. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος είναι πρωτίστως ΑΤΟΜΟ, δηλαδή έχει δική του βούληση, ελευθερία των επιλογών, αξιοπρέπεια, αυτονομία , αυτοπεποίθηση, εγκράτεια, φιλοπονία, φιλομάθεια, αυτοπειθαρχία, σεμνότητα και ιδιαιτέρως κοινωνική συνείδηση, η οποία σημαίνει ότι σέβεται την αξιοπρέπεια των συναθρώπων του, σκέπτεται το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, δεν είναι ατομικιστής και εγωϊστής και σέβεται τους γενικά αναγνωρισμένους πολιτισμένους κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς

2. Ο Πολιτισμένος Ανθρωπος πρέπει να είναι Πολίτης με τα εξής κύρια χαρακτηριστικά : αναγνώριση της αλλλοσύνδεσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και στους συμπολίτες, έχει νομική συνείδηση , δηλαδή σέβεται τους νόμους και εκτός τούτου έχει φορολογική συνείδηση που θα πει ότι πληρώνει κανονικά και εκουσίως τους φόρους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κοινωνικό κράτος.

3. Πρέπει να έχει μόρφωση και παιδεία και να ενδιαφέρεται για τις καλές τέχνες και την μουσική.

Διευκρίνιση: Τα αναφερθέντα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός κράτους, το οποίο δημιουργεί και προωθεί τον Πολιτισμένο Άνθρωπο.